Supreme Court dismisses appeal in labor dispute due to inadmissible additional grounds failing to connect with original appeal requests.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute regarding unpaid wages and contract duration. The appellants argued that the lower court erred in characterizing fixed-term contracts as indefinite and failed to address specific claims about document authenticity and statutory violations. The court rejected these additional grounds as inadmissible because they did not logically follow from the original appeal requests, which focused on prior service and holiday compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para.3, 566 para.1 and 144 of the Code of Civil Procedure; Additional grounds of appeal are inadmissible if they do not logically follow from the original appeal requests or if they attack different and unrelated parts of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 634 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 634/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Σ. του Γ., 2) Α. Κ. του Ν., κατοίκων ... και 3) Ε. Τ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Διονυσοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευθύμιου Αναγνώστου που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1135/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1251/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-7-2020 αίτησή τους και τους από 27-1-2021 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6-7-2020 (υπ' αριθμ. καταθ.486/2020) αίτηση αναιρέσεως και τους από 27-1-2021 (υπ' αριθμ. καταθ. 12/2021) δια ξεχωριστού δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1251/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας επί των από 4-12-2017 και από 14-5-2018 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 1135/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την πρώτη έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και έκανε δεκτή τη δεύτερη έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε επί της από 30-1-2014 (υπ' αριθμ.
καταθ. 359/3-2-2014) αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες αιτούνταν την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, απέρριψε αυτή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 27-1-2021 (υπ' αριθμ.
καταθ. 12/2021) και επίδοση αυτού στην αναιρεσίβλητο στις 28-1-2021 (βλεπ. υπ'αριθμ. 10350Δ/28-1-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Π.), ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες από την ορισθείσα δικάσιμο της 2-3-2021 (ΚΠολΔ 569 παρ. 2). Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί (ΚΠολΔ 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων στα ως άνω δικόγραφα αναιρέσεως λόγων (ΚΠολΔ 577 παρ. 3).
Προϋπόθεση για τη θεμελίωση της κατά του εργοδότου αξιώσεως προς καταβολή επιδόματος προϋπηρεσίας, την οποία παρέσχε ο μισθωτός σε άλλους εργοδότες σε καθήκοντα συναφή και ομότιμα, είναι η γνωστοποίηση σε αυτόν της εν λόγω προϋπηρεσίας και της χρονικής της διάρκειας. Ενιαία ρύθμιση για τον τρόπο απόδειξης της προϋπηρεσίας αυτής, καθώς και για τον χρόνο της γνωστοποίησης δεν υπάρχει.
Συνεπώς, η προϋπηρεσία αναγνωρίζεται, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτουν οι διάφορες ΣΣΕ και ΔΑ, καθώς και οι Επιχειρησιακές Συμβάσεις των οποίων οι κανονιστικοί όροι ισχύουν υποχρεωτικά στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων που απασχολούνται στην επιχείρηση (ΑΠ 1326/1998, 225/1990, 947/1982).
Αν δεν υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση στις ΣΣΕ και ΔΑ, εφαρμόζονται οι διατάξεις της υπ` αριθ. 10/1976 ΔΑ, η οποία επέχει θέση ΕΓΣΣΕ και ορίζει ότι " ... ως προϋπηρεσία δια την εφαρμογήν της παρούσης, λαμβάνεται υπ` όψιν η διανυθείσα τοιαύτη παρ' οιωδήποτε εργοδότη, εις θέσιν και ειδικότητα παρεμφερή και ανάλoγoν της ήδη κατεχομένης.
Η προϋπηρεσία λαμβάνεται υπ' όψιν από της υπoβoλής των αποδεικτικών ταύτης πιστοποιητικών ... ". Αν ο μισθωτός δεν γνωστοποιήσει την προϋπηρεσία του, κατά τα ανωτέρω, ούτε αυτή περιήλθε σε γνώση του εργοδότη με οποιονδήποτε τρόπο (δηλαδή, άσχετα του τρόπου που ορίζει η σχετική συλλογική ρύθμιση), ο τελευταίος δεν οφείλει αυξημένες αποδοχές στο μισθωτό, την καταβολή δηλαδή επιδόματος προϋπηρεσίας (ΑΠ 1238/2014, 1232/2002).
Εξάλλου, στην από 8-11-2011 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που συνήψε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με το σωματείο των εργαζομένων της, όσο και στην από 29-1-2013 τροποποίηση αυτής, καθορίζεται συγκεκριμένη διαδικασία για τη διασφάλιση της χορήγησης του επιδόματος προϋπηρεσίας. Ειδικότερα προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 6 αυτής, υποχρέωση της εναγομένης προς χορήγηση απόδειξης παραλαβής των σχετικών αποδεικτικών και σε περίπτωση άρνησής της δικαίωμα του εργαζομένου προσφυγής στο σωματείο των εργαζομένων, με κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών και κοινοποίησής τους σε αυτήν.
Από την ως άνω ρύθμιση προκύπτει ότι, προς αποφυγή διενέξεων, η γνωστοποίηση αποσκοπεί στο να καθιερώσει ένα ασφαλή τρόπο ενημέρωσης του εργοδότη για τις ως άνω περιστάσεις, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά τη διαμόρφωση των νόμιμων αποδοχών του εργαζομένου. Γι` αυτό και η υποχρέωση καταβολής των αυξημένων αποδοχών σύμφωνα με την προϋπηρεσία αρχίζει από την κατά τα ανωτέρω κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών στον εργοδότη και τη χορήγηση εκ μέρους αυτού απόδειξης παραλαβής τούτων.
Όπως, όμως, ευλόγως η γνωστοποίηση δεν είναι απαραίτητη όταν η προϋπηρεσία έχει διανυθεί στον ίδιο εργοδότη (ΑΠ 199/2004), εξίσου αυτονόητο είναι το ότι οι παραπάνω διατυπώσεις δεν είναι απαραίτητο να τηρηθούν, όταν η προϋπηρεσία του εργαζόμενου έχει καταστεί γνωστή στον εργοδότη (ΑΠ 1417/2006), περιστατικό που μπορεί να αποδεικνύεται με άλλο ασφαλή τρόπο (ΑΠ 1168/2001, 889/2012), όπως με δικαστική ομολογία του εργοδότη (ΑΠ 588/1993) ή με την παράδοση σ' αυτόν του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του εργαζομένου, κατά την πρόσληψη του τελευταίου (ΑΠ 104/2020, 33/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 7/2014, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ.
ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1420/2013). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).(Ολ.
ΑΠ 15/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επιλαμβανόμενο του εκκαλουμένου κεφαλαίου του αφορώντος το επίδομα προϋπηρεσίας των εναγόντων, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", τυγχάνει ιδιωτική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και φύλαξης σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου, προκειμένου δε να απασχοληθούν σε αυτήν με την ιδιότητα του φύλακα, στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της και του σκοπού της προσέλαβε τους ενάγοντες με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως κατόχους όλων κατά τον επίδικο χρόνο, αδειών εργασίας προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας ....
Κατά τον χρόνο πρόσληψής τους, με σχετικό όρο που συμπεριλήφθηκε στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, συμφωνήθηκε η εφαρμογή των μισθολογικών και θεσμικών όρων της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, καθώς και ο προσδιορισμός των αποδοχών τους σύμφωνα με το βασικό μισθό που προέβλεπε η ΕΓΣΣΕ, και ειδικότερα ως προς τους όρους αμοιβής τους συμφωνήθηκε να υπάγονται στην Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Π.Κ. 2/11- 8-11-2011) της εναγομένης και την τροποποίηση αυτής (Π.Κ. 2/30-1-2013) σύμφωνα με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2010 - 2012.
Ειδικότερα, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, Σ. Χ., αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 1-7-2010 μέχρι 30-9-2013, με αποδοχές που αντιστοιχούσαν στις αποδοχές έγγαμου και χωρίς προϋπηρεσία υπαλλήλου. Όσον αφορά τον δεύτερο ενάγοντα, Α.
Κ., αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 7-10-2011 μέχρι 30-9-2013 προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του φύλακα, με αποδοχές, που αντιστοιχούσαν στις αποδοχές έγγαμου και χωρίς προϋπηρεσία υπαλλήλου.
Ο τρίτος ενάγων, Ε. Τ. προσλήφθηκε στις 23-8-2012 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως άγαμος, χωρίς προϋπηρεσία. Σε ότι αφορά αυτόν, ο αγωγικός του ισχυρισμός ότι κατά την πρόσληψή του υπέβαλε αντίγραφα των μηχανογραφημένων ενσήμων του, και αληθής υποτιθέμενος δεν αρκεί εν προκειμένω για την ασφαλή απόδειξη της γνώσης της εναγομένης της προϋπηρεσίας του, δεδομένου ότι ήδη κατά τον ως άνω αποδειχθέντα χρόνο πρόσληψής του, 23-8-2012, ίσχυε η από 8-11-2011 ΕΣΣΕ, η εφαρμογή των όρων της οποίας συμφωνήθηκε κατά την πρόσληψή του και προέβλεπε συγκεκριμένη διαδικασία αναγνώρισης της επικαλούμενης προϋπηρεσίας, δεδομένου ότι δεν προσκόμισε, ούτε επικαλέστηκε απόδειξη παραλαβής εκ μέρους της εναγομένης της εκ μέρους του κατάθεσης βεβαίωσης των προηγούμενων εργοδοτών ή των αντιγράφων του βιβλιαρίου ενσήμων του ή βεβαιώσεις του ΙΚΑ στην εταιρεία, οπότε η τελευταία θα είχε την υποχρέωση να παρέχει απόδειξη παραλαβής των ανωτέρω εγγράφων.
Σε ότι αφορά τον πρώτο ενάγοντα Σ. Χ., ο οποίος προσλήφθηκε τον Ιούλιο του έτους 2010 και το δεύτερο ενάγοντα Α. Κ., ο οποίος προσλήφθηκε στις 7-10-2011, αμφότεροι, πριν την ισχύ της ανωτέρω Επιχειρησιακής ΣΣΕ, οπότε και δεν είχε προβλεφθεί ρητά η ανωτέρω συγκεκριμένη διαδικασία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των προηγουμένων ΣΣΕ οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο πρόσληψής τους δεν επικαλέστηκαν και δεν προσκόμισαν, ούτε άλλωστε επικαλούνται και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αντίγραφο του βιογραφικού τους, αλλά αρκέστηκαν στην προσκόμιση του πιστοποιητικού της οικογενειακής τους κατάστασης, την οποία άλλωστε η εναγομένη δεν αμφισβήτησε.
Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού τους ότι συγχρόνως κατέθεσαν και τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των μηχανογραφημένων ενσήμων τους, επικαλούνται τις μαρτυρίες των συναδέλφων τους Π. Κ. και Χ. Ν., οι οποίες περιέχονται στις υπ' αριθ. 3795/2014 και 3793/2014 ένορκες βεβαιώσεις τους, καθώς και τη μαρτυρία του με επιμέλεια της εναγομένης εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα Π.
