Legislator Case Law & Legislation
633/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for lack of reasoning on fictitious will declaration validity.

Case Number 633/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Larissa Court of Appeal's decision regarding a co-ownership dispute over agricultural land. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning on the fictitious nature of two property transfers, violating substantive law. The Court found the appellate judgment legally flawed due to vague justifications regarding the fictitious will declarations and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 138, 139, 180, 211, 214 of the Civil Code; A declaration of will made not seriously but only apparently is called fictitious and is void. If the appellate court fails to provide specific factual circumstances proving the fictitious nature of a declaration, the judgment lacks legal basis and must be remanded.

Keywords

AI generated
fictitious declaration of will void civil act appellate review lack of reasoning remand for retrial co-ownership dispute substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 138, 139, 180, 211 and 214 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 633 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 633/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Φ. Π. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Ψύρρα.

Της αναιρεσίβλητης : Μ. Ε. (B.- E.) Ρ. (R.), κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραβίδα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιουλίου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/1997,482/2001 μη οριστικές,343/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησης για αναίρεση της 200/2004 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 Α.Κ. προκύπτουν τα εξής : Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.

Σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα :

Κατά τον πριν από τις 24-3-1993 χρόνο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, γερμανίδα και μόνιμη κάτοικος Φραγκφούρτης Γερμανίας, και ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, οι οποίοι ήταν αποκλειστικοί κατ' ισομοιρία συγκύριοι αγρού, συνολικού εμβαδού 8083 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "'..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σκοπέλου, με την πάνω σ' αυτό ισόγεια οικία, εμβαδού 45 τετρ.

μέτρων, αποφάσισαν να πωλήσουν - μεταβιβάσουν κατά κυριότητα τον εν λόγω αγρό εν όλω ή εν μέρει στον Ολλανδρό J. B.. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα κατέστησε τον εναγόμενο άμεσο πληρεξούσιό της με το ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά το ποσοστό (1/2) της συγκυριότητάς της τον αγρό εν όλω ή εν μέρει σε τρίτον.

Με το ... συμβολαιογραφικό συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος, ενεργώντας για τον εαυτό του ατομικά και ως άμεσος αντιπρόσωπος της ενάγουσας δυνάμει του πιο πάνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον παραπάνω Ολλανδρό μέρος του προμνημονευόμενου αγρού, εμβαδού 4020 τετρ.

μέτρων με την ευρισκόμενη σ' αυτό ισόγεια οικία και, έτσι, απέμεινε στην αποκλειστική κατ' ισομοιρία συγκυριότητα των διαδίκων το υπόλοιπο μέρος του αγρού, εμβαδού 4063 τετρ. μέτρων. Στη συνέχεια, ο εναγόμενος αποφάσισε να ενεργήσει έτσι ώστε μέσω παρένθετου προσώπου να επέλθει η "ενσωμάτωση" του 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας της ενάγουσας επί του υπόλοιπου μέρους του αγρού με το 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας αυτού του διαδίκου επί του ίδιου μέρους του αγρού, στο οποίο εν τω μεταξύ οι διάδικοι είχαν ανεγείρει οικία, εμβαδού 120 τετρ.μέτρων.

Προς τούτο, ο εναγόμενος "παρουσίασε" στην ενάγουσα το προαναφερόμενο ... πληρεξούσιο ως "ειδικό", υπό την έννοια ότι είχε συνταχθεί αυτό, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τη σύμβαση μεταβίβασης της κυριότητας μέρους του επικοινού αγρού στον Ολλανδό J. B., μετά την υλοποίηση της οποίας έπαυσε η ισχύς του, η δε ενάγουσα, αγνοώντας την πραγματικότητα, πείστηκε στα λεγόμενα του αντιδίκου της.

Ακολούθως, ο εναγόμενος με το ... συμβολαιογραφικό συμβόλαιο, το οποίο, ας σημειωθεί, νόμιμα μεταγράφηκε μετά την παρακάτω αναφερόμενη χρονολογία της 17-10-1994, οπότε η ενάγουσα βρισκόταν στην αλλοδαπή, ενεργώντας ως άμεσος αντιπρόσωπος της τελευταίας δυνάμει του ως ανωτέρω ... πληρεξουσίου, μεταβίβασε το κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της συγκυριότητάς της -ενάγουσας- στο εναπομείναν μέρος του αγρού λόγω πώλησης στον Α.

Μ.. Αμέσως δε μετά τη σύνταξη του πιο πάνω συμβολαίου ο εν λόγω Α. Μ. με το ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο κατέστησε τον εναγόμενο άμεσο πληρεξούσιό του, προκειμένου να μεταβιβάσει ο τελευταίος λόγω πώλησης σε τρίτον ή στον εαυτό του με αυτοσύμβαση το υπόλοιπο μέρος του αγρού κατά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ήδη συγκυριότητάς του.

