Legislator Case Law & Legislation
633/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on private contract dispute over unpaid medical fees for public insurance patients.

Case Number 633/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the annulment request filed by the public insurance organization against a lower court judgment awarding unpaid medical fees to a physician. The court held that disputes over salaries for public employees under private contracts fall under civil jurisdiction, not administrative law. Consequently, the lower court correctly ruled that the organization unjustly enriched itself by paying a substitute doctor instead of the original one.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1) of the Constitution and 1(1), 2 of Law 1406/1983; Disputes regarding salaries of public employees bound by private contracts are civil matters, not administrative ones, and thus fall under the jurisdiction of civil courts.

Keywords

AI generated
civil jurisdiction public employee private contract unjust enrichment medical fees annulment appeal substitute payment

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Constitution
Article 1(1) and 2 of Law 1406/1983
Article 94(3) of the Constitution
Article 1 of the Code of Civil Procedure
Article 31 of Law 2683/1999
Article 905(1) of the Civil Code
Article 560(2) and (3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Areios Pagos 42/1990
Areios Pagos 11/1992
Areios Pagos 10/1993
Areios Pagos 5/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 633 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 633/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟ - ΟΠΑΔ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου, πρώην Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ - Τ.Υ.Δ.Κ.Υ.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γατέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ά. Σ. του Ζ., συζύγου Λ. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Αχτσιόγλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 258/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/12/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 11/3/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι διαφορές οι οποίες αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου δεν είναι διοικητικές κατά την έννοια των άρθρων 94 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1406/1983, υπάγονται δε, ως ιδιωτικές, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 3 του Συντάγματος και 1 του Κ.Πολ.Δ (Α.Ε.Δ. 42/1990, 11/1992, 10/1993, ΟλΑΠ 5/1995).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την από 30.8.2007 αγωγή, η ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι, με την ιδιότητα της παιδιάτρου, συνήψε με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, στις 29-11-1994, έγγραφη σύμβαση παροχής ιατρικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στα παιδιά των ασφαλισμένων του τελευταίου αντί της νόμιμης αμοιβής για κάθε επίσκεψη ή ιατρική πράξη.

Ότι, ενώ από την κατάρτιση της σύμβασης πρόσφερε τις ιατρικές της υπηρεσίες και το εναγόμενο της κατέβαλε τη νόμιμη αμοιβή, το τελευταίο για το χρονικό διάστημα από 1-8-2005 μέχρι 31-5-2006, κατά το οποίο επίσης πρόσφερε τις υπηρεσίες της, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως, δεν της κατέβαλε την νόμιμη αμοιβή της, ανερχόμενη σε 4.842,60 ευρώ.

Ζήτησε δε με την αγωγή, να υποχρεωθεί το εναγόμενο νομικό πρόσωπο να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό και επικουρικά για την περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση αυτή, να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ίδιο ποσό με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Έτσι, η αναιρεσίβλητη εισήγαγε ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική διαφορά ουσίας.

Άρα η προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, που έκρινε ότι η διαφορά αυτή υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.3 του Κ.Πολ.Δ. και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων 648, 652 και 681 ΑΚ και 6 Ν. 765/43, που κυρώθηκε με την 324/46 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ. Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι στην σύμβαση εξαρτημένης εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και ο εργοδότης καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό, σύμφωνα με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, τον τόπο, τρόπο, χρόνο και έκταση της εργασίας που θα παρέχει ο μισθωτός, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη.

Αντίθετα στην σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχουν μεν πολλά κοινά στοιχεία με την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως τρόποι κατάρτισης, διάρκεια, υποχρέωση αυτοπρόσωπης παροχής, καταβολής μισθού κτλ., πλην όμως υφίστανται και ουσιώδεις απ' αυτήν διαφορές.

Διαφέρει δηλαδή η σύμβαση αυτή από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως προς το κύριο στοιχείο, ήτοι της έλλειψης νομικής και προσωπικής εξάρτησης. Έτσι, στην σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ο εργοδότης δεν ασκεί τις παρεχόμενες από το διευθυντικό δικαίωμα εξουσίες, και ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις εντολές του για τον τρόπο, χρόνο και τόπο της εκτέλεσης της εργασίας, ούτε υπόκειται στον έλεγχό του, το πότε δε συντρέχει το στοιχείο αυτό αποτελεί πραγματικό γεγονός που κρίνεται τόσο από τους όρους της συμβάσεως, όσο και από τις συνθήκες παροχής της εργασίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ.1 του Α.Κ. "η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος". Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαίτησης αχρεωστήτου συνίσταται στο ότι στην περίπτωσή της τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με το σκοπό δωρεάς ή για άλλη νόμιμη αιτία.

