Legislator Case Law & Legislation
633/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on construction contract payment dispute due to lack of legal grounds.

Case Number 633/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a construction contract payment dispute. The appellant argued for a retrial based on factual errors and procedural defects, but the court found these claims inadmissible as they concerned matters of fact and evidence evaluation reserved for the lower courts. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the deposit was returned to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if it challenges the court's evaluation of evidence or factual findings, as these are non-reviewable by the Supreme Court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence factual findings review construction contract dispute payment obligation non-reviewable matters final judgment enforcement

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 216 paragraph 1 items a and b of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 633 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 633/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΗ ΑΜΦΙΑΡΙΟΥ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταμολέκα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Τόλιου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3544/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4809/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/2/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 4/9/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24/2/2015 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της 4809/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 4809/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο την από 21-7-2009 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της 3544/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς αυτή και δίκασε την από 1-2-2006 (αριθμ. καταθ. 8991/2006) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου εναντίον της, υποχρέωσε την τελευταία (αναιρεσείουσα), ως εναγομένη, να καταβάλει στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής του, το ποσό των 73.756,42 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2005, για το οφειλόμενο υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής του από την εκτέλεση του περιγραφόμενου έργου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικό το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο οπό τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτό που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γένεση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ.14 ή 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 883/2011).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010).

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Νοείται ως έργο κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της.

Επομένως, η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, είναι ορισμένη, κατά τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, όταν σ' αυτή περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε, προσδιορίζεται το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και αναφέρεται ότι το έργο εκτελέσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη (ΑΠ 682/2010, ΑΠ 508/2008, ΑΠ 1363/2008, ΑΠ 257/2009, ΑΠ 1255/2010, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 119/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσής της περί αοριστίας της ένδικης από 1-9-2006 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, προς καταβολή του οφειλόμενου δήθεν υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής του από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, επειδή στο δικόγραφο της δεν καθορίζεται, όπως θα έπρεπε, συγκεκριμένα το έργο, του οποίου την εκτέλεση ισχυρίζεται ο ενάγων αναιρεσίβλητος πως ανέλαβε, με τη συμφωνηθείσα γι' αυτό συνολική αμοιβή του, αλλά ούτε το περιεχόμενο των μεταγενέστερων προφορικών συμφωνιών (συμβάσεων) που καταρτίστηκαν μεταξύ τους και η επί τη βάσει τούτων συμφωνηθείσα αμοιβή, παραβίασε, κατ' άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, τις ως άνω διατάξεις περί μισθώσεως έργου ΑΚ, άλλως μη απορρίπτοντας ως αόριστη την αγωγή αυτή, στην οποία δεν διαλαμβάνεται σαφής έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, παραβίασε, κατ' άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, τις διατάξεις του άρθρου 216 ίδιου Κώδικα.

Από την επιτρεπτή όμως, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της ως άνω αγωγής του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, που παράγουν την αξίωσή του σε βάρος της αναιρεσείουσας εναγομένης από την εκτέλεση και παράδοση του περιγραφόμενου σε αυτό, (δικόγραφο), έργου της πλήρους ανακαίνισης - επισκευής του ξενοδοχείου ALKYONIS (ΑΛΚΥΟΝΙΔΑ), ιδιοκτησίας της τελευταίας, που είχε αναλάβει ο ενάγων στα πλαίσια του από 14-4-2004 έγγραφου συμφωνητικού και των κατά την εξέλιξη του έργου μεταγενέστερων προφορικών συμφωνιών διενεργείας πρόσθετων εργασιών μεταξύ τους, όπως αναλυτικά επίσης περιγράφονται σε αυτό, ως προς το αντικείμενο των εργασιών και τη συμφωνημένη αμοιβή του, οριζομένη κατά μονάδα εργασίας και υλικών, καθώς και κατ' αποκοπή για τα αναφερόμενα τμήματα του έργου, που εκτελέστηκε και παραδόθηκε προσηκόντως στην εργοδότρια αναιρεσείουσα, η οποία το παρέλαβε ανεπιφύλακτα στα τέλη Μαΐου 2004.

