Legislator Case Law & Legislation
632/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's refusal to order document disclosure in insurance dispute.

Case Number 632/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by MetLife against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued the lower court erred by failing to order specific document disclosure without sufficient evidence, claiming a procedural violation. The court rejected this, ruling that the appellate court properly evaluated all evidence and its factual assessment remains legally unreviewable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's evaluation of evidence and factual findings constitutes a legally unreviewable assessment of the case's substance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility document disclosure evidence evaluation factual assessment appellate review insurance contract code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 52, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 632 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 632/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "METLIFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ", ως οιονεί καθολικής διαδόχου του εν Ελλάδι υποκαταστήματος της Αμερικανικής Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΪΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ" ("AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY") που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα που ανακάλεσε την από 16/1/2018 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2740/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3235/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3235/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 3-11-2015 έφεση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της 2740/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο την από 10-11-2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας εναντίον της, υποχρέωσε αυτή, ως εναγομένη, να χορηγήσει στην ενάγουσα φωτοαντίγραφα των εγγράφων εξαγοράς του με αριθμό … ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου, που έχει στην κατοχή της, από το οποίο να προκύπτει το ποσό της εξαγοράς, προς τον Α.-Α. Π.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 52, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτά (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου, που βρίσκεται στην κατοχή άλλου έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη ή και αντίγραφο του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απ' ευθείας από τον ίδιο είτε για το συμφέρον του, με τη μεσολάβηση τρίτου.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση εκείνου, που επιδιώκει να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου, ασκείται με αγωγή, στοιχεία της οποίας είναι η κατοχή του εγγράφου από τον εναγόμενο και το έννομο συμφέρον που έχει ο ενάγων για να λάβει γνώση αυτού. Σε μια τέτοια περίπτωση, η υποχρέωση του κατέχοντος να προβεί σε επίδειξη του εγγράφου απορρέει απ' ευθείας από τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, είναι δηλαδή ενοχή εκ του νόμου (ΑΠ 626/2014). 'Εννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής επιδείξεως εγγράφου ή χορηγήσεως αντιγράφου του υπάρχει, όταν ο ζητών την επίδειξη αποβλέπει στην επιδίωξη, διατήρηση ή προστασία σχέσεων αναγνωρισμένων από το δίκαιο ή όταν με το έγγραφο παρέχεται στον επιδιώκοντα την επίδειξη η δυνατότητα αποδείξεως έννομης σχέσης προς περαιτέρω επιδίωξη από αυτήν άλλου δικαιώματος, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του οποίου όμως δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης για επίδειξη και δεν είναι ανάγκη να αποδεικνύεται σ' αυτήν.

Υπάρχει επίσης έννομο συμφέρον, οσάκις το έγγραφο μπορεί να χρησιμεύσει και προς ανταπόδειξη. 'Ετσι, η στοιχειοθέτηση έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του αιτούντα εξειδικεύεται, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 902 του ΑΚ, σε τρείς ειδικότερες περιπτώσεις και συγκεκριμένα: α) Αν το έγγραφο "συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί".

Επομένως, για να κριθεί, αν ένα έγγραφο πρέπει ή όχι να επιδειχθεί, ερευνάται κυρίως η πραγματική πρόθεση του συντάκτη ή των μερών κατά το χρονικό σημείο έκδοσης/σύνταξης τούτου και θεωρείται ότι υπάρχει τέτοιο έννομο συμφέρον, όταν το έγγραφο συντάχθηκε προς σύσταση, απόδειξη ή γενικά διατήρηση των δικαιωμάτων του αιτούντα την επίδειξη ή όταν το έγγραφο αφορά οποιαδήποτε έννομη σχέση, καταρτισθείσα ή σχεδιαζόμενη ισχυρή ή άκυρη, για οποιοδήποτε αντικείμενο, είτε το έγγραφο αφορά την απόδειξη της συστάσεως αυτής προς εκτέλεση ή αποζημίωση είτε υποστηρίζει μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος, από οποιονδήποτε και αν συντάχθηκε, είτε από τον ζητούντα την επίδειξη από άλλο αλλά προς το συμφέρον του ή όταν το έγγραφο περιέχει δήλωση από τον ζητούντα την επίδειξη ή προς αυτόν, που οπωσδήποτε επηρεάζει τις περιουσιακές σχέσεις του, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να έχει και δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ή το έγγραφο να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του ζητούντος την επίδειξη, ενώ αντίθετα απαιτείται ειδική στοιχειοθέτηση έννομου συμφέροντος αναφορικά με έγγραφα, που συντάχθηκαν μεταξύ του κατόχου και τρίτου προσώπου.

