Supreme Court dismisses appeal on fixed-term employment contracts failing to meet permanent needs criteria under Greek Labor Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court ruling that rejected the conversion of successive fixed-term contracts into a permanent employment agreement. The court found that the contracts did not cover permanent and continuous needs of the public entity, rendering the conversion legally impossible under the Labor Code and Constitution. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 671 of the Labor Code; Article 103 of the Constitution: Successive fixed-term employment contracts do not automatically convert to a permanent contract if they do not cover permanent and continuous needs of the employer, even if the worker meets the statutory requirements for such conversion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 633 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 633/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εντόν Ταμπάκο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΕΡΡΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στις …, ως καθολικού διαδόχου του ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αμαξόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 579/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4061/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-4-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξ άλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του, επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή, εκ μέρους του μαθητευόμενου, εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από Νομικά Πρόσωπα του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας, δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνον, κατ' επίφαση, είχε προσληφθεί για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνον επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Άλλωστε, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε, κατ' αρχήν, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις, στο άρθρο αυτό, προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε Νομικά Πρόσωπα του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004, ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ. 2 του ν. 4052/2012).
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία, στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής, με την οποία εναρμονίστηκε η Ελληνική νομοθεσία, ως προς τον δημόσιο τομέα, με το ως άνω π.δ. 164/2004. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999, είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Συγκεκριμένα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017 ό.π.). [Η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε ήδη, μετά την αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση].
Συνακόλουθα, η πρόσληψη προσωπικού, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι, εξ αυτής, απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθ. 669 παρ. 1 ΑΚ) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με τη φύση τους.
Περαιτέρω, με το άρθ. 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 ορίζεται ότι "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου... την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο τους, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ. 1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθ. 6 παρ. 8 του ν. 2956/2001) και "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παρ. 1 με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ.
α' και β'). Εξ άλλου, με το άρθ. 7 του προαναφερόμενου π.δ. 164/2004, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων έργου ορισμένου χρόνου, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν, εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος, αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Σημειώνεται ότι με τις, μεταβατικού χαρακτήρα, διατάξεις του άρθ. 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β, 3 και 5 του ως άνω π.δ/τος ρυθμίστηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθ. 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών) που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (12-7-2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγούμενου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.
Η διάταξη όμως αυτή δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον η αρχική πρόσληψη του ήδη αναιρεσείοντος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο και συγκεκριμένα στις 1-12-2005. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθ. 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 δεν βρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας σ' αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-4-2004) ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 568/2019).
Τέλος, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της " ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 18-10-2010, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που άσκησε, πλην της δεύτερης, αναφερομένης, σ' αυτήν ενάγουσας, και η ήδη αναιρεσείουσα, σε βάρος του ΟΑΕΔ και του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", (καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο ήδη αναιρεσίβλητος "ΔΗΜΟΣ ΣΕΡΡΩΝ"), εξέθετε ότι δυνάμει σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου (από 1-12-2005 έως 31-5-2007) και στη συνέχεια δυνάμει απλής σχέσης εργασίας (από 1-6-2007 έως 10-2-2008) και σχετικού συμφωνητικού συνεργασίας δεκαοκτάμηνης διάρκειας, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, "STAGE", από 11-2-2008 έως και 20-9-2010, το οποίο συμφωνητικό καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και των εναγομένων, Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού- ΟΑΕΔ, (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) και του ως άνω Ο.Τ.Α., "ΔΗΜΟΣ ...", η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από τον ως άνω Ο.Τ.Α., την 1-12-2005, με την ειδικότητα "ΔΕ - Διοικητικές Υπηρεσίες" και απασχολήθηκε καθημερινώς και ακολουθώντας το ωράριο του τακτικού προσωπικού του αναιρεσίβλητου (08:00-15:00), στο δημοτολόγιο και στο Γραφείο Δημάρχου, ως διοικητική υπάλληλος ΔΕ, διεκπεραιώνοντας τη γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη των ανωτέρω γραφείων.
