Legislator Case Law & Legislation
633/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds of error under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 633/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Perama against the Third Instance Court's decision. The appellant argued procedural errors but failed to specify which facts or legal provisions were violated. The court ruled that such vague grounds are inadmissible under Article 559 of the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 566 of the Civil Procedure Code: An appeal must clearly identify the specific legal provisions violated and the factual premises relied upon; vague references without connecting them to specific errors in the lower court's decision are inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Article 559 vague grounds inadmissible appeal procedural error factual premises legal provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Article 577 paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Article 577 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Articles 106, 335, 338, 339, 340, 346 of the Civil Procedure Code
Article 561 paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Articles 118 number 4, 566 paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Article 281 paragraph 2 of Law 3443/2006
Articles 106, 176, 183, 189 number 1 and 2 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 633 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός ...3/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΡΑΜΑΤΟΣ", που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής (Λεωφόρος Δημοκρατίας αριθμός 28 Δημαρχείο Περάματος Αττικής) με ΑΦΜ 099077446 (Δ.Ο.Υ. Ε' Πειραιά) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μυλωνά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Αστικής - μη κερδοσκοπικής εταιρείας- νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία ...", η οποία εδρεύει στις ... (Τ.Κ. 81100), με ΑΦΜ ... (Δ.Ο.Υ. ...), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Φλώρου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2660/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2021 μη οριστική, 394/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 13.9.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 394/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 2660/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).

Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 10.../2014, ΑΠ 551/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του αντίστοιχου, χωρίς αρίθμηση, λόγου αναίρεσης, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που με επίκληση προσκόμισε, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του προς αντίκρουση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, και συγκεκριμένα α) την από 12.1.2017 επιστολή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, β) το από 31.1.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό παράδοσης - παραλαβής κλειδιών του ενδίκου κληρονομιαίου ακινήτου, γ) την από 2.5.2017 αίτηση του Δήμου Περάματος για έκδοση κληρονομητηρίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, δ) την από 23.1.2017 αγωγή της αδελφής του κληρονομουμένου, Α.

Γ., ε) τη με αριθμό .../2016 διάταξη κληρονομητηρίου του Ειρηνοδικείου Πειραιά, στ) τη με αριθμό .../2007 διαταγή του Ειρηνοδικείου Πειραιά, ζ) τη με αριθμό .../2018 πράξη της Ειρηνοδίκη Πειραιά, η) τη με αριθμό 257/2018 πράξη της Ειρηνοδίκη Αθηνών προς διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί της από 4.7.2002 ιδιόγραφης διαθήκης, θ) τη με αριθμό .../2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Περάματος, ι) τη με αριθμό .../13.10.2017 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πειραιά Ε.

Τ., ια) τη με αριθμό .../2016 βεβαίωση μεταβολής ατομικών στοιχείων φυσικού προσώπου της Ε' Δ.Ο.Υ. Πειραιά, ιβ) αποδεικτικά (σημειώματα προς πληρωμή, διπλότυπα είσπραξης κλπ) της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., ιγ) την υπ' αριθ. πρωτ. .../1.2.2015 αίτηση του Δημάρχου Περάματος προς το Υποθηκοφυλακείο Πειραιά, ιδ) τις υπ' αριθ. .../2018, .../2018 και .../2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ν.

Ν., Π. Ζ. και Ι. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, ιε) την ειδοποίηση πληρωμής φόρου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. και ιστ) τη βεβαίωση Δηλωθείσας Περιουσιακής Κατάστασης με υπόχρεο τον Δήμο Περάματος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. .../2018, .../2018 και .../2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ν.

Ν., Π. Ζ. και Ι. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά καθώς και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων, τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα αναφερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, ενώ και από τη ρητή αναφορά στο περιεχόμενο ορισμένων εξ αυτών, που διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης και επισκοπούμενης απόφασης, προκύπτει, αναμφιβόλως, ότι ελήφθησαν υπ' όψη και συνεκτιμήθηκαν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος. Από τη διάταξη του άρθρου 1714 ΑΚ προκύπτει ότι η με τη διαθήκη σύσταση της κληροδοσίας έχει την έννοια, ότι ο διαθέτης αφήνει σε κάποιον ορισμένο αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του, χωρίς ωστόσο να τον θέλει καθολικό διάδοχο.

