635/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated635/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, ο άνω εναγόμενος Γ. Δ. (αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος) με την από 5-2-2015 αγωγή του ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, επικαλούμενος ότι κατέστη κύριος του περιγραφόμενου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος αυτό από το έτος 1989, κατόπιν άτυπης γονικής παροχής εκ μέρους του πατέρα του Θ.
Full text
Απόφαση 635 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 635/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κρικίδη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι συμπαρίσταται και η ασκουμένη δικηγόρος Βασιλική Μαργώνη. Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζύγου Γ. Λ., το γένος Θ. Δ., κατοίκου ... και 2) Π. Δ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τζοβάρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-9-2012 και 5-2-2015 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων και του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 5-10-2020 και 5-8-2021 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες-αναιρεσείουσες, Ε. Λ. και Π. Δ., με την από 14-9-2012 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., επικαλούμενες ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος, Γ. Δ., κατά το χρονικό διάστημα από 28-10-1995 έως και 14-09-2012 προέβη σε αποκλειστική χρήση των περιγραφόμενων επίκοινων κληρονομιαίων ακινήτων, τα οποία περιήλθαν σ' αυτές και στον εναγόμενο, κατά ποσοστό 1/4 σε καθένα, από την εξ αδιαθέτου κληρονομία του πατέρα τους Θ.
Δ., που αποβίωσε την 27-10-1995, ζήτησαν, με την κύρια βάση της αγωγής τους να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, από το συνολικό ποσό της ωφέλειας των 224.886,32 ευρώ που αποκόμισε, όπως εξειδικεύεται και επιμερίζεται στην αγωγή, να καταβάλει το ποσό των 56.221,58 ευρώ σε κάθε μία από αυτές, επικουρικά δε επειδή κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας τους.
Εξάλλου, ο άνω εναγόμενος Γ. Δ. (αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος) με την από 5-2-2015 αγωγή του ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, επικαλούμενος ότι κατέστη κύριος του περιγραφόμενου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος αυτό από το έτος 1989, κατόπιν άτυπης γονικής παροχής εκ μέρους του πατέρα του Θ.
Δ., συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την 20ετία, και ότι οι εναγόμενες, τον Σεπτέμβριο του 2012 αμφισβήτησαν την κυριότητά του επί του ανωτέρω ακινήτου, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του εν λόγω ακινήτου. Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν λόγω της συνάφειάς τους, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 181/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία, αφού κρίθηκαν ορισμένες και νόμιμες και οι δύο αγωγές, πλην της επικουρικής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάσεως της πρώτης αγωγής, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ακολούθως, η μεν δεύτερη αγωγή έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ο δι' αυτής ενάγων κύριος του επίδικου ακινήτου, η δε πρώτη αγωγή, περί απόδοσης στις ενάγουσες της ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση των κοινών τους ακινήτων, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία, γενομένων δεκτών ως βασίμων κατ' ουσία των ενστάσεων του εναγομένου περί πενταετούς παραγραφής της αξίωσης και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών.
Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησαν οι ενάγουσες-εναγόμενες, Ε. Λ. και Π. Δ., την από 16.1.2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 139/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση τυπικά και ουσιαστικά ως προς το κεφάλαιο της από 14-9-2012 αγωγής και απορρίφθηκε κατ' ουσία ως προς την από 5-2-2015 αγωγή, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το άνω κεφάλαιό της, και αφού κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η από 14-9-2012 αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει σε κάθε μία των εναγουσών το ποσό των 16.200 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσεως, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν τις υπό κρίση από 5.10.2020 και 5.8.2021, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως ο εναγόμενος-ενάγων-εφεσίβλητος Γ. Δ. και οι ενάγουσες-εναγόμενες-εκκαλούσες Ε. Λ. και Π. Δ.. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.
Εφόσον δε ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 5 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2020 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ Γ. Δ.: Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 10/2012). Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 16/2016, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 711/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αρ. 8 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης, όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ` εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 782/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, τα εξής: "Στην εξεταζόμενη περίπτωση για το χρονικό διάστημα από την 01-01-2007 έως 28-8-2012, αποδείχτηκε ότι όσον αφορά το ανωτέρω ακίνητο, ήτοι το ισόγειο κατάστημα των 50 τ.μ.
με τα συνεχόμενα δωμάτια των 20 τ.μ. που βρίσκεται στο ... και ειδικότερα επί της Εθνικής ... και απέναντι από τη βρύση "...", αυτό εκμισθώθηκε στις 1-1-2007 για χρονικό διάστημα πέντε ετών στον ... και το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν στο ποσό των 800 ευρώ το μήνα, εν συνεχεία εκμισθώθηκε στις 10-6-2009 στον ίδιο ως άνω μισθωτή για χρονική διάρκεια 10 ετών, με μηνιαίο μίσθωμα 880 ευρώ και ακολούθως στις 25-6-2012 εκμισθώθηκε στον Σ.
Κ. για διάρκεια 10 ετών με μηνιαίο μίσθωμα 1.100 ευρώ, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης που αποδεικνύεται η χρονική διάρκεια της μίσθωσης προς τον κάθε μισθωτή, τα συμφωνηθέντα και καταβληθέντα μισθώματα, ως και το ποιος αναλάμβανε τα μισθώματα από τον τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο πιστώνονταν.
Δηλαδή, ο εναγόμενος, Γ. Δ., από την εκμίσθωση του ανωτέρω καταστήματος εισέπραξε καρπούς ύψους 64.800 ευρώ, όπως το ύψος του ποσού αυτού έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη χωρίς να προσβάλλεται το σχετικό κονδύλιο με λόγο έφεσης, μη αποδίδοντας σε κάθε μία από τις ενάγουσες ποσό ανάλογο με την μερίδα τους ήτοι το ποσό των 16.200 ευρώ σε κάθε μία.
Περαιτέρω οι ενάγουσες από το έτος 1996 που δημοσιεύτηκε η ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος πατέρα τους, Θ. Δ., την 1-6-2003 άσκησαν την αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης και αναγνώρισης του κληρονομικού τους δικαιώματος χωρίς να την επαναγείρουν, ενώ εν συνεχεία στις 12-10-2012, άσκησαν την ένδικη αγωγή αιτούμενες απόδοση των ωφελημάτων από την αποκλειστική χρήση του ως άνω καταστήματος πλην όμως μόνο από την πάροδο του χρόνου ουδόλως προκύπτει ότι είχαν ανεχθεί αδιαμαρτύρητα την αποκλειστική χρήση από τον ενάγοντα του καταστήματος με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση ότι δεν θα επιδιώξουν το επίδικο δικαίωμα τους, ενόψει της αντιδικίας τους για την ακυρότητα της διαθήκης ούτε δε η άσκηση του δικαιώματος θα έχει δυσμενείς για τον εναγόμενο συνέπειες.
