Legislator Case Law & Legislation
634/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where lower court allegedly distorted evidence documents not legally defined as 'documents'.

Case Number 634/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court distorted the content of a judicial expert report and the cadastral map, claiming these were 'documents' subject to the specific legal standard for distortion. The court rejected this argument, ruling that expert reports and cadastral maps are opinions of specialized bodies rather than evidentiary documents under the relevant code. Consequently, the appeal was found inadmissible for the cited reasons, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 338 and 432 of the Code of Civil Procedure; The distortion of evidence requires the lower court to have altered the content of documents defined by law, excluding expert reports and cadastral maps which constitute opinions of specialized authorities.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure distortion of evidence expert report cadastral map evidentiary documents inadmissible appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 579 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Article 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 406/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 634 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 634/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου,Νικήτα Χριστόπουλο, και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. χήρας Χ. Ν., κατοίκου ..., 2)Ν. Χ. Ν. κατοίκου ..., 3)Λ. Χ. Ν., κατοίκου ..., 4)Ε. Χ. Ν., κατοίκου ... 5)Α. Χ. Ν., κατοίκου .... Παραστάθηκαν οι 1η και 2ος δια, ο 3ος μετά και οι 4η και 5η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Σπύρου Ταμπά.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μορφόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/1995 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 281/1998 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων με την από 20-9-1998 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1348/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την ανωτέρω εφετειακή απόφαση.

Η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου ενώπιον του Εφετείου Πατρών.

Εκδόθηκαν οι 564/2003 μη οριστική και 19/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 7-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ 1 ΚΠολΔικ "αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία , πριν από την απόφαση αυτή, ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔικ " αν ο ‘ Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, η δε αναιρεθείσα απόφαση ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο αποβάλλει την ισχύ και παύει να αποτελεί δεδικασμένο, ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της.

Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι, οι οποίοι μετέσχον στην αναιρετική δίκη, επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα και η υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατ’ άρθρο 237 ΚΠολΔικ.

Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας τους λόγους της έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης, για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία επανακρίνεται, δεν δεσμεύεται να κρίνει και διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνο για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη και μετ’ αναίρεση εκδοθείσα εφετειακή απόφαση, η πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το ως δικαστήριο της παραπομπής δικάσαν Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, καθόσον δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ συμμορφούμενο με την αναιρετική απόφαση θα έπρεπε να την απορρίψει.

Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Χ. Α. Α. άσκησε κατά του αρχικώς εναγομένου Χ. Ν., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν λόγω θανάτου του, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και ήδη αναιρεσείοντες την από 28-2-1994 και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου αγωγή του, που ήταν αρνητική κυριότητας κατά την κυρία βάση της, κατά την οποία και μόνο εξετάστηκε και διεκδικητική κατά την επικουρική της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 85/1995 απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως ομολογημένη, η οποία και επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 281/1998 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Η τελευταία αυτή απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της με την υπ’ αριθμ 1348/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκανε δεκτό τον από τη διάταξη του αριθμού 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως κατά τον οποίο το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί και συγκεκριμένα ομολογία η οποία δεν είχε προταθεί.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ’ αριθμ 564/2003 εν μέρει οριστική απόφαση με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη κρατήθηκε και δικάστηκε εκ νέου η αγωγή και αφού αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως διατάχθηκαν αποδείξεις και στη συνέχεια εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και μάλιστα από το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, στο οποίο κατ’ άρθρο 8 παρ. 2 του Ν.4022/3.10.2011, μεταφέρθηκε από το Εφετείο Πατρών, που κατά την αναιρετική απόφαση ήταν το δικαστήριο της παραπομπής, με την απόφαση δε αυτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Οι αναιρεσείοντες εσφαλμένα υπολαμβάνουν ότι η συμμόρφωση προς την αναιρετική απόφαση επέβαλε την απόρριψη της αγωγής ώστε το αποδεικτικό της πόρισμα να είναι αντίθετο από εκείνο της αναιρεθείσας απόφασης. Τούτο δε γιατί κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη το δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα διαγραφόμενα από την αναιρετική απόφαση όρια, δεν δεσμεύεται, κατά την επανάκριση της υπόθεσης να καταλήξει στο ίδιο ή διαφορετικό αποτέλεσμα ως προς την ουσία της υποθέσεως.

Ενόψει τούτων δεν στοιχειοθετείται η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια και ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, κατ’ αυτού που κατέχει το πράγμα.