Π., μετόχου της εναγομένης, εκ των οποίων οι μεν δύο πρώτοι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της καταθέσεως τους περιορίστηκαν να αναφερθούν στη διαδικασία που ακολούθησε η εναγομένη ως προς την πρόσληψη των ιδίων (μαρτύρων) και όχι συγκεκριμένα ως προς τη διαδικασία πρόσληψης των εναγόντων, ο δε ανωτέρω τρίτος μάρτυρας και αυτός αναφέρθηκε γενικά στη διαδικασία που ακολουθούσε η εναγομένη κατά τη διαδικασία πρόσληψης και όχι στη διαδικασία που ακολουθήθηκε ειδικά κατά τον χρόνο πρόσληψης εκάστου ενάγοντος, χωρίς όμως οι γενικές αυτές καταθέσεις να μπορούν να οδηγήσουν σε βεβαία δικανική πεποίθηση ότι πράγματι οι εδώ ενάγοντες, έκαστος των οποίων προσλήφθηκε με ατομική σύμβαση εργασίας και με τους ειδικότερους όρους που συμπεριλήφθηκαν σε αυτές, προσκόμισαν και κατέθεσαν κατά τον χρόνο πρόσληψης τους τα επικαλούμενα από αυτούς αντίγραφα των μηχανογραφημένων ενσήμων τους δεδομένου ότι οι ως άνω μάρτυρες δεν επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε στους συγκεκριμένους ενάγοντες, αλλά όλοι αρκούνται στην αόριστη αναφορά "υποψηφίων", ούτε άλλωστε αιτιολογούν με λόγο γνώσης, εάν είχαν άμεση ή έμμεση αντίληψη περί του γεγονότος της κατάθεσης των μηχανογραφημένων ενσήμων των εναγόντων, ούτε αναφέρουν σε ποια τυχόν υπηρεσία της εναγομένης κατέθεσαν οι ενάγοντες τα αντίγραφα αυτά, ούτε άλλωστε και τον χρόνο της τυχόν κατάθεσής τους και συνεπώς δεδομένου ότι, για την αξίωση καταβολής του επιδόματος προϋπηρεσίας δεν αρκεί η απλή προς το νέο εργοδότη ανακοίνωση ή γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας, αλλά απαιτείται και η κατάθεση των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων, από της ημερομηνίας δε αυτής αρχίζει οπωσδήποτε η υποχρέωση του εργοδότη για την καταβολή των αυξημένων αποδοχών και ότι ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση αναγνώρισης της προϋπηρεσίας, έστω και αν έγινε απλή ανακοίνωση ή γνωστοποίηση αυτής προς αυτόν ή ο τελευταίος γνωρίζει την προϋπηρεσία από άλλες πηγές, στην προκειμένη περίπτωση αφού δεν πρόκειται για προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη.
Συνεπώς, εφόσον κατά τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε βάσιμα η ημερομηνία κατάθεσης των αντιγράφων μηχανογραφημένων ενσήμων των εναγόντων, οι τελευταίοι αβάσιμα αξιώνουν διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών συνυπολογίζοντας σε αυτές το χρόνο προϋπηρεσίας τους σε προηγούμενους της εναγομένης εργοδότες, ισχυριζόμενοι ότι γνωστοποίησαν αυτήν, έστω και αν ακόμη είχαν ανακοινώσει αυτή (προϋπηρεσία) ή η εναγομένη γνώριζε την προϋπηρεσία τους από άλλες πηγές, γεγονός το οποίο εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε δεν θα αρκούσε σε κάθε περίπτωση για την απόδειξη του ισχυρισμού τους.
Η κρίση μάλιστα του Δικαστηρίου, περί του αβασίμου των αξιώσεων αυτών ενισχύεται και από το ότι οι ενάγοντες δεν προέβησαν ούτε σε εκπρόθεσμη γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας τους, οπότε τα σχετικά με την προϋπηρεσία δικαιώματά τους ως μισθωτών δεν θα χάνονταν, απλώς θα είχαν μετατεθεί χρονολογικά στην ημερομηνία υποβολής των δικαιολογητικών προϋπηρεσίας τους, δεδομένου ότι μετά την 8-11-2011 οπότε και διαρκούντων των συμβάσεων εργασίας τους (ως προς τον πρώτο και δεύτερο ενάγοντα) ίσχυσε η με ίδια ημερομηνία Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας με την οποία προκειμένου ακριβώς να διασφαλισθεί η χορήγηση του επιδόματος προϋπηρεσίας καθορίστηκε (όπως προαναφέρθηκε) συγκεκριμένη διαδικασία και υποχρέωση της εναγομένης προς χορήγηση απόδειξης παραλαβής των σχετικών αποδεικτικών και σε περίπτωση άρνησής της δικαίωμα του εργαζομένου προσφυγής στο σωματείο των εργαζομένων, με κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών και κοινοποίησής τους στην ίδια, κανείς από τους ενάγοντες δεν αποδείχθηκε ότι τήρησε αν και όλοι είχαν πλέον το δικαίωμα και τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν μέσω αυτής της διαδικασίας την αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους και μάλιστα να αξιώσουν και την αναδρομική καταβολή των προσαυξημένων αποδοχών τους, εάν και εφόσον επιθυμούσαν βέβαια να αναγνωριστεί αυτή διαρκούσης της συμβάσεως εργασίας τους και η εναγομένη, όπως ισχυρίζονται, δεν συνυπολόγισε αυτήν στις αποδοχές τους".
Στη συνέχεια το Εφετείο, έκανε δεκτούς τους σχετικούς δεύτερο και τρίτο λόγους εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με τους οποίους αυτή παραπονούταν κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, ότι εσφαλμένα έκρινε πως οι ενάγοντες είχαν γνωστοποιήσει στην εναγομένη κατά την πρόσληψή τους την προϋπηρεσία τους, υποβάλλοντας αντίγραφα των μηχανογραφημένων ενσήμων τους, με αποτέλεσμα να τους καταβάλλει κατώτερους από τα νόμιμα μισθούς, ημερομίσθια και ωρομίσθια και επιδίκασε ακολούθως σε καθέναν τις διαφορές που ειδικότερα παραθέτει για την παροχή νυχτερινής εργασίας, εργασίας κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές, για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, δώρα εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων), αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, από τον συνυπολογισμό και του επιδόματος προϋπηρεσίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 4093/2012 της από 15-7-2010 ΕΓΣΣΕ, της από 8-11-2011 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και συγκεκριμένα το άρθρο 6 αυτής και της από 29-1-2013 τροποποιητικής αυτής, όσον αφορά τις απαιτήσεις των εναγόντων-αναιρεσειόντων για την προϋπηρεσία τους που δεν είχαν εφαρμογή στην κρινόμενη διαφορά, αφού με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την εν λόγω προσαύξηση.
Και τούτο διότι, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της προϋπηρεσίας των αναιρεσειόντων, είτε με την προσκόμιση από αυτούς κατά την πρόσληψή τους νομίμως εκδοθέντος από προηγούμενο εργοδότη πιστοποιητικού προϋπηρεσίας ή των ασφαλιστικών τους βιβλιαρίων του αρμόδιου ασφαλιστικού τους οργανισμού ΙΚΑ, ή με τη γνωστοποίηση σ' αυτή αντιγράφων των μηχανογραφημένων ενσήμων τους, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ορθώς δεν επιδικάστηκε σ' αυτούς προσαύξηση των αποδοχών τους από την αιτία αυτή.
