Supreme Court dismisses appeal on medical malpractice case citing failure to consider all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding medical negligence. The appellant argued that the lower court ignored crucial evidence, including prior acquittals and witness testimonies, violating procedural duties. The court rejected this claim, finding the Second Instance Court had properly considered all submitted documents and evidence in its final assessment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; The court is obligated to consider all evidence presented by parties, and failure to do so constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 633 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 633/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Νικόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. Δ. του Θ. και 2 Χ. Π. συζ. Χ. Δ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Κ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αρετή Σταυρογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 459/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-9-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 31-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι)Με την 216/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη η από 2-6-2006 αγωγή του εκπροσωπούμενου από τους γονείς του ανηλίκου Κ. Δ. περί χρηματικής ικανοποίησης του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης των γονέων του ανηλίκου, κατά το μέρος που αυτοί άσκησαν την αγωγή ατομικά, αιτούμενοι με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση. Ο εναγόμενος άσκησε έφεση και το ανήλικο (εκπροσωπούμενο από τους γονείς του) αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η 459/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν. Με την κρινόμενη αίτηση, ζητείται από τον εναγόμενο η αναίρεση της απόφασης του Εφετείου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ)Κατά την έννοια του άρθρου 24 του ΑΝ 1565/1939 "περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για την διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση, ή και προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργεια του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Δηλαδή πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του επιβλαβούς αποτελέσματος, ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στη διάθεση του μέσα, κάθε συνετός και επιμελής ιατρός.
Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 726/2012, ΑΠ 1429/2012, Α.Π. 889/2000, 2/2009).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, "η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. ...". Από την παρατεθείσα διάταξη προκύπτει, ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα εκ της κοινής πείρας για την με βάση αυτά ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα του δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2/2009, ΑΠ 120/2004) .
Ill)Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Οι ενάγοντες, οι οποίοι τυγχάνουν μεταξύ τους σύζυγοι, περί τα τέλη του έτους 2000, ανέθεσαν στον εναγόμενο, υπό την ιδιότητα του ως ιατρού - μαιευτήρα, την παρακολούθηση της δεύτερης από αυτούς, η οποία εγκυμονούσε. Την 5-6-2001 και ενώ η δεύτερη ενάγουσα βρισκόταν στην 37η εβδομάδα κύησης, επισκέφτηκε τον εναγόμενο για προγραμματισμένη επίσκεψη, οπότε, μετά τη διενέργεια υπερηχογραφήματος, ο εναγόμενος τη διαβεβαίωσε ότι η εγκυμοσύνη της εξελισσόταν ομαλά και φυσιολογικά, ενώ τοποθέτησε χρονικά τον τοκετό μετά από τρεις περίπου εβδομάδες.
Ωστόσο, δύο ημέρες μετά και συγκεκριμένα τις απογευματινές ώρες της 7-6-2001, η δεύτερη ενάγουσα αισθάνθηκε έντονους πόνους και επισκέφθηκε τον εναγόμενο στο ιατρείο του, ο οποίος, αφού την εξέτασε, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ψευδοπόνους και όχι για οδύνες τοκετού και την συμβούλευσε να επιστρέφει στην οικία της.
Επειδή όμως οι πόνοι επέμεναν η δεύτερη ενάγουσα επικοινώνησε με τον εναγόμενο, περί την 13.00 της 8-6-2001, και ο τελευταίος της συνέστησε να μεταβεί στην κλινική "Θ." στην …, όπου θα την περίμενε το προσωπικό της κλινικής για τις αναγκαίες εξετάσεις. Πράγματι η δεύτερη ενάγουσα μετέβη στην άνω κλινική και αφού εξετάστηκε από τις μαίες διαπιστώθηκε ως διάγνωση εισόδου "κύηση 9ου μηνός διαστολή 2 εκ., παλμοί θετικοί (Π+), θυλάκιο άρρηκτο, ανεμπέδωτο".
Έτσι, αφού η δεύτερη ενάγουσα είχε κατά την άφιξη της στην κλινική διαστολή 2 εκ. και συνεπώς είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία του τοκετού, ο εναγόμενος της συνέστησε να παραμείνει εκεί όλη τη νύχτα για να παρακολουθείται από τις μαίες, καθώς ήταν πρωτότοκος και συνεπώς, κατά πάσα πιθανότητα, ο τοκετός θα εξελισσόταν με βραδύτητα, αλλά και για να είναι σε καλή ψυχολογική κατάσταση και να αισθάνεται ασφαλής.
