Legislator Case Law & Legislation
635/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding medical device implantation duties.

Case Number 635/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the anonymous company's appeal against the Third Instance Court of Piraeus, which had upheld a labor dispute judgment. The plaintiff, a medical professional, sued for a certificate regarding her duties as a scientific supervisor for implanting pacemakers and defibrillators at the defendant's clinic. The appellate court found the plaintiff's claims substantiated by Ministry of Health decisions and ruled that the company's arguments regarding the scope of her duties and the validity of the certificate were unfounded. Consequently, the Supreme Court dismissed the entire appeal and ordered the company to pay the plaintiff's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 528, 559, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's decision on the merits of a labor dispute regarding professional duties is not subject to retrial unless there is a clear error in the application of law or a violation of procedural rules affecting the outcome.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal medical device implantation scientific supervisor duties Ministry of Health decisions legal costs award procedural error review certificate validity

Cited Legislation

AI generated
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 635 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 635/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ", και το διακριτικό τίτλο "... ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία λειτουργεί το θεραπευτήριο "...". Eκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ν. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μίντζηρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/08/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1662/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 595/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 19/11/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19.11.2018, με αριθμό καταθέσεως 1283/2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην της εφεσίβλητης - αναιρεσείουσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 595/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατόπιν της από 2.5.2017 με αριθμό καταθέσεως 4665/2.5.2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ" και με διακριτικό τίτλο "... ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΑΕ". Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, έγινε δεκτή η έφεση κατ' άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ., εξαφανίστηκε η εκδοθείσα ερήμην της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης με αριθμό 1662/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς , που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν λόγω της ερημοδικίας της ενάγουσας την από 16.8.2016, με αριθμό καταθέσεως 6053/16.8.2016 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσείουσα, στην οποία απασχολήθηκε ως επιστημονικά υπεύθυνη για την εμφύτευση βηματοδοτών - αμφικοιλιακών βηματοδοτών και απινιδωτών, να της χορηγήσει βεβαίωση ως προς τη διάρκεια και τα ανατιθέμενα σ' αυτήν καθήκοντα και αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη - αναιρεσείουσα να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας, με το αναφερόμενο στην απόφαση περιεχόμενο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 598, 564, 566 παρ. 1 και 144 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων το ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τα αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".

Επίσης κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει: Με τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 110 και 115 Κ.Πολ.Δ., εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, μεταξύ των οποίων και εκείνων της ισότητας των όπλων και της εκατέρωθεν ακρόασης των διαδίκων, στο οποίο περιλαμβάνεται και εκείνο της προφορικής ακρόασης αυτών.

Η αρχή της προφορικής ακρόασης, στις περιπτώσεις αντιτιθεμένων συμφερόντων διασφαλίζεται με την παροχή μιας εύλογης ευκαιρίας σε κάθε διάδικο να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να προσκομίσει τις αποδείξεις του, υπό όρους που δεν τον θέτουν σε μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου του, αλλά και την παροχή ευκαιρίας στα μέρη να πληροφορηθούν και να σχολιάσουν τις παρατηρήσεις του αντιδίκου και τις αποδείξεις που προσκόμισε εκείνος.

Μέσω της αρχής αυτής διατηρείται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διαδίκων, ώστε να τους παρέχεται μία εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους, υπό συνθήκες που να μην φέρουν τον ένα διάδικο σε ουσιωδώς μειονεκτική θέση έναντι του άλλου (ΕΔΔΑ D. B. B. κατά Ολλανδίας απόφ. της 27.10.1993, ΕΔΔΑ R. - M. κατά Ισπανίας, απόφ.

της 23.6.1993).

Εξάλλου, τα ως άνω άρθρα δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 2126/2017, ΟλΣτΕ 1958/2015) Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1 και 2 και 528 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή του με τον άριθ. 1 αρθρ.

τρίτο Ν. 4335/2015 και 44 παρ. 2 Ν. 3994/2011 αντίστοιχα, η προφορική συζήτηση ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το Εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνο πληρεξουσίων ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.

Η απαγόρευση της παραστάσεως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 Κ.Πολ.Δ. ισχύει, όχι μόνο για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικο του, ο οποίος κανονικά είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, διότι διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ' αντιδικία συζητήσεως της υποθέσεως (άρθρ. 20 παρ. 2 Συντ), αλλά και επιβάλλεται για να εξασφαλίζεται η ισότητα των όπλων (άρθρ. 110 Κ.Πολ.Δ.) και η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 93/2013, ΑΠ 866/2008).

