Legislator Case Law & Legislation
632/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision due to failure to reject vague wage claim.

Case Number 632/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision, which had rejected the plaintiff's claim regarding concert organization fees. The court found that the lower court failed to rule on the specific issue of the plaintiff's remuneration because the claim was not sufficiently defined. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remanded for a final decision on the admissibility of the plaintiff's vague claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court fails to reject a claim as vague, requiring the appellate court to examine the admissibility of the claim substantively.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal vague claim admissibility remuneration organization annulment of judgment code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 61, 65, 67, 68, 70 of the Civil Code
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 632 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 632/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Ν. Α.-Β. του Α., κατοίκου ..., 2) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και 3) Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Σταματόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Π. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2018 υπ'αριθ. 18325/14153/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 8057/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 441/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-4-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 6-4-2021 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 441/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 9-9-2019 (υπ' αριθμ. καταθ. 1841/2019) έφεση των εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 8057/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 7-8-2018 (υπ' αριθμ.

καταθ. 14153/2018) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους του νόμου ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ` ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης Ε.Π.Ε.), η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του Ν. 3190/1955, από τους εταίρους δρώντας συλλογικώς (νόμιμη διαχείριση), μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί με το καταστατικό ή με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας σε ένα ή περισσότερους εταίρους ή μη, για ορισμένο χρόνο ή μη (καταστατική διαχείριση).

Επίσης, όσον αφορά την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία (Ι.Κ.Ε.), η οποία εισήχθη ως νέα μορφή εμπορικής εταιρείας με το Ν. 4072/2012, έχουσα νομική προσωπικότητα, οι πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης αυτής διενεργούνται, κατ'άρθρ. 43 Ν. 4072/2012, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό, συλλογικά από όλους τους εταίρους ή από το μοναδικό εταίρο (νόμιμη διαχείριση), μπορεί όμως, εφόσον ορίζεται στο καταστατικό (άρθρο 57 του ως άνω νόμου), με απόφαση των εταίρων, που λαμβάνεται με πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων, η διαχείριση να ανατεθεί σε ένα ή περισσότερους διαχειριστές για ορισμένο χρόνο ή μη (καταστατική διαχείριση), οι οποίοι μπορεί να είναι φυσικά πρόσωπα, εταίροι ή μη (αρθρ. 58).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σε αγωγή κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως αναληφθείσας από αυτό, δεν απαιτείται να αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής και το όνομα του φυσικού προσώπου που σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό του εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, διότι το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση, αλλά έχει σχέση με την ύπαρξη συμβατικής ή εξωσυμβατικής υποχρεώσεως.

Αν όμως αμφισβητηθεί από το τελευταίο η σύναψη της συμβάσεως ή το κύρος της λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο επικαλούμενος τη σύμβαση ενάγων, προς θεμελίωση δικαιώματος από αυτήν, πρέπει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να προτείνει και ν' αποδείξει τη συνδρομή των στοιχείων, στα οποία θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως νομίμου εκπροσώπου του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο που ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου και εκπροσώπησε αυτό νόμιμα στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή, παρά την ρητή αυτή αμφισβήτηση, ο ενάγων δεν προβεί στη σχετική συμπλήρωση και διευκρίνιση της αγωγής με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις κατ` αρθ. 224 εδ. β` Κ.Πολ.Δ., η αγωγή καθίσταται απαράδεκτη λόγω αοριστίας και δημιουργείται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, λόγος ο οποίος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 1640/2012, 361/2009, 1433/2002), ενώ, εάν το δικαστήριο αρκέσθηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων στοιχεία προκειμένου να κρίνει την αγωγή ορισμένη (νομική αοριστία), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του αυτού άρθρου λόγος αναιρέσεως.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και στον μισθό που συμφωνήθηκε, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016).

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων και της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών ή άλλων παροχών που οφείλονται από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν, μεταξύ άλλων, ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμφωνηθείς ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται.

