Legislator Case Law & Legislation
634/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination due to procedural failure of the social security fund to appear.

Case Number 634/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision terminating a fixed-term employment contract. The appellant argued that the First Instance Court erred in applying specific labor laws regarding contract duration, but the appeal was procedurally barred because the respondent, the National Social Security Institute, failed to appear at the hearing. The court ruled that the respondent's absence rendered the appeal inadmissible, thereby upholding the lower court's judgment on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear at the hearing of an appeal without valid justification, the court must declare the hearing inadmissible against all parties.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility failure to appear labor contract termination fixed-term employment procedural default social security institute civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure
Article 103 of the Constitution
Law 2639/1998
Law 2112/1920
Directive 1999/70/EC
Law 2190/1994
Decree 164/2004

Cited Case Law

AI generated
Case 73/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 634 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 634/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη, Γεώργιο Δημάκη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Σ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Παπαπετρόπουλου, που έχει διορισθεί με την 273/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, στο πλαίσιο του προγράμματος νομικής βοήθειας ν.3226/2004 , ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την, από 6-4-2010, αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 1279/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 554/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την, από 17-9-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση από τη, με αριθ. .../12-4-2019, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Χ. M.. Α., την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της, από 17.9.2018, αιτήσεως αναιρέσεως της 554/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο (15.10.2019), επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο, ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που διορίσθηκε με αίτησή του, με την υπ' αριθ. 273/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (η οποία ισχύει και ως πληρεξουσιότητα, κατ' άρθ. 97 Κ.Πολ.Δ. -ΑΠ 73/2016-).

Πλην όμως το αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1 και 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, να προχωρήσει παρά την απουσία του, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η, από 17-9-2018 και με αριθμό κατάθεσης 688/17-9-2018, αίτηση αναίρεσης κατά της, με αριθ. 554/30-1-2018. τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", ως οιονεί καθολικού διαδόχου, κατ' άρθ. 51 Ν. 4387/2016,και στη θέση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", έφεσης κατά της, με αριθ. 1279/2013, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 6-4-2010 (με αριθμό κατάθεσης 1777/7-4-2010) αγωγής του αναιρεσείοντος, (έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πριν από κάθε επίδοση και εντός της διετίας, από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που έγινε στις 30-1-2018 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 144 ΚΠολΔ ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξ άλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή, εκ μέρους του μαθητευόμενου, εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από Νομικά Πρόσωπα του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας, δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνον, κατ' επίφαση, είχε προσληφθεί για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνον επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Άλλωστε, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε, κατ' αρχήν, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις, στο άρθρο αυτό, προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε Νομικά Πρόσωπα του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004, ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ. 2 του ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία, στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής, με την οποία εναρμονίστηκε η Ελληνική νομοθεσία, ως προς τον δημόσιο τομέα, με το ως άνω π.δ 164/2004. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Συγκεκριμένα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017 ό.π.). [Η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε ήδη, μετά την αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση].

Συνακόλουθα, η πρόσληψη προσωπικού, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι, εξ αυτής, απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθ. 669 παρ. 1 ΑΚ) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με τη φύση τους.

Περαιτέρω, με το άρθ. 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 ορίζεται ότι "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου... την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο τους, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ. 1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθ. 6 παρ. 8 του ν. 2956/2001) και "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παρ. 1 με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ.

α' και β'). Εξ άλλου, με το άρθ. 7 του προαναφερόμενου π.δ. 164/2004, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων έργου ορισμένου χρόνου, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν, εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος, αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Σημειώνεται ότι με τις, μεταβατικού χαρακτήρα, διατάξεις του άρθ. 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β, 3 και 5 του ως άνω π.δ/τος ρυθμίστηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθ. 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών) που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (12-7-2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγούμενου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.

