Supreme Court allows appeal against final judgment for failure to consider prior arbitration award res judicata.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance, ordering a remand to the Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider the res judicata effect of a prior arbitration award, while the appellee contended the appeal was inadmissible. The Court ruled that the first instance judgment was flawed for ignoring the binding nature of the earlier arbitration decision, necessitating a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 896 and 906 of the Code of Civil Procedure; The court must consider the res judicata effect of a prior arbitration award when evaluating the admissibility and merits of subsequent civil litigation claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 635 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 635/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Εμμανουήλ και Νικόλαο Διακογιάννη, που δήλωσαν στο ακροατήριο ότι ανακαλούν τη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίστανται, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κα?ση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Κ. Ζ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ... και ήδη κατά νεώτερη δήλωσή της κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Φίλιππο Φυλακτόγλου και Φώτιο - Δημήτριο Κρεμμύδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2015 μη οριστική και 443/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5625/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20.5.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 466/2019 αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας υπ' αριθμ. 5625/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 19.3.2018 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 443/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η από 10.9.2014 με γενικό αριθμό καταθέσεως 103641/12.9.2014 και ειδικό αριθμό καταθέσεως δικογράφου 2661/2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης να αναγνωριστεί ότι έχει αποκτήσει στην ελληνική επικράτεια ισχύ και να κηρυχθεί εκτελεστή η από 19.3.2014 απόφαση του Διεθνούς Κέντρου Επίλυσης Διαφορών της Αμερικανικής Ένωσης Διαιτησίας, όπως αυτή διορθώθηκε με την από 17.6.2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 4220/1961 περί κυρώσεως της εν Νέα Υόρκη υπογραφείσας από 10 Ιουνίου 1958 συμβάσεως "περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων", με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) αναγνωρίστηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο και στην ελληνική επικράτεια που απορρέει από την προαναφερθείσα απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 906 του Κ.Πολ.Δικ., οι αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις κηρύσσονται εκτελεστές σύμφωνα με το άρθρο 905 παρ. 1, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 903. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις και κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να γίνει στην Ελλάδα αναγκαστική εκτέλεση βασισμένη σε αλλοδαπό τίτλο από τότε που θα τον κηρύξει εκτελεστό απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία και, αν δεν έχει κατοικία, η διαμονή του οφειλέτη και, αν δεν έχει ούτε διαμονή, του μονομελούς πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του κράτους.
Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 4220/1961, κυρώθηκε η υπογραφείσα στη Νέα Υόρκη από 10.6.1958 Σύμβαση της Νέας Υόρκης, που αφορά στην αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων και έχει από 14.10.1962 ισχύ νόμου, υπερέχουσα, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, των άρθρων 903, 905 και 906 Κ.Πολ.Δικ. (ολ.Α.Π. 11/2009, ολ.
Α.Π. 8/1997). Στο πεδίο ισχύος της εν λόγω Συμβάσεως (η ισχύς της οποίας διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΕισΝΚΠολ.Δικ.) εμπίπτουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, οι διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν σε χώρα που επίσης έχει κυρώσει τη Σύμβαση (όρος αμοιβαιότητας) και εφόσον πρόκειται περί εμπορικής διαφοράς (όρος εμπορικότητας).
Στο άρθρο 1 παρ. 1 της προαναφερόμενης Συμβάσεως της Νέας Υόρκης ορίζεται ότι "Η παρούσα σύμβασις εφαρμόζεται επί της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των διαιτητικών αποφάσεων των εκδοθεισών επί του εδάφους Κράτους διαφόρου εκείνου εν τω οποίω επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις των αποφάσεων και προερχομένων εκ διαφορών μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων...".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αλλοδαπές θεωρούνται οι διαιτητικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν σε έδαφος κράτους διαφορετικού από εκείνο, όπου ζητείται η κήρυξη της εκτελεστότητας και η απόφαση φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 της Συμβάσεως αυτής κάθε συμβαλλόμενο κράτος αναγνωρίζει τη συμφωνία με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να υποβάλλουν σε διαιτησία όλες ή ορισμένες διαφορές, οι οποίες ανεφύησαν ή θα μπορούσαν να αναφυούν μεταξύ τους, αναφορικά με τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, συμβατική ή εξωσυμβατική, η οποία αναφέρεται σε θέμα επιδεκτικό ρυθμίσεως με διαιτησία.
Στο άρθρο 3 της Συμβάσεως ορίζεται ότι "Κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα αναγνωρίζει το κύρος της διαιτητικής αποφάσεως και θα επιτρέπει την εκτέλεση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι ακολουθούνται στο έδαφος όπου γίνεται η επίκληση της αποφάσεως και με τις προϋποθέσεις που αναγράφονται στα επόμενα άρθρα.....".
Με το άρθρο 4 ορίζεται ότι "Για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση που προβλέπεται από το προηγούμενο άρθρο, εκείνο από τα μέρη που ζητεί την αναγνώριση και εκτέλεση πρέπει να προσκομίσει ταυτόχρονα με την αίτηση: α) το πρωτότυπο της αποφάσεως δεόντως βεβαιωμένο ή αντίγραφο του πρωτοτύπου αυτού που να περιέχει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αυθεντικότητά του και β) το πρωτότυπο της συμφωνίας που προβλέπεται από το άρθρο 2 ή αντίγραφο που περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αυθεντικότητά του (συμφωνία για υποβολή των μερών σε διαιτησία)".
Με το άρθρο 5 ορίζεται ότι "Η αναγνώριση και εκτέλεση της αποφάσεως μπορεί να απορριφθεί μόνο με αίτηση του μέρους εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση αυτή, εφόσον το μέρος προσκομίζει στην αρμόδια αρχή της χώρας όπου επιζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση, την απόδειξη ότι: α) τα μέρη που αναφέρονται στη συμφωνία, η οποία ρυθμίζεται από το άρθρο 2, είχαν, με βάση το δίκαιο που εφαρμόζεται σ' αυτά, κάποια ανικανότητα ή ότι η συμφωνία αυτή δεν είναι έγκυρη με βάση το δίκαιο στο οποίο τα μέρη την έχουν υπαγάγει και αν δεν υπάρχει ένδειξη γι' αυτό, με βάση το δίκαιο της χώρας στην οποία εκδόθηκε η απόφαση ή β) εκείνο από τα μέρη εναντίον του οποίου γίνεται επίκληση της απόφασης, δεν ήταν δεόντως πληροφορημένο για τον ορισμό του διαιτητή ή για τη διαδικασία της διαιτησίας ή ότι ήταν αδύνατο για κάποιο λόγο να κάνει χρήση των μέσων που είχε στη διάθεσή του, ή γ) η απόφαση αναφέρεται σε διαφορά που δεν προβλέπεται από το συνυποσχετικό ή δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις της διαιτητικής ρήτρας, ή ότι περιλαμβάνει αποφάσεις που υπερβαίνουν τους όρους του συνυποσχετικού ή της διαιτητικής ρήτρας, ή δ) η συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου ή η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύμφωνα με τη συμφωνία των μερών, ή εάν δεν υπάρχει συμφωνία, ότι δεν ήταν σύμφωνη με το δίκαιο της χώρας όπου έλαβε χώρα η διαιτησία και ε) η απόφαση δεν έχει ακόμα καταστεί δεσμευτική για τα μέρη, ή ακυρώθηκε ή έχει ανασταλεί από αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία ή κατά το δίκαιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση".
Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "η αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής αποφάσεως θα μπορεί επίσης να απορριφθεί, αν η αρμόδια αρχή της χώρας, στην οποία ζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση, διαπιστώνει: α) ότι κατά το δίκαιο της χώρας αυτής το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία ή β) ότι η αναγνώριση και εκτέλεση της αποφάσεως θα ήταν αντίθετη με τη δημόσια τάξη της χώρας αυτής".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι, με εξαίρεση τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 και τις αμέσως προαναφερθείσες περιπτώσεις υπό στοιχ. α και β της παραγράφου 2 του άρθρου 5 της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την κήρυξη εκτελεστής αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως δεν ερευνά αυτεπαγγέλτως τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει το ίδιο να αρνηθεί την εκτέλεση της αποφάσεως, αλλά προς τούτο απαιτείται εκείνος κατά του οποίου γίνεται η επίκληση της αποφάσεως να προτείνει και να αποδείξει τα γεγονότα τα οποία παρέχουν στο δικαστήριο τη δυνατότητα ή του επιβάλλουν την υποχρέωση να αρνηθεί την κήρυξη εκτελεστής της διαιτητικής αποφάσεως.
Από τους τυπικούς δικονομικούς κανόνες, επομένως, αντιδιαστέλλονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να αναγνωριστεί και κηρυχθεί εκτελεστή η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση και οι οποίες περιέχονται κατά βάση στα άρθρα 4 έως 7 της ανωτέρω Συμβάσεως και αποτελούν αυτοτελείς κανόνες άμεσης εφαρμογής, ανεξαρτήτους από τους δικονομικούς κανόνες των Κρατών, που δεσμεύονται από τη Σύμβαση, τους οποίους παραμερίζουν.
Το προαναφερόμενο άρθρο 4 της Συμβάσεως επιβάλλει στο μέρος που επιδιώκει την αναγνώριση και εκτέλεση της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη διαιτητικής αποφάσεως και συμφωνία διαιτησίας, που να ανταποκρίνονται στους όρους των άρθρων 1 και 2. Τα στοιχεία αυτά του άρθρου 4 της Συμβάσεως πρέπει να αποτελούν και στοιχεία του δικογράφου της αιτήσεως, η μη επίκλησή τους δε συνεπάγεται το απαράδεκτο της αιτήσεως.
Άλλα στοιχεία κατά τη Σύμβαση δεν απαιτούνται, για το παραδεκτό της αιτήσεως. Ειδικότερα, δεν απαιτείται να μνημονεύεται στην αίτηση οι όροι παραπομπής της διαφοράς στη διαιτησία, το περιεχόμενο της αιτήσεως προς το διαιτητικό δικαστήριο, η κατά τόπον αρμοδιότητα, οι αιτιολογίες της διαιτητικής αποφάσεως, τα στοιχεία της συμβάσεως που παραπέμφθηκε σε διαιτησία, η εκτελεστότητα της διαιτητικής αποφάσεως κατά το δίκαιο του τόπου της εκδόσεώς της (Α.Π. 460/1990).
Επομένως, ουσιώδης για την κήρυξη της εκτελεστότητας αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, σύμφωνα με τους όρους της ΣυμβΝΥ, είναι η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: α) να υφίσταται έγκυρη σύμβαση διαιτησίας και το Διαιτητικό Δικαστήριο να μην έχει υπερβεί τα όρια της σχετικής εξουσίας, που αντλεί από τη συγκεκριμένη ρήτρα (άρθρο 5γ της συμβάσεως) και β) η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου να περιλαμβάνει εκτελεστές διατάξεις, ή έστω αναγνώριση ορισμένης έννομης σχέσεως, δηλαδή να περιλαμβάνει δικαιοδοτική κρίση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, το οποίο καλείται, με απόφασή του, να κηρύξει εκτελεστή στον τόπο του αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, απόφαση, δηλαδή, που εκδόθηκε σε έδαφος άλλου κράτους, το οποίο έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης, περιορίζεται στη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 4 της Συμβάσεως.
Όμως, εκείνος κατά του οποίου γίνεται η επίκληση της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, μπορεί να προτείνει και να αποδείξει ότι συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη Σύμβαση αυτή αρνητικές προϋποθέσεις του άρθρου 5 αυτής, προκειμένου να επιτύχει την απόρριψη της αιτήσεως, τις οποίες το δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπάγγελτα, ενώ ερευνά αυτεπάγγελτα αν το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι επιδεκτικό ρυθμίσεως με διαιτησία κατά το δίκαιο που αυτό δικάζει ή αν η εκτέλεση της αποφάσεως κρίνεται αντίθετη προς τη δημόσια τάξη της χώρας, στην οποία ζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση (Α.Π. 1066/2007).
Στις προϋποθέσεις κηρύξεως εκτελεστής αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως δεν περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της νομικής της ορθότητας και, ειδικότερα αν εφαρμόσθηκε το ουσιαστικό δίκαιο που έπρεπε να εφαρμοσθεί κατά το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο ή κατά συμβατικό όρο, αφού το ελληνικό δικαστήριο δεν επιτρέπεται να υπεισέλθει στην ουσία της υποθέσεως, προβαίνοντας σε αναδίκαση και νέα ουσιαστική διάγνωσή της, σε τροποποιήσεις, μεταβολές, προσθήκες ή αφαιρέσεις ως προς όσα διατάσσονται με την αλλοδαπή απόφαση (ολ.Α.Π. 899/1985, Α.Π. 65/1997, Α.Π. 1657/2014).