Συνεπώς, εφόσον το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου πληροί τους όρους των άρθρων 681, 694 του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ, σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την άσκησή της κατά της αναιρεσείουσας εναγομένης, την ακριβή περιγραφή του συμφωνηθέντος και εκτελεσθέντος έργου, καθώς και τη συμφωνηθείσα αμοιβή, δεν είναι άκυρο, το δε Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε το σχετικό περί αοριστίας λόγο εφέσεως, αποδεχθέν ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, δεν παραβίασε τις ανωτέρω περί μισθώσεως έργου διατάξεις του ΑΚ , αλλά ούτε εκείνη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, και ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα; η ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κωδ. Νόμου 2190/1920, όπως ίσχύαν πριν από τον ν. 3604/2007, από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από αυτό η εκπροσώπηση της σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή και σε τρίτο (ΑΠ 148/2013,ΑΠ 1830/2006,ΑΠ1 12/2002).

Έτσι, όταν αμφισβητείται το κύρος καταρτισθείσας συμβάσεως, λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, εκείνος μεν που επικαλείται τη σύμβαση πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι αυτή καταρτίστηκε με εκείνον που εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ο οποίος δήλωσε κατά νόμιμο τρόπο τη για τr\y κατάρτιση αυτήν της συμβάσεως βούλησή του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο, με το οποίο εκπροσωπήθηκε το νομικό πρόσωπο, για να καταστεί έτσι δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων (ΑΠ 880/2011).

Παράλληλα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7α παρ. 1 περ. γ', 7β παρ.1, 13 και 15, 7ε του ΚΝ 2190/1920, όπως ίσχυαν τον κρίσιμο χρόνο, συνάγονται πλην άλλων και τα εξής: Σε δημοσιότητα υποβάλλονται, μεταξύ άλλων πράξεων ημεδαπών ανωνύμων εταιριών, ο διορισμός και η για οποιονδήποτε λόγο παύση των προσώπων, με τα στοιχεία ταυτότητάς τους, τα οποία ασκούν τη διαχείριση της εταιρίας, έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα και είναι αρμόδια να ασκούν τον τακτικό της έλεγχο, η δε δημοσιότητα πραγματοποιείται, αφενός με την καταχώριση, ύστερα από έλεγχο, των πράξεων και στοιχείων στο μητρώο ανωνύμων εταιριών, που τηρείται αρμοδίως, και αφετέρου με τη δημοσίευση στο τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, ανακοινώσεως για την καταχώριση στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών των πράξεων και στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα.

Η εταιρεία δεν μπορεί να αντιτάξει στους Τρίτους τις πράξεις και τα στοιχεία, για τα οποία δεν τηρήθηκε η δημοσίευση, που προβλέπει η περ. β της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 7β', εκτός αν αποδείξει, ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν. Πράξεις ή στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί δεν αντιτάσσονται στους τρίτους πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση, εφόσον οι τρίτοι αποδεικνύουν, ότι δεν ήταν δυνατόν να τα γνωρίζουν.

Εφόσον δε, τηρήθηκαν οι σχετικές διατυπώσεις δημοσιότητας για το διορισμό των προσώπων, που εκπροσωπούν την εταιρία, δεν αντιτάσσεται στους τρίτους οποιοδήποτε ελάττωμα σχετικά με το διορισμό των προσώπων αυτών, εκτός αν η εταιρία αποδείξει, ότι οι τρίτοι γνώριζαν το ελάττωμα.

Η δημοσιότητα, στην οποία υποβάλλεται η πράξη διορισμού μελών Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας δεν έχει συστατικό, αλλά βεβαιωτικό ή δηλωτικό χαρακτήρα, γι' αυτό, αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα, δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ' αυτής οι τρίτοι. Τούτο σημαίνει, ότι η πράξη διορισμού οργάνων διοικήσεως ολοκληρώνεται από τη λήψη της σχετικής αποφάσεως από το αρμόδιο όργανο (Γενική Συνέλευση) και της αποδοχής του διορισμού ή της εκλογής από το διοριζόμενο, η οποία μπορεί να είναι και άτυπη (σιωπηρή), πλην όμως η μη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πράξεων και στοιχείων, που αναφέρονται στο διορισμό των οργάνων διοικήσεως, έχει ως αποτέλεσμα, ότι η ανώνυμη εταιρεία δεν μπορεί να τα αντιτάξει κατά τρίτων, εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν (ΑΠ 307/2003, ΑΠ 1273/2006). ? Εξάλλου κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή τσυ δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων,- καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή, ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασίες Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται, ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 1 5/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Επιπλέον από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των από τους διαδίκους προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα της συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης έργου μεταξύ των ήδη διαδίκων και του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας εναγομένης, ότι δεν δεσμεύεται από αυτή, ως καταρτησθείσα μετά μη νομίμου εκπροσώπου της, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων διατηρεί ατομική και εργολαβική επιχείρηση εργασιών διακόσμησης, ανακαινίσεων, υλικών οικοδομών, χρωμάτων, σιδηρικών και ηλεκτρολογικών στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης.