Διατάραξη της κυριότητας (η συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος κατά τα άρθρα 999 και 1000 δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα ή ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 11 πέρ.

α και περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335,338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008, Ολ ΑΠ 14/2005) οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κλπ).Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.

ΑΠ 2/2008) η κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης και μετ’ αναίρεση εκδοθείσας προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθ 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την κύρια βάση και από τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, από 28.2.1994 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά των υπεισελθόντων στη θέση του αρχικού εναγομένου Χ.

Ν. εξ αδιαθέτου κληρονόμων του. "Με το με αριθ. .../1993 συμβόλαιο του Συμβ/φου Μεσολογγίου Παναγιώτη Μακρυγιάννη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεσολογγίου (τ. ...), ο ενάγων αγόρασε από την Γ. συζ. Α. Φ. το γένος Α. και Μ. Γ., ένα αγρολειβάδιο, εκτάσεως 27.000 τ.μ., που ευρίσκεται στη θέση "..." της Κτηματικής Περιφέρειας Μεσολογγίου, εμφαινόμενο στο από μηνός Μαΐου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού - Μηχανικού Δ.

Χ., με τα στοιχεία ..., το οποίο συνορεύει ανατολικά επί πλευρών ... μήκους 170,00, 45,00, 59,00 και 76,50 μέτρων εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Φ. (πωλήτριας) και εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Α., βορειοδυτικά επί πλευράς Θ - I - Α, μήκους 320,00 μέτρων με ιδιοκτησία Φ. Β. και νότια επί πλευρών Α-Β, Β - Γ και Γ - Δ, μήκους 40,00, 50,00 και 60,00 μέτρων, με αγροτικό δρόμο υδατοδεξαμενής Ι.Π Μεσολογγίου και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Χ.

Ν. (αρχικώς εναγόμενου). Στην πωλήτρια είχε περιέλθει από κληρονομιά της μητέρας της Μ. Τ. του Χ. (συζ. Α. Γ.), που απεβίωσε αδιάθετη στις 12-12-1977, την οποία αποδέχθηκε με την με αριθ. ...1993 δήλωση αποδοχής ενώπιον του ανωτέρω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τ. ...), ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, εκτάσεως 55.000 τ.μ., το οποίο (μείζον ακίνητο), συνόρευε ανατολικά με ιδιοκτησία Χ.

Ν. (αρχικώς εναγόμενου), δυτικά με ιδιοκτησία Φ. Β. και δεξαμενή, βόρεια με ιδιοκτησία Φ. Β. εν μέρει και εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Α. και με ιδιοκτησία της κληρονομούμενης και νότια με δεξαμενή και ιδιοκτησία Χ. Ν. (αρχικώς εναγόμενου). Εξάλλου, ο τελευταίος (εναγόμενος) με τα ακόλουθα συμβόλαια του Συμβ/φου Μεσολογγίου Ιωάννη Μακρή, αγόρασε από την απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος Μ.

Τ. του Χ., τα κατωτέρω ακίνητα, που ευρίσκονται στην προαναφερόμενη θέση: Α)με το με αριθ. .../1975 συμβόλαιο, που μεταγράφηκε στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών (τ. ...), ένα αγρολειβάδιο, εκτάσεως 40 στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά εν μέρει με αγρολειβάδιο αδελφών Χ. Χ. και ιδίας πωλήτριας, δυτικά και μεσημβρινώς με οδό κείμενη παραπλεύρως αρδευτικού αύλακος, η οποία οδηγεί προς ...

και μέχρι "συνστήσεως" (προφανώς εννοεί συναντήσεως) του ανατολικού ορίου αδελφών Χ. Χ. και αρκτικώς με δεξαμενή ζώνης 12 - 14 και οδό εξικνούμενη επ’ αυτής κατευθύνεται προς δυσμάς μέχρι τη θέση "..." της ως άνω οδού και κατ’ ευθείαν μέχρι συναντήσεως της οδού της αγούσης προς ..., η νοητή δε αυτή ευθεία εφάπτεται με αγρολειβάδιο Φ.

Β.. Στο συμβόλαιο δεν επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα. Β)με το με αριθ. .../1976 συμβόλαιο, που μεταγράφηκε στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τ. 151 με αυξ. αριθ. 19511) ένα αγρολειβάδιο, εκτάσεως 50 στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά με αγρολειβάδιο κληρονόμων Χ. Χ., δυτικά και αρκτικά με ... και μεσημβρινώς με δρόμο προς ΕΔΟΚ.