Οι επιπλέον αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων, ότι "για την αξίωση καταβολής του επιδόματος προϋπηρεσίας δεν αρκεί η απλή προς το νέο εργοδότη ανακοίνωση ή γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας, αλλά απαιτείται και η κατάθεση των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων, από της ημέρας δε αυτής αρχίζει οπωσδήποτε η υποχρέωση του εργοδότη για την καταβολή των αυξημένων αποδοχών και ότι στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον δεν αποδείχθηκε βάσιμα η ημερομηνία κατάθεσης των αντιγράφων μηχανογραφημένων ενσήμων των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι αβάσιμα αξιώνουν διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών συνυπολογίζοντας σε αυτές το χρόνο προϋπηρεσίας τους σε προηγούμενους εργοδότες", είναι πλεοναστικές, χωρίς να είναι αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, αφού από αυτές συνάγεται, ενόψει και του ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται άλλον τρόπο γνώσης, ότι από την κατάθεση των εγγράφων αυτών δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της προϋπηρεσίας των αναιρεσειόντων.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του και κατά το μέρος που αφορά τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον τρίτο αναιρεσείοντα, η ίδια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "ο αγωγικός του ισχυρισμός, ότι κατά την πρόσληψή του υπέβαλε αντίγραφα των μηχανογραφημένων ενσήμων του, και αληθής υποτιθέμενος δεν αρκεί εν προκειμένω για την ασφαλή απόδειξη της γνώσης της εναγομένης της προϋπηρεσίας του, δεδομένου ότι ήδη κατά τον ως άνω αποδειχθέντα χρόνο πρόσληψής του (23-8-2012) ίσχυε η ως άνω από 8-11-2011 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβασης Εργασίας, η εφαρμογή των όρων της οποίας συμφωνήθηκε κατά την πρόσληψή του και προέβλεπε συγκεκριμένη διαδικασία αναγνώρισης της προϋπηρεσίας, δεδομένου ότι δεν προσκόμισε, ούτε επικαλέστηκε απόδειξη παραλαβής εκ μέρους της εναγομένης της εκ μέρους του κατάθεσης βεβαίωσης των προηγούμενων εργοδοτών ή των αντιγράφων του βιβλιαρίου ενσήμων του ή βεβαιώσεις του ΙΚΑ στην εταιρεία, οπότε η τελευταία θα είχε την υποχρέωση να παρέχει απόδειξη παραλαβής των ανωτέρω εγγράφων", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανονιστικές διατάξεις της από 15-7-2010 ΕΓΣΣΕ και των από 8-11-2011 και 29-1-2013 Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας της αναιρεσίβλητης.
Όπως συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία, ότι ο αγωγικός ισχυρισμός του ως άνω τρίτου αναιρεσείοντος περί γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας του με την εκ μέρους του κατάθεση βεβαίωσης των προηγούμενων εργοδοτών του ή των αντιγράφων του βιβλιαρίου ενσήμων του ή βεβαιώσεις του ΙΚΑ στην εταιρεία, ή με την κατάθεση των αντιγράφων των μηχανογραφημένων ενσήμων του, ήταν ουσιαστικά αβάσιμος, (για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα τέτοια κατάθεση) και επιπλέον μη νόμιμος για το λόγο ότι ήδη κατά τον ως άνω αποδειχθέντα χρόνο πρόσληψής του (23-8-2012) ίσχυε η ως άνω από 8-11-2011 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβασης Εργασίας, που απαιτούσε απόδειξη παραλαβής εκ μέρους της εναγομένης της εκ μέρους του κατάθεσης βεβαίωσης των προηγούμενων εργοδοτών ή των αντιγράφων του βιβλιαρίου ενσήμων του ή βεβαιώσεις του ΙΚΑ στην εταιρεία, που εν προκειμένω δεν έγινε επίκληση, ούτε προσκόμιση τέτοιας απόδειξη παραλαβής, χωρίς η επάλληλη αυτή αιτιολογία να πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της ως προς τη μη αναγνώριση της προϋπηρεσίας των αναιρεσειόντων και το μη συνυπολογισμό αυτής στις αποδοχές τους.
Επομένως ο ως άνω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Παράλληλα, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τους δύο πρώτους των αναιρεσειόντων, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της μη γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος, αναφορικά με τον τρίτο των αναιρεσειόντων, είναι αλυσιτελής, αφού όπως προεκτέθηκε και στον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ως άνω λόγο, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία ότι ο αγωγικός ισχυρισμός περί αναγνώρισης της προϋπηρεσίας είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος και ως μη νόμιμος, χωρίς η επάλληλη αυτή αιτιολογία να πλήττεται με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της ως προς τη μη αναγνώριση της προϋπηρεσίας των αναιρεσειόντων και το μη συνυπολογισμό αυτής στις αποδοχές τους.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις του, που αναφέρονται σε αυτόν, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατ' αυτούς σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, πλήττεται μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
O αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπει την αναίρεση και στις περιπτώσεις, όπου το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 252/2011, 367/2009, 1632/2007). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1091/2019, 237/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα έλαβε υπόψη του μη προταθέντα από αυτούς (αναιρεσείοντες) πραγματικό ισχυρισμό περί σύνταξης και προσκόμισης κατά την πρόσληψή τους βιογραφικού σημειώματος, καταλήγοντας στην εσφαλμένη κρίση ότι δεν γνωστοποίησαν την προϋπηρεσία τους στην αναιρεσίβλητη επειδή δεν προσκόμισαν αντίγραφα των υποβληθέντων βιογραφικών τους, ενώ εκείνοι ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι υπέβαλαν βιογραφικά σημειώματα, παρά μόνο αντίγραφα των ενσήμων τους.
Ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχείρημα που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και την αμφισβήτηση της βαρύτητας αποδεικτικών μέσων. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ.
γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, 371/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο, αναφορικά με τις αξιώσεις των αναιρεσειόντων για την επιδίκαση διαφορών υπερεργασίας και υπερωριών, εργασία σε ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν τόσο πρωτοδίκως, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις τους και ειδικότερα:
α) την από 16-5-2015 εξώδικη δήλωση του Χ. Μ., πρώην προϊσταμένου τους, υπευθύνου φύλαξης, την οποία αυτός απηύθυνε προς την αναιρεσίβλητη, στις 16-5-2015, μετά τη συζήτηση της αγωγής στις 13-5-2015, σχετικά με τη σύνταξη των αναφερομένων προγραμμάτων εργασίας, β) τις είκοσι έξι (26) και τριάντα επτά (37) αναφορές φύλαξης στο Υπουργείο Εργασίας και Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων Υγείας αντίστοιχα και γ) τις υπ' αριθμ. 3656/2015 και 3657/2015 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Χ.
Χ. και Μ. Κ.. Επίσης, με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, αναφορικά με τις αξιώσεις των αναιρεσειόντων για την επιδίκαση των διαφορών επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αποδοχών αδείας, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα αποδεικτικά της κινήσεως των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσειόντων και τις συνομολογημένες τραπεζικές καταβολές, προκειμένου να εκφέρει κρίση ως προς το αληθές περιεχόμενο των εξοφλητικών αποδείξεων μισθοδοσίας.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και το Εφετείο έλαβε υπόψη, μεταξύ των οποίων, όπως κατά λέξη αναφέρεται, "...και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμα και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, μερικών μάλιστα γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών", καθώς και τις υπ' αριθμ. 3656/2015 και 3657/2015 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Χ.
Χ. και Μ. Κ., που προσκομίζουν οι ενάγοντες, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και τις αιτιολογίες της, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα αυτά, ανεξάρτητα του ότι γίνεται και ειδική μνεία αυτών στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με τις ημέρες και ώρες εργασίας των αναιρεσειόντων και των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αποδοχών αδείας.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ωστόσο όμως, στην πραγματικότητα οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ανάγονται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους τους, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται κατ' άρθρ. 561 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθούν.
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 11β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.
Επομένως, εφόσον υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και, παρά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε (ΑΠ 376/2019, 1236/2018, 176/2018, 728/2007).
Τέλος, λόγος αναιρέσεως που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δέχθηκε ή δεν δέχθηκε" κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 15/2021, 58/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, αναφερόμενοι στο ίδιο ως άνω κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά τις αξιώσεις των αναιρεσειόντων για τα κονδύλια των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών αδείας και επιδομάτων αδείας και ειδικότερα την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση εξοφλήσεως αυτών, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 8 και 11β' ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι "οι καταβολές εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, τις οποίες δέχθηκε κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως εξοφλήσεως που πρότεινε η τελευταία, αποδεικνύονται από τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας, οι οποίες σε ό,τι αφορά τις ανωτέρω αιτίες δεν αμφισβητήθηκαν ειδικότερα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες", α) δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ουσιώδη ισχυρισμό τους ότι οι εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη, προς απόδειξη της προταθείσας από την ίδια ενστάσεως εξοφλήσεως, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και ότι ουδέποτε οι αναιρεσείοντες έλαβαν τα ποσά που αναγράφονται σ' αυτές, β) παρέλειψε να εξετάσει τον πέμπτο λόγο εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο προσέβαλαν την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, επειδή δέχθηκε ότι είχαν λάβει τα αναγραφέντα στις εξοφλητικές αποδείξεις ποσά και γ) έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία που δεν προσκομίσθηκαν, με το να συναγάγει ομολογία, παρόλο που υπήρξε ειδική αμφισβήτηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, κρίνοντας δηλαδή ότι "οι αναιρεσείοντες δεν αμφισβήτησαν ειδικά τις προσαχθείσες από την αναιρεσίβλητη εξοφλητικές αποδείξεις", παρόλο που τόσο με τις προτάσεις τους και στους δύο βαθμούς, όσο και με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς τους, είχαν αμφισβητήσει ειδικά το περιεχόμενο των εξοφλητικών αποδείξεων μισθοδοσίας.
Ο λόγος αυτός, όσον αφορά τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με τα δύο πρώτα σκέλη του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτέλεσαν και περιεχόμενο του σχετικού λόγου εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς των εναγόντων - αναιρεσειόντων προς απόκρουση της προβληθείσας από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη ένστασης εξοφλήσεως των ένδικων ως άνω αξιώσεων των αναιρεσειόντων.
Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση με το τρίτο σκέλος του πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11β' ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το να δεχθεί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, "οι ανωτέρω καταβολές εκ μέρους της εναγομένης σε ότι αφορά τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας των εναγόντων, αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως βεβαιώσεις αδείας σε συνδυασμό με τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας, οι οποίες αναφορικά με τις ανωτέρω αιτίες δεν αμφισβητήθηκαν ειδικότερα από τους ενάγοντες", δεν συνήγαγε ομολογία, υπό την έννοια του ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου για τον πραγματικό ισχυρισμό της εξόφλησης των ένδικων αξιώσεων, που αποτελεί στοιχείο της προβαλλομένης από την αναιρεσίβλητη σχετικής ενστάσεως (εξόφλησης), αλλά αντίθετα προέβη σε αξιολόγηση των ήδη υπαρχόντων αποδεικτικών στοιχείων και εν προκειμένω των προσκομιζομένων και επικαλουμένων από την αναιρεσίβλητη εξοφλητικών αποδείξεων, για την απόδειξη του ως άνω πραγματικού ισχυρισμού.
Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ.2/2008, 1217/2018, 1953/2017).
Περαιτέρω, για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει επιπλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα. Αντίθετα, αν το έγγραφο αφορά απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο λόγος είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1548/2018, 2060/2007).