Η αναφορά του στοιχείου της εξαρτήσεως δεν είναι απαραίτητη γιατί τούτο κρίνεται από τους όρους της παροχής της εργασίας. Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει το χαρακτήρα της εργασίας ως εξαρτημένης, τότε ο ενάγων οφείλει, αν δεν έχει ήδη πράξει τούτο καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής, να επικαλεσθεί κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται το στοιχείο της εξαρτήσεως (ΑΠ 1686/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 7-8-2018 αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκε ότι την 1.9.2009 προσελήφθη από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είναι τραγουδιστής, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει σ' αυτόν τις υπηρεσίες του ως βοηθός λογιστή, αναλαμβάνοντας όλες τις λογιστικές και οικονομικές υποθέσεις του, αντί μηνιαίας αμοιβής 2.000 ευρώ.

Ότι επιπλέον, με νέα προφορική συμφωνία, την 1-1-2010 ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στον ίδιο (ενάγοντα) αντί μηνιαίας αμοιβής 1.500 ευρώ και τις οικονομικές υποθέσεις της δεύτερης εναγομένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με επωνυμία "...." (συμφερόντων του), σκοπός της οποίας ήταν η αποκλειστική διαχείριση και προστασία όλων των περιουσιακών δικαιωμάτων του πρώτου εναγόμενου αναφορικά με την ιδιότητά του ως ερμηνευτή (πνευματικά και συγγενικά δικαιώματα), στην οποία μετείχε με ποσοστό 51% ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος) και ο αδελφός του Δ.

Α., με ποσοστό 49% και της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2013 ο Ν. Χ. και έκτοτε ο Χ. Κ.. Ότι στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε επίσης προφορικά στον ενάγοντα, αντί πρόσθετης αμοιβής 1.500 ευρώ μηνιαίως και τις λογιστικές και οικονομικές υποθέσεις της τρίτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", σκοπός της οποίας ήταν η εκμετάλλευση του κέντρου διασκέδασης με την επωνυμία ..., στο οποίο ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποιούσε τις εμφανίσεις του στη Θεσσαλονίκη, η οποία συνεστήθη στις 12-5-2016 και στην οποία μετείχε ο πρώτος εναγόμενος με ποσοστό 80% και ο Χ.

Κ. με ποσοστό 20%, ενώ νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ήταν ο Ά. Β.. Ότι σε εκτέλεση των προφορικών αυτών συμβάσεων εργασίας προσέφερε τις υπηρεσίες του, τόσο στον πρώτο εναγόμενο, όσο και στις άλλες δύο εναγόμενες εταιρείες, συμφερόντων του πρώτου εναγομένου, έως τις 3-3-2017, οπότε καταγγέλθηκαν αυτές. Ότι επιπλέον, κατόπιν νέας προφορικής συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και του πρώτου εναγομένου, ο τελευταίος του ανέθεσε να προβεί στην προγραμματισμό και τη διοργάνωση συναυλιών που θα πραγματοποιούσε (πρώτος εναγόμενος) στην Ελλάδα κατά τα έτη 2013-2014, αντί αμοιβής 5.000 ευρώ για κάθε συναυλία και ότι παρόλο που ο ενάγων προέβη στην διοργάνωση των αναφερομένων συναυλιών, ουδεμία αμοιβή έλαβε.

Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 308.689,18 ευρώ, για συμφωνημένους μισθούς, επιδόματα εορτών, επιδόματα αδείας και αποζημίωση αδείας, καθώς και αμοιβή λόγω πρόσθετης εργασίας, από την παροχή της εργασίας του στις δύο εναγόμενες εταιρείες και για την αμοιβή του από τη διοργάνωση των αναφερομένων συναυλιών του πρώτου εναγομένου.

Οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων και ήδη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αμφισβήτησαν την κατάρτιση και το κύρος των ως άνω δύο συμβάσεων εργασίας και της συνακόλουθης δέσμευσής τους απ' αυτές, λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεώς τους και ειδικότερα λόγω ελλείψεως νομίμου εξουσίας του πρώτου εναγομένου να δεσμεύει αυτές έναντι τρίτων προσώπων, ισχυριζόμενες ειδικότερα ότι οι μόνοι που εκπροσωπούν και δεσμεύουν νόμιμα αυτές είναι, για μεν τη δεύτερη εναγομένη, ο Ν.