Ειδικότερα, αντικείμενο της κληροδοσίας είναι δυνατό να είναι κάθε περιουσιακή ωφέλεια χωρίς αντάλλαγμα ή και με αντάλλαγμα και γενικότερα κάθε παροχή αποτιμητή σε χρήμα ή και μη αποτιμητή. Το κριτήριο διάκρισης ανάμεσα στον εγκατάστατο σε δήλο πράγμα κληρονόμο και στον κληροδόχο είναι το περιεχόμενο της βούλησης του διαθέτη και συγκεκριμένα αν ο τελευταίος ήθελε τον τιμώμενο καθολικό ή ειδικό διάδοχό του.

Σε αμφισβητούμενες περιπτώσεις, ισχύει ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 1800 ΑΚ, κατά τον οποίο, αν ο διαθέτης άφησε στον τιμώμενο ολόκληρη την περιουσία του ή ποσοστό αυτής, ο τιμώμενος θεωρείται ότι έχει εγκατασταθεί ως κληρονόμος, ακόμη και αν δεν ονομάστηκε κληρονόμος, ενώ αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος (ΑΠ 288/2021, ΑΠ 72/2021, ΑΠ 144/2012).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1809, 1810 επ. ΑΚ, εκ των οποίων οι διατάξεις των άρθρων 1810-1812 ΑΚ εφαρμόζονται αναλογικά και στην υποκατάσταση κληροδόχου κατ' άρθρο 2008 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να διορίσει υποκατάστατο κληρονόμο (ή υποκατάστατο κληροδόχο) για την περίπτωση που ο εγκατάστατος εκπέσει πριν από την επαγωγή ή μετά την επαγωγή της κληρονομίας.

Ο υποκατάστατος κληρονόμος ή ο υποκατάστατος κληροδόχος, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι έχει ταχθεί τόσο για την περίπτωση που εκείνος που καλείται πρώτος δεν μπορεί (π.χ. λόγω προαποβίωσης), όσο και για την περίπτωση που δεν θέλει (π.χ. λόγω αποποίησης) να είναι κληρονόμος ( ΑΠ 186/2017, ΑΠ 264/2005). Κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) και συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη αυτή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή. (ΑΠ 1932/2017).

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 106/2015).

Αν, λοιπόν, το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ` ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1875/2023, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 851/2017, ΑΠ 458/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση των αντίστοιχων, χωρίς αρίθμηση, λόγων αναίρεσης, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την κρινόμενη αγωγή, αφού στο δικόγραφό της δεν διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ, απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία, και ειδικότερα δεν αναφέρονται σ' αυτή οι διατάξεις επί των αιτήσεων εκδόσεως κληρονομητηρίου και κήρυξης διαθήκης κυρίας, με τις οποίες αρχικά απορρίφθηκε η αίτηση για έκδοση κληρονομητηρίου του Δήμου Περάματος μέχρι την κήρυξη κυρίας της διαθήκης του παραπάνω διαθέτη και ότι μετέπειτα εκδόθηκε διάταξη επί της αίτησης για κήρυξη κυρίας της διαθήκης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής εξέτασης αυτής.

Ότι η ενάγουσα δεν αναφέρει καθόλου τους λόγους για τους οποίους δεν πληρώθηκε, κατά την κρίση της, ο τρόπος που είχε τεθεί στον εναγόμενο - άμεσο κληροδόχο με τις παραπάνω διαθήκες για να διατηρήσει τα κληροδοτηθέντα και αρκείται στην απλή αναφορά της παρέλευσης διετίας από τον θάνατο του διαθέτη, αν και συνομολογεί την τέλεση διαφόρων διαδικαστικών ενεργειών με πρωτοβουλία του Δήμου Περάματος, με σκοπό την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.

Ότι η ενάγουσα δεν αναφέρει, ως όφειλε, ως προς την υπ' αριθ. .../13.10.2017 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας εκ μέρους του εναγομένου ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ε. Τ., τον χρόνο μεταγραφής του συμβολαίου και τα βιβλία μεταγραφής του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου. Ότι επιπλέον η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, διότι, αν και δεν αναγράφεται στην ένδικη αγωγή η λέξη "ΔΙΑΛΥΤΙΚΗ" αίρεση, συμπληρώνει απαραδέκτως αυτή με τη λέξη "ΔΙΑΛΥΤΙΚΗ".

Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής : Ότι η ίδια τυγχάνει υποκατάστατος κληροδόχος του αποθανόντος στις 3.6.2015 Ε. Β. του Α., ο οποίος κατέλειπε τρεις ιδιόγραφες διαθήκες και συγκεκριμένα την από 4.7.2002 ιδιόγραφη διαθήκη, δημοσιευθείσα στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 27.7.2015, την από 10.12.2003 ιδιόγραφη διαθήκη, δημοσιευθείσα στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς στις 20.1.2016 και την από 5.1.2004 ιδιόγραφη διαθήκη, δημοσιευθείσα στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 30.3.2016 και κηρυχθείσα κυρία με την υπ' αριθ. .../26-7-2016 πράξη της Ειρηνοδίκη Αθηνών.

Ότι ήδη με την πρώτη διαθήκη, την οποία συμπλήρωσαν οι δύο επόμενες, ο διαθέτης όρισε ότι αφήνει το οικόπεδο μετά της οικίας που του ανήκε και βρίσκεται επί της οδού Θράκης 34 στο Πέραμα, στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Περάματος, με τον απαράβατο όρο να γίνει παιδικός σταθμός, ότι αφήνει επίσης στον Δήμο το υπ' αριθ. ...

βιβλιάριο Εθνικής Τράπεζας, τα χρήματα του οποίου θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν από τον Δήμο για συμπληρωματικές εργασίες στον παιδικό σταθμό και να αναγραφεί ότι ο παιδικός σταθμός είναι δωρητήριο Ε. και Κ./νας Β.. Ότι εάν μετά παρέλευση δύο ετών από τον θάνατο του διαθέτη το άνω οίκημα δεν γινόταν παιδικός σταθμός, τότε το ακίνητο ως και το βιβλιάριο τραπέζης θα περιέρχονταν στην ... ... (δηλαδή στην ενάγουσα) και τα χρήματα εκ της πώλησης του ακινήτου θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την ανέγερση πτέρυγας στην Ιερά Μονή για την παραμονή πιστών, με την επιγραφή Δωρητήριον Ε.

και Κ./νας Β.. Ότι με την επόμενη διαθήκη της 10.12.2003 ο διαθέτης όρισε τα ίδια και πάλι ως προς τον πιο πάνω λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας, όπως στην προηγούμενη διαθήκη, επιπλέον όμως συμπεριέλαβε και Έντοκο Γραμμάτιο Ελληνικού Δημοσίου 52 εβδομάδων λήξης 19.3.2004 και διέλαβε ότι "Αυτά όπως έχω γράψει και στην διαθήκη η οποία βρίσκεται εις την Συμβολαιογράφο Αθηνών Χ.

Α. Κ. πηγαίνουν εις το Δήμο ή εις ... δια εργασία διαμορφώσεως παιδικού σταθμού ή δια ανέγερση πτέρυγας όπως επιθυμώ". Ότι ομοίως με την από 5.1.2004 ιδιόγραφη διαθήκη ο διαθέτης όρισε σχετικά ότι "το υπ' αριθμ. λογαριασμού Βιβλιάριον Εθνικής Τραπέζης με αριθμ. ... ως και το ... 19/3/2004 αυτά τα χρήματα όπως γράφω και στην επίσημη διαθήκη μου η οποία ευρίσκεται εις την Συμβολαιογράφο Χ.

Α. Κ. πηγαίνουν εις τον Δήμο Περάματος δια εργασίες διαμορφώσεως του σπιτιού μου εις παιδικό σταθμό ή εις τη ... δια ανέγερση πτέρυγας εις την Μονή όπως επιθυμώ". Ότι, ως εκ τούτου, ο Ε. Β. κατέλειπε στα προρρηθέντα περιουσιακά στοιχεία του, αρχικό και άμεσο κληροδόχο εκ διαθήκης τον εναγόμενο Δήμο Περάματος, υπό τον τρόπο όπως εντός διετίας από τον θάνατό του, ήτοι έως την 3.6.2017, ο εναγόμενος προβεί στις εργασίες διαμόρφωσης του κληρονομιαίου ακινήτου σε παιδικό σταθμό και για την περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος δεν προέβαινε στις άνω εργασίες, ήτοι δεν εκπλήρωνε τον οριζόμενο στις διαθήκες τρόπο, ως υποκατάστατος κληροδόχος στα άνω περιουσιακά στοιχεία ορίστηκε η ενάγουσα.