Ακολούθως περί την 8.30 της 8-6-2001 πήγε στην κλινική και ο εναγόμενος, ο οποίος, αφού εξέτασε τη δεύτερη ενάγουσα, διαπίστωσε ότι η διαστολή του τραχήλου είχε φτάσει τα 4 εκ. και γι' αυτό προέβη στη ρήξη του αμνιακού υγρού και τη χορήγηση οξυτοκίνης, για την υποβοήθηση της καθόδου του εμβρύου. Κατόπιν αποχώρησε για το ιατρείο του, αφήνοντας την μαία της κλινικής να παρακολουθεί την εξέλιξη του τοκετού, μέσω ενός μόνιτορ - παλμοτοκογράφου, με το οποίο ήταν συνδεδεμένη η επίτοκος και το οποίο διέθετε δύο κεφαλές, μία εκ των οποίων ήταν συνδεδεμένη με την επίτοκο και μία με το έμβρυο και καταγράφει αφενός μεν τις συσπάσεις της μήτρας, αφετέρου δε τους παλμούς της καρδιάς του εμβρύου.
Στις 09.30 και ενώ η διαστολή στην τράχηλο της δεύτερης ενάγουσας είχε φτάσει στα 5 εκ. ο αναισθησιολόγος της κλινικής Δ. Μ. χορήγησε στην επίτοκο επισκληρίδιο αναισθησία, προκειμένου η τελευταία να μην αισθάνεται τις οδύνες του τοκετού. Ωστόσο, παρά τη χορήγηση της αναισθησίας, η δεύτερη ενάγουσα εξακολούθησε να αισθάνεται πόνους, ενώ η όλη διαδικασία εξελισσόταν αργά, με τη διαστολή να έχει ανέλθει στα 7 εκ.
στις 12.00 και στα 8 εκ. στις 13.00, γεγονός που την είχε εξουθενώσει σημαντικά. Στις 13.00 περίπου, η μαία που παρακολουθούσε τη συσκευή του παλμοτοκογράφου, με την οποία ήταν συνδεδεμένη η δεύτερη ενάγουσα, διαπίστωσε αλλοίωση στους παλμούς του εμβρύου και αναζήτησε τον εναγόμενο τόσο στο ιατρείο του όσο και στο κινητό του τηλέφωνο, πλην όμως δεν μπόρεσε να τον βρει.
Παράλληλα, απευθυνόμενη στη δεύτερη ενάγουσα αλλά και στη μητέρα της που είχε εισέλθει στο χώρο του τοκετού, τους είπε "κοιτάξτε στην οθόνη που οι παλμοί δεν πάνε καλά και δεν μπορώ να βρω το γιατρό. Το παιδί παλεύει να γεννηθεί και δεν μπορώ να βρω το γιατρό". Τελικά, ο εναγόμενος εμφανίστηκε στην κλινική στις 15.00 περίπου, οπότε η επίτοκος είχε τέλεια διαστολή 10 εκ.
και ξεκίνησε αμέσως η διαδικασία του τοκετού με φυσιολογικό τρόπο. Όμως, το έμβρυο δυσκολευόταν να κατέβει και γι' αυτό ο εναγόμενος ζήτησε από τη δεύτερη ενάγουσα να γονατίσει για να διευκολυνθεί η κάθοδος του εμβρύου, χωρίς όμως αποτέλεσμα, ενώ η όλη προηγούμενη ταλαιπωρία και αναμονή της επιτόκου, είχαν ως αποτέλεσμα να μην μπορεί αυτή να εξωθήσει και να συμμετάσχει ουσιαστικά στη διαδικασία της εξόδου του εμβρύου.
Για το λόγο αυτό ο εναγόμενος χρησιμοποίησε συκία με αποτέλεσμα να επιτευχθεί, περί τις 15.30, η γέννηση του εκπροσωπουμένου από τους ενάγοντες βάρους 3100 γραμμαρίων, το οποίο όμως δεν έκλαψε, ενώ όπως διαπιστώθηκε αμέσως από την παιδίατρο που το παρέλαβε δεν ανέπνεε και είχε δυο περιτυλίξεις του ομφάλιου λώρου στο ύψος της μασχάλης.