Αν η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση είναι εσφαλμένη κατ' ουσίαν, ο διάδικος που ηττήθηκε μπορεί να ασκήσει εναντίον της τα προβλεπόμενα από το αλλοδαπό δίκαιο ένδικα μέσα ή προσφυγή (Α.Π. 954/1983). Τα ελληνικά δηλαδή δικαστήρια στερούνται διεθνούς δικαιοδοσίας στο να αποφανθούν, έστω και παρεμπιπτόντως, όπως όταν προβάλλεται αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα από την ουσιαστική έννομη σχέση για την ακυρότητα ή ανυπαρξία αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως και να προβούν σε εκ νέου εκδίκαση της υποθέσεως, καθόσον δικαιοδοσία επί σχετικών προσφυγών ή ενδίκων μέσων έχουν τα δικαστήρια της χώρας κατά το διαδικαστικό δίκαιο της οποίας εκδόθηκαν οι διαιτητικές αποφάσεις (Α.Π. 544/1996).
Μπορούν όμως τα ελληνικά δικαστήρια να αρνηθούν να κηρύξουν αυτές εκτελεστές, εφόσον δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πιο πάνω διεθνούς Συμβάσεως και της διατάξεως του άρθρου 903 του Κ.Πολ.Δικ., αφού ζητήματα που κρίθηκαν από το διαιτητικό δικαστήριο, π.χ. αντιρρήσεις κατά του κύρους της συμφωνίας διαι¬τησίας, δεν εμποδίζονται να επανατεθούν ως αρνητικές προϋποθέσεις της αναγνωρίσεως (ολ.Α.Π. 899/1985, ολ.Α.Π. 11/2009).
Η περί διαιτησίας συμφωνία (άρθρα 867 επ. του Κ.Πολ.Δικ.) αποτελεί μικτή σύμβαση, η οποία επενεργεί κατά κύριο λόγο στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Και τούτο διότι αφαιρεί από την εξουσία κρίσεως των τακτικών δικαστηρίων τη διαφορά και την αναθέτει προς επίλυση σε άλλο "δικαιοδοτικό" όργανο, δηλαδή το συμβατικά επιλεγόμενο Διαιτητικό Δικαστήριο.
Αντίθετα, με τη διαιτητική ρήτρα, η οποία οδηγεί σε δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη αφαίρεση της διαφοράς από τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια και υπαγωγή αυτής στη δικαιοδοσία των διαιτητών, η διαιτητική πραγματογνωμοσύνη δεν ρυθμίζεται ρητά στο νόμο, με εξαίρεση την έμμεση αναφορά σ' αυτή των άρθρων 16 αριθμ. 11, 677 αριθμ. 3 και 678 παρ. 3 και ήδη (μετά το νόμο 4335/2015) των άρθρων 16 αριθμ. 10 και 614 παρ. 5 περ.
γ', που αναφέρονται σε εκδίκαση διαφορών των διαιτητών πραγματογνωμόνων. Ειδικότερα με τη συμφωνία της διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης οι συμβαλλόμενοι αναθέτουν σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να εξακριβώσουν, βάσει των ειδικών γνώσεων που διαθέτουν, ορισμένα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά, κατά τους κανόνες της επιστήμης ή τέχνης, προκειμένου ο προσδιορισμός αυτός να αποτελέσει στη συνέχεια το πραγματολογικό υλικό της επόμενης δικαιοδοτικής κρίσεως, δεδομένου ότι το δικαστήριο που θα επιληφθεί της υποθέσεως, θα θέσει ως βάση της δικαστικής του κρίσεως την εκτίμηση των διαιτητών πραγματογνωμόνων.
Οι αποφάσεις, όμως, των διαιτητών πραγματογνωμόνων δεν επιλύουν την ιδιωτικού δικαίου διαφορά που ανέκυψε ή πρόκειται να ανακύψει, όπως συμβαίνει στην διαιτητική συμφωνία, αλλά δι' αυτών απλώς αίρονται οι διαφωνίες των συμβαλλομένων για ορισμένα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά. Η διαιτητική πραγματογνωμοσύνη διαφέρει από την διαιτητική συμφωνία κατά το ότι, στην τελευταία, συμφωνείται η επίλυση διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, που υπάρχει ή πρόκειται να ανακύψει και αντικείμενο αυτής μπορεί να είναι έννομη σχέση και όχι η διαπίστωση πραγματικού γεγονότος και, επομένως, ο διαιτητής πραγματοποιεί κρίση όμοια με την κρίση του δικαστηρίου, υποβάλλοντας τα πραγματικά γεγονότα σε κανόνες δικαίου, ενώ ο διαιτητής πραγματογνώμονας προσδιορίζει απλώς ορισμένο πραγματικό περιστατικό που είναι ουσιώδες για την έκβαση της επίδικης έννομης σχέσεως.
Εξ άλλου, με τη διαιτητική πραγματογνωμοσύνη οι συμβαλλόμενοι δεν αποβλέπουν στη ρύθμιση από τρίτους των ουσιαστικών σχέσεών τους, αλλά αποσκοπούν στη διαπίστωση από αυτούς, με βάση τις ειδικές γνώσεις που διαθέτουν, των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που αποτελούν, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης (Α.Π. 631/2012, Α.Π. 1334/2008, πρβλ.
Α.Π. 1733/2009). Αναγκαίο στοιχείο για τον καθορισμό της έννοιας "διαιτητική πραγματογνωμοσύνη" είναι ο όρος περί δεσμευτικότητας, δηλαδή υποχρεωτικότητας του περιεχομένου της γνωμοδοτήσεως για τα μέρη και το δικαστήριο (Α.Π. 631/2012, Α.Π. 1334/2008). Η διαιτητική, επομένως, πραγματογνωμοσύνη διακρίνεται από την διαιτητική ρήτρα με κριτήριο τον καθορισμό της εξουσίας κρίσεως (ή άλλως του έργου) του τρίτου, τον οποίο επιλέγουν τα μέρη.
Εάν το έργο αυτό συνίσταται στην επίλυση ιδιωτικού δικαίου διαφοράς, κατ' αποκλεισμό της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, πρόκειται για συμφωνία διαιτησίας. Αντίθετα, εάν το υπό έρευνα αντικείμενο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής ορισμένων πραγματικών περιστατικών, με βάση το δεσμευτικό αποτέλεσμα της οποίας θα σχηματιστεί στη συνέχεια η κρίση του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου, πρόκειται για διαιτητική πραγματογνωμοσύνη.