Επομένως, αποκλεισμός της απαίτησης αχρεωστήτου, με βάση την ανωτέρω διάταξη, που εφαρμόζεται και αυτεπαγγέλτως, γιατί η σχετική από αυτή ένσταση είναι καταχρηστική, δεν υφίσταται στην περίπτωση της ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας, όπως συμβαίνει και όταν ο δότης υποχρεώθηκε να προβεί στην καταβολή υπό την πίεση και για την αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης κατ' αυτού (Ολομ.Α.Π.29/2002).

Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔικ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Στις 29.11.1994 και στην Έδεσσα, μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), ιατρού με την ειδικότητα της παιδιάτρου, και του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου νομικού -προσώπου (Τ.Υ.Δ.Κ.Υ.), ήτοι τον Προϊστάμενο του Γραφείου Τ.Υ.Δ.Κ.Υ.

του νομού Πέλλας, συνήφθη εγγράφως σύμβαση παροχής ιατρικών υπηρεσιών αόριστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η μεν ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει ιατρική περίθαλψη στους ασφαλισμένους του Τ.Υ.Δ.Κ.Υ., σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και τις διατάξεις του Κανονισμού παροχών του, το δε εναγόμενο να της καταβάλλει τη νόμιμη αμοιβή, η οποία καθορίζεται για κάθε επίσκεψη ή ιατρική πράξη με Π.Δ.

ή απόφαση του αρμόδιου Υπουργού. Μεταξύ των όρων της προαναφερθείσας συμβάσεως ήταν και αυτός που εμπεριέχεται στο άρθρο 3 αυτής, με βάση τον οποίο η ενάγουσα αναλάμβανε την υποχρέωση να δηλώσει ότι η ίδια δεν έχει ενταχθεί, ως ιατρός αποκλειστικής απασχόλησης στο Ε.Σ.Υ., προς τούτο δε αυτή προσκόμισε στο εναγόμενο τη σχετική από 29.11.1994 υπεύθυνη δήλωσή της.

Από την ημέρα κατάρτισης της παραπάνω σύμβασης, εξάλλου, η ενάγουσα προσέφερε ανελλιπώς, πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο τις ιατρικές της υπηρεσίες (με την ειδικότητα της παιδιάτρου) στους ασφαλισμένους του εναγομένου, δηλαδή στα παιδιά των δημοτικών και κοινοτικών υπαλλήλων, είτε δεχόμενη αυτά στο ιατρείο της κατά τις ημέρες και ώρες λειτουργίας του είτε μεταβαίνοντας, σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και κατά την κρίση της ως θεράποντα ιατρού, στην οικία των ασθενών, όταν λόγω νόσου δεν ήταν δυνατό να μεταβούν στο ιατρείο της, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και τις διατάξεις του Κανονισμού παροχών του Τ.Υ.Δ.Κ.Υ., το δε εναγόμενο της κατέβαλλε τη νόμιμη αμοιβή.

Στις 11-1-1996 η ενάγουσα διορίστηκε στο Π.Ι.Κ.Π.Α ως δημόσια υπάλληλος σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΠΕ Ιατρών Ειδικοτήτων (παιδίατρος), στον εισαγωγικό βαθμό Δ', και συγκεκριμένα ως παιδίατρος του παραρτήματος Γιαννιτσών, στη συνέχεια δε, και κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 του ν. 3106/2003, με τη με αριθμό 7/11-3-2003 απόφαση του Δ.Σ.

του Β' Πε.Σ.Υ.Π. Κεντρικής Μακεδονίας, το Ιατροκοινωνικό Κέντρο του Π.Ι.Κ.Π.Α. Γιαννιτσών μεταφέρθηκε και συγχωνεύθηκε στο Κέντρο Υγείας Κρύας Βρύσης, που λειτουργούσε ως αποκεντρωμένη μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Γιαννιτσών, το οποίο επίσης λειτουργούσε ως αποκεντρωμένη μονάδα του Β' Πε.Σ.Υ.Π. Κεντρικής Μακεδονίας.