Πρόκειται, επομένως, για έλεγχο του αιτιώδους συνδέσμου της παραβίασης προς σφάλμα του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1548/2018, 1563/2014, 662/2014, 1288/2012). Τέλος, παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, επίσης, και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 749/2018, 640/2016, 612/2016, 695/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι, προέβη στην παραμόρφωση του περιεχομένου των αναφερομένων προγραμμάτων εργασίας, όσον αφορά την περιγραφή σε αυτά του εκάστοτε έργου φύλαξης όπου παρείχαν την εργασία τους, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί προς απόδειξη της από μέρους τους παροχής υπερεργασίας, υπερωριών, εργασίας σε ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, χωρίς τη χορήγηση ημέρας αναπληρωματικής ανάπαυσης, κρίνοντας ότι αυτά δεν περιγράφουν το έργο φύλαξης στο οποίο παρείχαν τις υπηρεσίες τους και ως εκ τούτου δε δημιουργούσαν βάσιμη δικανική πεποίθηση περί του βασίμου των ισχυρισμών τους αναφορικά με το χρόνο απασχόλησή τους.
Επιπλέον, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, που προσβλήθηκε με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι το Εφετείο προέβη στην παραμόρφωση του περιεχομένου των ως άνω προγραμμάτων εργασίας, διότι αναγιγνώσκοντας αυτά δέχθηκε ότι είναι χειρόγραφα, δεν φέρουν την σφραγίδα της εναγομένης, δεν περιγράφουν το έργο φύλαξής της στο οποίο παρείχαν υπηρεσίες φύλαξης, σε αυτά φέρονται προστηθέντες της αναιρεσίβλητης να σημειώνουν τις ημέρες και ώρες εργασίας τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και έχουν συνταχθεί σε απροσδιόριστο χρόνο, ενώ από την ανάγνωσή τους προκύπτει ότι είναι έντυποι πίνακες που έχουν συμπληρωθεί χειρόγραφα, ότι ορισμένα από αυτά φέρουν την επωνυμία της αναιρεσίβλητης και άλλα αναφέρουν το έργο φύλαξης, ότι περιγράφουν επακριβώς τα επιμέρους σημεία φύλαξης, ότι σε ορισμένα υπάρχει υπογραφή του συντάξαντος αυτά και φερόμενου ως προϊσταμένου τους και δεν έχουν συνταχθεί σε απροσδιόριστο χρόνο.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, αναφορικά με τα ως άνω προγράμματα εργασίας δέχθηκε τα ακόλουθα: ".....Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά το διάστημα απασχόλησής τους παρείχαν εργασία πέραν του συμφωνηθέντος ημερήσιου ωραρίου απασχόλησης των 8 ωρών, αξιώνοντας με την ένδικη αγωγή αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωρία.
Προς απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού προσκομίζουν και επικαλούνται χειρόγραφα προγράμματα εργασίας, τα οποία στην πλειονότητά τους δεν φέρουν τη σφραγίδα της εργοδότριάς τους εναγομένης, ούτε περιγράφουν το έργο φύλαξης στο οποίο παρείχαν υπηρεσίες φύλαξης, φέρουν διαγραφές και ιδιόχειρες σημειώσεις.
Τα προσκομιζόμενα όμως από αυτούς (ενάγοντες) προγράμματα εργασίας στα οποία φέρονται προστηθέντες της εναγομένης να σημειώνουν τις ημέρες και ώρες εργασίας τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα αν και νομίμως λαμβάνονται υπόψη, έστω και ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου έγγραφα, δεν δημιουργούν βεβαία δικανική πεποίθηση περί του βασίμου των ισχυρισμών τους ως προς την παρεχόμενη πέραν του συμφωνημένου οκταώρου εργασία τους, αφού τα προγράμματα αυτά έχουν συνταχθεί σε απροσδιόριστο χρόνο και με βάση τις δικές τους απαιτήσεις και το περιεχόμενο των οποίων βάσιμα αμφισβητήθηκε από την εναγομένη.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ως εργολάβος φύλαξης με κύριο αντικείμενο το Δημόσιο, φορείς του και ΝΠΔΔ, εκτελούσε όλες τις φυλάξεις που αναλάμβανε σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα νόμιμα θεωρημένα προγράμματα που απέστελλε στο λογιστήριό της και αναρτιόνταν στη συνέχεια στους τόπους φύλαξης, συγχρόνως δε αντίγραφό τους λάμβανε και ο εργοδότης δημόσιος φορέας για να ελέγχει η Επιτροπή Ελέγχου φύλαξης την ορθή εκτέλεση της σύμβασης φύλαξης, και ουδέποτε υπήρξε ή εκτελέστηκε κάποιο άλλο πρόγραμμα, ενώ δεν είναι δυνατό στις φυλάξεις να εκτελεστεί άλλο πρόγραμμα από αυτό που ήταν αναρτημένο, αφού ως εργολάβος φύλαξης με κύριο αντικείμενο το Δημόσιο, φορείς του και ΝΠΔΔ, από τη μία πλευρά η εναγομένη υποβάλλεται σε συνεχείς ελέγχους από τις διοικήσεις συμπεριλαμβανομένου και του ελέγχου τήρησης της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, καθώς και από το ΙΚΑ και τις αρμόδιες Επιθεωρήσεις Εργασίας, και από την άλλη πλευρά υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις διακηρύξεις και τις εκάστοτε συμβάσεις, απειλούμενη σε αντίθετη περίπτωση με διοικητικές ρήτρες και κυρώσεις, όπως τον αποκλεισμό από τη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς, αλλά και να δυσφημιστεί από τους ανταγωνιστές της, που κυριολεκτικά καραδοκούν για ενδεχόμενη παραβίαση, την οποία οπωσδήποτε θα χρησιμοποιήσουν σε άλλους δημόσιους διαγωνισμούς για να την αποκλείσουν.....
Ότι το πρόγραμμα φύλαξης και οι βάρδιες των εργαζομένων εκτελούνταν μόνο σύμφωνα με τους θεωρημένους από την Επιθεώρηση Εργασίας πίνακες προσωπικού, ότι αυτά μόνο τα προγράμματα υπήρχαν αναρτημένα στις φυλάξεις και τηρούνταν απαρέγκλιτα και ότι μόνο με αυτά τα προγράμματα" έλεγχαν τη φύλαξη οι υπεύθυνοι της- Επιτροπής Ελέγχου του Φορέα και έπρεπε να βρουν αυτόν που έγραφε το πρόγραμμα....".