Πρέπει, συνεπώς, η προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι αποδείχθηκε η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος με αποτέλεσμα να απορρίψει την από 14-9-2012 (αρ. εκ κατ. ΤΜ 219/14-92012) αγωγή των εναγουσών, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, κατ' αποδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, να γίνει αυτή δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, μόνο κατά το ανωτέρω κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή κατά το σχετικό κονδύλιο των 16.200 ευρώ, εκτός από τις λοιπές απορριπτικές της διατάξεις και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και ερευνηθεί κατ' ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε κάθε μία ενάγουσα το ποσό των 16.200 ευρώ σε κάθε μία με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων ως ουσία αβάσιμη, εξαφάνισε την με αριθ. 181/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία, αντιθέτως, είχε γίνει δεκτή η ένσταση αυτή και ως ουσία βάσιμη, και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σε κάθε μία των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 16.200 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσεως του επίδικου επικοίνου ακινήτου (καταστήματος) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 28.8.2012.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της προβληθείσας από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες είχαν ανεχθεί αδιαμαρτύρητα την αποκλειστική χρήση από τον αναιρεσείοντα του καταστήματος, ώστε να δημιουργηθεί εύλογα σ' αυτόν η πεποίθηση ότι δεν θα επιδιώξουν το επίδικο δικαίωμα τους, ούτε δε και η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων έχει δυσμενείς για τον αναιρεσείοντα, και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η προταθείσα από αυτόν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο α) ότι οι ενάγουσες την 1-6-2003 άσκησαν την αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος πατέρα τους, Θ. Δ., και αναγνώρισης του κληρονομικού τους δικαιώματος, β) ότι εν συνεχεία στις 12-10-2012, άσκησαν την ένδικη αγωγή αιτούμενες απόδοση των ωφελημάτων από την αποκλειστική χρήση του ως άνω καταστήματος, γ) ότι μόνο από την πάροδο του χρόνου ουδόλως προκύπτει ότι είχαν ανεχθεί αδιαμαρτύρητα την αποκλειστική χρήση από τον ενάγοντα του καταστήματος με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εύλογα στον τελευταίο η πεποίθηση ότι δεν θα επιδιώξουν το επίδικο δικαίωμα τους, ενόψει της αντιδικίας τους για την ακυρότητα της διαθήκης και δ) ότι η άσκηση του δικαιώματός δεν θα έχει δυσμενείς για τον εναγόμενο συνέπειες.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτόν ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους κατωτέρω επί μέρους ισχυρισμούς, τους οποίους προέβαλε πρωτοδίκως για τη θεμελίωση της ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειουσών, ήτοι:
α) ότι οι ενάγουσες επί 15ετία τουλάχιστον δεν αμφισβήτησαν το αποκλειστικό κληρονομικό δικαίωμά του επί των επιδίκων ακινήτων και την γενόμενη από αυτόν αποκλειστική χρήση τους, ούτε παραπονέθηκαν ή αντέδρασαν καθ' οιονδήποτε τρόπο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σ' αυτόν η εύλογη πεποίθηση ότι τον αναγνωρίζουν ως αποκλειστικό κληρονόμο και έτσι παγιώθηκαν έννομες συνέπειες με αποτέλεσμα να προβεί σε εξαιρετικά μεγάλες δαπάνες τόσο για την ανακαίνιση και λειτουργία και την εν γένει αξιοποίηση του καταστήματος όσο και για την ανέγερση και επισκευή της οικίας εντός της οποίας διαμένει με την οικογένειά του, β) ότι στη σύνταξη της διαθήκης που κηρύχθηκε άκυρη συνέδραμαν και οι ενάγουσες, αφού αυτό είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, και έτσι σε περίπτωση που ανατραπεί η υφιστάμενη κατάσταση που δημιουργήθηκε από την εύλογη πεποίθησή του περί του ότι είναι ο μοναδικός κύριος και κληρονόμος των επιδίκων ακινήτων, στην οποία πεποίθηση συνέβαλαν καθοριστικά οι ενάγουσες με ρητές διαβεβαιώσεις και συμφωνίες, θα προκύψουν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον ίδιο αδικαιολόγητα και ενάντια στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, γ) ότι μόνον αυτός ασκούσε πράξεις νομής επί του καταστήματος, ως αποκλειστικός κύριος αυτού, πλήρωσε χρήματα για τη συντήρηση και διαμόρφωσή του, χωρίς να συμμετέχουν οι ενάγουσες στο εν λόγω κόστος, το χρησιμοποιούσε για πολύ περισσότερα χρόνια χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του, δ) ότι αν και οι ενάγουσες ζητούν να αναγνωριστεί το δικαίωμά τους επί των κοινών ακινήτων ως συγκληρονόμων, εκείνες σε ανύποπτο χρόνο απέκτησαν ακίνητο κληρονομίας και δη οικόπεδο 50 τμ στο ...
ως αποκλειστικές κληρονόμοι, είναι δε καταχρηστικό να συμπεριφέρονται ως αποκλειστικές κληρονόμοι ενός κληρονομιαίου ακινήτου και να μην αποδέχονται να συμπεριφέρεται και αυτός με ανάλογο τρόπο για τα λοιπά κληρονομιαία ακίνητα, ε) ότι το κατάστημα απέκτησε υπεραξία εξαιτίας της φήμης και πελατείας που δημιουργήθηκε με την προσωπική εργασία αυτού και της μητέρας του επί σειρά ετών χωρίς ποτέ οι ενάγουσες να συνδράμουν σε αυτήν και πολύ περισσότερο να αμφισβητήσουν το δικαίωμά του να ασκεί αποκλειστική χρήση σ' αυτό, το δε ύψος του μισθώματος που εισέπραττε προέκυψε ως αποτέλεσμα του προσωπικού του μόχθου και στ) ότι οι ενάγουσες δεν συνέδραμαν στην ανέγερση των επιπρόσθετων 20 τμ.
και είχαν αποδεχθεί ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει στην αποκλειστική του κυριότητα, αφού ούτε συνέδραμαν ούτε αντέδρασαν στις επενέργειές του πάνω στο υποτιθέμενο κοινό αυτό ακίνητο, επανέφερε δε τους ισχυρισμούς του αυτούς και στο Εφετείο με τις προτάσεις του, με τους επιπρόσθετους ισχυρισμούς ότι σε όλο το μεσοδιάστημα οι ενάγουσες έρχονταν στο χωριό τους, φιλοξενούμενες στην οικία της μητέρας τους, που βρίσκεται κάτω από το ένδικο κατάστημα, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθούν για το γεγονός ότι ο ίδιος και η μητέρα τους εκμεταλλεύονταν το κατάστημα και χωρίς ποτέ να συνεισφέρουν το παραμικρό σε σχέση με τη συντήρηση του ενδίκου ακινήτου, τη λειτουργία του και τη διοίκησή του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όλοι οι ανωτέρω επί μέρους ισχυρισμοί, οι οποίοι χωριστά ο καθένας και συνολικά λαμβανόμενοι υπόψη αναφέρονται κυρίως στην επικαλούμενη μακροχρόνια αδράνεια των αναιρεσιβλήτων, ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, με την παραδοχή γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν και δη ότι οι αναιρεσίβλητες δεν είχαν ανεχθεί αδιαμαρτύρητα την αποκλειστική χρήση από τον αναιρεσείοντα του καταστήματος, ώστε να δημιουργηθεί εύλογα σ' αυτόν η πεποίθηση ότι δεν θα επιδιώξουν το επίδικο δικαίωμα τους, ούτε ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων θα έχει δυσμενείς για τον αναιρεσείοντα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (ΚΠολΔ 106), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 138/2020, ΑΠ 585/2019, ΑΠ 914/2008).
Εξάλλου, "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιδικάζοντας στις ενάγουσες - αναιρεσίβλητες κάτι που δεν ζητήθηκε και ειδικότερα, ότι, ενώ οι τελευταίες με την έφεσή τους προσέβαλαν μόνο το κεφάλαιο που αφορούσε την αιτούμενη αποζημίωση χρήσεως για το διάστημα από 1.1.2008 και εντεύθεν και όχι και εκείνο που αφορούσε το διάστημα από 1.1.2007 έως και 31.12.2007, παρά ταύτα με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε στις αναιρεσίβλητες αποζημίωση χρήσεως και για το έτος 2007, κονδύλιο που δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο και άρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης.
Όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσείουσες με την από 14-9-2012 αγωγή τους, επικαλούμενες ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τη χρονική περίοδο από 28-10-1995 έως και 14-9-2012 προέβη σε αποκλειστική χρήση των περιγραφόμενων επίκοινων κληρονομιαίων ακινήτων, ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός να τους αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε κατά την άνω χρονική περίοδο, κατά την αναλογία της ιδανικής τους μερίδας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 181/2017 απόφασή του απέρριψε το αγωγικό αυτό αίτημα αποζημίωσης χρήσεως στο σύνολό του, δεχόμενο, καθόσον μεν αφορά τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων που ανάγονται στη χρονική περίοδο από 28.10.1995 έως και 31.12.2006 ότι αυτές έχουν παραγραφεί, κατ' αποδοχή της προβληθείσας από τον αναιρεσίβλητο ένστασης πενταετούς παραγραφής του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, καθόσον δε αφορά τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων που ανάγονται στη χρονική περίοδο από 1.1.2008 και εντεύθεν ότι αυτές ασκούνται καταχρηστικά, κατ' αποδοχή της προβληθείσας από τον αναιρεσίβλητο ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειουσών.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν οι αναιρεσείουσες την από 1.1.2018 έφεση, με τον τρίτο λόγο της οποίας παραπονέθηκαν για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενες ότι κατά παράβαση του νόμου και από κακή εφαρμογή των οικείων νομικών διατάξεων απέρριψε το αγωγικό τους αίτημα περί επιδίκασης υπέρ αυτών και σε βάρος του αντιδίκου τους αποζημίωσης χρήσης, από την εκ μέρους του αποκλειστική εκμετάλλευση του περιγραφόμενου ισογείου καταστήματος.
Με τον λόγο αυτό είναι σαφές ότι οι αναιρεσείουσες προσέβαλαν ρητά την απορριπτική ως προς την αγωγή τους πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, όπως αυτό προκύπτει και από το αιτητικό της παραδεκτά επισκοπούμενης για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας έφεσή τους, αφού με αυτό ρητά ζητούσαν να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν η ένδικη από 14.9.2012 αγωγή τους.
Είναι αληθές ότι στη συνέχεια του τρίτου λόγου της έφεσής τους οι αναιρεσείουσες παρέθεσαν το αιτιολογικό της εκκαλούμενης απόφασης, αναφέροντας τις χρονικές περιόδους που αναγράφηκαν σ' αυτήν, εσφαλμένα όμως κατά ένα μέρος, αφού για το μέρος που οι αξιώσεις των αναιρεσειουσών απορρίφθηκαν ως καταχρηστικώς ασκηθείσες, γίνεται λόγος για αξιώσεις από 1.1.2008 και εντεύθεν, όπως και στην εκκαλούμενη, αντί του ορθού από 1.1.2007 και εντεύθεν.
