Supreme Court dismisses appeal on rent arrears, upholding lower court's factual findings and legal application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Thessaloniki's decision rejecting a rent arrears claim. The appellant argued that the lower court erred in applying civil code provisions regarding lease renewal and minority shareholder consent, while the respondent maintained the court correctly evaluated the evidence. The court ruled that the lower court properly assessed the facts and applied the law without violating substantive legal provisions, thus rejecting the appeal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 574, 436, 361, 111 of the Civil Code; The appellate court's review of a final judgment on rent disputes is limited to checking for violation of substantive law, and if the lower court correctly evaluated evidence and applied legal rules, the appeal must be dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 635 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 635/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. συζ. Δ. Β., θυγ. Γ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Αναστασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καρκάλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25095/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 415/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10-6-2011 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 302/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 847/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 8-2-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 847/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. Κ.Πολ.Δ., αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.
Η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2009 αγωγή της, που άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε κατά τα ειδικότερα σ' αυτή (αγωγή) εκτιθέμενα, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) μισθωτής να της καταβάλει το ποσό των 3.112 ευρώ, νομιμότοκα, ως διαφορά μισθώματος του καταβληθέντος από αυτόν και καταβλητέου μισθώματος, συνεπεία αναπροσαρμογής του για το μίσθιο επίκοινο ακίνητο (ξενοδοχείο).
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 25095/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε αυτή, ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της προαναφερομένης αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση (αριθμ. καταθ. …/8-10-2009) και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 415/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε (τυπικά και ουσιαστικά) την έφεση της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 179/2011 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 302/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο εφετείο, για εκδίκαση, με άλλη σύνθεση. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο εισήχθη, νομίμως, η υπόθεση, με κλήση του εφεσιβλήτου - εναγομένου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 847/2015 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ.
καταθ. .../2009 έφεση της ενάγουσας. Ήδη η τελευταία άσκησε κατά της προαναφερομένης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την κρινόμενη (με αριθμ. καταθ. …/2015) αίτηση αναίρεσης. Η αναίρεση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί για το κοινό αντικείμενο ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης. Η πλειοψηφία λαμβάνεται κατά το μέγεθος των μερίδων. Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία τείνει στη διατήρηση ή άρση των συνεπειών της μισθώσεως, όπως η παράταση, η ανανέωση - αναμίσθωση ή η τροποποίηση της συμβάσεως μισθώσεως ή καταγγελία αυτής.
Η απόφαση της πλειοψηφίας που λήφθηκε μέσα στα πλαίσια του άρθρου 789 ΑΚ δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει και εξουσία αντιπροσωπεύσεως και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφισαν (ΑΠ 665/2008, 1259/2007, 255/2000).
Όπως προαναφέρθηκε πράξεις τακτικής διοικήσεως και διαχειρίσεως του κοινού πράγματος αποτελούν, μεταξύ άλλων, η εκμίσθωση του πράγματος, η παράταση της διάρκειας λήγουσας ή λήξασας μισθώσεως και η ανανέωση αυτής, ουσιώδες δε στοιχείο κατά νόμο της συμβάσεως μισθώσεως εκτός από τη χρήση και τη διάρκεια είναι και ο καθορισμός μισθώματος.
Επομένως αποτελεί πράξη τακτικής διοικήσεως και διαχειρίσεως τόσο η αρχική σύναψη της μισθώσεως όσο και η παράταση ή ανανέωση αυτής που περιλαμβάνει και καθορισμό μισθώματος, ίσου ή μικρότερου ή υψηλότερου, σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο που καταρτίζεται εγκύρως στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 789 του Α.Κ.
από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών όχι μόνο για νέα χρονική διάρκεια της μισθώσεως, αλλά και για το καταβλητέο μίσθωμα (μικρότερο ή υψηλότερο σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο). Δηλαδή η πράξη διοικήσεως - διαχειρίσεως, για την οποία απαιτείται πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, περιλαμβάνει τόσο την νέα διάρκεια της μισθώσεως όσο και το νέο μίσθωμα.
Επομένως η νέα μίσθωση, με την έννοια της αναμισθώσεως στο πλαίσιο εφαρμογής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρα 436, 361 ΑΚ), εφόσον επιτρεπτώς συνάπτεται από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, δεσμεύει την μειοψηφία τόσο ως προς την διάρκεια όσο και ως προς το ύψος του μισθώματος και όχι μόνο ως προς το πρώτο υπό την έννοια ότι η μειοψηφία των μισθωτών δεν θα δικαιούται να αξιώσει για τη μερίδα της το τυχόν αυξημένο μίσθωμα που καταβαλλόταν πριν από την παράταση ή την ανανέωση της μισθώσεως.
Εξάλλου, το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, μεταβαλλόμενης ως προς το ύψος του μισθώματος από της ασκήσεως της αγωγής. Όμως, το δικαίωμα τούτο δεν είναι αδιαίρετο κατά την κτήση ή την άσκησή του, αφού μάλιστα η χρηματική παροχή του μισθώματος έχει διαιρετό αντικείμενο.
