Supreme Court dismisses appeal on labor accident damages, upholding lower court's free evaluation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four heirs against a labor accident compensation judgment. The lower court relied on a witness deposition and specific documents to establish liability, which the appellants argued were misvalued. The court ruled that the appellate court correctly exercised its free discretion in evaluating evidence and did not violate statutory rules on evidentiary weight.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 12 and 340 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's free evaluation of evidence does not constitute a violation of statutory definitions unless it arbitrarily assigns greater or lesser probative force than the law mandates.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 635 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 635/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Τ. χήρας Ι. Τ., 2) Β. Τ. του Ι., 3) Ν. Τ. του Ι. και 4) Μ. Τ. του Ι., κατοίκων ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Ζιώγα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ" και το διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Η. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2595/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1476/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-2-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη υπό κρίση από 10-2-2021 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 1476/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 ν. 551/1914 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 11/8-1-1915), που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 (ΦΕΚ Α 191) και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.), εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου εργασιών ή επιχειρήσεων, θεωρείται κάθε βλάβη, όπως η σωματική βλάβη ή ασθένεια του εργαζόμενου, η οποία δεν ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος αλλά είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την ιδιοσυστασία του οργανισμού του και τη βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του (ακόμη και αν αυτή οφείλεται στους δυσμενείς μεν, συνηθισμένους όμως και σύμφυτους προς την παροχή της όρους της εργασίας), συνδεομένου δε οπωσδήποτε με την εργασία του λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.
Τούτο συμβαίνει, είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, είτε όταν η απασχόληση του εργαζομένου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου (άρθρο 662 Α.Κ.), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχολήσεως του ασθενούντος εργαζομένου και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι τον χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (Ολομ.
Α.Π. 937/1975, Α.Π. 226/2016, 1424/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολομ.
ΑΠ 861/1984). Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της από 26-3-2018 εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 2595/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 30-12-2012 αγωγή αυτών (αναιρεσειόντων) κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία επιδίωκαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο σε εργατικό ατύχημα του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ι.
Τ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών εναγόντων, προσελήφθη από την εναγομένη στις 26.1.1996 σε ηλικία 43 ετών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στον κλάδο και κατηγορία ΓΥ5 - εργατών. Πριν από την πρόσληψή του στην εναγομένη εργάστηκε για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών στην εταιρεία "Μεταλλεία Αμιάντου Βόρειας Ελλάδας" (ΜΑΒΕ), της οποίας οι εγκαταστάσεις του μεταλλείου, των αποθέσεων και των κτιριακών εγκαταστάσεων βρισκόταν εντός ενιαίας εκτάσεως περίπου 4 στρεμμάτων στο ....
Αμέσως μετά την πρόσληψή του στην εναγομένη τοποθετήθηκε στον ΑΗΣ Καρδιάς του νομού Κοζάνης, όπου εργάστηκε μέχρι 31.1.1999 ως εργάτης στο Συνεργείο Γενικών Εργασιών Συστημάτων Λιγνίτη και Τέφρας του Τομέα Λειτουργίας, απασχολούμενος σε βοηθητικές εργασίες συντήρησης και αντικατάστασης ιμάντων και ραούλων λίπανσης των μηχανημάτων και λοιπών εργασιών.
Την 1.2.1999 μετατάχθηκε στην κατηγορία Τ4/Δ - Μηχανοτεχνίτης και εργάστηκε ως Βοηθός Τεχνίτη στο Συνεργείο Γενικών Εργασιών Συστημάτων Λιγνίτη και Τέφρας υπό την επίβλεψη του αντίστοιχου εργοδηγού, εκτελώντας μικρής έκτασης επισκευές και συντηρήσεις του μηχανολογικού εξοπλισμού και εγκαταστάσεων στο Σύστημα Διακίνησης Λιγνίτη, καθώς επίσης και αντικαταστάσεις ή επισκευές - συγκολλήσεις των μεταφορικών ταινιών λιγνίτη και τέφρας στα συστήματα λιγνίτη και τέφρας του Τομέα Λειτουργίας.
Το 2006 ο Ι. Τ. παρουσίασε παραπληγία και διακομίστηκε στο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου", όπου διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα, κακόηθες μεσοθηλίωμα και διαπιστώθηκαν πολλαπλές γενικευμένες μεταστάσεις..... Προς αντιμετώπιση της κατάστασης ετέθη υπό θεραπευτική αγωγή (ΧΘΜ), αλλά λόγω της συνεχούς επιδείνωσης της υγείας του απεβίωσε στις 8.1.2007 με αναγραφόμενη αιτία στη με αριθμό 4/9.1.2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος Σερβίων Ca Πνευμόνων - Ανεπάρκεια Πολλαπλών Οργάνων - Καρδιακή Ανακοπή - Γενικευμένες Μεταστάσεις.