Χ., νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2013 και έκτοτε ο Χ. Κ., για δε την τρίτη εναγομένη, ο Α. Β., επίσης νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της. Ωστόσο όμως ο ενάγων, παρά τη ρητή αυτή αμφισβήτηση του κύρους των επίδικων συμβάσεων από τις εναγόμενες εταιρείες, δεν προέβη σε σχετική συμπλήρωση και διευκρίνιση της ένδικης αγωγής του με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του αναφορικά με τη συνδρομή των στοιχείων στα οποία θεμελιώνεται η εξουσία του πρώτου εναγομένου προς κατάρτιση για λογαριασμό των εναγομένων εταιρειών των ως άνω συμβάσεων, που σύμφωνα με την αγωγή φέρεται ότι κατάρτισε αυτός με τον ενάγοντα και ειδικότερα των στοιχείων από τα οποία να προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων, εκπροσωπούσε νόμιμα τις ως άνω δύο εταιρείες, για λογαριασμό των οποίων φέρονται ότι καταρτίστηκαν αυτές (συμβάσεις), είτε ως νόμιμος, είτε ως καταστατικός διαχειριστής.

Την άρνηση αυτή επανέλαβαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες εταιρείες και με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, καθώς και τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου. Ωστόσο όμως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι, "...... ο πρώτος εναγόμενος την 1-1-2010 ανέθεσε στον ενάγοντα όλες τις οικονομικές υποθέσεις της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, με την επωνυμία "....", στην οποία ο πρώτος εναγόμενος μετέχει με ποσοστό 76% και ο αδελφός του Δ.

Α. με ποσοστό 24%, ....ότι συμφωνήθηκε ως αμοιβή το επιπλέον χρηματικό ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως, ότι διαχειριστής αυτής είχε αρχικά οριστεί ο Ν. Χ. και στη συνέχεια κατά το έτος 2013 ορίστηκε ο Χ. Κ...... Ότι στις 12-5-2016 συνεστήθη η τρίτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "....",...... νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ήταν ο Α.

Β. του Γ., ενώ ο πρώτος εναγόμενος μετείχε με ποσοστό 80% και ο Χ. Κ. με ποσοστό....ότι συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα ήταν επιφορτισμένος με τα ίδια καθήκοντα με αυτά της δεύτερης εναγομένης, ενώ ορίστηκε ως αμοιβή το επιπλέον ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως...... καθώς και ότι ο Χ. Κ., διαχειριστής της δεύτερης εναγομένης στις 3-3-2017 κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος..", χωρίς να διαλάβει περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο συμβληθείς ως άνω πρώτος εναγόμενος είχε την εξουσία να εκπροσωπεί τις δύο εταιρείες στην κατάρτιση τέτοιων συμβάσεων, είτε ως νόμιμος, είτε ως καταστατικός διαχειριστής αυτών, ούτε σε κάθε περίπτωση ότι ενεργούσε υπό την ιδιότητα του άμεσου (εκούσιου) αντιπροσώπου των φερομένων ως συμβαλλομένων εταιρειών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ότι περιλήφθηκαν τέτοια περιστατικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του ενώπιον του Αρείου Πάγου, ισχυρισμός εξάλλου που ουδόλως προτάθηκε από αυτόν στα δικαστήρια της ουσίας.