Στο συμβόλαιο αυτό επίσης δεν επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα. Το Φεβρουάριο του έτους 1993, ο εναγόμενος φύτευσε στο μεσημβρινό τμήμα του προαναφερόμενου ακινήτου του ενάγοντος 70 ελαιόδενδρα, διαταράσσοντας έτσι την κυριότητα αυτού. Με την από 4-11-1993 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση του ενάγοντος, που κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 4-11-1993, ζήτησε από τον τελευταίο την άρση της προσβολής της κυριότητος του με την εκρίζωση των ελαιοδένδρων.

Με την από 10-11-1993 εξώδικο απάντησή του, ο τελευταίος, ισχυρίσθηκε ότι το τμήμα στο οποίο φύτευσε τα ελαιόδενδρα από τον Φεβρουάριο του 1991 (και όχι του έτους 1993, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων) και ολόκληρο το ακίνητο των 27 στρεμμάτων, ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του ιδίου από αγορά (χωρίς να διευκρινίζει τον χρόνο της αγοράς αυτού, το όνομα του πωλητή και με ποιο τίτλο ή άτυπα) και ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος δεν ήταν η κυρία αυτού και δεν τον ενόχλησε, ενώ το εκμεταλλευόταν (νεμόταν) ως ιδιοκτήτης.

Με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια με την ένδικη έφεση, αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν είναι κύριος του ενδίκου ακινήτου, διότι απέκτησε με το επικαλούμενο με την αγωγή συμβόλαιο από μη κυρία, αφού η φερόμενη ως απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος και δικαιοπάροχος της πωλήτριας, είχε μεταβιβάσει σ’ αυτόν το επίδικο ακίνητο με σύμβαση χρονικά προγενέστερη και δη με το ανωτέρω αναφερόμενο με αριθ. .../1976 συμβόλαιο, με συνέπεια να μην είναι κληρονομιαίο, το οποίο (ακίνητο) κατά τον τίτλο έχει έκταση 50 στρεμμάτων, αλλά η περικλειόμενη εντός σταθερών ορίων πραγματική έκταση αυτού, είναι 80 στρέμματα και ότι έκτοτε κατέχει και νέμεται αυτό, με τις σ’ αυτές αναφερόμενες πράξεις νομής (περίφραξη, εκχέρσωση, βοσκή ζώων, δενδροφύτευση).

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η δικαιοπάροχος αυτού, ο,τι είχε στη συγκεκριμένη τοποθεσία, το μεταβίβασε σ’ αυτόν, με τον προαναφερόμενο τίτλο και ότι συνεπώς, μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων δεν περιλαμβανόταν και το επίδικο. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσία. Ειδικότερα, η μάρτυρας αποδείξεως Γ.

Φ. του Α. -δικαιοπάροχος του ενάγοντος - κατέθεσε ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστού ότι το επίδικο ακίνητο που αγόρασε ο ενάγων είναι ανεξάρτητο από τα ακίνητα που αγόρασε ο εναγόμενος από τη δικαιοπάροχο της με τα προαναφερόμενα συμβόλαια και ευρίσκεται δυτικά από αυτά. Εξάλλου ο πραγματογνώμονας, που διορίσθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών, απαντώντας στο ερώτημα, που τέθηκε με αυτή, αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στα προαναφερόμενα συμβόλαια του εναγόμενου και ιδίως το με αριθ. .../1976, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, εκθέτει τα ακόλουθα:

α) το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στο ακίνητο που μεταβιβάσθηκε σ’ αυτόν με το με αριθ. .../1975 συμβόλαιο, αφού τα ακίνητα αυτά δεν συνέχονται, αλλά διαχωρίζονται από τον δρόμο της ΕΔΟΚ, που οδηγεί στη δεξαμενή άρδευσης, β) δεν μπορεί να αποδειχθεί, δεδομένης της ασάφειας στην περιγραφή του δυτικού ορίου και της έλλειψης (δηλαδή της μη επισυνάψεως τοπογραφικού στο συμβόλαιο) τοπογραφικού διαγράμματος, ότι το επίδικο συμπεριλαμβάνεται στο με αριθ. .../1976 συμβόλαιο, ότι δηλαδή αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου, που μεταβιβάσθηκε σε αυτόν.