Σύμφωνα με τη με αριθμό 88-13563/12.12.2008 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΤΑΥΤΕΚΩ - ΤΕΑΤΑΠ/ΔΕΗ - ΤΑΠ/ΔΕΗ "Η νόσος, η οποία επέφερε το θάνατο του μισθωτού, χαρακτηρίζεται επαγγελματική και αιτία της είναι η έκθεσή του σε αμίαντο". Προσέτι στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι "Ο καρκίνος του πνεύμονα, το μεσοθηλίωμα υπεζωκότος και περιτοναίου, η αμιάντωση, ο καρκίνος του πεπτικού συστήματος, των νεφρών, του λάρυγγα, του παγκρέατος ή άλλων οργάνων δύναται να εκδηλωθούν και μετά από 15 έως 30 έτη αποχής από έκθεση σε αμίαντο.
Ο χρόνος έκθεσης σε αμίαντο έχει σοβαρή υπαιτιότητα στην εμφάνιση των προαναφερομένων νόσων, ιδιαίτερα δε του μεσοθηλιώματος. Ο κίνδυνος εμφάνισης του μεσοθηλιώματος αυξάνει προοδευτικά με την έκθεση σε αμίαντο μέχρι 10 έτη, ενώ παρουσιάζει βραδύτερους ρυθμούς αύξησης σε περιπτώσεις περαιτέρω χρονικής έκθεσης".
Με βάση τα ανωτέρω, κρίνεται ότι ο θάνατος του Ι. Τ. προκλήθηκε από επαγγελματική νόσο, όπως κρίθηκε από την ανωτέρω επιτροπή και περαιτέρω και με τη με αριθμό 1372/31.3.2009 απόφαση του Δ.Σ. του ΤΑΥΤΕΚΩ δια της οποίας έγινε αποδοχή του πορίσματος της Επιτροπής Έρευνας Εργατικών Ατυχημάτων και αποφασίστηκε ότι "η πάθηση:
Ca ΠΝΕΥΜΟΝΩΝ - ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ - ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΑΚΟΠΗ - ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΕΣ ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΙΣ, η οποία επέφερε το θάνατο στις 8.1.2007 στο μισθωτό της ΔΕΗ ΑΕ Ι. Τ. του Ν. σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Περιγραφής του Συμβάντος, χαρακτηρίζεται ως επαγγελματική ασθένεια, σύμφωνα με την υπ' αριθμ 88-13563/12.12.08 απόφαση της Π.Υ.Ε ΑΘΗΝΑΣ".
Ωστόσο, όπως συνάγεται από την αιτία πρόκλησης της ασθένειας αυτής, σύμφωνα με την με αριθμό 88 - 13563/12.12.2008 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΤΑΥΤΕΚΩ - ΤΕΑΤΑΠ/ ΔΕΗ - ΤΑΠ /ΔΕΗ που είναι η έκθεση σε αμίαντο, η ασθένεια του Ι. Τ. προκλήθηκε από την εργασία του επί δεκαετία στην προηγούμενη εργοδότη του "Μεταλλεία Αμιάντου Βόρειας Ελλάδας" (ΜΑΒΕ), όπου υπήρχε καθημερινή έκθεσή του σε αμίαντο εκ της εργασίας του που παρεχόταν εντός των εγκαταστάσεων της στο ....
Αντιθέτως, η παροχή της εργασίας του Ι. Τ. στην εναγομένη, δεν σχετιζόταν με έκθεση σε αμίαντο, αλλά σε προϊόντα λιγνίτη. Όσον αφορά δε την αποδιδόμενη αμέλεια στην εναγομένη για τη μη δημιουργία μονάδας αποθείωσης στον ΑΗΣ Αμυνταίου, η παράλειψη αυτή και αληθής υποτιθέμενη δεν αφορά τον τόπο εργασίας του Ι.
Τ., καθώς παρείχε την εργασία του στον ΑΗΣ Καρδίας. Προσέτι, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι ο Ι. Τ., κατά την απασχόλησή του στην εναγομένη, προσέφερε εργασία υπό δυσμενείς συνθήκες μη συνηθισμένες και μη σύμφυτες προς την παροχή της. Αντιθέτως, από τους πίνακες μέτρησης βλαπτικών παραγόντων που διενεργήθηκε στον ΑΗΣ Καρδιάς το 2005 από τη "Διεύθυνση Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία" της εναγομένης, η οποία ενσωματώνεται στη Γραπτή Εκτίμηση Επαγγελματικού Κινδύνου του ΑΗΣ Καρδιάς, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ΠΔ 17/1996 και το άρθρο 2 του ΠΔ 159/1999, συνάγεται ότι στη θέση εργασίας που απασχολείτο ο Ι.