Ότι ο εναγόμενος ουδόλως προέβη στην πλήρωση του τρόπου, καθώς δύο έτη μετά τον θάνατο του διαθέτη, όχι μόνο δεν είχε προβεί στις εργασίες διαμόρφωσης της οικίας του διαθέτη σε παιδικό σταθμό, αλλά δεν είχε προβεί έστω στη δια συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχή της κληροδοσίας, η οποία έγινε στις 13.10.2017, δυνάμει της υπ' αριθ. .../13.10.2017 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας εκ διαθήκης της συμβολαιογράφου Πειραιά Ε.

Τ.. Ότι εφόσον ο εναγόμενος Δήμος είχε ορισθεί κληροδόχος εκ διαθήκης του Ε. Β. στα προπεριγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία του διαθέτη, υπό την αίρεση διαμόρφωσης του ακινήτου σε παιδικό σταθμό εντός διετίας από τον θάνατό του και η ενάγουσα τέθηκε υποκατάστατη κληροδόχος στα ίδια περιουσιακά στοιχεία, το δε δικαίωμά της ενεργοποιείται μόνο εφόσον εκπέσει της ιδιότητας του κληροδόχου ο εναγόμενος, ο οποίος δεν εκπλήρωσε τον ταχθέντα όρο, με αποτέλεσμα πράγματι να εκπέσει της κληροδοσίας ήδη από την 3.6.2017 και επειδή αυτός, με την αποδοχή της κληροδοσίας στις 13.10.2017 και με τη διατήρηση στην κατοχή του των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, αντιποιήθηκε το δικαίωμα κληροδοσίας της ενάγουσας, ζητεί η τελευταία, μεταξύ άλλων:

α) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος εξέπεσε του δικαιώματος κληροδοσίας επί των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων και β) να αναγνωριστεί το δικαίωμα της ίδιας ως κληροδόχου εκ διαθήκης του Ε. Β. επί των ως άνω περιουσιακών στοιχείων. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 202, 1710, 1714, 1715, 1721, 1800, 1809, 1810, 1967, 1981, 1997, 2008, 2011 ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία, και ειδικότερα αναφέρεται ότι η ενάγουσα τυγχάνει υποκατάστατος κληροδόχος στα ως άνω επακριβώς αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας του θανόντος την 3.6.2015 διαθέτη Ε.

Β. του Α., με βάση τις δημοσιευθείσες τρεις ιδιόγραφες διαθήκες του, με τις οποίες αυτός όρισε άμεσο κληροδόχο του τον εναγόμενο Δήμο σε οικόπεδο με τριώροφη οικοδομή επί της οδού Θράκης 34 στον Δήμο Περάματος, στο με αριθμό λογαριασμού ... βιβλιάριο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και στο Έντοκο Γραμμάτιο Ελληνικού Δημοσίου (ΕΓΕΔ) 52 εβδομάδων λήξης 19.3.2004, υπό τον τρόπο όπως εντός διετίας από τον θάνατο του διαθέτη, ήτοι έως την 3.6.2017, να έχει γίνει το ως άνω κληροδοτηθέν ακίνητο παιδικός σταθμός και, σε περίπτωση που τούτο δεν πραγματοποιηθεί, το ακίνητο και τα άνω χρηματικά ποσά να περιέλθουν στην ενάγουσα "...", προκειμένου να πωληθεί το ακίνητο και όλα τα χρήματα να χρησιμοποιηθούν για την ανέγερση πτέρυγας στην Ιερά ...

στη ... για την παραμονή πιστών, ότι ο εναγόμενος, ως άμεσος κληροδόχος, δεν διαμόρφωσε την κληροδοτηθείσα οικία σε παιδικό σταθμό στο διάστημα των δύο ετών από τον θάνατο του διαθέτη, γεγονός που συνιστούσε αίρεση για τη διατήρηση της κληροδοσίας, με αποτέλεσμα να έχει εκπέσει από την ιδιότητά του ως κληροδόχος.