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο, ουδόλως υπέπεσε ως προς τα έγγραφα αυτά, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση των εγγράφων, επειδή, δήθεν, δέχτηκε ότι στο κείμενό τους, περιέχουν περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, αλλά απλώς από το περιεχόμενο των εγγράφων, που σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα εν λόγω έγγραφα που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου αυτών σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα ως άνω αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και ένορκες βεβαιώσεις), έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά τους αναιρεσείοντες, αποδεικτικό πόρισμα.
Επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του και πρώτος πρόσθετος λόγος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, ή της ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ή της ένστασης από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 529/2015, 120/2015). Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, ή της ένστασης, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 353/2020, 791/2015, 192/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει εξ' αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 353/2020, 65/2017, 73/2016, 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 259/2017, 168/2015).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 353/2020, 259/2017, 14/2017, 142/2013, 538/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση περί εξόφλησης των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα, επιδόματος αδείας, αποδοχών αδείας, προσαυξήσεων νυχτερινής εργασίας και απασχόλησης σε ημέρες Κυριακής, λόγω της αοριστίας της, στηρίζοντας το λόγο τους στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Όμως, ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες, δεν αναφέρουν ότι ο ισχυρισμός τους περί αοριστίας της ως άνω ένστασης είχε προταθεί παραδεκτά από αυτούς στο δικαστήριο της ουσίας.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του 748/1966 Β.Δ/τος "Περί κωδικοποιήσεως, καταργήσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας" στους μισθωτούς, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας του ιδιωτικού δικαίου, παρέχεται κάθε εβδομάδα συνεχής ελεύθερος χρόνος 24 ωρών, που αρχίζει από την 0,00' ώρα της Κυριακής και λήγει την 24η ώρα της ιδίας ημέρας (εβδομαδιαία ανάπαυση).
Κατά το άρθρο 7 παρ. 4 εδαφ. α' του ιδίου Β.Δ/τος οι διατάξεις περί υποχρεωτικής αναπαύσεως την Κυριακή και την ημέρα αργίας δεν εφαρμόζονται σε μισθωτούς που απασχολούνται σε υπηρεσίες φύλαξης ανεξάρτητα από το είδος και τη μορφή της επιχειρήσεως, στην οποία εργάζεται ο παρέχων υπηρεσίες φύλαξης μισθωτός.
Και τέλος κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ανωτέρω Β.Δ/τος μισθωτοί, που απασχολούνται νομίμως την Κυριακή δικαιούνται αναπληρωματικής εβδομαδιαίως, ανάπαυσης διάρκειας 24 συνεχών ωρών, σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που αρχίζει από την Κυριακή, κατά την οποία εργάσθηκαν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι φύλακες και νυχτοφύλακες των πάσης φύσεως επιχειρήσεων, δηλαδή και των εμπορικών επιχειρήσεων, εργάζονται νομίμως τις Κυριακές.
Έχει όμως υποχρέωση ο εργοδότης τους να τους παράσχει συνεχή 24η ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδος. Εάν δεν τους την παράσχει και τους απασχολήσει και τις έξι εργάσιμες ημέρες, που ακολουθούν την Κυριακή κατά την οποία εργάσθηκαν, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργασίμων αυτών έξι (6) ημερών δεν παρασχέθηκε νομίμως ως αντικείμενη στη δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 10 του Β.Δ/τος 748/1966 και ο εργοδότης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 και επομ.
ΑΚ, έχει την υποχρέωση να τους αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση των μισθωτών του και με τη ζημία αυτών δηλαδή ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εργοδότης από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, αποφεύγοντας έτσι ισόποση αμοιβή, που θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου κατά την ημέρα αυτή (ΑΠ 930/2013, 5/2012, 711/2010).
Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί τις αποδοχές του, εξαιτίας της στέρησης της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας του ανάπαυσης πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο τα σχετικά στοιχεία, δηλαδή η παροχή της εργασίας κατά τις ημέρες αυτές, η μη λήψη της αναπληρωματικής ανάπαυσης, ο χρόνος παροχής της εργασίας αυτής καθώς και τα απαραίτητα στοιχεία του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τα οποία είναι ο πλουτισμός του υπόχρεου και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία του ή με ζημία του άλλου και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου, και έλλειψη νόμιμης αιτίας, δηλαδή να αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εργοδότης από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης του, αποφεύγοντας έτσι ισόποση αμοιβή, που θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου κατά την ημέρα αυτή και το ποσό το οποίο θα κατέβαλλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, για την παροχή της ίδιας εργασίας και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, καθώς και ο χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμός του εργοδότη (ΑΠ 974/1991, 1110/1991, 29/1990).
Εξάλλου, κατά το άρθρο Ν.Δ. 3755/1957, σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται να χορηγήσει στο μισθωτό τη νόμιμη άδεια που δικαιούται, όταν λήξει το ημερολογιακό έτος μέσα στο οποίο όφειλε να χορηγήσει την άδεια, υποχρεούται να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας του, αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή της σχετικής αίτησης, για τη θεμελίωση όμως της προσαύξησης κατά 100%, που έχει τον χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν την χορήγησε (ΑΠ 1420/2015, 192/2010).
Την υπαιτιότητα του εργοδότη οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο μισθωτός προκειμένου να αποζημιωθεί για την παρανόμως μη ληφθείσα άδειά του, άλλως το αίτημά του απορρίπτεται ως αόριστο. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από αυτά.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 και αρ.14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 534/2014, 225/2014, 13/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, στην ένδικη από 30-1-2014 αγωγή, έκαστος των εναγόντων παραθέτει στο ιστορικό της σε πίνακες τις ημέρες και ώρες απασχόλησής του ανά μήνα για όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της εργασιακής σχέσης.
Με αυτό τον τρόπο οι ενάγοντες ιστορούν και την απασχόλησή τους σε συγκεκριμένες ημέρες Κυριακής. Ισχυριζόμενοι περαιτέρω ότι για την εργασία τους αυτή η εναγόμενη δεν τους χορηγούσε αναπληρωματική ανάπαυση την εβδομάδα που ακολουθούσε, αξιώνουν για την αιτία αυτή, σε χωριστή στήλη ανά μήνα, επιγραφόμενη ως "αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ανάπαυσης", την καθαρή αμοιβή ενός ημερομισθίου, υπολογισμένου με βάση τον εκάστοτε κατώτατο προβλεπόμενο μισθό από την ΕΓΣΣΕ.
