Legislator Case Law & Legislation
633/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and lack of specific legal error identification.

Case Number 633/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn a lower court's debt restructuring decision. The appellants argued that the court failed to consider their pension income and imposed unaffordable monthly payments, but the court found their grounds too vague to proceed. The decision was dismissed because the appeal did not specify which factual assumptions or legal errors in the original judgment necessitated a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 5, 6 of Article 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to identify specific factual assumptions or legal errors in the contested decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds debt restructuring consumer protection civil procedure code legal error identification pension income

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 8, 9 paragraph 2 and 11 paragraph 1 of Law 3869/2010
Articles 1, 5 and 6 of Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3 paragraph b of Law 3869/2010
Article 8 paragraph 6 paragraph b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
Case 65/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 633 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 633/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Τ. του Λ. και 2) Α. Τ. του Γ., κατοίκων Κατερίνης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (πρώην "... ΑΤΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υπεισήλθε στη θέση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ" (πρώην "... ΑΤΕ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-6-2012 (αρ. εκθ. καταθ. 220 και 221/2012) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης τις με αριθμ. κατάθ. 220 και 221/29-6-2012 αιτήσεις τους, με τις οποίες, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των αναφερομένων στις αιτήσεις και προσδιοριζόμενων αναλυτικά ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, συνολικού ύψους 92.963,88 ευρώ, προερχόμενων από ένα καταναλωτικό και δύο στεγαστικά δάνεια, προς την αναιρεσίβλητη Τραπεζική Εταιρία, ζήτησαν, ενόψει της αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού με την ανωτέρω πιστώτρια, να επικυρωθεί το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης οφειλών, επικουρικώς δε και σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού, να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών τους, με την εξαίρεση από την εκποίηση της περιγραφόμενης ακίνητης περιουσίας τους, της οποίας τυγχάνουν συγκύριοι και η οποία χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της οικογένειάς τους, και αφού ληφθούν υπόψη η εν γένει περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση και οι δυνατότητες συνεισφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος, συζύγου της δεύτερης αυτών, με σκοπό την απαλλαγή τους από το υπόλοιπο των οφειλών τους.

Επί των ανωτέρω αιτήσεων, που συνεκδικάστηκαν και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 243/2014 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία, κατά μερική παραδοχή των αιτήσεων, καθόρισε την επί πενταετία μηνιαία καταβολή των αιτούντων - αναιρεσειόντων προς την αναιρεσίβλητη στο ποσό των 231,42 ευρώ μηνιαίως, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία συνιδιοκτησίας των αιτούντων και τους επέβαλε την υποχρέωση να καταβάλλουν στην αναιρεσίβλητη, για τη διάσωση της κατοικίας τους, το ποσό των 395,74 ευρώ μηνιαίως εντός χρονικού διαστήματος εκατόν είκοσι (120) μηνών, με έναρξη της καταβολής των μηνιαίων δόσεων 5 έτη μετά τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης.

Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 5-6-2014 (με αριθ. κατάθ. 28/2014) έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, το οποίο με την υπ' αριθμόν 5/2016 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή τους.