Δυνάμει του από 14-4-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρείας, εκπροσωπουμένης από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της Γ. Α., ο πρώτος συμβαλλόμενος ανέλαβε την ανακαίνιση - επισκευή του ξενοδοχείου ALKYONIS (ΑΛΚΥΟΝΙΔΑ), που εκμεταλλεύεται η αντισυμβαλλομένη του στον Ωροπό Αττικής.

Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία ιδρύθηκε με την υπ' αριθμ. …/1969 συμβολαιογραφική πράξη του Συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταματίου Βασιλάκου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την 34615/1969 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Παν. Λαμπρόπουλου, την υπ' αριθμ. 44630/3558/30-6-1969 εγκριτική διοικητική πράξη της εποπτεύουσας αρχής και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 986/17-7-1969 ΦΕΚ, ΤΑ Ε & ΕΠΕ, Ιδρυτές της εταιρείας ήταν ο Α.

Α., ο αδελφός του Δ. Α. και οι σύζυγοι τους Μ. και Ε. αντίστοιχα. Στις 15-1 1-1969 απεβίωσε ο Α. Α. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου από τη σύζυγο του Μ. Α. και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από καθένα από τα τέκνα τους Κ. Α. και Π. σύζ. Ι. Σ., το γένος Α. Α., οι οποίοι κατέχουν συνολικά 113.153 μετοχές και εκπροσωπούν το 50% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας.

Μέτοχοι του υπόλοιπου 50% του μετοχικού κεφαλαίου είναι ο Δ. Α. και η Ε. σύζ. Δ. Α... Οι τελευταίοι, με την από 10-1-2003 αίτηση τους, ζήτησαν από Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών το διορισμό προσωρινής διοίκησης της εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε η 5434/2003 απόφαση, που δέχθηκε την αίτηση και διόρισε εξαμελή προσωρινή διοίκηση, αποτελούμενη από τέσσερα άτομα υποδειχθέντα από τους αιτούντες και δύο μέλη υποδειχθέντα από τους Μ.

Α., Κ. Α. και Π. σύζ. Ι. Σ.. Με την ανωτέρω απόφαση παρασχέθηκαν οι εξουσίες στην προσωρινή διοίκηση να συγκαλέσει, εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, γενική συνέλευση των μετόχων, προκειμένου να εκλεγεί το οριστικό Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, ενώ παράλληλα παρείχε την εξουσιοδότηση στα μέλη της προσωρινής διοίκησης να επιμεληθούν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα των υποθέσεων της εταιρείας που είχαν επείγοντα χαρακτήρα.

Σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 5434/2003 απόφασης η προσωρινή διοίκηση της εναγομένης, αποφασίζοντας κατά πλειοψηφία, συγκάλεσε τη γενική συνέλευση των μετοχών την 12-1-2004, η οποία αποφάσισε, μεταξύ άλλων, και την εκλογή του νέου διοικητικού συμβουλίου, με Πρόεδρο του ΔΣ και Διευθύνοντα Σύμβουλο το Γ. Α..

Εντούτοις, κατά την ανωτέρω γενική συνέλευση παρεισέφρυσαν ακυρότητες, οι οποίες αφορούσαν στην παράβαση του άρθρου 35α παρ. 1 του Ν 2190/1920 σχετικά με τη συγκρότηση, απαρτία και πλειοψηφία της γ.σ. και την κατ' άρθρο 39 παρ. 3 του ίδιου νόμου υποχρεωτική αναβολή λήψης απόφασης, καθιστώντας τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης αυτοδικαίως άκυρες.

Κατόπιν ασκήσεως της από 20-1-2004 αγωγής από τους Μ. Α., Κ. Α. και Π. σύζ. Ι. Σ., το γένος Α. Α., εκδόθηκε η 5975/21-10-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα όλων των αποφάσεων, που έλαβε η γενική συνέλευση των μετόχων της 12-1 -2004. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 9547/8-12-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και έγινε τελεσίδικη.