Η διάταξη όμως αυτή δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον η αρχική πρόσληψη του ήδη αναιρεσείοντος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο και συγκεκριμένα στις 6-10-2005. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθ. 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 δεν βρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας σ' αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-4-2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 186/2019).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 6-4-2010, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που άσκησε πλην των λοιπών αναφερομένων σ' αυτήν εναγόντων και ο ήδη αναιρεσείων σε βάρος του ΟΑΕΔ και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, εξέθετε ότι δυνάμει διαδοχικών συμφωνητικών συνεργασίας δεκαοκτάμηνης διάρκειας, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτού και των εναγομένων, Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού - ΟΑΕΔ, (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) και του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), προσλήφθηκε από το εναγόμενο, ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Περιστερίου, στις 6-10-2005, με την ειδικότητα "ΔΕ - Διοικητικές Υπηρεσίες" και τοποθετήθηκε στο ΙΚΑ Περιστερίου ως διοικητικός υπάλληλος.

Ότι σ' αυτόν ανατέθηκαν καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου, όμοια με εκείνα των μονίμων υπαλλήλων, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, το οποίο διά των οργάνων του καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του και συνακόλουθα οι συμβάσεις του έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκε για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ούτε οι συμβάσεις του ήσαν συμβάσεις μαθητείας αλλά προσέφερε εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του, ως άνω, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και συνακόλουθα οι συμβάσεις του έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι η αρχική του σύμβαση ανανεώθηκε για ένα ακόμη δεκαοκτάμηνο, μετά τη λήξη του οποίου το εναγόμενο έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καταγγέλλοντας έτσι την εργασιακή του σύμβαση, χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο ΙΚΑ με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την αρχή της πρόσληψής του, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του στη θέση που απασχολήθηκε, μέχρι την άκυρη απόλυσή του, με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του και δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν.π.δ.δ., ΙΚΑ, να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 21.000 ευρώ, για το διάστημα από την απόλυσή του μέχρι την 8-11-2011, σύμφωνα με τις νόμιμες αποδοχές που αντιστοιχούν σε συμβασιούχους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επικουρικά ο ενάγων ζήτησε, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του, να του καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 2.333 ευρώ, άλλως να αναγνωρισθεί ότι απασχολήθηκε στο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, από της αρχικής πρόσληψής του, μέχρι την απόλυσή του.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη ως άνω 554/2018 απόφασή του, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της που ενδιαφέρει, εν προκειμένω, τον αναιρετικό έλεγχο. Αιτιολογώντας την κρίση του αυτή διέλαβε τα ακόλουθα: Ότι η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται να αναγνωρισθούν οι συμβάσεις του ενάγοντος ως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μη νόμιμη, διότι (κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της) και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ...

δεν είναι δυνατή κατά νόμο η μετατροπή των ένδικων συμβάσεων σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, καθώς καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 2 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994 και του Π.Δ. 164/2004. Ειδικότερα, το π.δ. 164/2004, το οποίο κατά ρητή επιταγή δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας ..., προβλέπει στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνο μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργές κατά το χρόνο αυτό και όχι αυτών που καταρτίσθηκαν μεταγενέστερα, όπως οι ένδικες συμβάσεις που καταρτίσθηκαν το έτος 2005 και το έτος 2008, ενώ η κύρωση για την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του κατά παράβαση των ορισμών του, προβλέπει την αυτοδίκαιη ακυρότητά τους.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των ένδικων συμβάσεων, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου αφού τον πρώτο εναγόμενο, εργοδότης του ενάγοντος, βάσει των ίδιων ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου.

Με την ανωτέρω κρίση, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή, δεν μπορεί να υπάρξει, σύμφωνα με όσες νομικές σκέψεις αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθ. 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις ανωτέρω διατάξεις ακόμη και αν ο αναιρεσείων εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου.

Ούτε, επίσης, με τη μη εφαρμογή του άρθ. 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, παραβίασε τις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα, προς εφαρμογή της Οδηγίας, προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθ. 7 του π.δ. 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των, απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα όπου απασχολούνται, σε κάθε δε περίπτωση από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας σύμφωνα με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος αυτής και το άρθρ. 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004, εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέκλεισε την εφαρμογή του άρθ. 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθ. 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθώς και ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθ. 21 του ν. 2190/1994 και 5 και 11 του π.δ. 164/2004, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσίβλητου που νίκησε δεν επιβάλλεται σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, (επιδικαζόμενη στο Δημόσιο κατά το ν. 3226/2004), αφού το αναιρεσίβλητο δεν παραστάθηκε και επομένως δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 17-9-2018, αίτηση του Κ. Λ. του Σ., για αναίρεση της υπ'αριθ. 554/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