Από την εν μέρει όμως εσφαλμένη αυτή αναφορά στο αιτιολογικό της εκκαλούμενης απόφασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτές προσέβαλαν την εκκαλούμενη μόνο για τις αξιώσεις τους από 1.1.2008 και εντεύθεν, αφού ρητά αναφέρθηκαν στο σύνολο των αξιώσεών τους, επιβεβαιώνοντας τούτο και με το αιτητικό της έφεσής τους.
Ως εκ τούτου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μεταβιβάσθηκε ολόκληρο το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής των αναιρεσειουσών, που αφορούσε το κονδύλιο της αποζημίωσης χρήσεως για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα και όχι μόνο για το διάστημα από 1.1.2008 και εντεύθεν. Επομένως, το Εφετείο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τον άνω λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών και τελικά δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την αγωγή τους επιδικάζοντας σε κάθε μία από αυτές το ποσό των 16.200 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσεως για τη χρονική περίοδο από 1.1.2007 έως και 28.8.2012, δεν επιδίκασε κάτι πέραν του αιτηθέντος, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω πρώτη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις με τις οποίες υποβάλλουν σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Β.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2021 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ 1) Ε. Λ. Κ. 2) Π. Δ.: α. Λόγοι αφορώντες την από 5-2-2015 αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ` αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρά, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου (ΑΠ 774/2021, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 20/2017).
Για τη συμπλήρωση του αναγκαίου για τη χρησικτησία χρόνου δεν μπορεί ο χρησιδεσπόζων να προσμετρήσει τον δικό του χρόνο νομής στον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (και κυρίου του πράγματος που αποτελεί αντικείμενο νομής χρησικτησίας) προκειμένου να αντιτάξει την διά χρησικτησίας αποκτώμενη κυριότητα σ' αυτόν (τον δικαιοπάροχό του) ή στους ειδικούς και καθολικούς διαδόχους του (Ολ ΑΠ 1593/1979, ΑΠ 1352/2014, ΑΠ 1452/2010).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 785 έως 787, 974, 980, 982, 1041 και 1045 ΑΚ συνάγεται η αρχή ότι ο συγκοινωνός λογίζεται νεμόμενος το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών, κατά των οποίων δεν μπορεί να αντιτάξει κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής το κοινό πράγμα αποκλειστικώς, ως κύριος, επ' ονόματί του και για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποιήσεως της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέως αυτή δεν απόλλυται για τον νομέα πριν λάβει γνώση της αντιποιήσεως.
Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη της κοινωνίας κατά τον χρόνο ενάρξεως της αποκλειστικής νομής εκ μέρους του προβάλλοντος την κτήση της κυριότητος με χρησικτησία, και επομένως δεν έχει εφαρμογή όταν κατά την ίδρυση της κοινωνίας, έχει ήδη αρχίσει και εξακολουθεί υφισταμένη η νομή χρησικτησίας, αφού ο αρχικός νομέας έχει ήδη απωλέσει την νομή, ενώ ως προς τον χρησιδεσπόζοντα η ίδρυση της κοινωνίας στο δικαίωμα της κυριότητος δεν επιφέρει αυτοδικαίως απώλεια της νομής (ΑΠ 774/2013, ΑΠ 1400/2003).
Κατά συνέπεια τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται, όταν το φερόμενο ως κοινό πράγμα δεν εντάσσεται στα αντικείμενα της κληρονομίας και ο τρίτος δεν αντιποιείται τη νομή αλλά την αποκτά παραγώγως ή πρωτοτύπως, αφού, στην εν λόγω περίπτωση, αυτός δεν χρησιδεσπόζει, αντιποιούμενος τη νομή των λοιπών συγκληρονόμων - συννομέων, αλλ' ως αποκτήσας ο ίδιος το δικαίωμα της νομής εφ' ολοκλήρου του πράγματος (ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1171/2012).
Τέλος, κατά τα άρθρα 1846, 1198 και 1199 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198 ΑΚ που ορίζει ότι χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 ΑΚ εδάφια 1 έως και 4 και 1193 ΑΚ δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο.
Με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 ΑΚ η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει για αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον κληρονόμο του, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής, νομική αιτία κτήσεως της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου.
Συνεπώς, μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνον από τη διενέργεια αυτής, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, χωρίς, πάντως, η αναδρομική αυτή ενέργεια να συνεπάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων, που έχουν νόμιμα αποκτηθεί μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, επί ακινήτου της κληρονομίας, όπως κυριότητα αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής (ολ ΑΠ 7/2004, ΑΠ 947/2022, ΑΠ 281/2019, ΑΠ 1192/2014, ΑΠ 810/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς την από 5.2.2015 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, τα εξής: "Στις 27-10-1995, απεβίωσε σε ηλικία 64 ετών, στο ...
ο Θ. Δ. του Γ., κάτοικος εν ζωή ..., πατέρας των διαδίκων, συνταξιούχος Ο.Γ.Α λόγω αναπηρίας, ο οποίος κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλ. τα νόμιμα τέκνα του, ήτοι τον γιό του Γ. Δ., ενάγοντα-εναγόμενο και τις θυγατέρες του Ε. συζ. Γ. Λ., το γένος Θ. Δ. και Π. Δ. του Θ., ενάγουσες- εναγόμενες, καθώς και τη σύζυγο του Ε.
Δ., κατά τα ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής και δη κατά ποσοστό 1/4 από τον καθένα επί του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας του. Με την επελθούσα κατά το χρονικό σημείο θανάτου του κληρονομούμενου εξ αδιαθέτου διαδοχή, ρυθμίστηκε η κληρονομική διαδοχή από το νόμο, καθώς η από 15-11-1994 ιδιόγραφη διαθήκη του Θ.
Δ. που δημοσιεύθηκε με τα με 82/21-3-1996 πρακτικά και κηρύχθηκε κυρία με την ταυτάριθμη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ήταν άκυρη, διότι δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από το διαθέτη, όπως η ακυρότητα της αναγνωρίστηκε με την 114/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που δέχθηκε την από 1-6-2003 (αρ.
εκθ. καταθ. ΤΠ 171/2003) σχετική αρνητική αναγνωριστική αγωγή των εναγουσών, θυγατέρων του αποβιώσαντος και κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της εναντίον της έφεσης των εναγομένων τετιμημένων της διαθήκης, με την 792/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών ενώ η σωρευόμενη αγωγή αναγνωριστική του κληρονομικού δικαιώματος των εναγουσών με την 114/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...
απορρίφθηκε ως αόριστη, χωρίς να επαναγερθεί ... Επίδικο της αγωγής του ενάγοντος είναι ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, έκτασης 723,20 τ.μ. μετά της επ' αυτού ευρισκόμενης διώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στη θέση "..." της τοπικής κοινότητας ... της Δημοτικής ... Το οικόπεδο αυτό αρχικά είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση δύο στρεμμάτων περίπου ή όσης και αν είναι κατά συγκυριότητα 1/2 εξ αδιαιρέτου στον Θ.
Δ. και στον αδελφό του Θ. Δ. από τις εξ αδιαθέτου κληρονομίες των γονέων τους Γ. και Ε. Δ. και από παραχώρηση του μεριδίου της αδελφής τους Π. Δ., ..., οι οποίοι κατά το έτος 1961 το διένειμαν άτυπα και έκτοτε νεμήθηκαν τα επιμέρους τμήματα. Ειδικότερα πρόκειται για το οικόπεδο των 723,20 τ.μ εντός του οποίου ο πατέρας των διαδίκων, Θ.
Δ., με βάση την 1180/20-8-1976 άδεια οικοδομής ανέγερσης του Γραφείου Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Αιτωλίας, που εκδόθηκε στο όνομά του, ανήγειρε έως το στάδιο των σκυροδεμάτων, ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 160 τ.μ, αφού έλαβε έντοκο χρεωλυτικό δάνειο 50.000 δρχ. 12ετούς διάρκειας από την Αγροτική Τράπεζα αποπληρωτέο κατά το ποσό των 4.000 δρχ.
την 31-10-1977 και κατά το υπόλοιπο των 46.000 δρχ. σε 11 ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις πληρωτέες εντός των επόμενων 11 ετών. Στις αρχές του έτους 1989, οι ενάγουσες-εναγόμενες, θυγατέρες του Θ. Δ., Ε. συζ. Γ. Λ. και Π. τότε συζ. Κ. Φ., ηλικίας 29 και 26 ετών, είχαν ήδη τελέσει τους γάμους τους, λαμβάνοντας ακίνητα και οικονομικές παροχές από τον πατέρα τους, και αναχωρήσει από το χωριό, κατοικώντας στην ...