Μετά τη συγχώνευση αυτή, με τη με αριθμό 131/6606/14-8-2003 απόφαση του παραπάνω Πε.Σ.Υ.Π., διαπιστώθηκε, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 του ν. 3106/2003, ότι η θέση της ίδιας (ενάγουσας) μεταφέρθηκε αυτοδίκαια στο Κέντρο Υγείας Κρύας Βρύσης και ότι αυτή εντάχθηκε σε αυτό από 1-9-2003 σε θέση της κατηγορίας ΠΕ του κλάδου Ιατρών Ειδικοτήτων (παιδίατρος).

Ενόψει αυτών, η ενάγουσα που κατείχε στο Π.Ι.Κ.Π.Α. θέση μονίμου δημοσίου υπαλλήλου, εξακολούθησε και μετά τη μεταφορά της θέσης της και της ένταξης της στο Κέντρο Υγείας Κρύας Βρύσης να υπάγεται, όπως και προηγουμένως, στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα και επομένως, για να ασκήσει ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, απαιτούνταν να της έχει παρασχεθεί προηγουμένως άδεια από το αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 2683/1999, και στην προκείμενη περίπτωση από τον Διοικητή του Νοσοκομείου Γιαννιτσών, στο οποίο υπάγεται το Κέντρο Υγείας Κρύας Βρύσης, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού του συμβουλίου.

Η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2005 έως 31.5.2006 ασκούσε ιδιωτικό έργο, ήτοι εξέταζε ασθενείς του Ταμείου Υγείας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων Ν.Πέλλας, σε εκτέλεση της προαναφερθείσας από 29.11.1994 συμβάσεως, χωρίς προηγουμένως να έχει λάβει σχετική άδεια από τον Διοικητή του Νοσοκομείου Γιαννιτσών, μετά και από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού του συμβουλίου και, συνεπώς, η εν λόγω σύμβαση είναι άκυρη.

Αναφορικά, δε, με την επικαλούμενη από το εναγόμενο-εκκαλούν (και με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας - εφεσίβλητης, η οποία συνίσταται στο ότι αυτή δεν ενημέρωσε το εναγόμενο για την - κατά τα ανωτέρω - μεταβολή της υπηρεσιακής της κατάστασης και συγκεκριμένα για την ένταξη της ως ιατρού πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στο ΕΣΥ, παρά το γεγονός ότι η ίδια γνώριζε ότι η μεταβολή αυτή αποτελούσε εκ μέρους του αντιδίκου τους εναγόμενου νομικού προσώπου λόγο καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσία αβάσιμος, καθόσον η ενάγουσα δεν εντάχθηκε στο ΕΣΥ υπό το προαναφερθέν καθεστώς (πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης) και ως εκ τούτου καμιά εκ μέρους της παραβίαση της επίδικης συμβάσεως δεν έλαβε χώρα, για τον εξής λόγο:

Το άρθρο 9 του ν. 3106 / 2003 (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. Β1 του Ν. 3172/ 2003) ορίζει ότι "Από τη δημοσίευση αυτού του νόμου, τα Ιατροκοινωνικά Κέντρα και οι Παιδικές Πολυκλινικές του Π.Ι.Κ.Π.Α., που μεταφέρθηκαν στις υπηρεσίες υγείας του Ε.Σ.Υ. με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 στοιχ. δ' του Ν. 2646/1998, μεταφέρονται στο Πε.Σ.Υ.Π.

στην Περιφέρεια του οποίου λειτουργούν, μαζί με τα αντίστοιχα περιουσιακά τους στοιχεία, και συγχωνεύονται στις διάφορες αποκεντρωμένες μονάδες παροχής πρωτοβάθμιων υπηρεσιών υγείας. Μέχρι την έκδοση της υπουργικής απόφασης που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 15 του Ν. 2889/2001, η μεταφορά και συγχώνευση των ιατροκοινωνικων κέντρων και των παιδικών πολυκλινικών του Π.Ι.Κ.Π.Α.

θα γίνει σε κέντρα υγείας ή νοσοκομεία του οικείου Πε.Σ.Υ.Π. ... Οι οργανικές θέσεις του προσωπικού των παραπάνω φορέων μεταφέρονται αυτοδικαίως ως οργανικές θέσεις της αποκεντρωμένης μονάδας του οικείου Πε.Σ.Υ.Π., αντίστοιχης κατηγορίας, κλάδου και βαθμού ή ειδικότητας μαζί με το προσωπικό που τις κατέχει.