Εξαιτίας του ως άνω συνδρόμου αναπνευστικής δυσχέρειας έγινε ανάνηψη από την παιδίατρο με χορήγηση οξυγόνου και θετικές πιέσεις με ασκό και μάσκα. Στη συνέχεια, δόθηκαν ερεθίσματα και έγινε αναρρόφηση, οπότε το νεογέννητο ανέκτησε καλούς καρδιακούς παλμούς και καλό χρώμα, αλλά παρέμεινε με κακό μυϊκό τόνο και όχι καλές αναπνοές.
Έτσι, είκοσι λεπτά αργότερα, διασωληνώθηκε και μεταφέρθηκε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο με ασθενοφόρο, μέσα σε θερμοκοιτίδα- αμπού οξυγόνου, με συνοδεία της παιδιάτρου, ενώ στη διάρκεια της μεταφοράς παρουσίασε σπασμούς. Κατά τη νοσηλεία του στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, το νεογέννητο παρουσίασε τα ακόλουθα προβλήματα: "Αναπνευστική δυσχέρεια και χρειάστηκε μηχανικό αερισμό για 24 ώρες.
Η αναπνευστική δυσχέρεια αποδόθηκε σε εισρρόφηση αίματος κατά τον τοκετό. Υπερτονία, τάση για οπισθότονο, πιθανοί σπασμοί (ισοδύναμα σπασμών) και χορηγήθηκε φαινοβαρβιτάλη. Σηψαιμία από σταφυλόκοκκο επιδερμικό, που αντιμετωπίστηκε με χορήγηση αντιβιοτικών". Το νεογνό εξήλθε τη 19η ημέρα ζωής χωρίς φαρμακευτική αγωγή με διάγνωση περιγεννητική ασφυξία, προωρότητα, σηψαιμία και παρουσία ζευποτονία κορμού και άκρων.
Έκτοτε, η κατάσταση της υγείας του εξακολουθούσε να παραμένει ιδιαίτερα άσχημη καθόσον την 12-8-2013 κρίθηκε ότι πάσχει από ποσοστό αναπηρίας κάτω άκρων 80% από το ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, ενώ σύμφωνα με τη γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Υπηρεσίας Κατερίνης κρίθηκε ότι παρουσιάζει καθυστέρηση έκφρασης του λόγου, εγκεφαλική παράλυση, ψυχοκινητική καθυστέρηση και, τέλος, κρίθηκε ότι χρήζει λογοθεραπείας, εργοθεραπείας, ασκήσεων ειδικής συμπεριφοράς και ασκήσεων ειδικής διαπαιδαγώγησης, με είκοσι συνεδρίες μηνιαίως.
Επίσης, το ανωτέρω ανήλικο τέκνο των διάδικων εξετάσθηκε εκ νέου από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Νομού Πιερίας στις 18-4-2006 και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από ποσοστό κινητικής αναπηρίας κάτω άκρων 80% και άνω για πέντε χρόνια και πρέπει να υποβάλλεται συνεχώς σε φυσιοθεραπείες. Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω περιγραφόμενη σοβαρότατη σωματική βλάβη του ανηλίκου τέκνου των εναγόντων, οφείλεται αποκλειστικά στην παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά που επέδειξε ο εναγόμενος ιατρός-μαιευτήρας και ειδικότερα στην ιατρική αμέλεια που επέδειξε, δηλαδή στο γεγονός ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε να καταβάλει σαν μέσος συνετός ιατρός της ειδικότητας του, δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα των πράξεων του και δεν ενήργησε σύμφωνα με τους κοινούς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, όσον αφορά την επιλογή της μεθόδου τοκετού που ακολούθησε και εφάρμοσε στη δεύτερη ενάγουσα και όσον αφορά τις ενέργειες του που δεν ήταν σύμφωνες με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Συγκεκριμένα ο εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη ενάγουσα τον είχε ενημερώσει από το απόγευμα της 7-6-2001 για τους έντονους πόνους που αισθανόταν, συνέπεια των οποίων ο ίδιος στις 01.00 της 8-6-2001 της συνέστησε να εισαχθεί και να παραμείνει στην κλινική για παρακολούθηση και ενώ οι πόνοι εξακολουθούσαν να ταλαιπωρούν την ασθενή και την επόμενη ημέρα, δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια και προσοχή την οποία θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός ιατρός-μαιευτήρας.