αντιστοίχως ενώ ο ενάγων-εναγόμενος, γιός του, ηλικίας 32 ετών, ο οποίος είχε νυμφευθεί, από το έτος 1987, είχε παραμείνει στο χωριό ..., κατοικώντας με τη σύζυγό του στην πατρική οικία, απασχολούμενος στο κατάστημα ψησταριά-μπαρ της οικογενειακής επιχείρησης, που στεγαζόταν στο ακίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα του.
Κατά τον ίδιο χρόνο (αρχές του 1989) ο Θ. Δ., ως κύριος του ως άνω οικοπέδου με την εντός αυτού αποθήκη, έλαβε από την Αγροτική Τράπεζα, στις 27-2-1989, με βάση την 114/1989 σύμβαση παροχής πίστωσης τοκοχρεωλυτικό στεγαστικό δάνειο, ποσού 1.200.000 δρχ. αποπληρωτέο εντός δεκαπενταετίας καθώς και την 150/12-4-1989 άδεια προσθήκης ορόφου του Τμήματος Πολεοδομίας ..., χορηγηθείσα επί της 69/12-1-89 αίτησής του, με σκοπό την ανοικοδόμηση του ακινήτου, το οποίο προόριζε για την οικονομική αποκατάσταση του γιού του.
Ταυτοχρόνως και προς επίτευξη του σκοπού αυτού, προέβη σε άτυπη γονική παροχή του ακινήτου οικοπέδου μετά της υπάρχουσας εντός αυτού αποθήκης, στον ενάγοντα, παραδίδοντας την νομή του επ' αυτού, ο οποίος άρχισε αμέσως να ασκεί εμφανείς υλικές πράξεις στο εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίου. Έτσι ο ενάγων χρησιμοποιώντας το ποσό του δανείου, που είχε χορηγηθεί στο όνομα του πατέρα του αλλά και τα εισοδήματά του και την προσωπική εργασία του ανήγειρε, επί του υπάρχοντος κτίσματος της αποθήκης, με την κατασκευή υποστυλωμάτων, όροφο, εμβαδού 160 τ.μ, αποπερατώνοντας αρχικά την στέγη από κεραμοσκεπή και στη συνέχεια, σταδιακά μέχρι το έτος 1994, σε τμήμα του ορόφου, κατασκεύασε ένα διαμέρισμα, εμβαδού 85 τ.μ., αποτελούμενο από δύο υπνοδωμάτια, χωλ, καθιστικό με ενιαία κουζίνα, w.c.
καθώς και την εξωτερική κλίμακα της ανατολικής πλευράς της οικοδομής, από την στάθμη του ισογείου ορόφου της κεντρικής εισόδου μέχρι το πλατύσκαλο της πρόσοψης του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, όπως και τους εξώστες στο βόρειο και το νότιο τμήμα του ορόφου ενώ το υπόλοιπο τμήμα αυτού (ορόφου) εμβαδού 85 τ.μ, αποτελούμενο από ενιαίο χώρο και την φέρουσα τοιχοποιΐα, παρέμεινε ημιτελές.
Μετά την αποπεράτωση του διαμερίσματος, το έτος 1994, κατοίκησε με την οικογένειά του, δηλ. τη σύζυγό του και τα τέκνα του, Θ. και Θ. Δ., σ' αυτό, το οποίο αποτέλεσε την κύρια κατοικία του, εξ αρχής δε ο ίδιος ανέλαβε την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου, με πιστούχο τον πατέρα του, καταβάλλοντας μέχρι την 10-2-2005 το ποσό των 7.363,9 ευρώ (2.500.000 δρχ.), και ακολούθως το υπόλοιπο ποσό των 3.142,52 ευρώ.
Μετέπειτα η μητέρα του ενάγοντος σε επέκταση της αρχικής σύμβασης δανείου του Θ. Δ. (114/1989) έλαβε στο όνομά της από την Αγροτική Τράπεζα την 1-4-1999 στεγαστικό δάνειο ποσού 3.102,96 δρχ. (997,23) ευρώ, αποπληρωτέο μέχρι την 31-3-2013, για λογαριασμό του γιού της, ο οποίος αποπλήρωσε και το δάνειο αυτό, όπως και το χορηγηθέν στον πατέρα του.
Ο ενάγων συνέχισε να νέμεται το ως άνω ακίνητο με τον ίδιο τρόπο και μετά τον επελθόντα στις 27-10-1995 θάνατο του πατέρα του, κατοικώντας στο διαμέρισμα του ορόφου, χρησιμοποιώντας ως βοηθητικό χώρο της οικίας την αποθήκη και επιμελούμενος της όλης οικοδομής και του περιβάλλοντα χώρου του οικοπέδου. Ο ενάγων μετά τον επελθόντα στις 27-10-1995 θάνατο του πατέρα του, σε βάρος του οποίου, ως δικαιούχου της οικοδομικής άδειας, με την 1445/89/25-9-1995 απόφαση του Τοπικού Υποκ/τος Ι.Κ.Α ...
είχε επιβληθεί επιβάρυνση ασφαλιστικών ημερομισθίων των οικοδομικών εργασιών, υπέβαλε την από 26-9-1996 ένστασή του κατά της ως άνω απόφασης και κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας αποπλήρωσε την οφειλή από τις ασφαλιστικές εισφορές, ποσού 330.610 δρχ. Ο ενάγων με την ασκηθείσα ένστασή του δεν υποστήριξε την γενομένη εκ μέρους του πατέρα του άτυπη γονική παροχή, καθώς αυτό δεν διαφοροποιούσε την διαδικαστική πορεία της ένστασης, εφόσον ο αποβιώσας ήταν δικαιούχος της οικοδομικής άδειας, επωφελέστερο δε ήταν να προβάλλει, όπως έπραξε, την παροχή προσωπικής εργασίας εκ μέρους του πατέρα του και του ιδίου, επιδιώκοντας να τύχει των ευμενών διατάξεων του άρθρου 40&2 εδ.β του Κανονισμού ασφάλισης του ΙΚΑ.
Αναφορικά με το επίδικο, με την δημοσιευθείσα, κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος, από 15-11-1994 ιδιόγραφη διαθήκη, της οποίας αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως η ακυρότητα, λόγω μη γραφής και υπογραφής Ιδιοχείρως από το διαθέτη, φερόταν ότι ο Θ. Δ. κατέλιπε στον ενάγοντα γιό του, εκτός άλλων, κατά κυριότητα ένα ισόγειο διαμέρισμα επιφάνειας 80 τ.μ, που αποτελεί το βόρειο τμήμα μιας ισόγειας μονοκατοικίας που είναι κτισμένη σε οικόπεδο 2.000 τ.μ.
μέσα στον οικισμό ...-... και το 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας μιας υπόγειας αποθήκης της ίδιας μονοκατοικίας επιφάνειας 160 τ.μ., και στη σύζυγό του και στη μητέρα των διαδίκων Ε. Δ. την κυριότητα ενός ισογείου διαμερίσματος επιφάνειας 80 τ.μ. που είναι ημιτελές και που αποτελεί το νότιο τμήμα της παραπάνω ισόγειας μονοκατοικίας που είναι κτισμένη σε οικόπεδο 2000 τμ.
στον οικισμό ... ... και το 1/2 εξ' αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας μιας υπόγειας αποθήκης της ίδιας μονοκατοικίας επιφάνειας 160 τ.μ. Ωστόσο ο ενάγων ουδέποτε νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο ως κληρονόμος τετιμημένος με τη διαθήκη, δηλ. μόνο το αποπερατωμένο διαμέρισμα (κατ' ορθή περιγραφή πρώτου ορόφου) και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου την αποθήκη (ισογείου) ως δήλα κληρονομιαία πράγματα, εφόσον νεμόταν ολόκληρο το ακίνητο από το έτος 1989, που του παραδόθηκε η νομή από τον πατέρα του, κατόπιν της άτυπης γονικής παροχής και εξακολούθησε να το νέμεται με τον ίδιο τρόπο διανοία κυρίου και μετά το θάνατο αυτού, χωρίς να απαιτείται να γνωστοποιήσει στους κληρονόμους του αποβιώσαντος τη βούλησή του για τη νομή του επιδίκου αποκλειστικώς για λογαριασμό του.
Έτσι η ακυρότητα της διαθήκης, που συνιστά απώλεια της ιδιότητας του κληρονόμου και συνακόλουθη απώλεια της κτηθείσας νομής από την αιτία αυτή, δεν άσκησε ουδεμία επιρροή της νομής του επί του επιδίκου. Είναι αληθές ότι ο ενάγων αιτήθηκε τη δημοσίευση της διαθήκης, εν γνώσει του ότι δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από τον αποβιώσαντα, διότι κατά το χρόνο εκείνο θεώρησε ότι εξυπηρετείτο η ρύθμιση των εν γένει περιουσιακών σχέσεων των κληρονόμων του αποβιώσαντος.