ΙΙ. Η κρινόμενη από 30/10/2017 (με αριθμό καταθέσεως 2/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 5/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. Κ.Πολ.Δ.) και αφορά διαφορά από τον Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 564 § 3 Κ.Πολ.Δ. διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Συνεπώς ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 741, 769, 552, 553 παράγραφος 1β, 558 και 577 Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (που αναφέρεται κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων) ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα, είτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην κατάλυση η παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.ΑΠ 3/2008), ενώ δεν αποτελεί πράγμα η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του. Τέλος, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003 και 12/1991).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τους δύο πρώτους λόγους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε επί αιτήσεών τους για τη ρύθμιση των οφειλών τους προς την αναιρεσίβλητη (άρθρο 1 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 του Ν. 3869/2010), την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 περίπτωση β' του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) εσφαλμένα απέρριψε τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους κατά της 243/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κατερίνης, που αφορούσε την προσωρινή σύνταξη του πρώτου εξ αυτών, καθόσον εκτιμήθηκαν εσφαλμένα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρική κατάθεση και έγγραφα) και β) δεν έλαβε υπόψη τον τρίτο λόγο της εφέσεώς τους, με τον οποίο παραπονούντο ότι με βάση τα προσκομιζόμενα έγγραφα (και ειδικότερα την από 5/1/2015 βεβαίωση του ΟΓΑ) η δεύτερη εξ αυτών δεν εδικαιούτο να λάβει, με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, σύνταξη από τον ΟΓΑ και ως εκ τούτου δεν αναμένεται βελτίωση του οικογενειακού εισοδήματος, επί τη βάσει του οποίου καθορίστηκαν οι καταβλητέες δόσεις προς εξόφληση της οφειλής τους, και ότι (η προσβαλλόμενη απόφαση) απέρριψε σιωπηρά τον ίδιο λόγο εφέσεως χωρίς να λάβει υπόψη της και να εκτιμήσει τα προσκομιζόμενα έγγραφα.

Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτοι, καθόσον, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 560 αριθμός 5 περίπτωση β' του Κ.Πολ.Δ., πλήττουν την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 1/1995), προσέτι δε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους δεν αποτελεί πράγμα με την προστεθείσα έννοια.

Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή (απόφαση) έλαβε υπόψη τους λόγους αυτούς και τους απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν.

IV. Λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδάφ. β'του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μορφώσεως ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 8/2005). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στην αίτηση να αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο χρησιμοποίησε εσφαλμένα ή παρέλειψε εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει καθώς και ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα αυτά, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ 220/2008).

Εν προκειμένω με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη στον καθορισμό της μηνιαίας καταβολής προς εξόφληση του δανείου προς την αναιρεσίβλητη, ορίζοντας τα έξοδα διαβίωσης των αναιρεσειόντων στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (300) ευρώ μηνιαίως χωρίς να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 8 παράγραφος 2 του νόμου 3896/2010. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, το μεν διότι δεν αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία η προσβαλλόμενη παρέλειψε εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τo δε διότι υπό την επίκληση του ως άνω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

V. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, αφού παραθέτουν αρχικά τις διατάξεις των άρθρων 1, 8, 9 παρ. 2 και 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και την, κατά την άποψή τους ερμηνεία αυτών, ισχυρίζονται ότι "δεν λήφθηκαν υπόψη από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι οικονομικές τους δυνατότητες για τον καθορισμό του ύψους των καταβολών και της χρονικής διάρκειας αποπληρωμής του χρέους τους, καθώς οι οικονομικές τους δυνατότητες είναι το ποσό της σύνταξης του πρώτου, που ανέρχεται στο ποσό των 639 ευρώ, το οποίο δεν συνάδει με το οριζόμενο ποσό της μηνιαίας δόσης, αφού το υπολειπόμενο ποσό των 245,32 ευρώ δεν αφήνει περιθώρια αξιοπρεπούς διαβίωσης κατά την κοινή πείρα, ότι στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε κάνει χρήση, για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης, δεκαπενταετούς ή εικοσαετούς προθεσμίας αποπληρωμής η μηνιαία δόση θα ανερχόταν στα ποσά των 263,82 και 197,86 ευρώ, αντίστοιχα, με συνέπεια το υπολειπόμενο ποσό της σύνταξης να ανερχόταν σε μεγαλύτερα ποσά, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες τους και θα ήταν ικανοποιητικά για την επιβίωση της οικογένειας" και ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης "επειδή αυτή είναι προφανώς εσφαλμένη", επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνει 1) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 1: α) τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου για το ποσό της μηνιαίας δόσης και τη διάρκεια αποπληρωμής του χρέους και β) το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών νομικών διατάξεων, 2) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 5:

ποία ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη μολονότι δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα και ποία επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης ή ποία ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποία επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης και 3) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 6:

α) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και β) τις ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες αυτής. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 Κ.Πολ.Δ.) χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 § 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/10/2017 αίτηση των Μ. Τ. και Α. Τ. για αναίρεση της 5/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