Η περίπτωση, κατά την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη πριν προκύψει οποιαδήποτε μεταξύ τους διαφορά αναθέτουν σε τρίτο τον καθορισμό της παροχής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 371 του Α.Κ., προκειμένου να αρθεί η ενυπάρχουσα στην έννομη σχέση αμφισβήτηση ως προς το περιεχόμενο της οφειλόμενης παροχής ή αντιπαροχής, διαφοροποιείται σημαντικά από τη διαιτητική πραγματογνωμοσύνη και κατά μείζονα λόγο από τη διαιτησία.
Διότι, με τον καθορισμό της παροχής προσδιορίζεται η παροχή, άρα και η βάση της ενδεχόμενης αντιδικίας, που δεν είναι πάντα βέβαιο ότι θα ακολουθήσει, ενώ αντίθετα με τη διαιτητική πραγματογνωμοσύνη συντελείται δεσμευτική διάγνωση ως προς το εριζόμενο πραγματικό ζήτημα, δηλαδή η παρέμβαση των τρίτων πραγματογνωμόνων έχει διαγνωστικό χαρακτήρα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, επειδή η αναιρεσίβλητη παρέλειψε να περιλάβει στο δικόγραφο της 10.9.2014 αιτήσεώς της περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το άρθρο 4 παρ. 1 της Συμβ.Ν.Υ.
είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Η διάταξη της παρ. 1 του δευτέρου άρθρου του ν.δ. 4220/1961 ορίζει ότι: "Η κύρωση της παρούσης συμβάσεως γίνεται υπό αμφοτέρους τους περιορισμούς της παρ. 3 του άρθρου 1 της συμβάσεως ταύτης και, επομένως, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 της Συμβ.Ν.Υ., κατά την οποία "Κατά την στιγμήν της υπογραφής ή της επικυρώσεως της παρούσας Συμβάσεως, της προσχωρήσεως εις αυτήν ή της γνωστοποιήσεως της υπό του άρθρου 10 προβλεπομένης επεκτάσεως, παν Κράτος θα δύναται, βάσει της αμοιβαιότητος να δηλώση ότι θα εφαρμόσει την Σύμβασιν μόνον επί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αποφάσεων εκδοθεισών επί του εδάφους ετέρου συμβαλλομένου Κράτους.
Θα δύναται ωσαύτως να δηλώση ότι θα εφαρμόση την Σύμβασιν αποκλειστικώς επί διαφορών προερχομένων εξ εννόμων σχέσεων, συμβατικών ή εξωσυμβατικών, αίτινες θεωρούνται ως εμπορικαί υπό του δικαίου του (του κράτους το οποίον προβαίνει εις την εν λόγω δήλωσιν)", εφαρμόζεται στην Ελλάδα με την πιο πάνω επιφύλαξη που διατυπώθηκε κατά την κύρωσή της, ήτοι εφ' όσον πρόκειται για διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στο έδαφος άλλου συμβαλλομένου κράτους και ταυτοχρόνως αφορά διαφορά που προέρχεται από έννομη σχέση που θεωρείται ως εμπορική (Α.Π. 65/1997).
Ο όρος της εμπορικότητας πρέπει να ερμηνεύεται αυτονόμως, ευρέως και υπό το φως του σκοπού της ΣυμβΝΥ, ο οποίος είναι η διευκόλυνση της αναγνώρισης και εκτέλεσης των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, της ελεύθερης κυκλοφορίας αυτών (αρχή της προκατάληψης υπέρ της εκτέλεσης) και της εξασφάλισης της ομοιόμορφης εφαρμογής της ΣυμβΝΥ από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη (αρχή της προβλεψιμότητας).
Επομένως, ο όρος της εμπορικότητας (πρέπει να) ερμηνεύεται από τα εθνικά δικαστήρια κατά τρόπο που στο εννοιολογικό του φάσμα να συμπεριλαμβάνονται και διαφορές οι οποίες θα χαρακτηρίζονταν έμμεσα και όχι άμεσα ως εμπορικές. Έτσι, ως εμπορικές υπάγονται στο πεδίο του και διαφορές ως προς τη διαχείριση και διανομή εταιρικών στοιχείων και εσόδων, καθώς επίσης και ως προς τον προσδιορισμό μερίδων, ακόμη και αν αυτές αποτελούν στοιχεία κληρονομιαίας περιουσίας, προκρινόμενης συνεπώς της μετοχικής έναντι της ιδιότητας του κληρονόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 1 παρ. 3 της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, με την αιτίαση ότι δεν συντρέχει, εν προκειμένω, η προϋπόθεση της εμπορικότητας της διαφοράς.
Σχετικώς, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η διαφορά των διαδίκων, επί της οποίας εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση, φέρει εμπορικό χαρακτήρα αφού, έστω και αν οι μετοχές των πιο πάνω αναφερόμενων αλλοδαπών εταιρειών είχαν περιέλθει σε αυτούς με αιτία την κληρονομιά, η διένεξη των διαδίκων, πάντως, δεν αφορά το κληρονομικό δικαίωμά τους, αλλά την, μεταγενέστερη του θανάτου του κληρονομουμένου (Δ.
Μ.), διαχείριση και διανομή των εσόδων των εμπορικών αυτών εταιρειών από τον εκκαλούντα [.........]. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη και, συνεπώς, ο συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (Α.Π. 1154/2015, Α.Π. 797/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του που προέβαλε πρωτοδίκως, αμυνόμενος κατά της ένδικης αίτησης και επανέφερε με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του, περί έλλειψης διαιτητική συμφωνίας, αναθέσεως από τα συμβαλλόμενα μέρη επίλυσης της διαφοράς με τρόπο οριστικό και δεσμευτικό, όπως θα έπραττε ένα τακτικό δικαστήριο, άλλως υπέρβασης της εξουσίας των διαιτητών, η οποία αποτελεί κώλυμα αναγνώρισης και εκτέλεσης της αποφάσεως με βάση το άρθρο 5γ της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης.
Ειδικότερα ισχυρίζεται, κατά σύνοψη των εκεί αναφερομένων, τα ακόλουθα: Ότι με το από 13.3.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό "συμφωνητικό των Η.Π.Α.", που υπεγράφη μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, αλλά και των αμερικανικών εταιριών "Decana", "Prestige" και των θυγατρικών εταιριών του Τέξας, προβλέφθηκε ο έλεγχος των Αμερικανικών αυτών Εταιριών από ελεγκτική εταιρία, επιλογής της ήδη αναιρεσίβλητης και με δαπάνες της, για το χρονικό διάστημα από την επομένη του θανάτου του κληρονομουμένου αδελφού τους Δ.