Κατά το άρθρο 559 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη από την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόστηκαν εσφαλμένα (ΑΠ 467/2017, ΑΠ 1858/2014, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1040/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1662/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η ένδικη αγωγή, λόγω ερημοδικίας της ενάγουσας, συνεπεία της μη εμπρόθεσμης κατάθεσης των προτάσεών της.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα άσκησε την από 2.5.2017 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 1.2.2018. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο η μεν εκκαλούσα - ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο της, η δε εφεσίβλητη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από πληρεξουσία δικηγόρο, η οποία παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε μη κανονική την παράσταση της εφεσίβλητης - εναγομένης, καθόσον επρόκειτο περί εφέσεως κατά αποφάσεως που είχε εκδοθεί ερήμην της εκκαλούσας - ενάγουσας και η από μέρους αυτής άσκηση της εφέσεως θα επέφερε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως άνευ άλλου τινός, με συνέπεια να είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου και με την αιτιολογία αυτή θεώρησε ερήμην δικαζομένη την αναιρεσείουσα - εφεσίβλητη.

Ακολούθως, αφού εφήρμοσε ως προσήκουσα διαδικασία εκείνη των εργατικών διαφορών, προχώρησε στη συζήτηση σαν να ήταν και η αναιρεσείουσα - εφεσίβλητη παρούσα, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν δίκασε παρά τον όρο ερήμην την αναιρεσείουσα - εναγομένη, ως εφεσίβλητη, διότι η τελευταία ενόψει της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, όφειλε για να θεωρηθεί προσηκόντως παριστάμενη στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τον οποίο ήταν υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι να παραστεί με δήλωση αυτού κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., έστω και αν αυτή είχε δικαστεί στον πρώτο βαθμό κατ' αντιμωλία, διότι μόνο έτσι μπορεί να αντικρούσει τους πραγματικούς ισχυρισμούς της αντιδίκου της, που εμφανίστηκε προσηκόντως για πρώτη φορά στο Εφετείο.

Τούτο δε δεν αντίκειται στο εκ των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 20 του Συντάγματος απορρέον δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και της εκατέρωθεν ακροάσεως, διότι οι ως άνω ρυθμίσεις των άρθρων 242 παρ.2, 524 παρ. 2 και 3 και 528 Κ.Πολ.Δ. έχουν ως σκοπό να διευκολύνουν μέσω της προφορικότητας της διαδικασίας, την απευθείας επαφή του δικαστηρίου με τους διαδίκους και την ταχεία διασάφηση των πραγματικών ισχυρισμών τους, δεν δυσχεραίνει δε το δικαίωμα ακρόασης με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στην ουσία του, ενόψει και του ότι αφενός πρόκειται, για τον μη αποκλειόμενο από την ΕΣΔΑ καθορισμό τρόπου εκδικάσεως των υποθέσεων και αφετέρου η εφεσίβλητη είχε την ευχέρεια να αποτρέψει την ερημοδικία της, παριστάμενη μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ή μέσω αυτού.

Επομένως δε στοιχειοθετείται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του συνόλου του νοηματικού περιεχομένου του, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι εσφαλμένως, δίκασε ερήμην την αναιρεσείουσα (βλ.

και ΑΠ 476/2017, ΑΠ 1040/2013, ΑΠ 1368/2008, ΑΠ 11/2016).

Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία των ιδιωτικών κλινικών, καθώς και τα σχετιζόμενα με το προσωπικό και τον εξοπλισμό αυτών θέματα, ρυθμίσθηκαν, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 του νδ της 18/27.10.1925 (Α' 322) και του άρθρου 3 του Α.Ν της 19/20.11.1935 (Α'570), με το β.δ. 451/1962 (Α' 108), το οποίο τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το β.δ. 521/1963 (Α' 145).

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 7 του v. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (Α' 143) απαγορεύθηκε εφεξής η ίδρυση, η επέκταση σε δύναμη κλινών και η μετατροπή ιδιωτικών κλινικών κατά αντικείμενο ή νομική μορφή, οι λειτουργούσες δε μέχρι τότε ιδιωτικές κλινικές εξακολούθησαν να διέπονται από τα ανωτέρω β.δ/τα 451/1962 και 521/1963.

Στη συνέχεια, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (Α' 101) επετράπη εφεξής η ίδρυση, η επέκταση σε δύναμη κλινών και η μετατροπή ιδιωτικών κλινικών κατά αντικείμενο ή νομική μορφή, στη δε διάταξη της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου ορίσθηκε ότι: "Οι προϋποθέσεις, οι όροι, η διαδικασία και κάθε σχετική λεπτομέρεια για την ίδρυση, λειτουργία και μεταβίβαση των ιδιωτικών κλινικών καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην παρ.3.

Με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΚΕΣΥ καθορίζονται οι προδιαγραφές λειτουργίας των ιδιωτικών κλινικών, τα των απαραιτήτων χώρων και του προσωπικού τους καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, ενώ στη διάταξη της παρ. 4 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίσθηκε ότι:

Οι ιδιωτικές κλινικές που ήδη λειτουργούν υποχρεούνται να προσαρμοσθούν σης διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων και των υπουργικών αποφάσεων που θα εκδοθούν εντός προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση τους, της προθεσμίας αυτής δυναμένης να παραταθεί επί ένα εισέτι έτος, με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων".