Τ. δεν υπήρχαν υπερβάσεις των επιτρεπομένων ορίων χημικών παραγόντων (CO, C02, S02, Ν02, 03, HCHO, CI2, ΝΗ3), ούτε αποκλίσεις από τα επιτρεπόμενα μεγέθη στους φυσικούς παράγοντες (σκόνη, υγρασία, WBGT κ.ά), εκτός του φωτισμού που βρέθηκε ελλιπής. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η ασθένεια του είχε καταστεί γνωστή στην εναγομένη και συνέχισε να τον απασχολεί έστω και υπό κανονικές συνθήκες σε εργασία που μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση του, δεδομένου ότι η διάγνωση έγινε το πρώτον το 2006, ούτε οι ενάγοντες επικαλούνται τέτοιου είδους υπαιτιότητα της εναγομένης".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης και την έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 ν. 551/1914 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ' ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό του πόρισμα, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, προσδιορίζει πλήρως και αιτιολογεί: α) ότι ο θάνατος του ανωτέρω εργαζόμενου δεν οφείλεται σε εξωτερικό γεγονός, βίαιο, αιφνίδιο και απρόβλεπτο και ξένο προς τον οργανισμό του, αλλά σε πάθηση που προκλήθηκε από προϋπάρχουσα καθημερινή έκθεσή του σε αμίαντο επί δεκαετία κατά την εργασία του στον προηγούμενο εργοδότη του στα "Μεταλλεία Αμιάντου Βόρειας Ελλάδας", που δεν είχε εκδηλωθεί προγενέστερα, β) ότι η παροχή της εργασίας του στην εναγομένη δε σχετιζόταν με έκθεση σε αμίαντο, αλλά σε προϊόντα λιγνίτη, γ) ότι οι συνθήκες της εργασίας του, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν ήταν ούτε διαμορφώθηκαν σε ιδιαίτερα επιβαρυντικές ή ακραίες, αλλά ήσαν κανονικές "σύμφυτες και προσιδιάζουσες στη φύση των καθηκόντων του", και δ) ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ασθένειά του είχε καταστεί γνωστή στην εναγομένη και ότι συνέχισε αυτή να τον απασχολεί έστω και υπό κανονικές συνθήκες σε εργασία που μπορούσε να επιδεινώσει την κατάστασή του.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τον τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις, που αναφέρονται στους ίδιους ως άνω λόγους, σχετικά με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά αυτούς σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν είναι απαράδεκτες, αφού, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τις αιτιάσεις δε αυτές, κατά τα λοιπά, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων, η ουσία αποκλειστικά της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται δε ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναιρέσεως (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008, ΑΠ 170/2020, 1221/2018, 845/2018). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους προβάλλουν την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ'ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς την υπαιτιότητα των οργάνων της αναιρεσίβλητης για την πρόκληση του θανάτου του εργαζομένου της Ι.
Τ., την υπ' αριθμ. 001143/9-10-2009 Απόφαση του ΙΚΑ, που χαρακτήρισε εργατικό ατύχημα την εκδήλωση της θανατηφόρας ασθένειας του ανωτέρω θανόντος, ενώ επιπλέον παρέλειψε να λάβει υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Σ. Α.. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην πληττόμενη απόφαση ότι "λήφθηκαν υπόψη, η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης (η εναγομένη δεν εξέτασε μάρτυρα) και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, καθώς και το έγγραφο αυτό.
Οι περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας τόσο του ως άνω εγγράφου και των λοιπών αναφερομένων εγγράφων, όσο και της καταθέσεως του μάρτυρα, αποτελούν ουσιαστικές εκ μέρους τους προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, η εκτίμηση εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 479/2010, 907/2006).
Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, με την επίκληση, κατ' ορθή εκτίμηση, ότι το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην υπ' αριθμ. 1372/31-3-2009 απόφαση του Δ.Σ. του ΝΠΔΔ - ΤΑΥΤΕΚΩ/ΤΕΑΤΑΠ/ΔΕΗ - ΤΑΠ/ΔΕΗ, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, συνεκτίμησε το πιο πάνω έγγραφο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, εκτιμώντας ελεύθερα το περιεχόμενό του, χωρίς να του προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη και χωρίς να απαγορεύσει την ανταπόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, ενώ σε κάθε περίπτωση, με το λόγο αυτό, στην πραγματικότητα επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα αυτής, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1476/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