Μ. (9.4.1995), από την οποία αυτός (αναιρεσείων) είχε αναλάβει τη διοίκηση και τον έλεγχο των ως άνω εταιριών, ως προσωρινός διαχειριστής, μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής του συμφωνητικού αυτού ("Συμφωνητικού των Η.Π.Α."). Ότι η ελεγκτική εταιρία έπρεπε να συντάξει έκθεση σχετικώς με: α) τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στις προαναφερόμενες εταιρίες, β) τα έσοδα αυτών, γ) τα έξοδα και τους φόρους που υπέστησαν και κατέβαλαν οι εταιρίες αυτές, δ) τη διανομή όλων των μετρητών που ανήκουν ή ελήφθησαν από τις ως άνω εταιρίες, ε) οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία των εταιριών αυτών κατά την ημερομηνία του Συμφωνητικού του Λονδίνου, προκειμένου να γίνει λογιστική αποτίμηση της αξίας της περιουσίας των εν λόγω εταιριών και να προσδιοριστούν τα μερίδια τους επί της περιουσίας αυτής, ώστε να ενταχθούν κατόπιν νέας συμφωνίας, η οποία θα είχε ως βάση το πόρισμα της ελεγκτικής εταιρίας, στη διαδικασία διανομής που συμφωνήθηκε μεταξύ τους με άλλη, ευρύτερου περιεχομένου, σύμβαση, η οποία συνήφθη στο Λονδίνο, κατά την ίδια ημέρα ("συμφωνία του Λονδίνου").
Ότι μετά την παράδοση της εκθέσεως της ελεγκτικής εταιρίας οι συμβαλλόμενοι (ήδη αναιρεσείων και αναιρεσίβλητη) "θα συσκεφθούν φιλικά και με καλή πίστη" σε σχέση με: α) την αξία οιωνδήποτε μετρητών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που απομένουν στην Decana (η "Διανομή της Decana"), β) την αξία οιωνδήποτε μετρητών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που απομένουν στην Prestige (η "Διανομή της Prestige"), γ) την αξία οιωνδήποτε μετρητών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που απομένουν σε καθεμία των θυγατρικών εταιριών του Τέξας (οι "Διανομές του Τέξας") και δ) την έκταση στην οποία είτε ο ΒΜ (ήδη αναιρεσείων) είτε η ΕΖΜ (ήδη αναιρεσίβλητη) έχουν λάβει ένα δυσανάλογο μερίδιο προηγουμένων εσόδων ή άλλων διανομών εν σχέσει προς την Prestige, την Decana και /ή τις θυγατρικές εταιρίες του Τέξας από 9.4.1995 έως την ημερομηνία του Συμφωνητικού του Λονδίνου (η "Διανομή μέρους").
Ότι συμφωνήθηκε ρητώς ότι, σε περίπτωση αδυναμίας επιτεύξεως συμφωνίας διανομής μεταξύ τους, με βάση το πόρισμα του ελέγχου της ελεγκτικής εταιρίας ή σε περίπτωση αποτυχίας της ελεγκτικής εταιρίας να ολοκληρώσει τον λογιστικό έλεγχο ή να παραδώσει την έκθεση εντός της ταχθείσας σχετικώς προθεσμίας, το ποσό της Διανομής της Decana, της Διανομής της Prestige, των Διανομών του Τέξας και/ η της Διανομής Μέρους κατά περίπτωση θα καθοριστεί δια διαιτησίας που θα διεξαχθεί από την Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας, σύμφωνα με τους Κανόνες Εμπορικής Διαιτησίας (η "Διαιτησία") και η κρίση επί της Διαιτητικής αποφάσεως που θα εκδοθεί από τον (ους) διαιτητή (ές) μπορεί να εισαχθεί ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου έχοντος αρμοδιότητα επ' αυτού.
Ότι, συνεπώς, το έργο των Διαιτητών, που υποκαθιστούσαν την ελεγκτική εταιρία, ήταν ο λογιστικός προσδιορισμός των αξιών των Διανομών σε σχέση με τις προαναφερόμενες αμερικανικές εταιρίες και ή την αξία της "Διανομής Μέρους", δηλαδή, ήταν το ίδιο ακριβώς με το έργο που ανατέθηκε στην ελεγκτική εταιρία, συνακολούθως δε οι Διαιτητές είχαν εξουσία λογιστικού καθορισμού και όχι δικαιοδοτικής κρίσεως.
Ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καθορίσει την έκταση της δικαιοδοσίας του αλλοδαπού διαιτητικού δικαστηρίου και, επομένως, να κρίνει την συνδρομή του όρου 5 γ της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, δηλαδή, την έκταση της εξουσίας των Διαιτητών, δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες νομίμως με τους πρώτο και τρίτο λόγους της εφέσεώς του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τον ισχυρισμό που ερείδεται στους όρους 1-9 του ως άνω "συμφωνητικού των Η.Π.Α.", οι οποίοι (1-9 όροι) και προσδιόριζαν το αντικείμενο της διαιτητικής "κρίσεως", που δεν είναι η επίλυση έννομης σχέσεως, αλλά ο λογιστικός προσδιορισμός των εκεί αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων και από τους οποίους όρους προέκυπτε ότι οι διαιτητές είχαν απλώς εξουσία λογιστική και υποκαθιστούσαν την ελεγκτική εταιρία, στην περίπτωση κατά την οποία αυτή δεν θα ασκούσε το ανατεθέν σ' αυτήν ελεγκτικό έργο, διενεργούντες, όπως ακριβώς η ελεγκτική εταιρία, λογιστικό και πραγματολογικό έλεγχο και όχι εκφέροντες δικαιοδοτική κρίση, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι υφίσταται, εν προκειμένω, συμφωνία για διαιτητική επίλυση (διάγνωση διαφοράς) και ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο είχε εξουσία δικαιοδοτική, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του ότι οι Διαιτητές ενήργησαν ως τρίτοι, στους οποίους είχε ανατεθεί ο προσδιορισμός της παροχής, στη θέση της αρχικώς ορισθείσας και μη εκτελέσασας το ανατεθέν σ' αυτήν έργο (διαχειριστικό και λογιστικό έλεγχο) ελεγκτικής εταιρίας, άλλως ως διαιτητικοί πραγματογνώμονες και επικουρικώς ότι οι διαιτητές υπερέβησαν την εξουσία τους και εξέφρασαν δικαιοδοτική κρίση, διότι η συμφωνία των μερών προέβλεπε την ανάθεση σ' αυτούς όχι δικαιοδοτικού έργου, αλλά έργου προσδιορισμού της παροχής από τρίτο ή διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, εφόσον τα μέρη θέλησαν το Διαιτητικό Δικαστήριο να λειτουργήσει ως οιονεί ελεγκτική εταιρία πιστοποίησης λογαριασμών εταιριών (και μάλιστα υπό την αίρεση ότι το έργο αυτό δεν θα το κάλυπτε ελεγκτική εταιρία), τούτο όμως (διαιτητικό δικαστήριο) προσέδωσε στην απόφασή του δικαιοδοτικό χαρακτήρα, αναγνωρίζοντας αξίωση της αναιρεσίβλητης εναντίον του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των ως άνω αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Στις 8.4.1995 πέθανε ο Δημήτριος Μ.ς και οι διάδικοι, που είναι αδέλφια του και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας (μετά την παραίτηση της μητέρας τους Βασιλικής Μανιού από τη συμμετοχή της στην κληρονομιά), έγιναν συγκύριοι και μέτοχοι πολλών αλλοδαπών εταιρειών του θανόντος με έδρα τις Η.Π.Α. ("Decana", "Prestige" και θυγατρικών εταιρειών του Τέξας).