Κατά τη γνώμη του, είναι πιθανό το επίδικο να ευρίσκεται δυτικότερα από το ακίνητο, που μεταβιβάσθηκε με το συμβόλαιο αυτό. Την άποψη αυτή του πραγματογνώμονος, υιοθετούν τόσο ο Τεχνικός Σύμβουλος του εναγόμενου - εκκαλούντος Ν. Π., όσο και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού (εναγόμενου) που συνεχίζουν τη δίκη, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (βλ.

σελ. 2 Κεφάλαιο II §Γ5) με την παρατήρηση ότι δυτικότερα, ωστόσο, ευρίσκονται οι ιδιοκτησίες του Φ. Β. και Χ. Α.. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός των διαδόχων του εναγόμενου αντιφάσκει με το ισχυρισμό αυτού, που προβλήθηκε με την ένδικη έφεση και με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Πατρών (και ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του ακινήτου, που μεταβιβάσθηκε σ’ αυτόν με το με αριθ. .../1976 συμβόλαιο, καταρρίπτεται και από το από Μάιος 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Δ.

Χ., που προσαρτήθηκε στο με αριθ. .../1993 συμβόλαιο, στο οποίο απεικονίζεται η ιδιοκτησία του εναγόμενου ανατολικά (πλην εκείνης, που απεικονίζεται νότια κάτω από την αγροτική οδό, που οδηγεί στην υδατοδεξαμενή της ...), βορειοδυτικά αγροτική οδός πλάτους τριών μέτρων και πέραν αυτής η ιδιοκτησία του Φ. Β., βορειοανατολικά η ιδιοκτησία Χ.

Α., νοτιοανατολικά η ιδιοκτησία της Μ. Τ. (προφανώς της δικαιοπαρόχου του εναγόμενου) και μεταξύ αυτών των ιδιοκτησιών (Φ. Β., Χ. Α., Μ. Τ. και της αγροτικής οδού) ευρίσκεται το ακίνητο των 27.000 τ.μ με φερόμενη ως ιδιοκτήτρια την Μ. Τ., η οποία όμως είχε αποβιώσει και την κληρονομιά αυτής αποδέχθηκε το τέκνο της Γ.

Φ., η οποία μεταβίβασε στον ενάγοντα το επίδικο ακίνητο. Πρέπει δε να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσία ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι μετά τη μεταβίβαση του προαναφερόμενου ακινήτου με το με αριθ. .../9-3-1976 η πωλήτρια δεν είχε άλλη περιουσία στη συγκεκριμένη τοποθεσία, αφού με το με αριθ. ...15-9-1976 συμβόλαιο ενώπιον του Συμβ/φου Αθηνών Φωτίου Μουτσίδη πώλησε στον Δ.

Γ. ακίνητο 18 στρεμμάτων, που ευρίσκοντο στην ίδια θέση. Ο ενάγων δήλωσε το ένδικο ακίνητο στο Εθνικό Κτηματολόγιο, το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ ... και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα περί της δηλώσεως αυτού πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσία. Περαιτέρω, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς εναγόμενου, που συνεχίζουν τη δίκη, ισχυρίζονται ότι το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε σ’ αυτόν με το με αριθ. .../1976 συμβόλαιο, εκτάσεως 50 στρεμμάτων και κατά νεώτερη εμβαδομέτρηση από τον ΟΚΧΕ 82.180 τ.μ.

καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία σε πέντε φύλλα επ’ ονόματι Ελληνικού Δημοσίου. Ότι άσκησε αγωγή και με την με αριθ. 44/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, αναγνωρίστηκε κύριος του αγρού των 82.180 τ.μ και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Αν ήθελε γίνει δεκτό στο ανωτέρο ακίνητο των 82.180 τ.μ περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, δεν παρήχθη δεδικασμένο έναντι του ενάγοντος (ΑΠ 148/2014 και 414/2013 Τ.Ν.Π "ΝΟΜΟΣ").Από τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο θανάτου (1977) της Μ.

Τ., το επίδικο ανήκε στην κατοχή και κυριότητα αυτής, ήταν κληρονομιαίο και εντελώς ανεξάρτητο από τα δύο ακίνητα και ο εναγόμενος αγόρασε από αυτή.

