Legislator Case Law & Legislation
633/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease rent adjustment under good faith principle and commercial customs.

Case Number 633/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by OIKOSESET against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding lease rent adjustment. The appellant argued that the lower court failed to properly apply Article 288 of the Civil Code, yet the appellate court had already objectively determined a significant discrepancy between the contractual rent and the market value. The court rejected this claim, affirming that the appellate court's reasoning was complete, consistent, and correctly applied the principle of good faith and commercial customs to justify reducing the rent.

Legislator headnote

AI generated

Art. 288 A.K.; Art. 559(1) C.P.C.; The principle of good faith and commercial customs permits courts to adjust lease rents when strict performance creates a manifest imbalance, and appellate courts cannot overturn such factual assessments without clear error.

Keywords

AI generated
good faith principle commercial customs lease rent adjustment manifest imbalance appellate review limits

Cited Legislation

AI generated
Art. 288 A.K.
Art. 559(1) C.P.C.
Art. 561(1) C.P.C.

Cited Case Law

AI generated
OL AP 9/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 633 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 633/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΙΚΟΣΕΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ", με τον διακριτικό τίτλο "ΟΙΚΟΣΕΤ", που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αναγνώστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βύρωνα Βοσκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Απριλίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19.916/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1998/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Ιουνίου 2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Το άρθρο 288 ΑΚ ορίζει, ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση, ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή, ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 44 του π.δ. 34/1995, εφαρμόζεται και επί των εμπορικών μισθώσεων. Έτσι παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να προβεί στην αναπροσαρμογή του οφειλομένου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που αποκτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη- παρά την ανάγκη κατοχυρώσεως της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ ΑΠ 9/1997).

Μεταβολή των συνθηκών, με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου και άλλων όμορων και ομοειδών ακινήτων, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζητήσεως των ακινήτων και άλλοι λόγοι. Με βάση τα στοιχεία αυτά το δικαστήριο οφείλει πρώτα να διαγνώσει, αν μεταξύ του οφειλομένου, κατά το σύστημα της συμβατικής ή αντικειμενικής αναπροσαρμογής, μισθώματος και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως ("ελεύθερου"), υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλομένου), και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμόσει το ίδιο αυτό μίσθωμα στο επίπεδο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Εξάλλου, παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που στοιχειοθετεί τον εκ της διατάξεως του αριθμού 1 του αυτού ως άνω άρθρου λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο εφήρμοσε κανόνα, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα ή τον εφήρμοσε εσφαλμένα.

Επομένως, για την πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, και σε τι συνίσταται η παραβίαση του κανόνα και πού έγκειται ακριβώς το σφάλμα. Στην προκείμενη περίπτωση, εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι για τον καθορισμό του καταβλητέου μισθώματος για το επίδικο μίσθιο έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ', ότι τα κριτήρια που επέλεξε να χρησιμοποιήσει για την εξειδίκευση της οριζομένης από την πιο πάνω διάταξη αόριστης νομικής έννοιας της καλής πίστεως αφορούν σε μισθώματα άλλων μισθωτικών συμβάσεων παρεμφερούς με την επίδικη αντικειμένου ,στις κρατούσες οικονομικές συνθήκες και την εξέλιξη του δείκτη τιμών καταναλωτή, καθώς και στην κατάσταση, την έκταση και τη θέση του μίσθιου ακινήτου' ότι με βάση τα κριτήρια αυτά συνήγαγε το συμπέρασμα πως υπάρχει διαφορά μεταξύ του μετ' αναπροσαρμογή, κατά το συμφωνημένο ποσοστό 15% ετησίως, συμβατικού μισθώματος, και εκείνου που προκύπτει από την πραγματική αξία του μισθίου, η οποία, διαφορά υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που ανέλαβε η μισθώτρια εταιρία, έτσι ώστε η εμμονή της εκμισθώτριας στην πληρωμή του συμφωνημένου μισθώματος είναι αντίθετη προς την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα' και ότι κατόπιν αυτού το δικαστήριο μείωσε το καταβλητέο για την περίοδο από 1-5-2002 έως 30-4-2003 συμβατικό μηνιαίο μίσθωμα εξ 6.646,86 ευρώ στο ποσό των 6.000 ευρώ, ήτοι κατά ποσοστό 10,70%, και το καταβλητέο για το χρονικό διάστημα, από 1-5-2003 έως 30-4-2004 συμβατικό μίσθωμα εξ 7.643,89 ευρώ, στο ποσό των 6.200 ευρώ ήτοι κατά ποσοστό 23,28%.