Κατ' επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 2 του ν. 1892/1990 (βλ. και το άρθρο 18 του ν. 1963/1991 - Α' 138- με το οποίο παρετάθη μέχρι την 31.12.1991 η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή προθεσμία) εκδόθηκε το π.δ.247/1991 "Όροι, προϋποθέσεις και διαδικασία για την ίδρυση, λειτουργία και μεταβίβαση Ιδιωτικών Κλινικών" (Α' 93), το οποίο συμπληρώθηκε με το π.δ. 517/1991 (Α' 202).

Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ν. 2194/1994 (Α' 34), η προβλεπομένη από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 53 του ν. 1892/1990 προθεσμία προσαρμογής των "παλαιών" ιδιωτικών κλινικών που λειτουργούσαν κατά τη δημοσίευση των π.δ/των 247/1991 και 517/1991 παρετάθη μέχρι την 31.12.1994. Με το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του ν. 2345/1995 (Α' 213) αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, οι παρ. 2 και 4 του άρθρου 53 του ν. 1892/1990 ως εξής: "2.

Οι προϋποθέσεις, οι όροι, η διαδικασία και κάθε σχετική λεπτομέρεια για την ίδρυση, λειτουργία και μεταβίβαση των ιδιωτικών κλινικών καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. 3. ... 4. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ορίζονται ειδικές ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό των ιδιωτικών κλινικών που λειτουργούσαν κατά τη δημοσίευση των π.δ/των 247/1991 και 517/1991...

Ειδικότερα, καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις, καθώς και κάθε είδους θέματα που αφορούν τη λειτουργία και τον εκσυγχρονισμό των παραπάνω ιδιωτικών κλινικών, τον εξοπλισμό και το αναγκαίο προσωπικό τους, οι δυνατότητες μετατροπής ή επέκτασης του αντικειμένου τους και οι σχετικές προϋποθέσεις, ο χρόνος προσαρμογής τους στις νέες ρυθμίσεις και οι σχετικές ποινές, σε περίπτωση μη προσαρμογής, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια...".

Κατ' επίκληση των ανωτέρω εξουσιοδοτικών διατάξεων εκδόθηκε το πδ 235/2000 "Ειδικές ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό και τη λειτουργία των ιδιωτικών κλινικών που υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 2345/1999..." (Α' 199), στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι: "1. Οι Ιδιωτικές Κλινικές, οι οποίες λειτουργούσαν πριν από την έναρξη ισχύος των Π.Δ. 247/91...

και 517/91... υποχρεούνται, για να συνεχίσουν να λειτουργούν, να προσαρμοστούν στις διατάξεις του παρόντος, με σκοπό την καλή λειτουργία τους και την κάλυψη των αναγκών νοσηλείας. 2." Στο άρθρο 19 του ανωτέρω π.δ/τος ορίζεται ότι: "1. Οι Ιδιωτικές Κλινικές του παρόντος, πρέπει να πληρούν τις προδιαγραφές του συνημμένου Παραρτήματος, που αναφέρονται στο γενικό λειτουργικό πλαίσιο, τους απαιτουμένους χώρους, τον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και τη σύνθεση του προσωπικού. 2.

Οι Ιδιωτικές Κλινικές, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος ΠΑ, οφείλουν να προσαρμοστούν στις προβλεπόμενες από αυτό και το συνημμένο σε αυτό Παράρτημα ρυθμίσεις, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 6 μηνών, για τα θέματα σύνθεσης του αναγκαίου προσωπικού και 18 μηνών για τον εξοπλισμό και τα λοιπά τεχνικά θέματα, από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διαφορετικά αίρεται αυτοδίκαια η υπάρχουσα άδεια λειτουργίας...".

Η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 19 προθεσμία παρετάθη τελικώς μέχρι την 31.12.2010 βλ. αρ. 26 Ν. 3846/2010).

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 13 ΠΔ 247/1991 Ιδιωτική κλινική, η οποία έχει λάβει σχετική άδεια ίδρυσης είναι απαραίτητο, πριν από την έναρξη λειτουργία της, με οποιονδήποτε τρόπο, να εφοδιασθεί με ειδική άδεια λειτουργίας, η οποία χορηγείται με απόφαση του οικείου Νομάρχη μετά γνώμη της Επιτροπής, του άρθρου 1 του παρόντος, μέσα σε τρίμηνο από την υποβολή της σχετικής αίτησης.

Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 19 του ίδιου ΠΔ για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας απαιτούνται τα παρακάτω δικαιολογητικά... β) Δήλωση με την οποία θα ορίζεται ο Επιστημονικός Διευθυντής της κλινικής και οι υπεύθυνοι των διαφόρων τμημάτων, καθώς και αντίγραφο του ποινικού μητρώου τους. 2. Στην απόφαση χορήγησης άδειας λειτουργίας πρέπει να αναγράφεται ο συνολικός αριθμός των κλινών, τα τμήματα και ο αριθμός των κλινών τους, τα εργαστήρια, οι επιστημονικά υπεύθυνοι και η κατανομή κλινών κατά θέσεις.

Επίσης κατά το άρθρο 25 του ίδιου ΠΔ: 1. Την επιστημονική ευθύνη της ιδιωτικής κλινικής έχει ο επιστημονικός Διευθυντής της, που ορίζεται από τον ιδιοκτήτη ή το νόμιμο εκπρόσωπό του. 2. Την επιστημονική ευθύνη κάθε κλινικής ή τμήματος ή εργαστηρίου αυτής έχει ο Διευθυντής γιατρός της κλινικής ή του τμήματος ή του εργαστηρίου που προτείνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του παρόντος. 3.

Ο οριζόμενος υπεύθυνος Διευθυντής γιατρός κλινικής ή τμήματος ή εργαστηρίου κατά την προηγούμενη παράγραφο απαλλάσσεται από την επιστημονική ευθύνη όταν του κοινοποιηθεί έγγραφο του διοικητικού υπευθύνου της κλινικής ή μετά την πάροδο 30 ημερών από τη σχετική αίτηση απαλλαγής του προς το Διοικητικό υπεύθυνο της κλινικής, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να βρει αντικαταστάτη μέσα σε 20 ημέρες από τη δήλωση εκείνου που αποχωρεί.

Κάθε περίπτωση αντικατάστασης επιστημονικού υπευθύνου, ο διοικητικός υπεύθυνος της κλινικής είναι υποχρεωμένος να την γνωστοποιεί εγκαίρως στην Αρχή που εκδίδει την άδεια λειτουργίας, υποβάλλοντας ταυτόχρονα και τα σχετικά δικαιολογητικά στοιχεία που αφορούν στο νέο επιστημονικό υπεύθυνο για την έκδοση της σχετικής απόφασης...

Κατά δε το άρθρο 26 του ως άνω ΠΔ κάθε Επιστημονικός Διευθυντής Τμήματος ή εργαστηρίου της: α) είναι υπεύθυνος για τη διάγνωση και θεραπεία κατά τους κανόνες της επιστήμης των νοσηλευομένων ασθενών που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, β) κατανέμει την εργασία στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που υπάγεται στη δικαιοδοσίας του, συντονίζει τα της θεραπείας των ασθενών και κανονίζει την εν γένει φαρμακευτική και διαιτητική αγωγή, γίνεται υπεύθυνος για την ορθή σύνταξη και τήρηση των ιατρικών αρχείων και φακέλων των ασθενών, καθώς και για την πληρότητά τους. ...2.

Κάθε Επιστημονικός Διευθυντής Εργαστηρίου: α) είναι υπεύθυνος για την έρευνα και διάγνωση για τις παθήσεις των παραπεμπομένων εσωτερικών ασθενών κατά τους κανόνες της επιστήμης, β) είναι υπεύθυνος για την πλήρη και κανονική τήρηση του βιβλίου εργαστηριακών ευρημάτων, 3) έχει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της κλινικής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.2 ΠΔ 235/2000:... οι υπεύθυνοι των ιδιωτικών κλινικών, υποχρεούνται να προσαρμοστούν στις διατάξεις του παρόντος και να ζητήσουν από τον αρμόδιο Νομάρχη, την έκδοση νέας άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος σε αντικατάσταση εκείνης που είχε χορηγηθεί, με τις διατάξεις των ΒΔ 451/62 και 521/63.

Κατά δε το άρθρο 13 του ως άνω ΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 ΠΔ 198/2007, 1. την επιστημονική ευθύνη της ιδιωτικής κλινικής έχει ο επιστημονικός Διευθυντής ο οποίος ορίζεται από τον Διοικητικό Διευθυντή της Ιδιωτικής Κλινικής. 2. Την επιστημονική ευθύνη κάθε τμήματος και εργαστηρίου έχει ειδικευμένος γιατρός αντίστοιχης ειδικότητας, ο οποίος ορίζεται από τον διοικητικό Διευθυντή της κλινικής με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 14 του παρόντος. 3.