Ειδικότερα, επισκέφθηκε την επίτοκο στις 08.00 της 8-6-2001 προκειμένου να εκτιμήσει την κατάσταση της και παρά το γεγονός ότι διαπίστωσε ότι είχε ξεκινήσει η διαδικασία του τοκετού, αφού η διαστολή της επιτόκου ήταν ήδη 4 εκ. και παρά το ότι προχώρησε στη χορήγηση οξυτοκίνης και σε ρήξη του αμνιακού υμένα, δεν παρέμεινε κοντά της, προκειμένου να ελέγξει τις ενδείξεις στη συσκευή του παλμοτοκογράφου με την οποία αυτή ήταν συνδεδεμένη, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προλάβει οποιοδήποτε ενδεχόμενο πρόβλημα μπορούσε να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του τοκετού, αλλ' αντιθέτως αναχώρησε για το ιατρείο του, μη έχοντας πλέον τη δυνατότητα να προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια, έστω και ηθική, στη δεύτερη ενάγουσα, η οποία μάλιστα ήταν και πρωτότοκος.
Μάλιστα, όχι μόνο αποχώρησε από την κλινική "Θ." αλλά και στη συνέχεια δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον για την εξέλιξη της κατάστασης της, όπως όφειλε, λόγω της ιδιότητας του ως ιατρού, καθόσον από την αποχώρηση του στις 09. 00 έως την επιστροφή του στις 15.00 δεν επικοινώνησε ούτε καν με το προσωπικό της κλινικής προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία της επιτόκου.
Αντίθετα, όχι μόνο δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει με την κλινική, αλλά και όταν τον αναζήτησε το νοσηλευτικό προσωπικό, εξαιτίας της αλλοίωσης των παλμών της καρδιάς του εμβρύου που εμφανίστηκαν στη συσκευή του παλμοτοκογράφου (170 παλμοί / λεπτό) και η οποία αποτελεί ένδειξη ότι για κάποιο λόγο το έμβρυο πιεζόταν και χρειαζόταν να επιταχυνθεί η διαδικασία του τοκετού, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί ούτε στο ιατρείο του ούτε στο κινητό του τηλέφωνο.
Περαιτέρω, πέραν της ανωτέρω συμπεριφοράς του, η οποία δεν συνάδει με το επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, ο εναγόμενος δεν επέλεξε να πραγματοποιήσει έγκαιρα καισαρική τομή προκειμένου να είναι ασφαλής ο τοκετός, όπως έπρεπε κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης, εξαιτίας των ανωτέρω δεδομένων.
Αποτέλεσμα της ανωτέρω επιλογής του, ήταν η δεύτερη ενάγουσα εξουθενωμένη από την πολύωρη αϋπνία, την κόπωση και τους συνεχείς πόνους που δοκίμαζε από το προηγούμενο απόγευμα, να αδυνατεί να συμμετάσχει ενεργά στη διαδικασία του τοκετού βοηθώντας στην εξώθηση του εμβρύου και να χρησιμοποιηθεί συκία. 'Έτσι καθυστέρησε η έξοδος του εμβρύου από τη μητέρα για αρκετό χρόνο και παρέμεινε το έμβρυο σε κατάσταση ελλιπούς οξυγόνωσης και εισροφησε αίμα κατά τη διάρκεια του τοκετού με συνέπεια να υποστεί περιγεννητική ασφυξία, καθώς υπήρχαν σ' αυτό και δύο περιτυλίξεις ομφάλιου λώρου, καθώς επίσης και βαριά εγκεφαλική παράλυση και σπαστική τετραπληγία.
Περαιτέρω, από τη στιγμή της γέννησης του, το ανήλικο τέκνο των εναγόντων, είναι αναγκασμένο να ζει καθηλωμένο σε αναπηρικό καροτσάκι, λόγω της αναπηρίας του στα κάτω άκρα, που υπερβαίνει το 80%, ενώ παράλληλα πάσχει από εγκεφαλική παράλυση και ψυχοκινητική καθυστέρηση, εξαιτίας της οποίας είναι αναγκασμένο να υποβάλλεται συνεχώς σε εργοθεραπεία, λογοθεραπεία και φυσιοθεραπεία.
Πέραν των ανωτέρω, το ανήλικο τέκνο των διάδικων στερείται παντελώς τις χαρές και τις απολαύσεις της παιδικής ηλικίας, καθόσον δεν είναι σε θέση να συναναστραφει και να παίξει με τα παιδιά της ηλικίας του και να μετάσχει σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Επίσης, αδυνατεί να παρακολουθήσει μαθήματα σε σχολείο, στερούμενο εφ' όρου ζωής το αγαθό της μόρφωσης, ενώ είναι βέβαιο ότι και στο μέλλον θα στερείται τη χαρά της ένταξης του στο κοινωνικό σύνολο ως ισότιμου μέλους της κοινωνίας, καθώς αδυνατεί να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα.
