Legislator Case Law & Legislation
635/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case where lower court properly considered all evidence.

Case Number 635/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a final judgment in a traffic accident liability case. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents and misquoted the accident report, but the court found these arguments baseless. The court ruled that the lower court had already taken the relevant documents into account and that the appellant's claims of distortion were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of the General Provisions of 1911, Articles 297-300 and 330 paragraph 2 of the Civil Code; The Supreme Court holds that in traffic accident cases, liability requires fault, damage, and causation, and appeals based on alleged non-consideration of documents are inadmissible if the lower court explicitly referenced them in its decision.

Keywords

AI generated
traffic accident liability fault and causation appeal dismissal omission of evidence misrepresentation of documents civil procedure Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 10 of the General Provisions of 1911
Articles 297 to 300 of the Civil Code
Article 330 paragraph 2 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 559 number 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 635 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 635/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραβαγγέλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2005 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 1ου και 2ου εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου, που επέσπευσε τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 12223/26.4.2006 και 12089/14.3.2006 εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας .... , ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ΄ αυτή έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, σε καθένα από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους.

Συνεπώς, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η εξέταση της υποθέσεως παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ.β΄ και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.4 και 5 του Ν. 2696/1999, περί του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, (ΚΟΚ) προκύπτει, ότι στους κόμβους, που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αποτελούν: οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων, που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον, που έρχεται από δεξιά.

Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις α) εκείνων, που κινούνται σε αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας, β) των σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών οχημάτων, τα οποία έχουν, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα, γ) αυτών, που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρους σταθμεύσεως και σταθμούς ανεφοδιασμού και δ) εκείνων, που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οι οποίοι οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, να παραχωρούν προτεραιότητα στους εξ αριστερών τους κινουμένους οδηγούς.

Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση, κατά την οποία σε ισόπεδο κόμβο μια οδός τέμνει καθέτως άλλη σε σχήμα "T", ήτοι καταλήγει σ' αυτήν χωρίς να συνεχίζεται, διότι ούτε ρητώς στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ' αναλογίαν μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση, είναι δε διαφορετικό το γεγονός, ότι ο κινούμενος στην τέμνουσα οδό οδηγός είναι υποχρεωμένος στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 19 παρ.1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, να ρυθμίζει την ταχύτητά του αναλόγως με τις κρατούσες συνθήκες, να την μειώνει πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, να βεβαιώνεται, αν πρόκειται να εισέλθει αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να χρησιμοποιήσει τους δείκτες κατευθύνσεως, για να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει διεύθυνση προς τα αριστερά ή δεξιά κατά περίπτωση.

Επομένως, επί ισόπεδου κόμβου σε σχήμα "Τ", όπου δεν υπάρχει σχετική σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τεμνούσης οδού, έναντι των εξ αριστερών υποχρέων (ΑΠ 2039/2006, 1044/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α΄ του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.

Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Κατά δε το εδάφιο β΄ του αυτού ως άνω άρθρου και αριθμού, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή μη τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν (ΑΠ 32/1999).

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν η αντίφαση ή η ανεπάρκεια ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 19-6-1999 και ώρα 11.50 περίπου, ο ενάγων Χ1, 25 χρόνων, οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του με αριθ.

κυκλ. ..... και κινούνταν στην οδό Κ1, κοντά στη διαχωριστική γραμμή του ρεύματος πορείας προς το κέντρο της πόλης, πλησίαζε δε στο σημείο όπου η οδός Κ2 συμβάλλει, από δεξιά σε σχέση με την πορεία του, στην οδό Κ1. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος Ψ1, 19 χρόνων, οδηγώντας το ΙΧΦ αυτοκίνητο .... , ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου Ψ2, που τον προέστησε στην οδήγηση και ασφαλισμένο για τις ζημίες προς τρίτους στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στην οδό Κ2, επιχείρησε να εισέλθει επιτρεπτά με αριστερή στροφή στο προς έξοδο πόλεως ρεύμα της οδού Κ1, χωρίς να έχει αυξημένη ταχύτητα, αλλά χωρίς ωστόσο να ελέγξει την εξ αριστερών του κίνηση οχημάτων στην οδό Κ1.