Συνεπώς η δικαιοπάροχος του ενάγοντος Γ. Φ. με την αποδοχή της κληρονομίας της μητέρας της απέκτησε το επίδικο ακίνητο και ήταν κυρία αυτού κατά το χρόνο που το μεταβίβασε στον ενάγοντα. ‘ Ετσι ο τελευταίος δυνάμει του προαναφερθέντος αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, νόμιμα μεταγραφέντος είναι κύριος του επίδικου ακινήτου και ο αρχικώς εναγόμενος διατάραξε την κυριότητά του επ’ αυτού. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσία. Να αναγνωρισθεί ο ενάγων κύριος του επιδίκου ακινήτου. Να διαταχθεί η άρση της διαταράξεως με την εκρίζωση των 70 ελαιοδένδρων στο μεσημβρινό τμήμα αυτού. Να απαγορευθεί δε κάθε διατάραξη στο μέλλον, της κυριότητος του ενάγοντος, με την απειλή χρηματικής ποινής πεντακοσίων (500) ευρώ και προσωπικής κράτησης, διαρκείας δύο (2) μηνών, για κάθε διατάραξη".Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την προαναφερθείσα κύρια βάση της, την αγωγή, την οποία όπως αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως είχε κρατήσει για εκ νέου εκδίκασή της μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 564/2003 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής (Εφετείου Πατρών) που είχε κάνει δεκτή τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του αρχικού ενάγοντα, είχε κρατήσει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση και είχε αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να διεξαχθούν αποδείξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ κατά την οποία το Εφετείο, αφού κάνει επιλεκτική αναφορά στο περιεχόμενο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης κατά το οποίο το επίδικο ‘ ‘ είναι πιθανό να βρίσκεται δυτικότερα του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο με το υπ’ αριθμ. .../1976 συμβόλαιο’ ‘ , στη συνέχεια δέχεται ότι αν από τη μεταβιβασθείσα με το .../1976 συμβόλαιο έκταση ‘ ‘ αφαιρεθούν τα δεκατρία περίπου στρέμματα, που καταλαμβάνει η αρδευτική δεξαμενή, τότε το πραγματικό εμβαδό του ακινήτου είναι πενήντα πέντε περίπου στρέμματα και προσεγγίζει το εμβαδόν του .../1976 συμβολαίου και ότι η υπόθεση αυτή πληροί τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί και η πιθανότερη". Η αιτίαση αυτή αφορά σε παραδοχές, οι οποίες δεν περιέχουν ισχυρισμό με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνει σε κατάλυση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, αλλά περιέχει πραγματικό επιχείρημα που συνέχεται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δη της πραγματογνωμοσύνης και δεν αποτελεί, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αιτιολογία της απόφασης, επιδεχόμενη μομφή από την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος ως προς την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την κατάθεση της μάρτυρος Γ.

Φ. του Α., που εξετάστηκε ενώπιον της εισηγήτριας δικαστή και η οποία μάρτυρας ήταν εξαιρετέα, γιατί προσδοκούσε έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ως κληρονόμος της αμέσου δικαιοπαρόχου του αρχικού ενάγοντα Μ. θυγ. Χ. Τ., συζ. Α. Γ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ, γιατί προτείνεται για πρώτη φορά στον ‘ Αρειο Πάγο, ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο επικαλούμενος λόγος εξαιρέσεως του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔικ υποβλήθηκε νομότυπα πριν από την όρκιση της μάρτυρος, κατά το άρθρο 400 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, ενώ το επικαλούμενο συμφέρον δεν ήταν άμεσο, αφού το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα ή οι αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης δεν αφορούν την εν λόγω μάρτυρα, ο δε αναιρεσείων αβάσιμα υπολαμβάνει και υποστηρίζει ότι τυχόν τέτοια ιδιότητα του μάρτυρα λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (δεύτερος) πρέπει να απορριφθεί. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια πλημμέλεια του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο κατά το σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος για τον προαναφερθέντα ισχυρισμό (κυριότητα του επιδίκου) έλαβε υπόψη του, την καταδικαστική επιταγή, κατά το άρθρο 368 επ ΚΠολΔικ και με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 564/2003 παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφασή του διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου - μηχανικού Δ.