Ότι ο εναγόμενος, ο οποίος έχει προβεί εκπρόθεσμα στις 13.10.2017 σε συμβολαιογραφική αποδοχή της κληροδοσίας και διατηρεί στην κατοχή του το ένδικο ακίνητο και τα κινητά κληρονομιαία στοιχεία, αντιποιείται το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας. Τίποτε άλλο δεν χρειαζόταν να περιέχεται στο αγωγικό δικόγραφο για να είναι αυτό ορισμένο και μάλιστα τα ως άνω στοιχεία που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του.

Σημειωτέον ότι η χρήση του όρου "διαλυτική" αίρεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να έχει χρησιμοποιηθεί από την ενάγουσα η λέξη "διαλυτική" στο αγωγικό δικόγραφο, γίνεται επιτρεπτώς από το Δικαστήριο, καθώς η χρήση του άνω όρου συνιστά νομική υπαγωγή των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοστέες διατάξεις του νόμου, το δε Δικαστήριο προβαίνει αυτεπαγγέλτως στη νομική αυτή υπαγωγή, ανεξαρτήτως της υπαγωγής στην οποία προβαίνει η ενάγουσα στο αγωγικό της δικόγραφο, με βάση την αρχή "jurα novit curia".

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συνεπώς οι αντίθετοι λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική τους εκτίμηση, οι πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου ( ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ612/2012, ΑΠ 1567/2008), αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 993/2014, ΑΠ 68/2012).

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς, αν και όχι κατ` ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς, για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1083/2017, ΑΠ ...9/2014, ΑΠ 1623/2012).

Έτσι, η άσκηση κάθε δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου να μετριασθεί ο άκρατος ατομικισμός και η τάση για αντικοινωνική συμπεριφορά του δικαιούχου και φυσικά κρίνεται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος όταν η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε δεν δικαιολογούν επαρκώς την μεταγενέστερη άσκησή του.

Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και εφαρμόζεται στην άσκηση όλων των ιδιωτικών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 7/2002). Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ` ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγόμενων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 836/2017, ΑΠ 38/2015).

Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων, κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου (ΑΠ 641/2013).

Μόνη πάντως η επίκληση ισχυρισμών, με τους οποίους τίθεται σε αμφιβολία η ύπαρξη του επίδικου δικαιώματος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την θεμελίωση καταχρηστικής άσκησής του (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ ...1/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του αντίστοιχου, χωρίς αρίθμηση, λόγου αναίρεσης, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα τη νομίμως προταθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: " ο εκκαλών παραπονείται ότι έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση γιατί δεν απάντησε στην πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση καταχρηστικότητας της ενάγουσας κατ' άρθρο 281 ΑΚ.

Ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενάγουσα - ήδη εφεσίβλητη ενεργεί προδήλως κακόπιστα, γιατί η αγωγή της ασκείται με κύριο και μοναδικό σκοπό να προκαλέσει ζημία στον εναγόμενο. Ότι ειδικότερα αυτή, αν και γνωρίζει ότι έχει τηρηθεί με συνέπεια η νόμιμη διαδικασία για την εκτέλεση της πραγματικής βούλησης του διαθέτη, επιχειρεί με την υπό κρίση αγωγή της να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δεν πληρώθηκε με υπαιτιότητα του εναγόμενου ο τρόπος, που θέτει ο διαθέτης, αν και γνωρίζει πολύ καλά το ανέφικτο-αδύνατο του να ολοκληρωθούν όλες οι διαδικασίες εντός της διετίας από τον θάνατο του διαθέτη, με απώτερο σκοπό, αν και έχουν γίνει τόσες διαδικαστικές ενέργειες, να μην μπορεί ο πραγματικός κληρονόμος Δήμος Περάματος να αξιοποιήσει την κληρονομιαία περιουσία, όπως προστάζει η βούληση του διαθέτη.