Ο οδηγός της μοτοσικλέτας Χ1, αντιληφθείς την είσοδο του φορτηγού στον κόμβο, επιχείρησε ανεπιτυχώς τροχοπέδηση, και μετά από ίχνος πέδησης 9,50 μέτρων η μοτοσικλέτα ανατράπηκε, ο ίδιος έπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίσθηκε, η δε μοτοσικλέτα συρόμενη επέπεσε με σφοδρότητα στην αριστερή πλευρά του φορτηγού, που οδηγούσε ο Ψ1, στο ύψος της πόρτας του οδηγού, σε απόσταση 8,50 μέτρων από το τέλος του ίχνους πεδήσεως και ενώ το φορτηγό αυτοκίνητο είχε ήδη εισέλθει με το εμπρόσθιο τμήμα του στο προς έξοδο πόλεως ρεύμα της οδού Κ1.

Η ορατότητα μεταξύ των δύο οδηγών περιοριζόταν από τον τοίχο της περίφραξης του ευρισκομένου στη γωνία της συμβολής των άνω οδών. Περαιτέρω η οδός Κ1, πλάτους 8,30 μέτρων, με την υπ' αριθ. 2501/1/13-11-1987 απόφαση της Αστυνομικής διεύθυνσης ... είναι χαρακτηρισμένη ως οδός προτεραιότητας έναντι της οδού Κ2, πλάτους 8 μέτρων, όμως την ημέρα του ατυχήματος (19-6-1999) δεν υπήρχε στην οδό Κ2 ενδεικτική πινακίδα για προτεραιότητα της οδού Κ1, διότι η πινακίδα Ρ2 (STOP), που υπήρχε προ του ατυχήματος στην οδό Κ2, είχε αφαιρεθεί (βλ.

και την από 19-6-1999 έκθεση αυτοψίας του Τ.Ο.Τ.Α. ...).

Συνεπώς, αφού κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν υπήρχε σήμανση στον παραπάνω οδικό κόμβο, ούτε συνέτρεχε κάποια από τις απαριθμούμενες στο εδ. β΄ της παρ.5 του άρθρου 26 του ΚΟΚ εξαιρέσεις, η προτεραιότητα διελεύσεως, σύμφωνα με τον κανόνα του εδ. α΄ της παρ.5 του άρθρου 26 του ΚΟΚ, ανήκε στον ερχόμενο από δεξιά οδηγό, δηλαδή στον εναγόμενο Ψ1...Με τα δεδομένα που προαναφέρονται (συνεχίζει το Εφετείο) η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων εν προκειμένω οφείλεται σε αμέλεια και των δύο οδηγών, οι οποίοι δεν επέδειξαν την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα η αμέλεια του εναγομένου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι, αν και είχε προτεραιότητα διελεύσεως από τον κόμβο έναντι του άλλου οδηγού, προ της εισόδου σ' αυτόν όφειλε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων αριστερά του στην οδό Κ1 και ενόψει της ταχύτητας και της αποστάσεως της μοτοσικλέτας να μη εισέλθει στον κόμβο.

Όμως ο οδηγός αυτός εισήλθε χωρίς κανέναν έλεγχο στον οδικό κόμβο, όπως και ο ίδιος εξωδίκως ομολογεί στην από 21-6-99 δήλωση ατυχήματος, την οποία υπέβαλε στη συνεναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Η αμέλεια του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας συνίσταται στο ότι, ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του ώστε να είναι σε θέση να διακόψει έγκαιρα και ακίνδυνα την πορεία του και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο ερχόμενο από δεξιά φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο εναγόμενος οδηγός.

Η αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα του ενάγοντος οδηγού και μάλιστα μεγαλύτερη από την επιτρεπομένη των 50 χμ/ω στην οδό που εκινείτο, προκύπτει από το μήκος του ίχνους τροχοπεδήσεως, την απόσταση σύρσεως που προαναφέρεται και από το ύψος των υλικών ζημιών, που θα αναφερθούν στη συνέχεια. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου αναλόγως της βαρύτητας της αμέλειας του καθενός από τους διαδίκους οδηγούς και του βαθμού που συνετέλεσε αυτή στην πρόκληση του ατυχήματος το ποσοστό συνυπαιτιότητας πρέπει να καθοριστεί σε 30% για τον εναγόμενο οδηγό και σε 70% για τον ενάγοντα.