Με απόφαση του Διοικητικού Διευθυντή της κλινικής, είναι δυνατό να ορίζεται ως επιστημονικός διευθυντής και ένας εκ των επιστημονικών Υπευθύνων των τμημάτων και εργαστηρίων της κλινικής. 4..., 5..., 6. Οριζόμενος Επιστημονικός Διευθυντής της κλινικής και οι επιστημονικοί Υπεύθυνοι των τμημάτων και εργαστηρίων απαλλάσσονται από τα καθήκοντά τους, είτε με αίτησή τους, η οποία υποβάλλεται εξήντα (60) μέρες τουλάχιστον πριν από τη δηλούμενη από αυτούς ημερομηνία αποχώρησής τους, από την ιδιωτική κλινική, είτε μετά από καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις εργατικού δικαίου και τις σχετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση αντικαταστάτης του Επιστημονικού Διευθυντή της Κλινικής ή των Επιστημονικών Υπευθύνων των Τμημάτων και Εργαστηρίων της Κλινικής ο Διοικητικός Διευθυντής της κλινικής είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί αυτήν αμέσως στην Αρχή που εκδίδει την άδεια λειτουργίας, υποβάλλοντας ταυτόχρονα και τα σχετικά δικαιολογητικά στοιχεία που αφορούν στον νέο Επιστημονικό Διευθυντή ή Υπεύθυνο για την έκδοση της σχετικής απόφασης.

Η αντικατάσταση κοινοποιείται και στον αρμόδιο κατά τόπο Ιατρικό Σύλλογο. Σε περίπτωση μη αντικατάστασης, διακόπτεται η λειτουργία του τμήματος. Ακολούθως, στο άρθρο 19 του ίδιου Πδ/τος 235/2000,όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του πδ/τος 198/2007 ορίζεται ότι "Σχετικά με τις υποχρεώσεις του Επιστημονικού Διευθυντή των Ιδιωτικών Κλινικών και των Επιστημονικών Υπευθύνων των τμημάτων και των Μονάδων..., εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 26, 27, 28, 29, 30 και 31 του π.δ. 247/1991".

Από το συνδυασμό όλων των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι η οικεία Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, η οποία είναι αρμόδια για τη χορήγηση αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας ιδιωτικής κλινικής και στην οποία γνωστοποιείται κάθε περίπτωση αντικαταστάσεως επιστημονικού υπεύθυνου τμήματος κλινικής έχει κατά τις σχετικές διατάξεις και την αρμοδιότητα να εγκρίνει ή μη τον ορισμό νέων επιστημονικών υπευθύνων, κατόπιν ελέγχου της συνδρομής στο πρόσωπό τους των κατά νόμο απαιτουμένων προσόντων, καθώς επίσης και να διαπιστώνει την συνδρομή λόγων που οδηγούν σε έκπτωση από την ως άνω θέση, λόγω μεταγενέστερης εκλείψεως των νομίμων προϋποθέσεων (ΣτΕ 2088/2008).

Περαιτέρω, στην ΥΑ 84050/18.6.2009 (ΦΕΚ Β Φυλ.1295/30.6.2009), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 53 του Ν. 2071/1992 (ΦΕΚ 123/τ.Α) "εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας", με την οποία ρυθμίστηκε η εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε όλα τα νοσηλευτικά Ιδρύματα οποιασδήποτε νομικής μορφής, ανεξάρτητα από το φορέα στον οποίο ανήκουν, καθορίστηκαν οι όροι και προϋποθέσεις λειτουργίας Κέντρων εμφύτευσης Απινιδωτών σε Νοσοκομεία και ιδιωτικές Κλινικές.

Σύμφωνα με την άνω απόφαση ... Β) Η τοποθέτηση μόνιμου βηματοδότη μπορεί να γίνεται σε Νοσοκομεία ή ιδιωτικές κλινικές από καρδιολόγους και καρδιοχειρουργούς με ειδική εκπαίδευση και εμπειρία σε ειδικούς χώρους και με ειδικούς όρους και προϋποθέσεις που είναι: α) προδιαγραφές απαραίτητων χώρων εξοπλισμού: 1.

Να διαθέτει Μονάδα εντατικής θεραπείας καρδιοπαθών, 2. Ν διαθέτει ηχοκαρδιογραφικό εργαστήριο 3. Να έχει τη δυνατότητα 24ωρης ηλεκτροκαρδιογραφικής καταγραφής (HOLDER) 4. Να υποστηρίζεται από Κέντρο Αιμοδοσίας. 5. Να διαθέτει Αναισθησιολογικό Τμήμα. 6 Να διαθέτει χειρουργικό τμήμα 7. Να διαθέτει ή να καλύπτεται από Νοσοκομείο με θωρακοχειρουργό σε απόσταση μικρότερη των 50 χιλιομέτρων. 8 Να εξυπηρετεί υγειονομική περιπέτεια ή πληθυσμός 100.000 κατοίκων... 9.

Ο χώρος βηματοδότησης να είναι άσηπτος... 10. Να έχει ακτινοπροστασία... 11. Να διαθέτει ακτινοσκοπικό μηχάνημα με προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης... 12. Να διαθέτει εξοπλισμό καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης, β) Απαραίτητο προσωπικό. Να διαθέτει δύο (2) τουλάχιστον εμφυτευτές γιατρούς με τεκμηριωμένη εμπειρία στην τοποθέτηση βηματοδοτών μετά τη λήψη ειδικότητος.