Αντιθέτως, από την ημέρα της γέννησης του, το ανήλικο είναι αναγκασμένο να ζει στο στενό περιβάλλον της οικίας του, υποβαλλόμενο συνεχώς σε ποικίλου είδους θεραπείες και κάνοντας έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης. Κατόπιν των ανωτέρω, το ανήλικο τέκνο των εναγόντων έχει υποστεί ηθική βλάβη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της.
Έτσι λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι ανωτέρω περιγραφόμενες σωματικές βλάβες, καθώς και της παιδικής του ηλικίας, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου στην επέλευση των σωματικών βλαβών, το μέγεθος του πόνου και της στενοχώριας που δοκιμάζει καθημερινά το ανήλικο εξ αίτιας της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του, καθώς και την οικονομική κατάσταση του εναγομένου και του ανήλικου, πρέπει να καθοριστεί η εύλογη χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 80.000 ευρώ".
IV)Με τον δεύτερο λόγο τα αίτησης του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Κατά λέξη αναφέρει τα εξής: "Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως παραβιάζουν ευθέως τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, καθώς σύμφωνα με αυτά και την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή τούτων σε καισαρική τομή προχωρούν οι μαιευτήρες όταν υφίσταται προηγούμενη καισαρική, όταν υπάρχουν ενδείξεις υψηλής μυωπίας λίγο πριν τον τοκετό, όταν υπάρχει έρπις ή άλλες ασθένειες στα γεννητικά όργανα και όταν υπάρχουν σοβαρές αλλοιώσεις παλμού.
Πολύ περισσότερο όταν έχει ξεκινήσει η διαδικασία του τοκετού με την έναρξη της διαστολής του τραχήλου της μήτρας η καισαρική τομή δεν ενδείκνυται, καθώς το να επιστρέψει το έμβρυο και πάλι στη μήτρα για να λάβει χώρα η χειρουργική επέμβαση, θα δημιουργούσε με πολύ μεγάλη πιθανότητα μεγάλους κινδύνους για την υγεία τόσο του εμβρύου όσο και της εγκυμονούσης και δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Δεν επιλέγουμε οι μαιευτήρες την καισαρική τομή όταν υπάρχουν έντονοι πόνοι στην κυοφορούσα, ή όταν το έμβρυο δυσκολεύεται να κατέλθει, ή όταν εμφανίζονται αλλοιώσεις παλμού κατά το στάδιο της εξόδου του εμβρύου, ως εσφαλμένως εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση". Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, ο αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Αυτό δε, διότι το Εφετείο δεν θεμελιώνει την αμέλεια του αναιρεσείοντος μόνο στην μη επιλογή της "καισαρικής τομής" αλλά στην όλη συμπεριφορά του κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση και ανωτέρω. V)Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.
Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα : α) την 388/2007 οριστική απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης, που κατέστη αμετάκλητη, με την οποία αυτός αθωώθηκε της κατηγορίας για σωματική βλάβη από αμέλεια του τέκνου των αναιρεσιβλήτων, β) την 566/2011 οριστική απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης, που κατέστη αμετάκλητη, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι αθωώθηκαν μεν της εναντίον του (αναιρεσείοντος) κατηγορίας για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση κατ' εξακολούθηση αλλά στο σκεπτικό αυτής αναφέρεται ότι επαληθεύτηκε η άποψη της πλειοψηφίας που τον έκρινε αθώο για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της προαναφερόμενης 388/2007 απόφασης, γ) τις από 15-3-2007 καταθέσεις της μαίας Χ.
Δ., της παιδιάτρου των τέκνων των αναιρεσιβλήτων Ε. Ν. και της μαίας Κ. Μ. - Γ., που περιέχονται στα πρακτικά της ως άνω 388/2007 απόφασης, από τις οποίες (καταθέσεις) προκύπτει ότι ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον αναιρεσείοντα. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή υπήρξε ιατρική αμέλεια του αναιρεσείοντος, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων...την με αριθμό 2615/15-12-2011 ένορκη βεβαίωση...και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια".
Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, και τα φερόμενα από τον αναιρεσείοντα ως αγνοηθέντα.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2012 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της 459/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