Ειδικότερα από πλευράς του ο ενάγων, με βάση τις διατάξεις της διαθήκης, κυρίως, ωφελείτο από την περιέλευση στους γιούς του, Θ. και Θ. Δ., κατά ψιλή κυριότητα και κατ' επικαρπία στον ίδιο του καταστήματος στο ..., καθώς και ενός αγροτεμαχίου 500 τ.μ επί της Ε.Ο στο ... ενώ στις αδελφές του φερόταν να περιέρχονται, στην μεν Ε.
συζ. Γ. Λ., κατά πλήρη κυριότητα, ένα οικόπεδο 500 τ.μ στον οικισμό ... και 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπογείου του καταστήματος, εμβαδού 70 τ.μ στην δε Π. Δ., κατά πλήρη κυριότητα, ένα αγροτεμάχιο 1.000 τ.μ στην θέση "..." του ... και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπογείου του καταστήματος και στη μητέρα του το μη αποπερατωμένο διαμέρισμα και το 1/2 εξ αδιαιρέτου της αποθήκης του ισογείου.
Παρά ταύτα, όμως, αναφορικά με το επίδικο από τις ως άνω διατάξεις της διαθήκης, όπως διατυπώθηκαν, δεν θα παραβλαπτόταν κατ' αποτέλεσμα, η απόκτηση του επιδίκου από τον ενάγοντα, επειδή αυτός ομονοούσε με τη μητέρα του, η οποία υποστήριζε την βούληση του συζύγου της να καταστεί κύριος του επιδίκου ο γιός της από την άτυπη γονική παροχή και όχι οι αδελφές του και έτσι, αν παρέμενε ισχυρή η διαθήκη, του παρεχόταν η δυνατότητα να αποκτήσει αμέσως το ακίνητο, με τίτλο την κληρονομία και με γονική παροχή εκ μέρους της μητέρας του, που ήταν εφικτή, λόγω της δεδομένης θέσης της για το ακίνητο.
Έτσι το γεγονός ότι το επίδικο δεν εξαιρέθηκε της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος με την μη εμφάνισή του στη διαθήκη από το συντάκτη της, δεν συνηγορεί υπέρ της αναλήθειας του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος περί άτυπης γονικής παροχής του επιδίκου στον ενάγοντα, όπως αβασίμως επικαλούνται οι εναγόμενες.
Επιπλέον η διάθεση και του επιδίκου με τη διαθήκη, την καθιστούσε περισσότερο αληθοφανή, καθώς είχε διαφανεί η αντιδικία των διαδίκων για τα δικαιώματά τους επί της περιουσίας του πατέρα τους, αφού οι συζητήσεις, που έλαβαν χώρα και περιλάμβαναν θέματα συνεισφοράς στις μερίδες των θυγατέρων των παροχών, αγροτεμαχίων και χρηματικών ποσών, που είχαν λάβει από τον πατέρα τους δεν ευοδώθηκαν, ώστε να επιλυθούν συναινετικά τα ζητήματα.
Οι εναγόμενες, μετά το πέρας της δίκης για την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης και δέκα εννέα έτη μετά το θάνατο του κληρονομούμενου με την 14257/30-9-2014 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου ... Μαρίνας συζ. Αναστασίου Μαύρου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 400 και αριθμό 47460 στις 18-112014 αποδέχθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους Θ.
Δ., κατά ποσοστό του 1/4 εκάστη την κληρονομία στην οποία περιέλαβαν και το επίδικο οικόπεδο μετά των εντός αυτού κτισμάτων. Όμως κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου είχε ήδη αρχίσει και εξακολούθησε υφισταμένη η νομή χρησικτησίας από τον ενάγοντα ενώ ο αρχικός νομέας έχει ήδη απωλέσει την νομή και για τον ενάγοντα η ίδρυση κοινωνίας από την κληρονομία δεν επέφερε αυτοδικαίως την απώλεια της νομής του επί του επιδίκου.
Με βάση τα όσα αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο νεμήθηκε με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού τις αρμόζουσες στον κύριο και τη φύση του πράγματος πιο πάνω εμφανείς πράξεις νομής στο εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίου, δηλαδή, με πρόθεση ιδιοποίησης, από τις αρχές του έτους 1989, κατόπιν της άτυπης γονικής παροχής, ο ενάγων αδιαλείπτως και συνεχώς, μέχρι την άσκηση της αγωγής του, ήτοι επί αδιάλειπτο χρονικό διάστημα υπερβαίνον κατά πολύ την εικοσαετία, γενόμενος κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Οι εναγόμενες λόγω της κληρονομικής διαδοχής, εξ αδιαθέτου, η οποία αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων πραγμάτων, κατέστησαν συγκληρονόμοι της περιουσίας του κληρονομούμενου πατέρα τους, πλην όμως... αναφορικά με το επίδικο, εφόσον αυτές δεν είχαν αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή δεν είχε μεταγραφεί πριν από το έτος 2009, οπότε συμπληρώθηκε ο χρόνος της εικοσαετούς νομής χρησικτησίας του ενάγοντος, η κυριότητα του επίδικου ακινήτου, καθώς και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού, δεν μετέβη σ' αυτές ως κληρονόμους αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομούμενου και συνακόλουθα οι εναγόμενες δεν απέκτησαν συγκυριότητα επ' αυτού με την προαναφερθείσα 14257/30-9-2014 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου ...
Μαρίνας συζ. Αναστασίου Μαύρου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Για το λόγο αυτό η ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν στο παρόν Δικαστήριο κρίνεται απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη. Επομένως, o ενάγων ασκώντας συνεχώς επί μία εικοσαετία και πλέον τις ως άνω εμφανείς πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του να το εξουσιάζει έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία (άρθρ. 1045, ΑΚ).
Κατ' ακολουθίαν και υπό την έρευνα της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής του ενάγοντος υπό την ορθή νομική της θεμελίωση στις διατάξεις των άρθρων 1045,1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα ( αρ. 534 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου και απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας συγκυριότητας των εναγομένων με παράγωγο τρόπο, κατά τη σχετική εκτίμηση των αποδείξεων κατέληξε σε ορθό διατακτικό και συνεπώς οι σχετικοί αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης, κατά τα σκέλη τους που αφορούν την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών ως προς την από 5.2.2015 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου και ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε τον τελευταίο κύριο του επιδίκου ακινήτου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 974, 976, 977, 1045, 1051 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο α) ότι στις αρχές του 1989 ο Θ. Δ., δικαιοπάροχος των διαδίκων, ως κύριος του επίδικου οικοπέδου με την εντός αυτού αποθήκη, έλαβε από την Αγροτική Τράπεζα τοκοχρεωλυτικό στεγαστικό δάνειο, καθώς και άδεια προσθήκης ορόφου, με σκοπό την ανοικοδόμηση του ακινήτου, το οποίο προόριζε για την οικονομική αποκατάσταση του γιού του, β) ότι ταυτοχρόνως και προς επίτευξη του σκοπού αυτού, προέβη σε άτυπη γονική παροχή του άνω ακινήτου στον ενάγοντα, παραδίδοντας την νομή του επ' αυτού, ο οποίος άρχισε αμέσως να ασκεί τις αναλυτικά αναφερόμενες εμφανείς υλικές πράξεις στο εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίου, γ) ότι ο ενάγων συνέχισε να νέμεται το ως άνω ακίνητο με τον ίδιο τρόπο και μετά τον επελθόντα στις 27-10-1995 θάνατο του πατέρα του, κατοικώντας στο διαμέρισμα του ορόφου, χρησιμοποιώντας ως βοηθητικό χώρο της οικίας την αποθήκη και επιμελούμενος της όλης οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου του οικοπέδου, δ) ότι ο ενάγων ουδέποτε νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο ως κληρονόμος τετιμημένος με τη διαθήκη, εφόσον νεμόταν ολόκληρο το ακίνητο από το έτος 1989, που του παραδόθηκε η νομή από τον πατέρα του, κατόπιν της άτυπης γονικής παροχής και εξακολούθησε να το νέμεται με τον ίδιο τρόπο διανοία κυρίου και μετά το θάνατο αυτού, χωρίς να απαιτείται να γνωστοποιήσει στους κληρονόμους του αποβιώσαντος τη βούλησή του για τη νομή του επιδίκου αποκλειστικώς για λογαριασμό του, και ε) ότι με βάση τα παραπάνω ο ενάγων νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού τις αρμόζουσες στον κύριο και τη φύση του πράγματος πιο πάνω εμφανείς πράξεις νομής από τις αρχές του έτους 1989, κατόπιν της άτυπης γονικής παροχής, αδιαλείπτως και συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής του, ήτοι επί αδιάλειπτο χρονικό διάστημα υπερβαίνον κατά πολύ την εικοσαετία, γενόμενος έτσι κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Όλες δε οι περί του αντιθέτου συναφείς αιτιάσεις των αναιρεσείουσών και δη ότι δεν είναι κατανοητή η αιτιολογία της προσβαλλόμενης ότι ο αναιρεσίβλητος θεώρησε ότι εξυπηρετείτο με την πλαστή διαθήκη η ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων του θανόντος, ότι παραβλέπει ότι με τη διαθήκη ωφελείτο και ο αναιρεσίβλητος και ότι τελικά η προσβαλλόμενη απέφυγε να απαντήσει στα καίρια ερωτήματα α) γιατί ο αντίδικος ισχυρίσθηκε εκ των υστέρων τα περί άτυπης γονικής παροχής, β) γιατί δεν την ανέφερε στη διαθήκη, γ) γιατί δεν συντάχθηκε συμβόλαιο γονικής παροχής και δ) που οφείλεται ότι το επίμαχο ακίνητο φέρεται να μεταβιβάζεται στη διαθήκη κατά το ήμισυ, είναι αβάσιμες, καθόσον δεν αναφέρονται σε παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, αλλά σε επιχειρήματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, μέμφονται το Εφετείο ότι αφενός μεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους είχαν ισχυρισθεί και αποδείξει ότι ο αντίδικός τους υπέβαλε στο ΙΚΑ ...
