Supreme Court remands appeal due to insufficient reasoning on contract performance and accounting delivery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Court of Appeal's decision and remanded the case for retrial. The appellate court failed to provide adequate reasoning regarding the parties' contractual obligations and the delivery of accounts, despite admitting a significant surplus balance. Consequently, the court found the appeal admissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure because the lack of clear justification on these material issues affected the case outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 713, 718, 719 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when a judgment lacks reasoning or provides contradictory reasoning on matters of decisive influence, such as the fulfillment of contractual duties and the delivery of accounts, if the lower court fails to establish the factual basis for its decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 633 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 633/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μαντά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων:1.... και 2., κατοίκων ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Φαλαγκαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2007 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-6-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 30-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 713, 718, 719 του ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανατέθηκε μετά δε το πέρας της εντολής οφείλει να αποδώσει λογοδοσία περί αυτής και να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.
Εξάλλου, ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όταν, δηλαδή, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή όταν αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να μη δύναται να ελεγχθεί αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει προφορικής συμβάσεως εντολής που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων τον Νοέμβριο του έτους 1992, η πρώτη εναγόμενη έλαβε την εντολή από την ενάγουσα να διαχειρίζεται τα μίσθια ακίνητά της στη ...(κατοικίες και καταστήματα) και ειδικότερα να εισπράττει και να της αποδίδει τα μισθώματά τους, να επιβλέπει τη χρήση τους και να προβαίνει στις αναγκαίες επισκευές, τέλος δε να εξοφλεί τους διάφορους λογαριασμούς που προέκυπταν (ύδρευσης, ηλεκτρικού κλπ.), ο δε δεύτερος εναγόμενος έλαβε την εντολή από την ενάγουσα να εκτελεί επ' αμοιβή τις επισκευές αυτές.
Στο πλαίσιο αυτής της συμβάσεως εντολής, η ενάγουσα τηρούσε ειδικό τετράδιο λογαριασμών, στο οποίο, μετά από συνεννόηση με την εναγόμενη, αρχικά δήλωναν, ενυπόγραφα,η μεν ενάγουσα πόσα μισθώματα είχε λάβει από την εναγόμενη, η δε εναγόμενη πόσα χρήματα είχε λάβει από την ενάγουσα για τις επισκευές, από τα τέλη, όμως, του έτους 1995 και εφεξής συμφώνησαν να καταχωρούν τα μισθώματα που είχαν εισπραχθεί (έσοδα) και τα ποσά των επισκευών και των λογαριασμών (έξοδα) σε δυο χωριστές στήλες στην ίδια σελίδα, τα άθροιζαν κατά τακτά χρονικά διαστήματα και αφαιρούσαν το μικρότερο κονδύλιο που ήταν τα έξοδα από το μεγαλύτερο και το υπόλοιπο που προέκυπτε το απέδιδε η εναγομένη στην ενάγουσα, η οποία υπέγραφε στο τετράδιο αυτό ότι το παρέλαβε.
Την ύπαρξη του λογαριασμού αυτού στο ανωτέρω ειδικό τετράδιο παραδέχονται και η ενάγουσα και η εναγόμενη και δεν αμφισβητούν τις υπογραφές τους. Σημειωτέον, ότι η ενάγουσα, μόνιμη κάτοικος ..., είχε στην κυριότητά της σαράντα ένα, συνολικά ακίνητα, κατοικίες και καταστήματα, μετέβαινε όμως συχνότατα στην ..., προκειμένου να προβαίνει σε λεπτομερή και εξονυχιστικό έλεγχο της διαχείρισης της περιουσίας της, δεδομένου ότι είναι άτομο ευφυέστατο και λεπτολόγο.
Η ανωτέρω διαχείριση της περιουσίας της ενάγουσας από μέρους της πρώτης εναγόμενης διήρκεσε μέχρι τις 12.11.1997, οπότε η ενάγουσα την ανακάλεσε, διότι οι προσωπικές σχέσεις της με την εναγομένη διαταράχθηκαν από την άρνηση της τελευταίας να καταθέσει ως μάρτυράς της σε αστική της υπόθεση. Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα ζήτησε λογαριασμό από την πρώτη εναγομένη για τη διαχείριση της περιουσίας της και την απόδοση των κτηθέντων από την εκτέλεση της εντολής.
Προηγουμένως, όμως, στις 30.6.1997 είχε γίνει εκκαθάριση των εσόδων και των εξόδων της διαχείρισης, κατά τον παραπάνω εκτεθέντα λεπτομερή τρόπο, η οποία είχε κατάλοιπο υπέρ της ενάγουσας ανερχόμενο στο ποσό των 4.382.198 δρχ. Έτσι, στις 12.11.1997, όταν έγινε η τελευταία εκκαθάριση, το κατάλοιπο υπέρ της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 10.571.367 δρχ..