Με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, η αιτίαση, ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, γιατί με αντιφατική και ελλιπή αιτιολογία κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 288ΑΚ.

Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται καταφανή υπέρβαση του κινδύνου που ανέλαβε η μισθώτρια εταιρία, με την εμμονή της εκμισθώτριας να αξιώνει την καταβολή μισθώματος προσαυξημένου κατά ποσοστό 15% ετησίως και θεωρεί, ότι αντιμάχεται η συμπεριφορά της τελευταίας την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, κατέληξε στην πιο πάνω μείωση του μισθώματος, χωρίς να εξειδικεύει και να προσδιορίζει με βάση ποιες λογικές σταθμίσεις και νομικές αξιολογήσεις ωθήθηκε στη θεώρηση της ανωτέρω μικρής, κατά την κρίση της, αποκλίσεως της πραγματικής μισθωτικής αξίας του μισθίου από το πράγματι καταβαλλόμενο μίσθωμα, ως καταφανούς υπερβάσεως των ορίων της καλής πίστεως και της συναλλακτικής ευθύτητας και εντιμότητας, ή αντιθέτως, πώς εξίσωσε την καταφανή υπέρβαση των ορίων αυτών, προς την επουσιώδη απόκλιση μεταξύ αληθινής και πράγματι καταβαλλομένης μισθωτικής αξίας.

Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Διότι μεταξύ του οφειλομένου συμβατικού μισθώματος τόσο κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2002 έως 30.4.2003, όσο και κατά το επόμενο ετήσιο χρονικό διάστημα και της πραγματικής μισθωτικής αξίας του μισθίου, που δέχθηκε το Εφετείο, κατ' αντικειμενική κρίση, υπάρχει σημαντική και όχι επουσιώδης διαφορά, που δικαιολογεί την περαιτέρω διαπίστωσή του ότι η εμμονή της εκμισθώτριας στην καταβολή του πρώτου μισθώματος είναι αντίθετη προς την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα και ότι επιβάλλεται, κατόπιν αυτού, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η άρση της δυσαναλογίας αυτής, καθώς και τη γενόμενη στη συνέχεια από το δικαστήριο αποκατάσταση της διαταραχθείσας καλής πίστεως και την άρση της δυσαναλογίας με τη μείωση του οφειλομένου μισθώματος στο ύψος του ελεύθερου μισθώματος.

Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει η επικαλούμενη με τον άνω λόγο αναιρέσεως αντίφαση και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης όσον αφορά το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της αναπροσαρμογής του μισθώματος, αλλά, αντιθέτως, οι αιτιολογίες της κατά το κρίσιμο εν προκειμένω μέρος, είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ.

Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την πιο πάνω κρίση του παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν διευκρινίζεται πού έγκειται ακριβώς το σφάλμα του δικαστηρίου κατά την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, η δε αιτίαση ότι δεν προέβη στην προσήκουσα εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων, που αυτό δέχθηκε, και αξιολόγησε για την ένδικη περίπτωση, με συνέπεια η τελική κρίση, που εξήγαγε από την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, να τελεί σε προφανή λογική και νομική αναντιστοιχία, προς τις παραδοχές της τόσο της μείζονος όσο και της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού της συλλογισμού, είναι, προεχόντως, απαράδεκτη, ως βάλλουσα κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, που είναι ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-6-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΙΚΟΣΕΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ" για αναίρεση της 1998/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