Γ) τοποθέτηση Απινιδωτών - Αμφικοιλιακών Βηματοδοτών. Το νοσοκομείο ή ιδιωτική κλινική να διαθέτει εκτός των αναφερομένων στα της τοποθέτησης μόνιμων βηματοδοτών (Β) και: 1. Εξοπλισμό Ηλεκτροφυσιολογικού εργαστηρίου με δυνατότητα καταγραφής ΗΚΓφήματος επιφανείας και ταυτόχρονα ενδοκαρδιακών ηλεκτρογραμμάτων και σύστημα προγραμματισμένης εξωτερικής βηματοδότησης (stimulator) για τη διεξαγωγή ηλεκτροφυσιο-λογικών μελετών 2.

Ειδικευμένους ιατρούς που να έχουν:..., Δ) Απινιδωτών: 1. Να τηρούν λεπτομερή μητρώα που θα καταγράφονται οι ασθενείς στους οποίους διενεργήθηκαν οι επεμβάσεις 2. Να διατηρούν μητρώα παρακολούθησης των ασθενών. Ε) Διαδικασία αδειοδότησης. 1. Τα νοσοκομεία υποβάλλουν τις αιτήσεις τους διαμέσου των υγειονομικών περιφερειών - (Υ.ΠΕ) με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά στην αρμόδια υπηρεσία (Διεύθυνση Ανάπτυξης Μονάδων Υγείας).

Ακολούθως διαβιβάζονται στη Διεύθυνση Γραμματείας ΚΕΣΥ, όπου και εξετάζονται από την ειδική επιτροπή του ΚΕΣΥ για την αξιολόγηση των βηματοδοτικών - Απινιδωτικών Κέντρων, η οποία θα έχει τη δυνατότητα να προτείνει, τη συνέχιση λειτουργίας ή άρσης της άδειας, λειτουργίας των αξιολογούμενων κέντρων, κατόπιν λεπτομερούς έρευνας, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και πληθυσμιακές και γεωγραφικές παραμέτρους που λειτουργεί το κέντρο.

Ακολούθως θα εισηγείται στη Διεύθυνση Ανάπτυξης Μονάδων Υγείας την έκδοση άδειας προκειμένου να εκδοθεί η σχετική υπουργική απόφαση αναγνώρισης κέντρων κατάλληλων για την εμφύτευση βηματοδοτών - Απινιδωτών ή θα εισηγείται διακοπή της λειτουργίας τους. 2. Οι ιδιωτικές κλινικές υποβάλλουν τις αιτήσεις τους απευθείας στη Διεύθυνση Ανάπτυξης Μονάδων Υγείας και ακολουθείται η προαναφερόμενη διαδικασία ΣΤ.

Η λειτουργία του Βηματοδοτικού - Απινιδωτικού Κέντρου διακόπτεται όταν: 1. Απουσιάζουν οι ιατροί στους οποίους δόθηκε η άδεια ή δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις λειτουργίας τους, όπως βλάβες μηχανημάτων κλπ (προσωρινή διακοπή), 2. σταματήσουν οι προϋποθέσεις λειτουργίας του βηματοδοτικού κέντρου, όπως η μετάθεση, απόλυση του (των) ιατρού (ών) βηματοδότησης και θα πρέπει να κατατεθεί πιστοποιητικό εμπειρίας άλλου (ων) ιατρού (ων) για συνέχιση της άδειας τοποθέτησης βηματοδοτών 3...

Η διακοπή λειτουργίας του βηματοδοτικού Κέντρου πρέπει να γνωστοποιείται στην Επιτροπή Βηματοδοτών του ΚΕΣΥ, μέσω της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Μονάδων - Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Σύμφωνα με το άρθρο 678 ΑΚ "κατά τη λήξη της σύμβασης ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του "Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει τεθεί προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εργαζομένου, προκειμένου, στη συνέχεια, ήτοι μετά τη λήξη, με οποιονδήποτε τρόπο, της εργασιακής του σχέσης, να διευκολυνθεί στην ανεύρεση εργασίας αλλού και, γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά, σε συνδυασμό με την διατρέχουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της εύνοιας προς τον εργαζόμενο, προκύπτει ότι η γέννηση της υποχρεώσεως αυτής του εργοδότη, προς παροχή πιστοποιητικού εργασίας, δεν εξαρτάται από το κύρος της εργασιακής συμβάσεως. Επομένως σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως (όταν πχ δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις πρόσληψης κλπ), υπάρχει τέτοια υποχρέωση του εργοδότη και αν αυτός αρνείται, ο εργαζόμενος, δικαιούται να προσφύγει δικαστικώς και να ζητήσει την παροχή πιστοποιητικού εργασίας. Το "είδος" εξάλλου της εργασίας που αναφέρεται στο νόμο, για το οποίο ο εργοδότης υποχρεούται να παράσχει βεβαίωση, δεν αναφέρεται στον νομικό προσδιορισμό της εργασιακής σχέσης, αλλά στο αντικείμενο της εργασίας, την οποία ο εργαζόμενος παρείχε.