Την τελευταία αυτή εκκαθάριση (στις 12.11.1997), αλλά και όλες τις προηγούμενες, η ενάγουσα αποδέχθηκε και ενέκρινε. Προς τούτο συνέταξε και υπέγραψε ιδιόχειρα δύο σημειώματα προς τους εναγόμενους, με την ίδια ημεροχρονολογία, στα οποία δηλώνει : "Οι εργασίες που έγιναν μέχρι του έτους του 1997 είναι τελειωμένες και εξοφλημένες. ..., 12.11.1997.
Χ1. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα αναγνώρισε ότι διενεργήθηκαν οι επισκευές και εισπράχθηκαν τα μισθώματα, καθ' όλο το διάστημα που διήρκεσε η σύμβαση εντολής. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη ιδιοποιήθηκε παράνομα το ανωτέρω κατάλοιπο του λογαριασμού, ανερχόμενο στο ποσό των 10.571.367 δρχ.
και αφορά μισθώματα. Και τούτο διότι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της διαχειρίσεως της εναγομένης προέβαινε σε διαρκείς, λεπτομερείς και επισταμένους ελέγχους κάθε επί μέρους κονδυλίου εσόδων και εξόδων, τόσον αυτοπροσώπως όσο και με επιστολές της και εισέπραττε κάθε υπόλοιπο που προέκυπτε και, συνεπώς, θα είχε εντοπίσει στο τηρούμενο από αυτήν τετράδιο λογαριασμών τυχόν μη καταβληθέντα μισθώματα, γεγονός το οποίο θα ανέφερε στα σημειώματα, τα οποία η ίδια συνέταξε και υπέγραψε, μετά τη λογοδοσία της εναγομένης.
Ακόμη και οι μάρτυρες της στις ένορκες βεβαιώσεις που έδωσαν δεν καταθέτουν τίποτα το σαφές και κατηγορηματικό περί της οφειλής των μισθωμάτων. Ειδικότερα ο μάρτυρας της ..., ο οποίος ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας της μετά τον ..., ο οποίος την ανέλαβε από τον Φεβρουάριο του 1998 μέχρι τον Σεπτέμβριο, του 2000, καταθέτει αορίστως για πρόχειρες επισκευές που έκανε η εναγομένη, χωρίς να αναφερθεί στην απόδοση ή μη των μισθωμάτων των ακινήτων στην ενάγουσα.
Επίσης ο μάρτυράς της ..., πολιτικός μηχανικός, κατέθεσε μόνο για την εκτίμηση του κόστους για ορισμένες ελλιπείς επισκευές των ακινήτων της, οι δε λοιποί μάρτυρες της, μισθωτές των ακινήτων της καταθέτουν μόνο για τη διενέργεια ελλιπών επισκευών στα μίσθια. Εξάλλου, για την πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία αφορά το ανωτέρω ποσό, οι εναγόμενοι αθωώθηκαν από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας με την 1071/2004 απόφασή του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμιο απόφαση ως προς την τελευταία κατά το μέρος που με αυτήν είχε γίνει δεκτή η εξ αδικοπραξίας βάση της για το ποσό των 10.571.367 δραχμών, απέρριψε την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού δεν διέλαβε αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων εκπλήρωσης των απορρεουσών εκ των καταρτισθεισών μεταξύ αυτών και της αναιρεσείουσας συμβάσεων, υποχρεώσεών τους και της απόδοσης λογοδοσίας ενώ εξάλλου διέλαβε ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της καταβολής στην αναιρεσείουσα του υπέρ αυτής καταλοίπου του εκκαθαρισθέντος λογαριασμού, τα ζητήματα δε αυτά ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι στις 12-11-1997 εχώρησε η τελευταία εκκαθάριση που εμφάνισε κατάλοιπο υπέρ της αναιρεσείουσας 10.571.367 δραχμών και ότι η τελευταία, αποδεχθείσα την εκκαθάριση αυτή, συνέταξε και υπέγραψε τα προαναφερθέντα δύο ιδιόχειρα σημειώματα, δεν προσδιορίζει πότε και με ποιον τρόπο εκδηλώθηκε η απόδοση της λογοδοσίας (λογαριασμού), ούτε αν τα άνω ιδιόχειρα σημειώματα αναφέρονται στην εκπλήρωση συγκεκριμένων (και ποίων) υποχρεώσεων εκ των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων.
Επίσης, ασαφής και ενδοιαστική τυγχάνει η άνω αιτιολογία, αφού το Εφετείο δέχεται αφενός ότι προέκυψε υπόλοιπο 10.571.367 δραχμών που αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα και αφετέρου ότι το ίδιο ποσό, καίτοι υφιστάμενο, δεν το υπεξήρεσαν οι αναιρεσίβλητοι αλλά το απέδωσαν στην αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, οι εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 42/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