Ότι η ενάγουσα, δηλαδή, άκρως καταχρηστικά προσπαθεί να εκμεταλλευθεί την καθυστέρηση της διαδικασίας, η οποία δεν οφείλεται στον Δήμο Περάματος, προς όφελός της. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα "..." δέχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο ότι υπήρξε δικαιολογημένη καθυστέρηση του εναγόμενου Δήμου να εκπληρώσει εντός διετίας από τον θάνατο του διαθέτη τον τρόπο-διαλυτική αίρεση που είχε ο τελευταίος θέσει για τη διατήρηση της κληροδοσίας στον εναγόμενο, ούτε προκύπτει δικαστική ή εξώδικη ομολογία της ή συμπεριφορά της από την οποία να μπορεί να συναχθεί ότι αποδεχόταν ότι ο Δήμος Περάματος τήρησε με συνέπεια τη νόμιμη διαδικασία για την εκπλήρωση της πραγματικής βούλησης του διαθέτη, ότι η ίδια θεωρούσε πως ήταν ανέφικτη η ολοκλήρωση των διαδικασιών για τη διαμόρφωση του ακινήτου στο Πέραμα σε παιδικό σταθμό εντός διετίας και ότι παρόλα αυτά ενήργησε κακόπιστα για να προκαλέσει ζημία στον εναγόμενο και να εκμεταλλευθεί σε όφελός της την καθυστέρηση.

Αντίθετα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή της δύο έτη και δέκα μήνες μετά τον θάνατο του διαθέτη, προκειμένου να αναγνωρισθούν τα νόμιμα δικαιώματά της στην κληρονομιαία περιουσία ως υποκατάστατος κληροδόχος σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραπάνω διαθηκών και δεδομένου ότι ο άμεσος κληροδόχος αμφισβητεί τα δικαιώματα αυτά και την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης εξαιτίας της οποίας αυτός εξέπεσε της αρχικής κληροδοσίας.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του εναγόμενου περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της ενάγουσας ως ουσιαστικά αβάσιμο". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος ως αβάσιμη, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή της δύο έτη και δέκα μήνες μετά τον θάνατο του διαθέτη, προκειμένου να αναγνωρισθούν τα νόμιμα δικαιώματά της στην κληρονομιαία περιουσία ως υποκατάστατος κληροδόχος σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραπάνω διαθηκών και δεν ενήργησε κακόπιστα για να προκαλέσει ζημία στον εναγόμενο και να εκμεταλλευθεί προς όφελός της την καθυστέρηση ως προς την ολοκλήρωση των διαδικασιών για τη διαμόρφωση του κληροδοτηθέντος ακινήτου σε παιδικό σταθμό.

Επομένως, ο συναφής και χωρίς αρίθμηση λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.

Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι η αναβολή της συζήτησης για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η δε παραδοχή ή απόρριψη σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. (ΑΠ 689/2024, ΑΠ 360/2022, ΑΠ 1601/2018, ΑΠ 947/2012). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του αντίστοιχου, χωρίς αρίθμηση, λόγου αναίρεσης, για εσφαλμένη απόρριψη του αιτήματός του περί αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της απευθυνομένης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών αίτησης για κήρυξη κυρίας της από 4.7.2002 ιδιόγραφης διαθήκης του Ε.

Β., η οποία συζητήθηκε την 1.3.2018 και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 257/2018 πράξη, που διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να αποδειχθεί η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αναβολή της συζήτησης για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η δε παραδοχή ή απόρριψη του σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο απέρριψε το εν λόγω αίτημα πρωτίστως ως άνευ αντικειμένου, αφού είχε προσκομισθεί κατά τη συζήτηση της έφεσης η εν τω μεταξύ εκδοθείσα υπ' αριθ. 1110/3.11.2020 Πράξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών που κήρυξε κυρία την άνω ιδιόγραφη διαθήκη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον χωρίς αρίθμηση, αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, χωρίς να προβεί σε διακρίβωση της πραγματικής βούλησης του διαθέτη, εσφαλμένα έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και δεν εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου παραβίαση.

Στην πραγματικότητα, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης άνευ προσδιορισμού των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ` αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 420/2020, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 275/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους χωρίς αρίθμηση λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 12, 13, 17 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων απλώς επικαλείται και παραθέτει το κείμενο των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να τις συνδέει με συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 1... αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ.2 ν.34.../2006, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13.9.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 394/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