Συνακόλουθα, (καταλήγει το Εφετείο) πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας στην επίδικη σύγκρουση, που πρόβαλαν οι εναγόμενοι πρωτόδικα και επαναφέρουν στο δικαστήριο αυτό με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 21, 23 και 26 παρ.4 και 5 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ούτε παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των διατάξεων αυτών αναφορικώς με την προτεραιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, στην έχουσα σχήμα "T" συμβολή των οδών, ο οποίος έβαινε στην τέμνουσα οδό, εφόσον δέχθηκε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν υπήρχε σχετική σήμανση στον κόμβο και ο πιο πάνω οδηγός προερχόταν εκ δεξιών του οδηγού της μοτοσικλέτας αναιρεσείοντος, ο οποίος έβαινε επί της τεμνομένης οδού.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το υπό στοιχείο α΄ μέρος, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφια α΄ και β΄ του ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης περί προτεραιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου έναντι του αναιρεσείοντος και των περαιτέρω παραδοχών της α) ότι με απόφαση της Αστυνομικής Αρχής η οδός, επί της οποίας έβαινε ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζεται ως οδός με προτεραιότητα έναντι της άλλης, αφού δέχεται ότι δεν υπήρχε σχετική σήμανση κατά το χρόνο του ατυχήματος και β) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, προ της εισόδου του στον κόμβο, όφειλε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων αριστερά του, στην τεμνόμενη οδό, πλην όμως εισήλθε στον κόμβο χωρίς κανένα έλεγχο, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και ο κινούμενος στην τέμνουσα οδό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.1 και 2 του ΚΟΚ, είναι υποχρεωμένος, εφόσον πρόκειται να εισέλθει αριστερά ή δεξιά στην τεμνόμενη οδό, να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού.

Συνεπώς, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο γ΄ αριθμός 1 μέρος από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος΄ ενώ κατά το με αριθμό 2 μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αποφάσεως του ως προς το ζήτημα της ταχύτητας της μοτοσικλέτας του αναιρεσείοντος, διότι δέχεται ότι αυτή έβαινε με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου των 50 χμ. την ώρα, χωρίς να την προσδιορίζει επακριβώς και ότι τούτο προκύπτει από το μήκος του ίχνους τροχοπεδήσεως, την απόσταση σύρσεως και το ύψος των υλικών ζημιών, χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο τα στοιχεία αυτά ανατρέπουν την προσδιορισθείσα, βάσει των αντικειμενικών ιχνών τροχοπεδήσεως της μοτοσικλέτας, από την Τροχαία .... και αναγραφόμενη στην έκθεση αυτοψίας ταχύτητα των 41χμ. την ώρα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αξιολόγηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων εξαγόμενο πόρισμα εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.

ΙΙΙ. Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 932 εδάφια α΄ και β΄του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής, ή της αγνοίας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι σε περίπτωση προσβολής της υγείας προσώπου παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ύψος της οποίας καθορίζει με βάσει τους οικείους καθοριστικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι το πταίσμα του υποχρέου, το συντρέχον πταίσμα του παθόντος, η ηλικία και το φύλο αυτού, το είδος της προσβολής και η ένταση του άλγους του, καθώς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να εννοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρ.559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εξαιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και των συνεπειών του υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας προσδιόρισε στο ποσό των 4.500 ευρώ, αφού έλαβε προς τούτο υπόψη "τις συνθήκες του ατυχήματος, το είδος και την έκταση της βλάβης, το βαθμό της αμέλειας του καθενός από τους συνυπαίτιους οδηγούς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων".

Στην απόφαση προηγουμένως εκτίθενται λεπτομερώς οι πιο πάνω προσδιοριστικοί παράγοντες και ειδικότερα οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο αναιρεσείων, μεταξύ των οποίων είναι συντριπτικά κατάγματα του αριστερού βραχιονίου οστού, αριστερού αντιβραχίου, αριστερού ωλενίου οστού και αριστερής κερκίδας και επικονδύλιο κάταγμα αριστερού αγκώνα, καθώς και οι συνέπειες αυτών, που είναι μόνιμη και μη ανατρέψιμη δυσκαμψία του αριστερού αγκώνα, εξαιτίας της οποίας έχει σοβαρή έκπτωση της λειτουργίας του αριστερού άνω άκρου, απασχολούμενος, μετά την αρχική ανικανότητα του προς εργασία, στην επιχείρηση λατομείου του πατέρα του, όπου εργαζόταν προ του ατυχήματος, σε απλές εργασίες, που δεν απαιτούν σωματική υπερπροσπάθεια.