την από 26.9.1996 ένσταση κατά απόφασης για επιβολή εισφορών εις βάρος του πατέρα τους, στην οποία ένσταση δεν υποστήριξε ότι είχε γίνει άτυπη γονική παροχή προς τον ίδιο από τον πατέρα του και παρά ταύτα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αντίδικος δεν υποστήριξε την γενομένη εκ μέρους του πατέρα του άτυπη γονική παροχή, καθώς αυτό δεν διαφοροποιούσε την διαδικαστική πορεία της ένστασης, εφόσον ο αποβιώσας ήταν δικαιούχος της οικοδομικής άδειας, επωφελέστερο δε ήταν να προβάλλει, όπως έπραξε, την παροχή προσωπικής εργασίας εκ μέρους του πατέρα του και του ιδίου, επιδιώκοντας να τύχει των ευμενών διατάξεων του άρθρου 40&2 εδ.β του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, ενώ τέτοιο ισχυρισμό ούτε πρότεινε ούτε απέδειξε ο αντίδικος, πέραν δε αυτού δεν έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο της άνω έγγραφης ένστασης του αντιδίκου τους, την οποία επικαλέστηκαν αυτές για την ανταπόδειξη της άτυπης γονικής παροχής, με αποτέλεσμα να μην αναδειχθούν οι έννομες συνέπειες και η αποδεικτική αξία των περιεχομένων στην ένσταση του αντιδίκου, όσον αφορά την ανυπαρξία γονικής παροχής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών δεν αποτελούν πράγματα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση εκ μέρους αυτών της αγωγής του αναιρεσίβλητου και δη της επικαλούμενης από τον τελευταίο μεταβίβασης με άτυπη γονική παροχή του επίδικου ακινήτου, συνακόλουθα δε και οι όποιοι αντίθετοι ισχυρισμοί του τελευταίου προς αντίκρουση των ισχυρισμών αυτών δεν συνιστούν πράγματα, ενώ και οι πιο πάνω σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, ως προς τον λόγο μη υποστήριξης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου με την άνω ένστασή του της γενόμενης εκ μέρους του πατέρα του άτυπης γονικής παροχής, συνιστούν επιχειρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ως άνω εκτεθείσες παραδοχές, έλαβε υπόψη εκ του πράγματος τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών και τους απέρριψε κατ' ουσίαν, με παραδοχές αντίθετες προς τους ισχυρισμούς αυτούς. Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο της από 15.11.1994 ιδιόγραφης διαθήκης που συνέταξε ο αναιρεσίβλητος, καθόσον, ενώ από τη διαθήκη αυτή προέκυπτε ότι το επίδικο ακίνητο δεν είχε περιέλθει το έτος 1989 με οποιοδήποτε τρόπο στη νομή του αντιδίκου, παρά ταύτα το Εφετείο, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και λαμβάνοντας υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων του αντιδίκου, δέχθηκε ότι έγινε η άτυπη γονική παροχή το 1989, ερχόμενο έτσι σε αντίθεση με τα περιστατικά που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και παραβλέποντας τη διαφορετική επιθυμία του αντιδίκου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείουσες δεν ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε ως προς το έγγραφο αυτό σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου άλλωστε παρέθεσε, ως προς το επίδικο ακίνητο, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό και δη ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο ως κληρονόμος τετιμημένος με τη διαθήκη, αλλά το νεμόταν ολόκληρο από το έτος 1989, που του παραδόθηκε η νομή από τον πατέρα του, κατόπιν της άτυπης γονικής παροχής και εξακολούθησε να το νέμεται με τον ίδιο τρόπο διανοία κυρίου και μετά το θάνατο αυτού.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ολΑΠ 2/2008).
Τέτοια περίπτωση προβλέπεται από το άρθρο 393 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016, κατά το οποίο δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου.
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1510/2011, ΑΠ 315/2008).
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020).
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 988/2017, ΑΠ 907/2015).
Εξάλλου, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. "Πράξη προσώπου που ενεργεί στο όνομα του διαδίκου" από την οποία δημιουργείται πλημμέλεια ελεγχόμενη αναιρετικά, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος δικηγόρος ενός διαδίκου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου, ζητεί, μετά την υποβολή ανάλογου αιτήματος και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αντιδίκου του, την εξέταση μάρτυρα (ολΑΠ 27/2003).
Τέλος, από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011).
Στον ΚΠολΔ, ισχύει κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ. 441, 445). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του.
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 445/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθ. 11α και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφενός μεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος, αφετέρου δε παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η από 15.11.1994 ιδιόγραφη διαθήκη μετά τη δημοσίευσή της κατέστη δημόσιο έγγραφο και συνεπώς αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλα όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, περιλαμβάνει δε αυτή και έμμεση ομολογία του αναιρεσίβλητου ότι το επίδικο ακίνητο δεν είχε μεταβιβασθεί στον ίδιο άτυπα από τον πατέρα τους, αλλά αποτελούσε και αυτό αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής και έτσι το έγγραφο αυτό και η ενσωματωμένη έμμεση ομολογία του αντιδίκου έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη και αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να αναιρείται η υπόσταση του δημοσίου εγγράφου από την ακύρωσή του.
Ότι η προσβαλλόμενη αγνόησε την αυξημένη αυτή αποδεικτική δύναμη των άνω αποδεικτικών μέσων και έδωσε μη νόμιμα μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στις καταθέσεις των μαρτύρων του αντιδίκου, ήτοι της συζύγου και της μητέρας του, και με βάση αυτές αναγνώρισε μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη γονική παροχή, παρότι μάλιστα οι άνω μαρτυρικές καταθέσεις δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη της άτυπης γονικής παροχής, γιατί η αξία της υπερέβαινε το ποσό των 30.000 ευρώ και άρα η χρήση των μαρτύρων απαγορευόταν γενικά και ειδικά κατά του περιεχομένου εγγράφου, πέραν δε αυτών ήρθε σε πλήρη αντίθεση και με το περιεχόμενο της από 26.9.1996 έγγραφης ένστασης του αντιδίκου που αποτελεί πλήρη απόδειξη.
Ότι με βάση τα παραπάνω η προσβαλλόμενη υπέπεσε αφενός μεν στην πλημμέλεια του αρ. 11, γιατί έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπονται, αφετέρου δε στην πλημμέλεια του αρ. 12, επειδή προσέδωσε αυξημένη δύναμη σε μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα, σε σύγκριση με την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των εγγράφων του αντιδίκου.
Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 11α, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και δη α) κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείουσες δεν ισχυρίζονται ότι προέβαλαν νόμιμα τον ανωτέρω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη των εγγράφων προτάσεων που υπέβαλαν αυτές στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχαν εξεταστεί οι μάρτυρες των διαδίκων, της έφεσής τους και των εγγράφων προτάσεων που υπέβαλαν στο Εφετείο, προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες όχι μόνο δεν προέβαλαν, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, τέτοιο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά αντίθετα επικαλέστηκαν και οι ίδιες την κατάθεση του μάρτυρά τους, που εξέτασαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση από το άρθρο 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ που να δικαιολογεί το παραδεκτό της προβολής του λόγου αυτού αναιρέσεως έστω και αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, περίπτωση που δεν επικαλούνται, άλλωστε, ούτε και οι αναιρεσείουσες, και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες δεν μπορούν να δημιουργήσουν λόγο αναιρέσεως από δικές τους πράξεις, καθόσον, όπως προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και αυτές ζήτησαν, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, την εξέταση μαρτύρων.
Κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 12, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, κατ' αρχάς, πρόκειται για πλαστή διαθήκη φερόμενη ως συνταχθείσα από τρίτο πρόσωπο και δη τον πατέρα των διαδίκων, σε κάθε δε περίπτωση μετά την προσβολή της ως πλαστής και της εξ αυτού του λόγου ακυρότητάς της, επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση ανταπόδειξη του περιεχομένου της, μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού, όπως και έγινε εν προκειμένω.