Με το από 13.3.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων ("Συμφωνία των ΗΠΑ") συμφώνησαν εκείνοι να διενεργηθεί διαχειριστικός έλεγχος από την εφεσίβλητη σε όλες τις παραπάνω αμερικανικές εταιρείες, για το χρονικό διάστημα από την επομένη του θανάτου του κληρονομουμένου (9.4.1995), από την οποία ο εκκαλών είχε αναλάβει τη διοίκηση και τον έλεγχο των εταιρειών ως προσωρινός διαχειριστής μετά από συμφωνία των διαδίκων, μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής της "Συμφωνίας των ΗΠΑ" (13.3.2002), ώστε να διασφαλιστεί ότι τα έσοδα των εταιρειών αυτών, για όλο το χρονικό διάστημα που τη διοίκηση είχε ο εκκαλών, είχαν μοιραστεί κατ' ισομοιρία μεταξύ των διαδίκων και να εξακριβωθεί αν τυχόν οποιοσδήποτε από τους διαδίκους είχε λάβει δυσανάλογο μερίδιο ή μεγαλύτερα ποσά ως υπερβάλλον όφελος.
Με τον όρο υπ' αριθ. 10 του εν λόγω συμφωνητικού οι διάδικοι συμφώνησαν, σε περίπτωση μη δυνατότητας διενέργειας και ολοκλήρωσης του παραπάνω ελέγχου από την εφεσίβλητη, να υποβάλουν τη διαφορά τους στην Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας των ΗΠΑ. Στη συνέχεια η εφεσίβλητη, λόγω των συνεχών διενέξεων με τον εκκαλούντα, προσέφυγε στην Αμερικανική Ένωση Διαιτησίας και εκδόθηκε, επί της σχετικής υπ' αριθ.
…. υπόθεσης, η από 19.3.2014 "τελική απόφαση διαιτησίας" του Διεθνούς Κέντρου Επίλυσης Διαφορών της Αμερικανικής Ένωσης Διαιτησίας, η οποία, δέχθηκε εν μέρει την απαίτηση της εφεσίβλητης (εκεί ενάγουσας) και αναγνώρισε ότι ο εκκαλών (εκεί εναγόμενος) οφείλει σε αυτήν το ποσό των 10.488.512,54 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο ο προαναφερόμενος είχε λάβει ως υπερβάλλον όφελος κατά τη διάρκεια που αυτός ασκούσε προσωρινά τη διαχείριση των παραπάνω εταιρειών.
Το ύψος του ποσού αυτού στη συνέχεια, μετά τη διόρθωση της πιο πάνω απόφασης με την από 17.6.2014 διάταξη του ίδιου Διαιτητικού Δικαστηρίου που εκδόθηκε κατόπιν της από 10.4.2014 αίτησης της εφεσίβλητης, ανήλθε σε εκείνο των 10.855.452,75 δολαρίων ΗΠΑ. Εξάλλου, η πιο πάνω απόφαση απέρριψε όλες τις ανταπαιτήσεις του εκκαλούντος, ως μη υπαγόμενες στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ενώ τον διέταξε να καταβάλει στην εφεσίβλητη, εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στους διαδίκους, το ποσό των 127.505,42 δολαρίων ΗΠΑ για τα έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας.
Από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι οι διάδικοι ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου υπέβαλαν εκατέρωθεν αιτήματα, προέβαλαν ισχυρισμούς, αντέκρουσαν τους ισχυρισμούς του αντιδίκου τους και προσκόμισαν τα αποδεικτικά τους μέσα. Ειδικότερα στην πρώτη σελίδα της απόφασης, στο προοίμιο αυτής αναφέρεται ότι: "Εμείς οι υπογράφοντες διαιτητές, έχοντας διοριστεί βάσει της συμφωνίας διαιτησίας που συνάφθηκε από τους προαναφερθέντες διαδίκους στις 13 Μαρτίου 2002, έχοντας δώσει τους δέοντες όρκους και έχοντας ακούσει δεόντως τις αποδείξεις και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποφασίζουμε δια του παρόντος τα εξής...".
Επίσης το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε την αρμοδιότητά του για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, αναφέροντας στην τρίτη σελίδα της απόφασης (ενότητα II) ότι: "...Έχοντας τώρα το πλεονέκτημα των εκτεταμένων ακροάσεων και εκτεταμένης ενημέρωσης και επιχειρηματολογίας, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει με το παρόν το πόρισμα και το συμπέρασμά του, ότι έχει δικαιοδοσία επί των ζητημάτων που αποφασίζονται στην παρούσα Τελική Απόφαση Διαιτησίας".
Αντιθέτως, όσον αφορά άλλες αξιώσεις ερειδόμενες σε διαφορετικές νομικές βάσεις και εκτός των συμφωνηθέντων στη διαιτητική ρήτρα, το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν εκτός της δικαιοδοσίας του, αναφέροντας στη δέκατη σελίδα της απόφασης (ενότητα III) ότι: "...το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η διαχείριση των αμερικανικών εταιρειών από το Μ....
μπορεί να προκαλέσει αξιώσεις υπέρ της, βάσει θεωριών αμέλειας, παραβίασης καθήκοντος εμπιστοσύνης ή απάτης... Ωστόσο το Δικαστήριο δεν έχει ούτε την αρμοδιότητα ούτε το χρόνο να εξετάσει τέτοιου είδους θεωρίες οι οποίες είναι όλες εκτός της δικαιοδοσίας του". Ακόμη, στην απόφαση αναλύονται λεπτομερώς οι αξιώσεις της εφεσίβλητης έναντι του εκκαλούντος όσον αφορά τη διαχείριση που αυτός έκανε σε όλο το χρονικό διάστημα που διοικούσε τις εταιρείες, τα έσοδα που έλαβε από εκείνες, όπως επίσης και την, κατά την εφεσίβλητη, αθέτηση της μεταξύ τους συμφωνίας με την απόκρυψη μεγάλων χρηματικών ποσών και πόρων σε συμπαιγνία με διευθυντικό στέλεχος των εν λόγω εταιριών και συνεργάτη του καθ ου η αίτηση, Σ.