Πράγματι, ο εναγόμενος με το ... συμβολαιογραφικό συμβόλαιο, που νόμιμα μεταγράφηκε, ενεργώντας τόσο ως άμεσος αντιπρόσωπος του Α. Μ. δυνάμει του ... πληρεξουσίου, που προμνημονεύθηκε, όσο και για τον εαυτό του ατομικά, πώλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση το υπόλοιπο μέρος του αγρού κατά το ανήκον ήδη στη συγκυριότητα του πιο πάνω Α.

Μ. ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σ'αυτό το υπόλοιπο μέρος του αγρού. Ο ίδιος δε διάδικος κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής κατείχε το ως άνω μέρος του αγρού ως αποκλειστικός κύριος αυτού. Ωστόσο η με το ... συμβόλαιο σύμβαση μεταβίβασης προς τον Α. Μ. ήταν εικονική, γιατί έγινε χωρίς τη θέληση της ενάγουσας και αντίθετα προς αυτή. 'Αλλωστε για την εικονική αυτή μεταβίβαση δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε τίμημα, αφού η βούληση των συμβαλλομένων, δηλαδή του εναγομένου και του Α.

Μ., δεν ήταν πραγματικά η μεταβίβαση του πιο πάνω υπόλοιπου μέρους του αγρού της ενάγουσας στον τελευταίο, όπως φαίνεται στο πιο πάνω συμβόλαιο, αλλά στην ουσία η "ενσωμάτωση" του μέρους αυτού της ενάγουσας στο υπόλοιπο μέρος του όλου ακινήτου που ανήκε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον εναγόμενο. Ούτε αποδείχθηκε το από τον εναγόμενο προβαλλόμενο ότι η προς τον Α.

Μ. μεταβίβαση έγινε για να εξασφαλιστεί η επιστροφή του δανείου που ο εναγόμενος έλαβε από τον Α. Μ.. Επίσης δε με το ... συμβόλαιο μεταβίβαση με αυτοσύμβαση ήταν εικονική.

Συνεπώς η ενάγουσα εξακολουθεί να είναι συγκυρία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπόλοιπου μέρους του αγρού. 'Εκρινε, ακολούθως, το Εφετείο, ότι η ένδικη αγωγή διεκδίκησης του υπόλοιπου μέρους του αγρού κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, που βασιζόταν στην ακυρότητα λόγω εικονικότητας των μεταβιβάσεων προς τον Α.

Μ. και προς τον εναγόμενο (με αυτοσύμβαση), έπρεπε να γίνει δεκτή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών και γενικότερα ανεπαρκών αιτιολογιών στα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της εικονικότητας και, συνακόλουθα, της ακυρότητας της μεταβίβασης προς τον Α.

Μ. και της μεταβίβασης προς τον εναγόμενο (με αυτοσύμβαση). Σε σχέση, ειδικότερα, με τη δεύτερη μεταβίβαση προσδίδεται με το σ' αυτή ο χαρακτηρισμός ως τέτοιας εικονικής χωρίς όμως την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που να οδηγούν στο ότι αυτή δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά.

Σε σχέση δε με την πρώτη μεταβίβαση δεν εκτίθεται σαφώς, κατά πόσο η εικονικότητα αφορούσε τη δήλωση βούλησης (προς μεταβίβαση) όχι της αντιπροσωπευόμενης ενάγουσας, αφού η δήλωση της τελευταίας κατά νόμο δεν ενδιέφερε, αλλά τη δήλωση του αντιπροσώπου εκείνης, δηλαδή, του εναγομένου, και κατά πόσο η εικονικότητα της εν λόγω δήλωσης ήταν γνωστή στον αντισυμβαλλόμενο Α.

Μ., ενώ, τέλος, για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί η εικονικότητα αφορούσε τη δήλωση βούλησης (προς μεταβίβαση) του αντιπροσώπου της ενάγουσας, δηλαδή του εναγομένου, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που οδήγησαν τον εναγόμενο, ο οποίος επιδίωκε την "ενσωμάτωση" της οικείας συνιδιοκτησίας της ενάγουσας στην οικία συνιδιοκτησία του ίδιου, στη φαινομενική δήλωση και όχι στην πραγματική τέτοια.

Επομένως, οι στηριζόμενοι στην προεκτιθέμενη στέρηση της αναιρεσβαλλόμενης απόφασης από νόμιμη βάση και εντεύθεν στην εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου δεύτερος, κατά τα δεύτερο και τρίτο μέρη του, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (μερικοί μάλιστα από αυτούς στηριζόμενοι στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αλλά παραδεκτά εκλαμβανόμενοι ως τέτοιοι από τον αριθμό 19 του πιο πάνω άρθρου), πρέπει να γίνουν δεκτοί ως παραδεκτοί και βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 200/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