Τ., η οποία ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αφού παρά τα επιστασσόμενα από το δικαστήριο που την διέταξε δεν συνοδευόταν από τοπογραφικό διάγραμμα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι άκυρη ακόμη και όταν έχει ατέλειες, σφάλματα ή ανακρίβειες ή ο πραγματογνώμονας δεν ακολούθησε τις οδηγίες του δικαστηρίου και δεν συνέταξε σχεδιάγραμμα ή δεν έλαβε υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας, αφού στο δικαστήριο εναπόκειται, στα πλαίσια της κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔικ ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων, να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα, ενώ εναπόκειται στην διακριτική του ευχέρεια να διατάξει συμπληρωματική ή νέα πραγματογνωμοσύνη, αν κρίνει, ανέλεγκτα, ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 368 ΚΠολΔικ, πράγμα που δεν συνέβη στην ένδικη περίπτωση.

Ενόψει τούτων η ένδικη πραγματογνωμοσύνη ήταν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και νόμιμα λήφθηκε υπόψη, μη στοιχειοθετουμένης εντεύθεν της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας και γι’ αυτό ο ερευνώμενος (τρίτος) λόγος πρέπει να απορριφθεί.

Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος για το προαναφερθέντα ισχυρισμό (κυριότητα του επιδίκου) δεν έλαβε υπόψη του την νομίμως προσκομισθείσα σ’ αυτό κατάθεση του μάρτυρα Χ.

Κ., που περιέχεται στα υπ’ αριθμ. 15/2014 πρακτικά συνεδριάσεως της ορισθείσας ως Εισηγήτριας, επί των αποδείξεων δικαστή. Επίσης με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία:

α) το από Νοεμβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Σ., β) το τοπογραφικό διάγραμμα με τίτλο - κωδικό αριθμό του εθνικού Κτηματολογίου ... γ)την υπ’ αριθμ 44/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου δ) την υπ’ αριθμ 117/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος ε) την υπ’ αριθμ 57/2012 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου στ) το με αριθ. .../17.8.1976 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας ζ) την υπ’ αριθμ. .../1.7.1985 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας η) το με τίτλο "ιδιοκτησία Χ.

Ν., σύμφωνα με τα συμβόλαιά του και τις αποτυπώσεις του Κτηματολογίου" έγγραφο του Κτηματολογίου. Οι λόγοι αυτοί (πέμπτος, έβδομος) είναι αβάσιμοι, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των ενώπιον της Εισηγήτριας δικαστού εξετασθέντων μαρτύρων που περιέχονται στα υπ’ αριθμ. 15/2014 πρακτικά συνεδριάσεως, καθώς και όλα τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης όπου γίνεται ρητή αναφορά σε κάποια από τα έγγραφα αυτά (εγγρ γ σελ 9) δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη ως προς το παραπάνω ζήτημα του αποδεικτικού του πορίσματος, ενώ από το ότι γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό, όπως π.χ στην μαρτυρική κατάθεση της Γ.

Φ. του Α. (σελ 7-8) δεν συνάγεται, χωρίς άλλο ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η απόδοση σε κάποιο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο μεγαλύτερης βαρύτητας από ότι σε κάποιο άλλο ισοδύναμο με αυτό, ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου. Οι αιτιάσεις των λόγων αυτών ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση είναι απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων.

Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 338 και 432 του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων εκείνα στα οποία αποτυπώνεται, άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδριάσεως, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως του άρθρου 390 ΚΠολΔικ ή οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις Εφαρμογής απαλλοτριώσεως ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημοσίων υπηρεσιών (ΑΠ 406/2006).Στην προκειμένη περίπτωση με αιτιάσεις του έκτου λόγου της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο κατά την απόδειξη του περί κυριότητας του ενδίκου ακινήτου ισχυρισμού, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της κατά δικαστική επιταγή διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, με το να δεχθεί αποσπασματικά περικοπές της, με δε τον όγδοο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το σχεδιάγραμμα του Εθνικού Κτηματολογίου με ΚΑΕΚ ..., με το να δεχθεί ότι το δηλούμενο σ’ αυτό ακίνητο είναι το επίδικο και ανήκει στον ενάγοντα.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι γιατί αναφέρονται σε αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν αποτελούν "έγγραφα" κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια ώστε να υπόκεινται σε παραμόρφωση, κατά την έννοια της ερευνώμενης διάταξης. Ενόψει τούτων και οι λόγοι αυτοί, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρ 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ) ενώ αυτοί (αναιρεσείοντες) λόγω της ήττας τους (άρθρ 183 και 176 ΚΠολΔικ), πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Μαϊου 2015 αίτηση των Κ. χήρας Χ. Ν., Ν. Χ. Ν. κλπ κατά του Χ. Α. Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 19/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