Κ.. Στη συνέχεια, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι εκτίθενται λεπτομερώς οι αμυντικοί ισχυρισμοί του εκκαλούντος καθώς και οι ανταπαιτήσεις που αυτός προέβαλε έναντι της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε το εφαρμοστέο δίκαιο και τη νομική βασιμότητα διαφόρων αξιώσεων, αναφέροντας στην δέκατη έβδομη σελίδα (ενότητα VI) ότι: "...Το ιδιωτικό συμφωνητικό του 1999 διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και το δίκαιο της Νέας Υόρκης και συνεπώς οι διατάξεις της 5001(a) CLPR δεν είναι εφαρμόσιμες".
Επίσης το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέφρασε κρίση ως προς αν οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν στο βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους, αναφέροντας στην έβδομη σελίδα της απόφασης (ενότητα II) ότι: "Ο εναγόμενος δεν έχει αποδείξει ότι η αποτυχία της διορισμένης ελεγκτικής εταιρείας να ολοκληρώσει την έκθεσή της οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη της ενάγουσας...
Η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης ως προς τις αξιώσεις που διεκδικεί σχετικά με τη Norse Pipeline... Ως προς τις λοιπές αξιώσεις της ενάγουσας, ο εναγόμενος έχει θεμελιώσει μία υπεράσπιση αποδεκτή από το Δικαστήριο...". Επίσης το Διαιτητικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι και αξιολόγησε αυτά, δεχόμενο ή μη τις προβληθείσες αξιώσεις των διαδίκων, αναφέροντας στην έκτη, έβδομη και όγδοη σελίδα της απόφασης (ενότητα
ΙΙ) ότι: "...Αυτές οι αποδείξεις είναι άφθονες και εξαιρετικά λεπτομερείς, αποτελούμενες από καθολικά, λογιστικές εγγραφές και εκθέσεις, αλληλογραφία, πρακτικά υποθέσεων σε αρκετά αμερικανικά και ελληνικά δικαστήρια, και καταθέσεις τόσο άμεσες όσο και από μάρτυρες και ένορκες καταθέσεις... Τα πορίσματα και συμπεράσματα που διατυπώνονται στην παρούσα απόφαση διαιτησίας βασίζονται στην κρίση του Δικαστηρίου κατόπιν προσεκτικής μελέτης των αποδεικτικών στοιχείων και επιχειρημάτων και στη συλλογική εκτίμηση του Δικαστηρίου για τη διαγωγή και αξιοπιστία των μαρτύρων, ειδικά των βασικών, οι καταθέσεις των οποίων προσκομίστηκαν...
Οι συγκεκριμένες κατηγορίες καθυστέρησης που προσάπτονται στην ενάγουσα είναι όλες αβάσιμες". Επίσης, στην ενδέκατη και δωδέκατη σελίδα της απόφασης (ενότητα IV) αναφέρεται ότι: "...Κατά συνέπεια, αυτή η αξίωση είναι πλήρως δεκτή. ...Το Δικαστήριο συμπεραίνει, ότι όλο το ποσό που διατέθηκε στο ακίνητο Cresthill ήταν κεφάλαια ύψους $ 2.326.377,61 που έλαβε ο εναγόμενος, τα οποία ήταν υποχρεωμένος να μοιραστεί με την ενάγουσα", ενώ στην δέκατη τέταρτη σελίδα της απόφασης (ενότητα V) αναφέρεται ότι: "...Όσον αφορά τις άλλες βάσεις για ικανοποίηση που έχει προτείνει η ενάγουσα, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθούν...".
Περαιτέρω, το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε επί αιτήματος για καταβολή τόκων επί του αιτούμενου κεφαλαίου και αφού έκρινε το νομικά και ουσιαστικά βάσιμο του εν λόγω αιτήματος, κατέληξε ότι οι οφειλόμενοι από τον εκκαλούντα στην εφεσίβλητη τόκοι ανέρχονταν στο ποσό των 4.403.276, 40 δολαρίων ΗΠΑ, τους οποίους συμπεριέλαβε στο συνολικά οφειλόμενο ποσό των 10.488.512,54 δολαρίων ΗΠΑ (σελίδα εικοστή, ενότητα VII της απόφασης) - όπως στη συνέχεια το ποσό των τόκων διορθώθηκε σε εκείνο των 4.770.216,16 δολαρίων ΗΠΑ και το συνολικό ποσό της οφειλής του εκκαλούντος προς την εφεσίβλητη σε εκείνο των 10.855.472,75 δολαρίων Η.Π.Α., με την από 17.6.2014 διάταξη του ίδιου Διαιτητικού Δικαστηρίου (βλ.
και παραπάνω) - ενώ με τη διαιτητική απόφαση έγινε και επιδίκαση δικαστικών εξόδων υπέρ της εφεσίβλητης. Έτσι, κατόπιν όλων των παραπάνω, στο τελικό μέρος της διαιτητικής απόφασης (σελίδα εικοστή δεύτερη, ενότητα Χ) αναφέρεται ότι: "1. Προσδιορίζεται και ανακοινώνεται ότι ο εναγόμενος, Β. Μ..ς έλαβε διανομή συμβαλλομένου, όπως αυτή ορίζεται στην "Αμερικανική Συμφωνία" της 13ης Μαρτίου 2002, μεταξύ αυτού και της ενάγουσας, Ε.
Μ. Ζ., ύψους δέκα εκατομμυρίων τετρακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων δώδεκα δολαρίων και πενήντα τεσσάρων σεντς ($ 10.488.512,54). 2. Τα τέλη αρχειοθέτησης και τελών υποστήριξης της Αμερικανικής Ένωσης Διαιτησίας... και τα τέλη και έξοδα του Δικαστηρίου... θα καταβληθούν κατά εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) από τον εναγόμενο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) από την ενάγουσα.