Επιπλέον οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή ζήτησαν την καταβολή αποζημίωσης μη χορηγηθείσης αδείας προσαυξημένης κατά 100%, ισχυριζόμενοι κατά λέξη ότι: "Οπως προκύπτει κατωτέρω από τους μηνιαίους πίνακες ημερών και ωρών απασχόλησής μας, η εναγομένη, όχι μόνο δεν χορήγησε αντισταθμιστικές ημέρες ανάπαυσης για τις πραγματοποιηθείσες υπερωρίες και την υπερεργασία, αλλά αρνούταν να χορηγήσει ακόμα και την ετήσια άδεια αναψυχής", ότι "...όπως ήδη εκτέθηκε, η εναγομένη δεν χορηγούσε ποτέ επίδομα αδείας, ενώ κατέβαλε αποδοχές μόνο για δέκα (10) ημέρες, κατ' ανώτατο όριο, αδείας αναψυχής κατ' έτος, οι δε αποδοχές που κατέβαλε υπολείπονταν των νομίμων, αφού ήταν υπολογισμένες με βάση το κατώτερο του νομίμου ωρομίσθιο.
Περαιτέρω, κάποιες φορές, η εναγομένη αρνούταν αυθαίρετα να χορηγήσει την άδεια αναψυχής, με αποτέλεσμα καθένας από εμάς να έχει λάβει μονάχα τις ημέρες αδείας που αναφέρονται στους πίνακες που προηγήθηκαν. Επομένως, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε καθέναν από εμάς τα ακόλουθα ποσά ως αποζημίωση επιδόματος αδείας και αποζημίωση μη χορηγηθείσης αδείας, προσαυξημένης κατά 100% καθ' ο μέρος δεν χορηγήθηκε λόγω άρνησης της εναγομένης".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, α) όσον αφορά το πρώτο κονδύλιο για τη στέρηση της αναπληρωματικής ανάπαυσης, ότι αυτό είναι αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, διότι, οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ως όφειλαν τις προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού για τη μη χορήγηση της αναπληρωματικής ανάπαυσης και συγκεκριμένα δεν εκθέτουν ότι ακύρως εργάστηκαν κατά τις ημέρες που ακολούθησαν μετά τις Κυριακές που απασχολήθηκαν, αφού δεν τους χορηγήθηκε αναπληρωματική ανάπαυση και δεν εκθέτουν σε τι συνίσταται η ωφέλεια του εργοδότη, όπως απαιτείται και β) όσον αφορά το δεύτερο κονδύλιο ότι αυτό είναι επίσης αόριστο, γιατί οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται για το ορισμένο της αξίωσης αυτής ότι ζήτησαν να λάβουν την άδειά τους και η εναγόμενη αρνήθηκε να τους την χορηγήσει, περιοριζόμενοι στην αόριστη αναφορά της υπαιτιότητάς της, χωρίς όμως να αναφέρουν συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η υποβολή αίτησης χορήγησης αδείας την οποία αρνήθηκε η εναγομένη να τους χορηγήσει, ώστε να στοιχειοθετείται πταίσμα της τελευταίας και συνεπώς η αξίωση αυτή καθίσταται απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.
Με το να δεχθεί το Εφετείο ότι τα ως άνω κονδύλια της αγωγής είναι αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτιμήσεως και να απορρίψει στη συνέχεια τους σχετικούς λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, ως αβάσιμους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις.
Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε αόριστα τα κονδύλια της αγωγής για την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης και καταβολής αστικής ποινής λόγω υπαίτιας μη χορήγησης ολόκληρης της άδειας των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι είναι απαράδεκτοι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττονται κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως, που είναι διάφορα και δεν συνέχονται αναγκαίως με κανένα από τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των αριθμών 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, α) παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 Ν. 2112/20, 3 του ΠΔ 180/2004 και της κοινοτικής οδηγίας 1999/70/ΕΚ που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της EE στις 28.06.1999, καθώς, ουδείς αντικειμενικός λόγος συνέτρεχε για την σύναψη συμβάσεως ορισμένου χρόνου από καθέναν από αυτούς, ούτε τέτοιος λόγος αναφέρθηκε εγγράφως στις συμβάσεις τους και επομένως η περιγραφή των συμβάσεών τους ως ορισμένου χρόνου στα έγγραφα Αναγγελίας Γνωστοποίησης Ορών Εργασίας τέθηκε προς καταστρατήγηση των ως άνω διατάξεων και ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός που έπρεπε να δοθεί σε αυτές είναι αυτός των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, β) περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες περί της συνδρομής αντικειμενικού λόγου για τη σύναψη συμβάσεως ορισμένου χρόνου από καθέναν από τους αναιρεσείοντες και γ) παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον αυτοτελή ουσιώδη ισχυρισμό τους περί πλαστότητας λόγω κατάχρησης υπογραφής των εγγράφων συμβάσεων και γνωστοποιήσεων όρων εργασίας που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη προς απόδειξη της ορισμένης διάρκειας συμβάσεών τους.
Ο ως άνω πρόσθετος λόγος είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δε συνάπτεται προς ορισμένο αίτημα, εκτός τούτου όμως, από την επισκόπηση της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι οι λόγοι αναιρέσεως αναφέρονταν, στα κεφάλαια της προϋπηρεσίας, της γνησιότητας των προσκομισθέντων προγραμμάτων εργασίας, της αποδεικτικής ισχύος των εξοφλητικών αποδείξεων και της αοριστίας των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων για την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ανάπαυσης και καταβολής αστικής ποινής λόγω υπαίτιας μη χορήγησης ολόκληρης της αδείας τους.
Επομένως ο ως άνω πρόσθετος λόγος δε συνέχεται αναγκαίως με κανένα από τα προσβληθέντα ως άνω με την αίτηση αναιρέσεως κεφάλαια και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (αρθρ. 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2020 αίτηση αναιρέσεως και τους από 27-1-2021 πρόσθετους λόγους, κατά της υπ' αριθμ. 1251/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη για δικαστικά έξοδα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