Για τη μεταφορά αυτή εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του οικείου Πε.Σ.Υ.Π., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως...". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το προσωπικό των ιατροκοινωνικων κέντρων του Π.Ι.Κ.Π.Α., που μεταφέρθηκε αυτοδίκαια σε αποκεντρωμένες μονάδες του οικείου Πε.Σ.Υ.Π. (όπως είναι τα Κέντρα Υγείας) διατήρησε την ίδια σχέση εργασίας (κατηγορία, κλάδο, βαθμό και ειδικότητα), όπως και προηγουμένως, και δεν εντάχθηκε στο Ε.Σ.Υ._Συνεπώς, και η ενάγουσα με την αυτοδίκαιη μεταφορά της θέσης της από το Π.Ι.Κ.Π.Α.

Γιαννιτσών στο Κέντρο Υγείας Κρύας Βρύσης και την ένταξη της σε αυτό σε θέση της κατηγορίας ΠΕ του κλάδου Ιατρών Ειδικοτήτων (παιδίατρος), δεν εντάχθηκε στο Ε.Σ.Υ., αλλά διατήρησε την υπαλληλική σχέση που είχε κατά τη χρονική στιγμή της μεταφοράς. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται, εξάλλου, και από τον μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος κατέθεσε (μεταξύ άλλων) ότι :

α) η ενάγουσα δεν "έγινε" γιατρός του Ε.Σ.Υ., β) δεν παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες με τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ., γ) το ωράριο της είναι πεντάωρο και δεν πραγματοποιεί εφημερίες και δ) οι αποδοχές της ανέρχονται στο 1/3 των αποδοχών των γιατρών του Ε.Σ.Υ. (βλ. και τις με αριθμούς πρωτ. Γ/9/α/1483/13-2-2007 και Γ/9/α/2235/11-3-2008 προσκομιζόμενες και επικαλούμενες βεβαιώσεις του Νοσοκομείου Γιαννιτσών), αλλά προκύπτουν και εξ αντιδιαστολής από το γεγονός ότι τελικά στις 29.6.2006 και κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ενάγουσας χορηγήθηκε σε αυτή η ανωτέρω απαιτούμενη άδεια για την εκ μέρους της άσκηση ιδιωτικού έργου, ενώ στους γιατρούς του Ε.Σ.Υ.

απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο άσκηση αυτού (βλ. άρθρο 24 του ν. 1397/1983). Περαιτέρω, η ενάγουσα, υπό την άκυρη ως άνω σύμβαση και τη δημιουργία, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, απλής εργασιακής σχέσης, προσέφερε τις ιατρικές της υπηρεσίες ως παιδίατρος στους ως άνω ασφαλισμένους του εναγομένου καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα".

Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατά το σκοπούμενο εν προκειμένω χρονικό διάστημα (από 1-8-2005 μέχρι 31-5-2006) για παρασχεθείσες ιατρικές υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του εναγομένου ΤΥΔΚΥ, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. (ΟΠΑΔ), εδικαιούτο το συνολικό ποσό των 4.842,60 ευρώ και ότι το εναγόμενο Ταμείο (ΤΥΔΚΥ) θα κατέβαλε ως αμοιβή για την παροχή των παραπάνω ιατρικών υπηρεσιών, σε άλλον παιδίατρο με τα ίδια προσόντα με την αναιρεσίβλητη, τον οποίο θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας για το ίδιο χρονικό διάστημα και υπό τις ίδιες συνθήκες, όπως και αυτή, το ίδιο συνολικό ποσό.

Κατά το ποσό δε αυτό, συνέχισε το Δικαστήριο της ουσίας, το εναγόμενο κατέστη και παραμένει αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της ενάγουσας, ήτοι χωρίς νόμιμη αιτία και με ζημία της, καθόσον εξοικονόμησε αυτό λόγω της μη καταβολής του σε αυτή, οπότε το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να της το αποδώσει, δεδομένου ότι το ποσό αυτό συνιστά την ωφέλεια που αποκόμισε σε βάρος της περιουσίας της από την παροχή των ιατρικών της υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του, ωφέλεια η οποία σώζεται.

Περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο) απέρριψε την εκ του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ ένσταση του εκκαλούντος αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε περίπτωση που η αναζητούμενη ωφέλεια στηρίζεται σε παροχή αχρεώστητη και όχι σε παροχή για αιτία παράνομη και δεν συντρέχει περίπτωση αχρεωστήτου όταν πρόκειται για παροχή σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, όπως εν προκειμένω.

Ακολούθως, το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 31 Ν. 2683/1999 και 905 παρ. 1 Α.Κ. και επομένως είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04-12-2009 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΟΠΑΔ" για αναίρεση της 84/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.

Καταδικάζει τo αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