Συνεπώς, για την επίκληση εφαρμογής της άνω διατάξεως του άρθρου 678 ΑΚ, αρκεί η ύπαρξη πραγματικής σχέσης εργασίας. Αντίθετη άποψη, θα αδικούσε τον εργαζόμενο, καθώς ο εργοδότης, που κατήρτισε την άκυρη σύμβαση και οπωσδήποτε ωφελήθηκε από την εργασία του μισθωτού, στερεί έτσι τον εργαζόμενο από τη δυνατότητα να αποδείξει στο νέο εργοδότη την προϋπηρεσία του και την εμπειρία, που απέκτησε εξαιτίας της απασχόλησής του στον κλάδο στον οποίο απασχολείται (ΑΠ 667/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα , η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με σφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016).

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά του στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό τον διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας,έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1212/2019, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 1190/2019, ΑΠ 93/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα: "... Η ενάγουσα είναι Ιατρός, ειδικευμένη Καρδιολόγος, με εξειδίκευση στην ηλεκτροφυσιολογία. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ & ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΦΟΡΕΩΝ.

ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ", που εδρεύει στον Πειραιά, οδός ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, εκμεταλλεύεται και λειτουργεί, μεταξύ άλλων, το "θεραπευτήριο ...", στις εγκαταστάσεις στον Πειραιά (...). Από το μήνα δε Μάιο του έτους 2009 η ενάγουσα είχε συνεργασία με το ως άνω θεραπευτήριο της εναγομένης. Όπως προκύπτει, όμως, ιδίως από τη με αριθμ.

Υ4ε/οικ 39932/14.4.2012 απόφαση ταυ Υπουργείου Υγείας, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 1404/30.4.12, σε συνδυασμό με τη με αριθμ. Α3α/οικ 33518/17.5.2015 απόφαση του Υπουργείου Υγείας (Φ.ΕΚ. B' 957/28.5.2015), η ενάγουσα ορίστηκε από την εναγομένη, μετά από συμφωνία τους, κατά το χρονικό διάστημα από 30/04/2012 έως και 14/10/2015 (οπότε και παραιτήθηκε), ως "Επιστημονικά Υπεύθυνη" για την εμφύτευση Βηματοδοτών - Αμφικοιλιακών Βηματοδοτών - Απινιδωτών στο ως άνω θεραπευτήριο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αρνείται να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας περί των ανατεθειμένων σε αυτήν καθηκόντων και της διάρκειας αυτών στην ως άνω ιδιωτική κλινική, αν και η τελευταία το είχε ζητήσει από την εναγομένη, μετά τη λύση της εργασιακής τους σχέσης, καθώς της χορήγησε την από 19/10/2015 βεβαίωση, η οποία, όμως, δεν είχε ακριβές περιεχόμενο σχετικά με τ' ανατιθέμενα σε αυτήν ως άνω καθήκοντα.

Ειδικότερα, στη βεβαίωση που χορήγησε η εναγομένη στην ενάγουσα, κατόπιν αιτήσεώς της, μεταξύ άλλων, η εναγομένη αναφέρει ότι "..:Κατά το χρονικό διάστημα από 30/04/2012 έως και 14/10/2015 είχατε ορισθεί από τη κλινική μας ως μία εκ των συνεργατών ιατρών - εμφυτευτών με τεκμηριωμένη εμπειρία στην τοποθέτηση βηματοδοτών...".

Η υποχρέωση της εναγομένης, όμως, για τη χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας με ακριβές περιεχόμενο, σχετικά με τα ανατιθέμενα στην ενάγουσα καθήκοντα και τη διάρκεια αυτών, απορρέει από το καθήκον της για πρόνοια και πίστη απέναντι στην ενάγουσα, η οποία έχει προς τούτο έννομο συμφέρον....

Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να παράσχει στην ενάγουσα το κατά το άρθρο 678 Α.Κ. πιστοποιητικό εργασίας και ειδικότερα, να υποχρεωθεί στην έκδοση βεβαίωσης, στην οποία θ' αναφέρεται ότι η ενάγουσα είχε οριστεί από την εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από 30/04/2012 έως και 14/10/2015, ως "Επιστημονικά Υπεύθυνη" για την εμφύτευση Βηματοδοτών - Αμφικοιλιακών Βηματοδοτών - Απινιδωτών στο "Θεραπευτήριο ...", στις εγκαταστάσεις στον Πειραιά (...) της ιδιωτικής κλινικής της εναγομένης...".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 53 Ν. 1892/1990, του κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντος ΠΔ 247/1991, όπως συμπληρώθηκε με το π.δ. 517/1997 και την ΥΑ 84050/18.6.2009 (ΦΕΚ 1295/30.6.2003), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου, σχετικά με το περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, ως επιστημονικά υπεύθυνης για την εμφύτευση βηματοδοτών - Αμφικοιλιακών Βηματοδοτών - Απινιδωτών, στο Θεραπευτήριο εκμεταλλεύσεως της εναγομένης - αναιρεσείουσας για το χρονικό διάστημα από 30.4.2012 μέχρι και 19.10.2015, με την αναφορά στις προαναφερθείσες Υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν στην συνέχεια, και την εντεύθεν υποχρέωση της εναγομένης - αναιρεσείουσας για χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας με ακριβές περιεχόμενο, σχετικά με τα ανατιθέμενα σ' αυτήν καθήκοντα και τη διάρκεια αυτών, αρκούσαν για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διατεινόμενη: α) ότι η ΥΑ 8450/18.6.2009 δεν προβλέπει την ύπαρξη και τον ορισμό επιστημονικού υπεύθυνου για την ίδρυση και λειτουργία κέντρου εμφύτευσης βηματοδοτών και απινιδοτών, β) ότι το βηματοδοτικό κέντρο πρέπει να είναι τμήμα του νοσοκομείου, οπότε ως αυτοτελές τμήμα πρέπει να έχει επιστημονικό διευθυντή, γ) η υπουργική απόφαση στερείται νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, από την ΥΑ84050 για το διορισμό από τον Υπουργό επιστημονικά υπεύθυνου στο εν λόγω κέντρο και δ) δεν είχε εγκριθεί ο διορισμός της από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, είναι αβάσιμος.

Τούτο διότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου αυτή προσελήφθη δυνάμει συμβάσεως που κατήρτισε με την εναγομένη ως επιστημονικά υπεύθυνη και σύμφωνα με όσα αναφέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η μη τήρηση των προβλεπομένων από το νόμο όρων και προϋποθέσεων για το κύρος της συμβάσεως "εργασίας της, δεν επιδρά στην υποχρέωση της εναγομένης αναιρεσείουσας εργοδότριάς της διά χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας, το οποίο παρέχεται όχι μόνο επί εγκύρου, αλλά επί ακύρου για οποιονδήποτε λόγο συμβάσεως και πιστοποιεί άσχετα με το νομικό χαρακτηρισμό την πραγματική σχέση εργασίας, που συνδέει τα διάδικα μέρη.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου διέλαβε πλήρη, εμπεριστατωμένη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς την πράγματι ανατεθείσα και παρεχόμενη από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη εργασία και το χρονικό διάστημα αυτής, αφού δέχθηκε ότι προσελήφθη από την εναγομένη - αναιρεσείουσα ως επιστημονικά υπεύθυνη για την εμφύτευση βηματοδοτών - αμφικοιλιακών - Απινιδωτών στο θεραπευτήριο εκμετάλλευσής της για το χρονικό διάστημα από 30.4.2012 έως και 14.10.2015, αναφέρει δε και με αριθ.

Υ4ε/οικ. 39932/14.4.2012 και Α3α/οικ. 33518/17.5.2015 αποφάσεις του Υπουργείου Υγείας. Από τις υπουργικές αυτές αποφάσεις που έχουν ισχύ νόμου, προκύπτει ότι εγκρίθηκε η καταλληλότητα του άνω θεραπευτηρίου ως Κέντρου Εμφύτευσης Βηματοδοτών - Αμφικοιλιακών Βηματοδοτών - Απινιδωτών με Επιστημονικά υπεύθυνους την ενάγουσα και την Μ.

Θ.. Δεν ήταν απαραίτητο δε να αναφέρει ότι το προαναφερόμενο κέντρο αποτελεί αυτοτελές τμήμα του θεραπευτηρίου, διότι κατά τα προαναφερόμενα για τη χορήγηση του πιστοποιητικών αρκεί η πράγματι παρεχόμενη εργασία, αλλά και διότι η ίδρυση αυτοτελούς τμήματος δεν αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη επιστημονικά υπεύθυνου, καθόσον το ΠΔ 247/1991 και 235/2000 προβλέπουν τέτοιους υπευθύνους διαζευκτικά είτε για κάθε κλινική, είτε για το τμήμα είτε για το εργαστήριο, που διαθέτουν.

Τέτοιο δε εργαστήριο διαθέτουν άλλωστε κατά την 84050/30.6.2009 Υπουργική απόφαση τα Κέντρα Εμφύτευσης βηματοδοτών και Εμφύτευσης Απινιδωτών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι δεν την συνέδεε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ότι εσφαλμένα αναγράφηκε ως επιστημονικά υπεύθυνη στις προαναφερόμενες Υπουργικές αποφάσεις και ότι δεν αναγραφόταν ως επιστημονική υπεύθυνη στην άδεια λειτουργίας της κλινικής πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.11.2018 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ" και με διακριτικό τίτλο "... ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΑΕ", για αναίρεση της υπ'αριθ. 595/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