Συνεπώς, κατά την κρατήσασα στη νομολογία άποψη σε περίπτωση υπάρξεως περισσότερων εκμισθωτών, καθένας, από αυτούς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 480 ΑΚ, δικαιούται να ζητήσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στο ποσοστό που αντιστοιχεί στην ιδανική του μερίδα επί του κοινού μίσθιου πράγματος (ΑΠ 1746/2006, 871/2003, αντιθ.
ΑΠ 1020/2003) και σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας για τον καθορισμό του μισθώματος μεταξύ του μισθωτή και της πλειοψηφίας των εκμισθωτών, η τελευταία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκπροσωπεί και τον εκμισθωτή που δεν συμμετείχε στη συμφωνία. Τα προαναφερθέντα όμως ισχύουν κατά την εξέλιξη και λειτουργία της συμβάσεως μισθώσεως μέσα στα νόμιμα όρια που ορίζονται από το π.δ. 34/1995 για τις εμπορικές μισθώσεις αναγκαστικά, και με την προϋπόθεση αναπροσαρμογής στο ίδιο χρονικό διάστημα που ορίζονται από την ίδια ειδική νομοθεσία αλλά και τον ΑΚ (288, 388 ΑΚ), και δεν αφορούν την κατάρτιση νέας συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως με την έννοια και της αναμισθώσεως ή ανανεώσεως, η οποία κατά τα προαναφερθέντα αποτελεί πράξη τακτικής διαχειρίσεως καταρτιζόμενη εγκύρως επί κοινωνίας συνεκμισθωτών από την πλειοψηφία τους, η οποία δεσμεύει και τους μειοψηφίσαντες, χωρίς η νέα αυτή συμφωνία σε σχέση με τον καθορισμό του μισθώματος για τη λειτουργία και εξέλιξή της στο μέλλον να ενέχει την έννοια της αναπροσαρμογής μεμονωμένα του μισθώματος που ίσχυε μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της προηγούμενης μίσθωσης.
Τέλος κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999 (άρθρ. 5 παρ. 1 π.δ., 34/1995), η εμπορική μίσθωση ισχύει για 12 χρόνια ανεξάρτητα από τη θέληση των συμβληθέντων, η δε συνομολόγηση της εμπορικής μίσθωσης για μικρότερο από το νόμο ή για αόριστο χρόνο, ισχύει από το νόμο για τη νόμιμη διάρκεια των 12 χρόνων ανεξάρτητα αν οι συμβαλλόμενοι την ήθελαν ή όχι (ΑΠ 1745/2007).
Η επαγγελματική μίσθωση μπορεί να αναμισθωθεί (ανανεωθεί) κατά τη λήξη της, ως νέα όμως επαγγελματική μίσθωση έχει τη διάρκεια που έχει κάθε επαγγελματική μίσθωση αφού με τη ρύθμιση του πιο πάνω π.δ./τος οι εμπορικές μισθώσεις είναι ορισμένου χρόνου με καθορισμένη διάρκεια. Στο πλαίσιο δε της πιο πάνω καταρτιζομένης ανανεώσεως - αναμισθώσεως οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να συμφωνήσουν νέους όρους σε σχέση με τη λήξασα μίσθωση που αφορούν το καταβαλλόμενο μίσθωμα, χωρίς όπως προαναφέρθηκε η επί μέρους αυτή συμφωνία για το νέο μίσθωμα της νέας λόγω ανανεώσεως μισθώσεως να αποτελεί αναπροσαρμογή του μισθώματος που ίσχυε μέχρι τη λήξη της προηγούμενης μίσθωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα είναι συγκύρια σε ποσοστό 33,33% μιας τριώροφης οικοδομής επί της οδού ... στην …. Συγκύριοι στην οικοδομή αυτή είναι ο Γ. Τ. (εναγόμενος) σε ποσοστό 11,1112%, ο Κ. Τ. σε ποσοστό 11,1112%, ο Α.
Τ. σε ποσοστό 11,1112%, ο Γ. Α. σε ποσοστό 8,33325%, ο Ι. Α. σε ποσοστό 8,33325%, και η Β. Α. σε ποσοστό 16,66665%. Με το από 9.1.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό ο εναγόμενος και οι άλλοι συγκύριοι της οικοδομής σύναψαν σύμβαση μισθώσεως με μισθωτή τον εναγόμενο, ο οποίος θα εκμεταλλευόταν το μίσθιο ως ξενοδοχείο Γ' τάξης 24 δωματίων και 45 κλινών.
Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για εννέα χρόνια, μέχρι τις 31.12.2005 με τη δυνατότητα να παραταθεί για τρία ακόμη χρόνια, μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας. Περαιτέρω παράταση της μισθώσεως μπορούσε να γίνει μόνο εγγράφως έξι μήνες πριν από τη λήξη της δωδεκαετίας. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε σε 1.300.000 δραχμές, πλέον του χαρτοσήμου από 3,6%, με τη συμφωνία να αναπροσαρμόζεται κατά 10% ετησίως.
Ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε στο μίσθιο, το οποίο κατέχει έως σήμερα, λειτουργώντας το ως ξενοδοχείο, καθώς η μίσθωση παρατάθηκε προφορικά τον Οκτώβριο του 2006 έως τις 31.12.2008, η ετήσια όμως αύξηση του μισθώματος ορίστηκε σε 4%. Η παράταση αυτή έγινε προφορικά. Τον Οκτώβριο του 2008 (ενόψει προφανώς της συμπληρώσεως δωδεκαετούς διάρκειας συνολικά εκείνης της μίσθωσης) οι εκμισθωτές, πλην της ενάγουσας, υπέγραψαν με τον εναγόμενο νέο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ανανέωσαν τη μίσθωση έως τις 31.12.2020 (δηλαδή για μια ακόμη δωδεκαετία) και όρισαν μηνιαίο μίσθωμα από 1.1.2009 το ποσό των 12.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά 3% ετησίως.
Συμφώνησαν δηλαδή σε αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος και μάλιστα σε μείωση αυτού, καθώς με τις ετήσιες αυξήσεις το μίσθωμα ανερχόταν στις 31.12.2008 σε 15.870 ευρώ, η αναλογία δε που αντιστοιχούσε έως τότε στο ιδανικό μερίδιο της ενάγουσας ανερχόταν σε 5.290 ευρώ, ενώ, μετά την ανωτέρω μείωση, η αναλογία που αντιστοιχούσε στο ιδανικό μερίδιο της ενάγουσας ανέρχονταν σε (12.000 χ 1/3) 4.000 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου (από 3,6%), ποσού 144 ευρώ, και, συνολικά στο ποσό των 4.144 ευρώ.
Η ανωτέρω συμφωνία των λοιπών εκμισθωτών, που εκπροσωπούν το 55,56% των μερίδων και συνεπώς έχουν την πλειοψηφία, να ανανεώσουν τη μίσθωση, ενόψει λήξεως της υποχρεωτικής δωδεκαετούς διάρκειας της αρχικής μισθώσεως, με νέα μίσθωση, δωδεκαετούς, επίσης, διάρκειας, και με νέο μειωμένο μίσθωμα, αναπροσαρμοζόμενο, κατά συμβατική ρήτρα, κατά διαφορετικό τρόπο από εκείνο της λήξασας προγενέστερης μίσθωσης, δεσμεύει και τη μη συναινέσασα στην ίδια σύμβαση ενάγουσα κοινωνό, που δεν συγκέντρωνε στο πρόσωπό της μερίδα πλειοψηφίας, τόσο, ως προς την ανανέωση, όσο και, ως προς τον καθορισμό του ύψους του νέου μισθώματος, διότι η ανωτέρω συμφωνία αποτελεί πράξη τακτικής διαχειρίσεως, καταρτιζόμενη εγκύρως επί κοινωνίας συνεκμισθωτών από την πλειοψηφία τους, χωρίς η νέα αυτή συμφωνία, σε σχέση με τον καθορισμό του μισθώματος για τη λειτουργία και εξέλιξή της στο μέλλον, να ενέχει την έννοια της αναπροσαρμογής μεμονωμένα του μισθώματος που ίσχυε μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της προηγούμενης σύμβασης, όπως κρίθηκε και με την ανωτέρω 302/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ενόψει, λοιπόν, του γεγονότος, ότι ο εναγόμενος της κατέβαλε, για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2009, το αναλογούν στη μερίδα της μηνιαίο μίσθωμα, ποσού 4.144 ευρώ η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη". Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ως άνω νομικές σκέψεις και παραδοχές τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 25095/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την αγωγή, με άλλη, όμως, αιτιολογία, την οποία αντικατέστησε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 436, 361, 111 του ΑΚ, 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 34/1995 όπως αντικ.
από το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 2741/1999, καθόσον κατά τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, για την κατάρτιση εκ μέρους της πλειοψηφίας των κοινωνών εκμισθωτών της ένδικης μίσθωσης, με τον αναιρεσίβλητο μισθωτή ενόψει λήξεως της υποχρεωτικής δωδεκαετούς επίσης διάρκειας της αρχικής μισθώσεως νέας συμφωνίας ανανεώσεως-αναμισθώσεως δωδεκαετούς επίσης διάρκειας με νέο μειωμένο μίσθωμα, δεσμεύει και τη μη συναινέσασα στην ίδια σύμβαση ενάγουσα κοινωνό που δεν συγκέντρωνε στο πρόσωπό της τη μερίδα της πλειοψηφίας.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όμοια, το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές, δεν δέχθηκε "πράγματα" που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη. Αντίθετα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αξιολόγησε όλο το αποδεικτικό υλικό (μάρτυρες - έγγραφα) κατά τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, εμπεριεχομένη στην προσβαλλόμενη απόφασή του.
Συνεπώς οι εκ των αριθμ. 8 και 10 του άρθρου 559 λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. κατάθεσης .../2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2015 και υπ' αυξ. αριθμ. καταθ. .../2015 αίτηση της Χ. συζ. Δ. Β. για αναίρεση της 847/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