Συνακολούθως, η εκλογή του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης κατά τη γενική συνέλευση της 12-1-2004 και ο ορισμός του Γ. Α. ως νομίμου εκπροσώπου αυτής ήταν άκυρη. Η ακυρότητα όμως αυτή αναγνωρίσθηκε δικαστικά μετά την κατάρτιση του υπό κρίση από 14-4-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης έργου και των συμπληρωματικών προφορικών συμφωνιών, περί των οποίων θα γίνει λόγος παρακάτω, μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, εκπροσωπούμενης από το Γ.

Α., ενώ ακόμη μεταγενέστερα έγινε, κατ' ανάγκη, η δημοσίευση της παύσης των μελών του Δ.Σ., που ορίσθηκαν στις 12-1-2004, και ο διορισμός του νέου Α.Σ. Επιπρόσθετα, δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων γνώριζε) κατά τον επίδικο χρόνο, την ακυρότητα του διορισμού του Γ. Α. ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης.

Άλλωστε, η τελευταία χαρακτηρίζει τον ενάγοντα ως εξαπατηθέντα, βαρύτατα αμελή και απλώς δυνάμενο να πληροφορηθεί την ακυρότητα του ανωτέρω διορισμού, ενώ και η μάρτυράς της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Π. Α., μέτοχος της εναγομένης, κατέθεσε, ότι ο ενάγων εξαπατήθηκε από το Γ. Α. ο οποίος του παρέστησε ψευδώς, ότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, και απέκλεισε το δόλο του (ενάγοντος), αποδίδοντας του αμελή συμπεριφορά, διότι, κατά την άποψη της, θα μπορούσε να ερευνήσει, αν υπήρχε νόμιμη εκπροσώπηση της εναγομένης. Ενόψει τούτων, όμως, αποκλείεται η γνώση του ενάγοντος, η οποία είναι απαραίτητο κατά νόμο να συντρέχει, προκειμένου να αντιταχθεί κατ' αυτού από την εναγομένη εταιρεία η ακυρότητα. Εφόσον δε δεν αμφισβητείται από την εναγομένη η τήρηση των σχετικών διατυπώσεων δημοσιότητας για το διορισμό του Γ. Α. ως νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, έστω κι αν ο διορισμός αυτός ήταν άκυρος, και επειδή δεν αποδεικνύεται η γνώση του ενάγοντος για το ελάττωμα του διορισμού του ανωτέρω προσώπου, που καθιστά άκυρη την εκλογή του, δεν μπορεί να αντιταχθεί στον ενάγοντα το ελάττωμα αυτό κατ' άρθρο 7ε του Ν 2190/1920.

Συνακολούθως, ο ενάγων νομίμως συμβλήθηκε με το Γ. Α., ως νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και η τελευταία δεσμεύεται από την υπό κρίση σύμβαση έργου, τόσο την έγγραφη όσο και τις μεταγενέστερες προφορικές συμφωνίες των διαδίκων".

Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της αγωγής και την απόρριψη των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, το εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2,22 παρ. 3 και 7ε του κ.ν 2190/1920, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε, κατά τον επίδικο χρόνο;

την ακυρότητα του διορισμού του Γ. Α. ως Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της αναιρεσείουσας εναγομένης, για τον οποίο (διορισμό) είχαν τηρηθεί οι σχετικές διατυπώσεις δημοσιότητας, η τελευταία (αναιρεσείουσα) πράγματι δεσμευόταν από την προαναφερόμενη σύμβαση έργου, τόσον την έγγραφη, όσο και τις μεταγενέστερες συμπληρωματικές προφορικές συμφωνίες αυτού, ως νόμιμου εκπροσώπου της, με τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα.

Περαιτέρω δε το Δικαστήριο αυτό της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, τόσο σχετικά με το ζήτημα της νόμιμης εκπροσωπήσεως της αναιρεσείουσας από τον Γ.

Α., κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης με τις πρόσθετες αυτής συμφωνίες, όσο και των συνθηκών, κάτω από τις οποίες η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε με τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμένης απόφασης, ενεργούσε καλόπιστα, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και κατά τις αιτιάσεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ή στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα ή κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος.

Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή σε βάρος της κατά παραδοχή των προβαλλόμενων ως άνω ισχυρισμών της, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ο Άρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Επίσης οι επικαλούμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης ελλείψεις των αιτιολογιών που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου.

Κατ'ακολουθια των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.195/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων δεν διαλαμβάνεται στην παρούσα απόφαση, καθόσον ο αναιρεσείβλητος, που νίκησε, δεν έχει υποβάλλει αίτημα για την επιδίκασή τους κατ'αρθρο 191 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ακτή Αμφιαρίου - Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις ΑΕ", για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4809/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