Τα καθήκοντα της συνίσταντο στην αρχειοθέτηση και την καταγραφή των αποφάσεων του Δημάρχου στο δημοτολόγιο, στην τήρηση του αρχείου υποθέσεων του Δημάρχου, στην έκδοση και χορήγηση όλων των πιστοποιητικών, στη χορήγηση των αδειών των πολιτικών γάμων, στις διάφορες εργασίες του Μητρώου Αρρένων και στην τήρηση των πρακτικών συνεδριάσεων των Τοπικών Συμβουλίων του Δήμου.
Περαιτέρω ήταν υπεύθυνη ως τελετάρχης στις εθνικές επετείους καθώς και επιφορτισμένη με την έκδοση πιστοποιητικών κατά τη διάρκεια των εκλογών. Η ιδιαιτερότητα της απασχόλησης της έγκειται στο γεγονός ότι κατά το πρώτο διάστημα, ήτοι από 01/12/2005 έως και 31/05/2007, εργάστηκε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και περαιτέρω στο μεσοδιάστημα αυτής της σύμβασης και της δεύτερης σύμβασης "απόκτησης εργασιακής εμπειρίας", ήτοι από 01/6/2007 έως και 10/02/2008, απασχολήθηκε στα ίδια καθήκοντα και υπό τις ίδιες συνθήκες, με απλή σχέση εργασίας και δη αμισθί, γεγονός που καταδεικνύει ότι ήταν αναγκαία η παραμονή της στο ως άνω εργασιακό αντικείμενο, αφού κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Ότι, επομένως, στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκε για έκτακτες ανάγκες ούτε για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ούτε οι συμβάσεις της ήσαν συμβάσεις μαθητείας αλλά προσέφερε εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του ως άνω νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο δια των οργάνων του, καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της και συνακόλουθα οι συμβάσεις της έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι μετά τη λήξη της δεύτερης ως άνω σύμβασής της, το εναγόμενο έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, καταγγέλλοντας έτσι την εργασιακή της σύμβαση, χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την αρχή της πρόσληψής της, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν.π.δ.δ.
να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της στη θέση που απασχολήθηκε, μέχρι την άκυρη απόλυσή της, με την απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, ως άνω 4061/2017 απόφασή του έκρινε μη νόμιμη την αγωγή. Αιτιολογώντας την κρίση του αυτή διέλαβε τα ακόλουθα: "...η αγωγή, με αυτό το περιεχόμενο είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού τα επικαλούμενα χρονικά διαστήματα απασχόλησης είναι μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του Απριλίου 2001 και συνεπώς και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών, ότι παρείχε (η ενάγουσα) εξαρτημένη εργασία καλύπτουσα πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν μπορούσαν οι συμβάσεις της να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνακόλουθα δε, δεν νοείται και καταγγελία των εν λόγω συμβάσεων εκ μέρους του εναγομένου Ο.Τ.Α.". Με την ανωτέρω κρίση, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, 281 και 671 ΑΚ, 26 παρ. 3, 87 παρ. 2 και 25 του Συν/τος, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή, δεν μπορεί να υπάρξει, σύμφωνα με όσες νομικές σκέψεις αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθ. 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις ανωτέρω διατάξεις, ακόμη και αν η αναιρεσείουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου.
Ούτε, επίσης με τη μη εφαρμογή του άρθ. 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα, προς εφαρμογή της Οδηγίας, προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθ. 7 του π.δ. 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα όπου απασχολούνται, σε κάθε δε περίπτωση από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας σύμφωνα με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος αυτής και το άρθρ. 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004, εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, όπως η δεύτερη σύμβαση της ενάγουσας, στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέκλεισε την εφαρμογή του άρθ. 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθ. 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 281 και 671 ΑΚ, 26 § 3, 87 παρ. 2 και 25 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα αφού ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου
, που κατέθεσε προτάσεις, περιορισμένη κατά το μέτρο του άρθ. 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν. 3852/2010, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. (άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 19-4-2019, αίτηση της Κ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4061/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