Πέραν αυτού και η επικαλούμενη από 26.9.19996 έγγραφη ένσταση του αναιρεσίβλητου, αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη, και συνεπώς, δεν παραλείφθηκε να προσδοθεί σε αυτό αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε από το νόμο, εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αυτό δε εκτιμήθηκε από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα), που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι, για την τελική κρίση του Εφετείου.
β. Λόγοι αφορώντες την από 14.9.2012 αγωγή των αναιρεσειουσών.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 257 περ. 17 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι σε πενταετή παραγραφή υπόκειται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, προκύπτει ότι λόγω της γενικότητας των όρων "καθυστερουμένων προσόδων" και "κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά", περιλαμβάνονται σ' αυτούς οι καρποί, φυσικοί ή πολιτικοί και τα ωφελήματα τα οποία η χρησιμοποίηση του πράγματος περιοδικώς παρέχει.
Συνακόλουθα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις του κοινωνού πράγματος κατά του συγκοινωνού, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, για απόδοση ανάλογης μερίδας των ωφελημάτων από τη χρήση αυτή. Κατά δε τα άρθρα 251 και 253 του ΑΚ η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 7/2015, ΑΠ 2267/2003, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 440/2000).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 παρ. 1 εδ. α' και 180 ΑΚ συνάγεται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη, αλλά με το χέρι άλλου προσώπου, είναι άκυρη. Την ακυρότητα αυτή μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, ασκώντας (κατ' άρθρα 70, 72 ΚΠολΔ) αναγνωριστική αγωγή και όχι μόνο ο κληρονόμος, διότι η αγωγή δεν είναι προσωποπαγής όπως είναι η αγωγή του άρθρου 1787 ΑΚ για ακύρωση ακυρώσιμης διαθήκης για κάποιο από τους λόγους των άρθρων 1782-1786 ΑΚ, δηλαδή, απειλή, δόλος, πλάνη κλπ (ΑΠ 453/2017, ΑΠ 729/2011, ΑΠ 1591/1997).
Εφόσον δε η ίδια πλαστή διαθήκη θεωρείται ως μηδέποτε συνταχθείσα κατ' αρθρ. 180 του ΑΚ, η αποδοχή της κληρονομιάς δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της, και η εκ διαθήκης διαδοχή και επαγωγή ανατρέπονται αναδρομικά, επέρχεται δε η εκ του νόμου εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (άρθρ. 1710 ΑΚ) στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος διαθέτη, στους οποίους επάγεται αναδρομικά η κληρονομιά από το χρόνο του θανάτου του διαθέτη (ΑΠ 988/2017, ΑΠ 453/2017).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1871, 1872, 1882 του ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος δικαιούται με την περί κλήρου αγωγή να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομιάς, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου της.
Ως αντικείμενα δε της κληρονομίας, των οποίων, κατά τα ανωτέρω, την απόδοση δικαιούται να απαιτήσει ο κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή, θεωρούνται και εκείνα επί των οποίων ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε την κυριότητα ή τη νομή ή και απλά κατοχή (ΑΠ 789/2021, ΑΠ 75/2018, ΑΠ 988/2017). Η αγωγή περί κλήρου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ με αφετηρία την κατάληψη έστω και μερικών από τα κληρονομιαία πράγματα.
Στην περίπτωση δε που η άσκηση του κληρονομικού δικαιώματος εξαρτάται από την ακύρωση διαθήκης (άρθρα 1782 επ) ή την κήρυξη άλλου κληρονόμου ως ανάξιου, η παραγραφή της περί κλήρου αγωγής αρχίζει από την τελεσίδικη απόφαση ακύρωσης της διαθήκης ή κήρυξης της αναξιότητας, καθ` όσον από τότε είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης του κληρονόμου κατ` άρθρο 251 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, άσχετα από το ότι η ακυρωτική απόφαση έχει αναδρομική ενέργεια ως προς το κληρονομικό δικαίωμα, αφού η σχετική αξίωση γεννιέται από την απόφαση (ΑΠ 1822/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείουσες με την από 14-9-2012 αγωγή τους, επικαλούμενες ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τη χρονική περίοδο από 28-10-1995 έως και 14-9-2012 προέβη σε αποκλειστική χρήση των περιγραφόμενων επίκοινων κληρονομιαίων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και το πιο πάνω ισόγειο κατάστημα, πλέον της ιδανικής μερίδας του, ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός να τους αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε κατά την άνω χρονική περίοδο, κατά την αναλογία της ιδανικής τους μερίδας.
Ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως, ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειουσών, για το χρονικό διάστημα από 28.10.1995 έως και 31.12.2006 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, δεδομένου του χρόνου επίδοσης της ένδικης αγωγής (12.10.2012). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 181/2017 απόφασή του έκρινε νόμιμη την ένσταση παραγραφής του αναιρεσίβλητου, ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, και ακολούθως τη δέχθηκε και ως ουσία βάσιμη για το άνω διάστημα.
Με τον τρίτο λόγο της έφεσή τους παραπονέθηκαν οι αναιρεσείουσες για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς το απορριπτικό σκέλος της αγωγής απόδοσης των ωφελημάτων, ισχυριζόμενες ότι η προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση παραγραφής ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση ...
οι ενάγουσες με την από 14-9-2012 αγωγή τους ζήτησαν, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος που προέβη σε αποκλειστική χρήση του επίκοινου καταστήματος, πλέον της ιδανικής μερίδας του, να τους αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε κατά τη χρονική περίοδο από 28-10-1995 έως και τις 31-12-2006 κατά την αναλογία της ιδανικής τους μερίδας.
Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του ισχυρίσθηκε, ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγουσών, για το χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας προ της αγωγής, έχουν υποπέσει σε πενταετή παραγραφή. Ο ανωτέρω ισχυρισμός προβληθείς με τις προτάσεις του εναγομένου ως ένσταση παραγραφής για την εκ της κοινωνίας αξίωση κρίθηκε νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ και έγινε δεκτός από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι εκκαλούσες παραπονούνται για την παραδοχή της νομιμότητας της ένστασης παραγραφής, επικαλούμενες ότι οι αξιώσεις τους για την αξίωση των διατάξεων από την κοινωνία γεννήθηκαν και ήταν δικαστικά επιδιώξιμες, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ από τη δημοσίευση στις 18-11-2010 της 792/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών, με την οποία αναγνωρίστηκε τελεσίδικα η ακυρότητα της από 15-11-1994 ιδιόγραφης διαθήκης που είχε δημοσιευθεί και κηρυχθεί κυρία από το έτος 1996, για το λόγο ότι δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από τον διαθέτη, με την οποία ο πατέρας τους είχε διαθέσει το επίδικο κατάστημα κατ' επικαρπία στον εναγόμενο και κατά ψιλή κυριότητα στους εγγονούς του Θ.
και Θ. Δ., γιούς του εναγόμενου καθώς τότε κρίθηκε τελεσίδικα ανίσχυρη η διαθήκη και αποκαταστάθηκε αναδρομικά η εξ αδιαθέτου διαδοχή και συνεπώς από το χρόνο αυτό (18-11-2010) μέχρι την άσκηση της αγωγής τους (12-10-2012) δεν παρήλθε ο προβλεπόμενος στη διάταξη 250 ΑΚ χρόνος της παραγραφής. Ωστόσο στην εξεταζόμενη περίπτωση επειδή επρόκειτο για ολική αρχική ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης, λόγω της μη τήρησης του τύπου που τάσσει ο νόμος, όπως της διάταξης του άρθρου 1721 ΑΚ για την ιδιόγραφη διαθήκη, η ακυρότητα επήλθε αυτοδίκαια και δεν απαιτείτο δικαστική απόφαση, όπως η αρνητική αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας, που άσκησαν οι ενάγουσες, για την γένεση των αξιώσεών τους, που απορρέουν από το κληρονομικό τους δικαίωμα και από την κοινωνία λόγω της επέλευσης της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
Κατά συνέπεια, εφόσον οι αξιώσεις των εναγουσών, ως κοινωνών, δεν εξαρτώντο από την τελεσίδικη απόφαση ακύρωσης της διαθήκης, ώστε ο χρόνος αυτός της τελεσιδικίας να αποτελεί αφετήριο γεγονός της παραγραφής, καθόσον από τότε θα ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη των αξιώσεών τους και η δικαστική τους επιδίωξη, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε νόμιμη την ένσταση παραγραφής των αξιώσεων των εναγουσών από την κοινωνία, με αφετήριο χρόνο τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 251 και 253 του ΑΚ και ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 251, 253 και 250 αρ. 17 του ΑΚ, ως προς τη νομιμότητα της προβληθείσας από τον αναιρεσίβλητο ένστασης παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειουσών για τη χρονική περίοδο από 28-10-1995 έως και 31-12-2006, και απέρριψε τον άνω λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, οι αξιώσεις του κοινωνού πράγματος κατά του συγκοινωνού, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, για απόδοση ανάλογης μερίδας των ωφελημάτων από τη χρήση αυτή, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της και συνεπώς και η παραγραφή των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσειουσών άρχισε από το τέλος κάθε έτους από το 1995 και εφεξής.
Ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών ότι οι αξιώσεις τους για την αξίωση των διατάξεων από την κοινωνία γεννήθηκαν και ήταν δικαστικά επιδιώξιμες, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ, από τη δημοσίευση στις 18-11-2010 της 792/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών, με την οποία αναγνωρίστηκε τελεσίδικα η ακυρότητα της από 15-11-1994 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα τους, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η πλαστή διαθήκη θεωρείται ως μηδέποτε συνταχθείσα, κατ' αρθρ. 180 του ΑΚ, και η εκ διαθήκης διαδοχή και επαγωγή ανατρέπονται αναδρομικά, επέρχεται δε η εκ του νόμου εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (άρθρ. 1710 ΑΚ) στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος διαθέτη, στους οποίους επάγεται αναδρομικά η κληρονομιά από το χρόνο του θανάτου του διαθέτη.
Επομένως, οι αξιώσεις των αναιρεσειουσών, ως κοινωνών, δεν εξαρτώντο από την τελεσίδικη απόφαση ακύρωσης της άνω πλαστής διαθήκης, ώστε ο χρόνος αυτός της τελεσιδικίας να αποτελεί αφετήριο γεγονός της παραγραφής. Σημειωτέον ότι οι αναιρεσείουσες δεν στήριξαν την ένδικη αγωγή τους στις περί κλήρου αγωγής διατάξεις του ΑΚ, αφού δεν ζήτησαν την αναγνώριση του κληρονομικού τους δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου της, σε κάθε δε περίπτωση και επί κλήρου αγωγής η παραγραφή αρχίζει από την τελεσίδικη απόφαση ακύρωσης της διαθήκης, όταν πρόκειται για ακύρωση ακυρώσιμης διαθήκης για κάποιο από τους λόγους των άρθρων 1782-1786 ΑΚ, δηλαδή, απειλή, δόλο, πλάνη κλπ...
και όχι για πλαστή διαθήκη, που είναι αυτοδικαίως άκυρη, όπως εν προκειμένω. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο.
Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ` αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού.
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 276/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε η αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης, και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 493/2010).
Τέλος, από την άνω διάταξη και αυτής του άρθρου 938 του ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ` αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, προκύπτει, ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.
ΑΚ. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής, πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (άρθρο 937 ΑΚ) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 359/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείουσες με την από 14-9-2012 αγωγή τους, επικαλούμενες ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τη χρονική περίοδο από 28-10-1995 έως και 14-09-2012 προέβη σε αποκλειστική χρήση των περιγραφόμενων επίκοινων κληρονομιαίων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και το πιο πάνω ισόγειο κατάστημα, πλέον της ιδανικής μερίδας του, ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός να τους αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε κατά την άνω χρονική περίοδο, κατά την αναλογία της ιδανικής τους μερίδας, κυρίως μεν ως αποζημίωση χρήσης, βάσει των περί κοινωνίας διατάξεων, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία ζημιώνοντας αυτές.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 181/2017 απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της και απορριπτέα ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με την αιτιολογία ότι στηριζόταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά της κύριας βάσης της αγωγής, ενόψει και του ότι η άσκηση της αξίωσης για απόδοση της ωφέλειας αποτελεί ειδικότερη μορφή απόδοσης του πλουτισμού και συνεπώς οι δύο αξιώσεις τελούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι αναιρεσείουσες την από 16.1.2028 έφεσή τους, με τον έκτο λόγο της οποίας παραπονέθηκαν για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενες μάλιστα ότι η αγωγή τους στηρίζονταν και στις περί αδικοπραξίας διατάξεις και συνεπώς ετύγχανε ανάλογης εφαρμογής και το άρθρο 938 ΑΚ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης των αναιρεσειουσών ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Με τον έκτο λόγο έφεσης οι εκκαλούσες παραπονούνται για το ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής τους από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον δεν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή ενώ η, κατά την κύρια βάση της αγωγής, άσκηση της αξίωσης για απόδοση της ωφέλειας αποτελεί ειδικότερη μορφή απόδοσης του πλουτισμού και συνεπώς οι δύο αξιώσεις τελούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση εφόσον με την ως άνω αγωγή ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για την απόδοση στις ενάγουσες της ωφέλειας που αποκόμισε ο ίδιος ο εναγόμενος από την αποκλειστική χρήση του κοινού τους ακινήτου, κατά τα αντίστοιχα ιδανικά τους μερίδια, επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί, κατά το επικουρικό αγωγικό της αίτημα, ευθέως στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ.
ΑΚ) το εν λόγω αίτημα κρίνεται ως νόμω αβάσιμο, διότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης στις διατάξεις για την κοινωνία δικαιώματος (άρθρα 786 επ. ΑΚ) και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η νομική του θεμελίωση στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο περί του αντιθέτου σχετικός έκτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον ίδιο λόγο έφεσης οι εκκαλούσες παραπονούνται ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής επικαλούμενες ότι τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής το άρθρο 938 ΑΚ. Οι ισχυρισμοί αυτοί υποβάλλονται αλυσιτελώς, διότι, η αγωγή απόδοσης της ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου δεν θεμελιωνόταν στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω απαραδέκτως επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ. ΑΚ), με τα αναφερόμενα στην προσθήκη των προτάσεών τους περιστατικά. Κατά συνέπεια δε έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με τον έκτο λόγο έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 904 επ. και 938 ΑΚ, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσειουσών, η οποία πράγματι ήταν μη νόμιμη, ενόψει και του ότι η εκτίμηση από αυτό του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της.
Ειδικότερα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης των αναιρεσειουσών στις διατάξεις για την κοινωνία δικαιώματος (άρθρα 786 επ. ΑΚ) και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η νομική της θεμελίωση στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενόψει και του ότι οι αναιρεσείουσες στήριζαν την επικουρική βάση της αγωγής τους στα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά.
Ο δε ισχυρισμός των αναιρεσειουσών ότι με την προσθήκη των προτάσεών τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ενίσχυσαν νόμιμα, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, την επικουρική βάση της αγωγής τους, αναφέροντας ότι η ωφέλεια που αποκόμισε ο αναιρεσείων από την παράνομη εις βάρος τους συμπεριφορά διασωζόταν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, αφού αφενός μεν καμία εκποιητική δικαιοπραξία ή μετακίνηση της επίδικης περιουσίας δεν έλαβε χώρα μέχρι τότε, αφετέρου δε ο ίδιος εξακολουθούσε να εκμεταλλεύεται αποκλειστικά τα επίδικα ακίνητα από τα οποία συνέχιζε να καρπώνεται ωφελήματα, ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την προσθήκη των προτάσεων γίνονται οι αμοιβαίες αντικρούσεις, ενώ νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταχθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονταν στις προτάσεις και πάντως δεν μπορούν να συμπληρωθούν με την προσθήκη τα ελλείποντα στοιχεία της ιστορικής βάσεως της αγωγής.
Εξάλλου, πράγματι η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί απόδοσης από τον αναιρεσίβλητο της ωφέλειας που αποκόμισε αυτός από την αποκλειστική χρήση του επίδικου κοινού ακινήτου δεν θεμελιωνόταν και στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ώστε να τεθεί ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 938 ΑΚ, αφού οι αναιρεσείουσες δεν ισχυρίσθηκαν ότι ο αναιρεσίβλητος παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή ότι τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού, ούτε και στήριξαν το αιτητικό της αγωγής τους σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, αλλά μόνον στις περί κοινωνίας διατάξεις του ΑΚ και, επικουρικά, στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις του ΑΚ.
Επομένως, ο έκτος και τελευταίος λόγος της αίτησης, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος δε αυτός λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως προς την ερμηνεία του άρθρου 224 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ.
ΑΠ 9/2011, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019), όπως εν προκειμένω, που ως προς την επικουρική βάση της αγωγής δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αφού κατά τη βάση αυτή η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί και η εν λόγω δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει α) την από 5 Οκτωβρίου 2020 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Δ. του Θ. κατά της υπ' αριθ. 139/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, και β) την από 5 Αυγούστου 2021 αίτηση αναιρέσεως των 1) Ε. συζ. Γ. Λ., το γένος Θ. Δ. και 2) Π. Δ. του Θ., κατά της ίδιας ως άνω απόφασης.
Απορρίπτει την πρώτη από 5 Οκτωβρίου 2020 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Δ.. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Απορρίπτει την δεύτερη από 5 Αυγούστου 2021 αίτηση αναιρέσεως των Ε. Λ. και Π. Δ.. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