Επίσης προσδιορίζεται η κοινωνική και οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος και των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους γίνεται δεκτό ότι ο πρώτος εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης στην επιχείρηση επεξεργασίας λατομικών προϊόντων του πατέρα του, ο πρώτος αναιρεσίβλητος απασχολείτο ως οδηγός του ιδιωτικής χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και ο τελευταίος εκμεταλλευόταν το αυτοκίνητο αυτό.

Έτσι, λοιπόν, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 εδάφια α΄ και β΄ του ΑΚ, ούτε εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για τη συνδρομή ή μη των όρων του κανόνα αυτού, που εφαρμόστηκε κι' επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο β΄ μέρος του, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ.

είναι αβάσιμες΄ ενώ οι αιτιάσεις που αναφέρονται στην ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης λόγω μη αναφοράς σ' αυτή της εφαρμοσθείσης διατάξεως και του περιεχομένου αυτής, καθώς και των όρων εφαρμογής της είναι απαράδεκτες, διότι ο ως άνω εκ του αριθμού 19 λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται μόνο αν το σφάλμα της αιτιολογίας ανάγεται στις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, ήτοι στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, ενώ ελλείψεις ως προς τη μείζονα πρόταση, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, είναι αδιάφορες.

Κατά συνέπεια, πρέπει ο πιο πάνω λόγος της αναιρέσεως ν' απορριφθεί. IV. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε ουσιαστική εκτίμηση και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Αλλά ο εκ της ανωτέρω διατάξεως λόγος αναιρέσεως, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο της αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1514/2006).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ΄ ορθή εκτίμηση από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ΄ και όχι 8, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τις ομολογίες του πρώτου αναιρεσιβλήτου αναφορικώς με τις συνθήκες του ατυχήματος και την προτεραιότητα κινήσεως στην οδό του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στην από 12.7.1999 έκθεση εξετάσεώς του στην Τροχαία ...

και στην από 21.6.1999 δήλωση ατυχήματος του ίδιου προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και την αναγγελία αυτού από την Τροχαία ... προς τον Εισαγγελέα ομολογίας και έγγραφα, που ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στο Εφετείο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, καθόσον μεν αφορά την φερόμενη ως περιεχόμενη στη δήλωση ατυχήματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου ομολογία του και την έκθεση αυτοψίας, το Εφετείο τις έλαβε υπόψη, αφού ρητώς μνημονεύει τα εν λόγω έγγραφα στην απόφασή του, όσον αφορά δε την περιεχόμενη στην έκθεση εξετάσεως του ως άνω αναιρεσιβλήτου εξώδικη ομολογία και την προς τον Εισαγγελέα αναγγελία του ατυχήματος της Τροχαίας ... , τα έγγραφα αυτά, όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες στο Εφετείο προτάσεις του αναιρεσείοντος, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγράφων, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο τελευταίος στο δικαστήριο εκείνο.

V. Επειδή με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση της από 21.6.1999 δηλώσεως ατυχήματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς την τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρία, διότι δέχθηκε, ότι στη δήλωση αυτή ο πρώτος αναιρεσίβλητος ομολογεί πως "εισήλθε χωρίς κανένα έλεγχο στον οδικό κόμβο", ενώ στο αποδεικτικό αυτό έγγραφο ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δηλώνει ότι "εισήλθε σε πάροδο". Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται, για έλλειψη έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού, όπως προκύπτει από την απόφασή του, το Εφετείο έλαβε υπόψη το περιεχόμενο του άνω εγγράφου για τη θεμελίωση της κρίσεώς του περί συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν προκύπτει η προβαλλόμενη παραμόρφωσή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.10.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 140/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παρούσης αναιρεσίβλητης εταιρίας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