Συνεπώς, εντός τριάντα ημερών από τη διαβίβαση της τελικής απόφασης διαιτησίας στους διαδίκους, ο Β. Μ..ς πρέπει να καταβάλει στην Ε. Μ. Ζ. το ποσό των 127.505,42 $... 3. Όλες οι ανταπαιτήσεις απορρίπτονται, επειδή δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. 4. Η παρούσα τελική απόφαση διαιτησίας αποτελεί πλήρη ικανοποίηση για όλες τις αξιώσεις, ανταπαιτήσεις και άμυνες που έχουν υποβληθεί προς επίλυση στην παρούσα διαιτησία.
Όλες οι αξιώσεις και ανταπαιτήσεις που δεν επιδικάζονται ρητά στην παρούσα, απορρίπτονται δια της παρούσης...". Από όλα τα παραπάνω χωρία της διαιτητικής απόφασης αποδεικνύεται ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο επιλήφθηκε συνολικώς της ενώπιον αυτού διαφοράς και αφού εξέτασε όλους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και τα μέσα απόδειξης και άμυνάς τους (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις, πραγματογνωμοσύνες κ.λπ.), αποφάνθηκε αρχικώς αν ο εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα που διοικούσε τις εταιρείες, απέδωσε στην εφεσίβλητη το 50% των εσόδων που εκείνη εδικαιούτο από αυτές και στη συνέχεια το Διαιτητικό Δικαστήριο καθόρισε το ποσό αυτό.
Έτσι, το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέφρασε δικαιοδοτική κρίση, κρίνοντας χωριστά καθεμία από τις αξιώσεις της εφεσίβλητης κατά τους εκκαλούντος από τις εταιρείες, κάνοντας δεκτές ή απορρίπτοντας αυτές, ενώ αποφάνθηκε και επί των αιτημάτων της εφεσίβλητης για καταβολή τόκων, καθώς και δικαστικών εξόδων, τα οποία και προσδιόρισε.
Όλες οι παραπάνω ενέργειες του Διαιτητικού Δικαστηρίου προσιδιάζουν σε ενέργειες δικαιοδοτικού οργάνου και αποτυπώνονται σαφώς στο κείμενο της απόφασής του, όπως αναλύεται παραπάνω. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο τέλος του κειμένου της απόφασης, πριν την ημερομηνία και τις υπογραφές των Διαιτητών, αναφέρεται ότι: "το Δικαστήριο δια του παρόντος πιστοποιεί ότι, για τους σκοπούς του άρθρου 1 της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, η παρούσα τελική απόφαση διαιτησίας ελήφθη...", πιστοποίηση που προφανώς δεν θα είχε περιληφθεί αν η απόφαση δεν ήταν πράξη δικαιοδοτικού οργάνου, αφού τότε δεν θα ήταν δυνατόν δεκτική αναγνώρισης και αντίστοιχα υπαγωγής στο πεδίο εφαρμογής της ΣυμβΝΥ (βλ.
τη δεύτερη μείζονα σκέψη). Όμως, εκτός από το περιεχόμενο της απόφασης, το συμπέρασμα ότι πρόκειται περί διαιτητικής απόφασης ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών ζήτησε στη συνέχεια, με την από 29.8.2014 αίτησή του ενώπιον του Αμερικανικού Περιφερειακού Δικαστηρίου της Νέας Υόρκης (της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης), την ακύρωση της εν λόγω απόφασης, ενώ και η εφεσίβλητη άσκησε την από 30.9.2014 ανταίτηση για την επικύρωση της ίδιας απόφασης και για τα δικαστικά έξοδά της κατά την εκδίκαση της αίτησης αυτής, το δε παραπάνω Δικαστήριο, με την από 31.3.2015 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση του εκκαλούντος και έκανε δεκτή την ανταίτηση της εφεσίβλητης για επικύρωση της απόφασης, αναφέροντας: "...η αίτηση του αιτούντα για ακύρωση της τελεσίδικης απόφασης της επιτροπής διαιτησίας απορρίπτεται, η ανταίτηση της καθ' ης για επικύρωση της διαιτητικής απόφασης γίνεται δεκτή, η ανταίτηση της καθ' ης για τα δικηγορικά έξοδα απορρίπτεται...".
Η άσκηση όμως ένδικων μέσων και βοηθημάτων ενώπιον δικαστηρίου συνάδει μόνον με την προσβολή απόφασης δικαιοδοτικού οργάνου και δεν νοείται κατά αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η διαιτητική πραγματογνωμοσύνη ή κατά πράξης προσδιορισμού μίας αόριστης παροχής από τρίτον (βλ. επίσης τη δεύτερη μείζονα σκέψη).
Σημειώνεται ότι το χαρακτήρα της επίδικης διαιτητικής απόφασης ως δικαιοδοτικού χαρακτήρα είχε υποστηρίξει ο ίδιος ο εκκαλών και στο παρελθόν - έστω και αν η δικονομική συμπεριφορά του δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο ως προς τη νομική αξιολόγηση της εν λόγω απόφασης - αφού αυτός, με τις από 2.9.2014 προτάσεις που είχε προκαταθέσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε αντίκρουση αγωγής της εφεσίβλητης σε βάρος του με δικάσιμο την 25.9.2014, είχε ζητήσει την απόρριψη της αγωγής εκείνης προβάλλοντας, μεταξύ των άλλων, την ύπαρξη δεδικασμένου από την προαναφερόμενη διαιτητική απόφαση (άρθρ. 896 ΚΠολΔ), ενώ επικουρικά είχε υποβάλει αίτημα αναστολής της δίκης εκείνης (άρθρ. 249 ΚΠολΔ) μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της εκκρεμούς τότε αίτησης ακύρωσης κατά της ίδιας διαιτητικής απόφασης.
Κατόπιν των παραπάνω, ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.....". Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο είχε εξουσία δικαιοδοτική, χωρίς να λάβει υπόψη τους προαναφερόμενους προβληθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες νομίμως ενώπιόν του, με την έφεση, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, καθ' όσον ουδεμία σχετική αναφορά γίνεται σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση), καθόσον μεν αφορά στον ισχυρισμό περί έλλειψης διαιτητικής συμφωνίας, στους όρους 1-9 του μεταξύ των διαδίκων από 13-3-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού των ΗΠΑ, που προσδιορίζουν τον αντικείμενο της διαιτητικής "κρίσης", καθόσον δε αφορά στον ισχυρισμό περί υπέρβασης της εξουσίας των διαιτητών, σχετικά με το αν η από 19.3.2014 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου εκδόθηκε εντός των ορίων και της εξουσίας που είχαν αναγνωρίσει στο διαιτητικό δικαστήριο τα μέρη.
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.), παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, οι οποίοι αφορούν στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί. Η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος εκ μέρους του παραβόλου, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5625/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης την πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