Επομένως, το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατ` εκτίμηση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του (παρά το νόμο μη κήρυξης ως απαράδεκτης της αγωγής λόγω-επιγενόμενης αοριστίας), ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επιπλέον το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και βάσιμη την αγωγή κατά το μέρος που αφορά ευθύνη του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, από την κατάρτιση των δύο ως άνω συμβάσεων με τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες εταιρείες, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεδομένου ότι στην ένδικη αγωγή δεν διαλαμβάνονται στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει επαρκώς, εάν με τις συναφθείσες ως άνω συμβάσεις, συμβλήθηκε ως ενεχόμενος και ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος) ή αν συμβλήθηκε για λογαριασμό των εταιρειών, είτε ως νόμιμος, είτε ως καταστατικός διαχειριστής αυτών, ούτε σε κάθε περίπτωση εάν ενεργούσε υπό την ιδιότητα του άμεσου (εκούσιου) αντιπροσώπου των φερομένων ως συμβαλλομένων εταιρειών, με συνέπεια να στερείται η δυνατότητα, στο μεν Δικαστήριο να εκτιμήσει τη νομική βασιμότητα του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος του ενάγοντος, στον δε φερόμενο ως συμβληθέντα πρώτο εναγόμενο - αναιρεσείοντα, να προβεί σε ανατροπή του αγωγικού ισχυρισμού μέσω ανταπόδειξης.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Τέλος, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, τις στηριζόμενες στην επικληθείσα νέα σύμβαση μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας, που φέρεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, με βάση την οποία αυτός (αναιρεσίβλητος) ανέλαβε τον προγραμματισμό και τη διοργάνωση συναυλιών στην Ελλάδα κατά τα έτη 2013-2014 και η οποία, κατά την αγωγή, δεν φέρεται να εντάσσεται στα πλαίσια της αρχικής από 1-9-2009 καταρτισθείσας μεταξύ αυτών συμβάσεως, δεν παρατίθενται στην ένδικη αγωγή, ούτε και στις προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετά την αμφισβήτηση από τον πρώτο των εναγομένων του είδους της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως και δη την αμφισβήτηση αυτής ως συμβάσεως μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας, τα προσδίδοντα το χαρακτήρα της πραγματικά περιστατικά, δηλαδή της νομικής εξαρτήσεως του μισθωτού από τον εργοδότη, εκδηλουμένης δια της παροχής της εργασίας του σύμφωνα με τις οδηγίες του πρώτου (εργοδότη) ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο αυτής (παροχής εργασίας) και της υποχρεώσεώς του προς συμμόρφωση σε αυτές και αποδοχής του ελέγχου του.

Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη την αγωγή κατά το σχετικό αίτημα, θεωρώντας, με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα σ' αυτή (αγωγή), τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση, ως μίσθωση εξαρτημένης εργασίας και δεχόμενο κατ' ουσίαν το σχετικό αίτημα, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης, παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται από τον πρώτο αναιρεσείοντα η αιτίαση, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή ως προς το κεφάλαιο της αμοιβής του ενάγοντος για την οργάνωση και την εκτέλεση των αναφερομένων συναυλιών, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, συνεπεία της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω γενόμενων δεκτών. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, εφόσον η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο (αρθρ. 580 παρ.3 εδαφ.

α' ΚΠολΔ), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες από 9-9-2019 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 8057/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να γίνει δεκτή αυτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στο σύνολό της και να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Σύμφωνα με το άρθ. 495 παρ.3 εδαφ. β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α'87), εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 450 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, διαφορετικά (σε περίπτωση δηλ. μη κατάθεσης του αντίστοιχου παραβόλου) το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Όμως η υποχρέωση, αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ.3 ΚΠολΔ (άρθρ. 495 εδαφ. τελευτ.). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, αν και δεν υποχρεούνταν, από προφανή παραδρομή κατέθεσαν, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ` αυτούς ένδικης αναιρέσεως, παράβολο ποσού 450 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως στην συνταχθείσα απ` αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου, και επομένως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ` αυτούς (ΑΠ 504/2017, 2061/2014, 1125/2013). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της αναιρετικής δίκης, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 441/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την από 9-9-2019 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 8057/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εξαφανίζει την ανωτέρω απόφαση.

Απορρίπτει την από 7-8-2018 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου 450 ευρώ στους καταθέσαντες.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στους αναιρεσείοντες για δικαστικά έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