Β) Αν το έγγραφο "πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν". Στη συγκεκριμένη κατηγορία υπάγονται κυρίως τα έγγραφα τα συστατικά ή αποδεικτικά μιάς δικαιοπραξίας, που έχει καταρτισθεί ή με τον κάτοχο του εγγράφου ή με κάποιον τρίτο, ενώ η έννομη σχέση που πιστοποιεί το έγγραφο, μπορεί να είναι σχέση του ιδιωτικού ή του δημόσιου δικαίου.

Η προϋπόθεση αυτή παρουσιάζει ομοιότητες αλλά και διαφορές με την προηγούμενη στα εξής σημεία: Καταρχήν υπάρχει ενδεχόμενο αλληλοκάλυψης, καθώς έγγραφο που συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντα, μπορεί να πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά τον τελευταίο. Παράλληλα, ενώ στην πρώτη προϋπόθεση δεν είναι αναγκαία η εμπλοκή τρίτου, στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν καταλείπεται αμφιβολία περί συμμετοχής του τελευταίου, εφόσον το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και στον αιτούντα. 'Ετσι, στην περίπτωση αυτή εντάσσονται συστατικά ή αποδεικτικά έγγραφα δικαιοπραξιών ή μεταβολής και κατάργησης αυτών, είτε έγκυρων είτε άκυρων, στις οποίες συμμετείχε και ο αιτών, είτε με τον κάτοχο, είτε με τρίτο, καθώς και άλλα συναφή τούτων έγγραφα.

Επιπρόσθετα, επίκληση της προϋπόθεσης αυτής είναι νοητή και ήταν από το έγγραφο πιστοποιείται ή αποδεικνύεται τέλεση αδικοπραξίας. γ) Αν το έγγραφο "σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο είτε για το συμφέρον του με τη μεσολάβηση τρίτου". Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μεν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές με αυτή διαπραγματεύσεις, χωρίς να έχει σημασία, αν οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν ή όχι και σε κατάρτιση συμβάσεως.

Η αξίωση επιδείξεως στρέφεται κατά του κατόχου του εγγράφου, χωρίς να απαιτείται και η ύπαρξη εναντίον του ουσιαστικής αξιώσεως σχετικής προς το έγγραφο, αφορά δε ολόκληρο το έγγραφο και όχι μόνο ένα μέρος του, γιατί εκείνος που επιδιώκει την επίδειξη, δεν γνωρίζει ποιο τμήμα του έχει γι' αυτόν σπουδαιότητα.

Συνακόλουθα τούτων, το δικόγραφο της αγωγής - αίτησης επιδείξεως πρέπει να περιέχει τις προϋποθέσεις που θεσπίζει το άρθρο 902 ΑΚ, όπως προαναφέρθηκαν, δηλαδή ρητή αναφορά της κατοχής του εγγράφου από τον εναγόμενο (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), επίκληση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον για την επίδειξη, καθώς και περιγραφή του συγκεκριμένου εγγράφου (ή των συγκεκριμένων εγγράφων), του οποίου ζητείται η επίδειξη.

Σε κάθε περίπτωση, ως περιγραφή του εγγράφου, ικανή για το ορισμένο της αγωγής επιδείξεως κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, πρέπει να θεωρηθεί εκείνη, με την οποία εξατομικεύεται το έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου του, γιατί διαφορετικά η άσκηση της σχετικής αξιώσεως πολλές φορές θα δυσχεραίνεται υπερβολικά.

Ωσαύτως, αν στο πρόσωπο του ζητούντα την επίδειξη λείπει το έννομο συμφέρον, γιατί δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, τότε η αγωγή απορρίπτεται για έλλειψη έννομου συμφέροντος που συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση και συνεπάγεται την για το λόγο αυτό απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.

Πρόκειται για δικονομικό απαράδεκτο, ο έλεγχος του οποίου, για τη συνδρομή ή μη συνδρομή του γίνεται μέσω του αρ. 14 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 9/2005), Περαιτέρω, κατά το άρθρο 455 του Α.Κ., ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 460 έως 462 του Α.Κ., σαφώς συνάγεται, ότι μετά την από τον εκδοχέα αναγγελία της εκχωρηθείσας απαιτήσεως στον οφειλέτη, αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτη με τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται υπέρ του αναγγείλαντος εκδοχέως, ο οποίος δικαιούται έκτοτε στη δικαστική επιδίωξη και είσπραξή της, ο δε εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση μη δικαιούμενος να επιληφθεί αυτής.

Ωσαύτως, από τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 Εισ. Ν.ΑΚ και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επί σύμβασης ενεχύρασης κατά τρίτου, για την εξασφάλιση απαίτησης ανώνυμης τραπεζικής, εταιρείας κατά οφειλέτη πελάτη της από δάνειο ή από χορήγηση πιστώσεως με τηρούμενο από τη δανείστρια τράπεζα ανοικτό λογαριασμό, ισχύουν, κατά διαφορετική ρύθμιση των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 1247, 1248 και 1254 του ΑΚ, τα ακόλουθα:

α) Η ενεχυρική αυτή σύμβαση μπορεί να καταρτιστεί και με απλό ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 36 παρ. 2), β) η ενεχύραση γνωστοποιείται στον τρίτο οφειλέτη της ενεχυραζόμενης απαίτησης από οποιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων στη σύμβαση ενεχύρου, και όχι μόνο από τον ενεχυραστή, γ) η γνωστοποίηση αυτή ως αναγγελία κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 460 ΑΚ συντελείται με ειδικό τρόπο, ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης, ή με άλλο ισοδύναμο τρόπο, όπως είναι η αναγγελία σε πλειστηριασμό αλλά και η επίδοση της αγωγής της ενεχυρούχου δανείστριας τράπεζας κατά του τρίτου οφειλέτη του ενεχυραστή για την ενεχυρασθείσα απαίτηση, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναγράφεται στο δικόγραφο της εν λόγω αγωγής και ότι η επίδοσή της συνιστά την κατά νόμο αναγκαία γνωστοποίηση της ενεχύρασης, για την οποία γίνεται μνεία στην αγωγή και δ) από την επίδοση του πιο πάνω αντιγράφου ή την επίδοση της αγωγής, ως ισοδύναμου τρόπου γνωστοποίησης της ενεχύρασης, επέρχεται εκ του νόμου εκχώρηση της ενεχυρασθείσας απαίτησης στον ενεχυρούχο δανειστή τραπεζίτη, πράγμα που σημαίνει ότι έκτοτε αποκόπτεται κάθε δεσμός του ενεχυραστή πιστούχου με την ενεχυρασθείσα απαίτηση, την οποία, στην έκταση που εκχωρήθηκε, ο τελευταίος δεν μπορεί να την εισπράξει αλλά μόνο ο ενεχυρούχος δανειστής.(ΑΠ 956/2015, ΑΠ 1991/2007).

Ενόψει των εκτεθέντων, η ως άνω γνωστοποίηση της σύμβασης ενεχυρίασης στον τρίτο έχει τα αποτελέσματα της εκχώρησης, έτσι ώστε μετά την αναγγελία αυτής στον οφειλέτη, η οποία είναι ένα είδος καταπιστευτικής (εξασφαλιστικής) εκχώρησης, αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου με τον εκχωρητή, εφόσον αυτός δεν μπορεί να αναμειχθεί πλέον στην εκχωρηθείσα απαίτηση, που αποκτά η πιστώτρια ανώνυμη εταιρεία (εκδοχέας) και μόνο αυτή νομιμοποιείται έκτοτε να εγείρει τη σχετική αγωγή είσπραξής της για την εξόφληση της ασφαλιζόμενης απαίτησης, ανεξάρτητα εάν έχει λήξει ή όχι και να αποδώσει στον ενεχυριαστή το τυχόν υπόλοιπο (ΑΠ 1048/1998).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο, ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, για τη γένεση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 14 ή 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 883/2011).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, στην από 10-11-2014 αγωγή της, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ήδη αναιρεσείουσας, ανέφερε, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, τα εξής: 'Ότι την 21-02-1992 η ως άνω δικαιοπάροχός της εταιρεία είχε συνάψει με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εκδόσεις Π.

Α.Ε." την υπ' αριθμ. 1503 σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού λογαριασμού, με την οποία χορηγήθηκε σε αυτήν πίστωση ποσού σαράντα εκατομμυρίων ( 40.000.000 ) δραχμών, με τις καταρτισθείσες δε στη συνέχεια πρόσθετες πράξεις το ύψος της πιστώσεως αυτής ανήλθε στο ποσό των δύο εκατομμυρίων τετρακοσίων πενήντα χιλιάδων ( 2.450.000,00 ) ευρώ.

Ότι την πιστή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της εν λόγω εταιρείας εγγυήθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως πρωτοφειλέτης, ο Α. - Α. Π. για όλο το ποσό της σύμβασης πίστωσης. 'Ότι στο πλαίσιο της συμβάσεως εγγυήσεως και για την εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησης, ο τελευταίος με την υπ' αριθμ. …/…-11-2009 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων λόγω ενεχύρου ενεχύρασε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 17-7/13-08-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών" και εκχώρησε στην δικαιοπάροχο της τραπεζική εταιρεία όλες τις απαιτήσεις που απέρρεαν από το υπ' αριθμ.

… ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, που είχε συνάψει αυτός με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία . Ότι η εν λόγω σύμβαση ενεχύρου, που συνεπαγόταν την εκχώρηση της εναχυρασμένης απαιτήσεως προς την ίδια ( ενάγουσα ), κοινοποιήθηκε από, την τελευταία τόσο στην πιστούχο εταιρεία, όσο και στην εναγομένη. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η εκχώρηση αυτή αναγγέλθηκε νόμιμα, η εναγομένη προέβη στην εξαγορά του παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου σε τρίτο πρόσωπο.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της χορηγήσει πλήρη σειρά φωτοαντιγράφων όλων των εγγράφων, που βρίσκονται στην κατοχή της και αφορούν την εξαγορά του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου κατάλληλου για την απόδειξη του ύψους της εκχωρηθείσας απαίτησης, επικαλούμενη έννομο συμφέρον προς τούτο, το οποίο συνίσταται, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, στο ότι τα προς επίδειξη έγγραφα πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και την ίδια και για το λόγο αυτό προτίθεται να προβεί δικαστικά, με την άσκηση σχετικής αγωγής, στην διεκδίκηση του καταβληθέντος ποσού της εξαγοράς, το οποίο κατέβαλε η εναγόμενη σε τρίτο πρόσωπο, παρά τη μεσολαβήσασα σε αυτήν νόμιμη εκχώρηση.

Η αγωγή αυτή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, είναι επαρκώς ορισμένη και δεν απαιτούνται για την πληρότητα (νομική και ποσοτική) αυτής τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα στοιχεία. Τούτο δε διότι το ανωτέρω δικόγραφο της αγωγή πληροί τους όρους των άρθρων 902 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την άσκησή της κατά της εναγομένης εταιρείας, καθόσον περιέχονται σε αυτό όλες οι προβλεπόμενες στο άρθρο 902 ΑΚ προϋποθέσεις, δηλαδή ρητή αναφορά της κατοχής των επίμαχων εγγράφων από την εναγομένη αναιρεσείουσα εταιρεία, επίκληση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον για την αιτούμενη επίδειξη, καθώς και ικανή, για το ορισμένο της αγωγής επιδείξεως κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, περιγραφή των συγκεκριμένων εγγράφων, που ζητείται η επίδειξη, με την οποία περιγραφή αυτά εξατομικεύονται, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου τους, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Συνεπώς, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε κατά την αναιρεσείουσα, μετ' αποδοχή του περί αοριστίας της πρώτου λόγου εφέσεως της τελευταίας, αλλά ούτε παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμο για τη θεμελίωσή της. Επομένως, ο πρώτος και δεύτερος κατά το οποίο σκέλος του λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμού 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή, ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).

Παράλληλα, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα η απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής ή ανακοπής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ ΑΠ 25/2008).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 20§§1&2 του ν.δ/τος 400/1970, αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που δεν έχει την έδρα της σε κράτος μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. μπορεί να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στην Ελλάδα με μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου, μετά από σχετική άδεια του Υπουργού Εμπορίου για την εγκατάσταση και λειτουργία της, η οποία χορηγείται, εφόσον πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις και διορίσει νόμιμο αντιπρόσωπο της στην Ελλάδα, όπου αυτός πρέπει να έχει και την έδρα του, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο.

Κατά το άρθρ. 22 του ίδιου νόμου, ο αντιπρόσωπος της αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης την εκπροσωπεί δικαστικώς και στις σχέσεις της με την ελληνική κυβέρνηση, υπογράφει κάθε ασφαλιστήριο που αφορά τις ασφαλίσεις του άρθρ. 4 του αυτού νόμου και υπέχει την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου και του εκπροσώπου των ημεδαπών ασφαλιστικών εταιρειών.

Συνάγεται έτσι ότι ο νόμιμος αντιπρόσωπος της αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης είναι άμεσος αντιπρόσωπος της στην Ελλάδα κατά την έννοια του άρθρ. 211 του ΑΚ και συνεπώς αν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ο δικαιούχος της ασφαλίσματος δεν έχει αξίωση κατ' αυτού, αλλά μόνο κατά της αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης, που καλύπτει με τη σύμβαση ασφάλισης το σχετικό κίνδυνο, αφού ο νόμιμος αντιπρόσωπος της δεν είναι ο ίδιος υποκείμενο της έννομης σχέσης της ασφάλισης, που σημαίνει ότι αν η αγωγή για καταβολή του ασφαλίσματος ασκηθεί κατ' αυτού, θα απορριφθεί ως παθητικά ανομιμοποίητη (ΑΠ 1595/2014).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ.

Κ2 - 4580/28-06-2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 3931/01-07-2013 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε., Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ.), εγκρίθηκε η συγχώνευση της ενάγουσας και ήδη εφεσιβλήτου ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ " και τον διακριτικό τίτλο " ALPHA BANK " με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με αποτέλεσμα η πρώτη να απορροφήσει τη δεύτερη και με τον τρόπο αυτό να υπεισέλθει αυτοδικαίως εκ του νόμου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της.

Στις 21-02-1992 η άνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας, είχε συνάψει με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία." ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ Α.Ε. ", την υπ' αριθμ. …/…-02-1992 σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, με την οποία χορηγήθηκε στην πιστούχο εταιρεία πίστωση ποσού σαράντα εκατομμυρίων (40.000.000 ) δραχμών, με τις καταρτισθείσες δε στη συνέχεια υπ' αρθμ.

…/…/…-05-1993, …/…/….-05-1993, …/…/…-10-1994, …/…/…-05-1998, …/…/…-07-2000, …./…/…-01-2005 και …/…./…-06-2010 πρόσθετες πράξεις μεταβολής ύψους πίστωσης, το ύψος της πιστώσεως αυτής ανήλθε στο ποσό των δύο εκατομμυρίων τετρακοσίων πενήντα χιλιάδων ( 2.450.000,00) ευρώ. Την 17-01-2005, ο Α. - Α. Π..ς, εγγυήθηκε την πιστή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρείας, ευθυνόμενος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτήν, ως πρωτοφειλέτης, για την πλήρη εξόφληση του καταλοίπου της πίστωσης μετά των νομίμων προσαυξήσεων.

Στα πλαίσια της ως άνω συμβάσεως εγγυήσεως και προς περαιτέρω εξασφάλιση των απαιτήσεων της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, ο άνω εγγυητής με την υπ' αριθμ. …/…-11-2009 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων λόγω ενεχύρου, ενεχυρίασε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. δ. 17-7/13-08-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών" και εκχώρησε στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας τραπεζική εταιρεία όλες τις απαιτήσεις του κατά της αντισυμβαλλομένης αυτού μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " AIG LIFE ΕΑΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε. ", που απέρρεαν από το υπ' αριθμ.

…. Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Ζωής, που είχε συναφθεί στις 02-08- 2006 μεταξύ αυτού και της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία " American Life Insurance Company " (" ALICO "), η οποία διατηρούσε υποκατάστημα στην Ελλάδα και είχε διορίσει, ως νόμιμη αντιπρόσωπο, ήτοι άμεσο αντιπρόσωπο αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 211 του Α.Κ., την ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "AIG LIFE ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε.", μέσω της οποίας δραστηριοποιείτο, Ειδικότερα, κατά τον χρόνο της καταρτίσεως της ως άνω ασφαλιστικής συμβάσεως, νόμιμη αντιπρόσωπος του υποκαταστήματος της δικαιοπαρόχου της εναγομένης εταιρείας στην Ελλάδα αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία " American Life Insurance Company " ( " ALICO " ), ήταν η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν.

Κ. - Χ. Α. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ, ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ, ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ, ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΠΩΛΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ", η οποία είχε διορισθεί ως τοιαύτη με την υπ' αριθμ. Κ4-251 Απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 2372/09-07-1977 ΦΕΚ ( Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. ). Η εταιρεία αυτή λειτουργούσε ως νόμιμη αντιπρόσωπος της δικαιοπάροχου της εναγομένης, κατ' άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 400/1970, από το έτος 1977 έως και τον Ιούλιο του έτους 2007, οπότε και ανακλήθηκε ο διορισμός της, με την υπ' αριθμ.

Κ3- 7224/18-07-2007 Απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στο υπ. αριθμ. 8546/24-07-2007 ΦΕΚ ( Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), δια της οποίας εγκρίθηκε πλέον ο διορισμός της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " AIG LIFE ΕΛΛΑΣ - ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕ ΥΣΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ " και το διακριτικό τίτλο " AIG LIFE ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε. ", ως νομίμου αντιπροσώπου στην Ελλάδα της ως άνω αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με, την επωνυμία " American Life Insurance Company " ("ALICO " ).

H εν λόγω μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης είχε συσταθεί με το υπ' αριθμ. …./…-05-2007 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Δημητρίου Πετράκη, που καταχωρήθηκε νόμιμα την 06-06-2007 στο Βιβλία Εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό γενικό αριθμό κατάθεσης 9543/2007 και ειδικό αριθμό 2267/2007 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 4172/07-06-2007 ΦΕΚ ( Τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε. ) και ακολούθως με την υπ' αριθμ. 6369/16-11-2009 Πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Κ. Μικρού, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 13843/01-12-2009 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. ), τροποποιήθηκε η επωνυμία της σε " ALICO ΕΛΛΑΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕ ΥΣΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ " και τον διακριτικό τίτλο " ALICO ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε. ".

Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 53/11/26-10-2012 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τραπέζης της Ελλάδος, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 12843/12-11-2012 ΦΕΚ ( Τεύχος Α.Ε., Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ. ) εγκρίθηκε : α) η μετατροπή του υποκαταστήματος στην Ελλάδα της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία " American Life Insurance Company " ( " ALICO " ), δηλαδή της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία " AIG LIFE ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε. ", σε ελληνική ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "METLIFE ALICO Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής" και η χορήγηση άδειας λειτουργίας στην εν λόγω νέα ασφαλιστική επιχείρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 του ν.δ. 400/1970 και β) η μεταβίβαση λόγω εισφοράς του συνόλου του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, του μετατρεπομένου, δυνάμει των διατάξεων του ν. 2166/1993, υποκαταστήματος στην Ελλάδα της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "American Life Insurance Company ", στην υπό ίδρυση ελληνική ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία " METLIFE ALICO Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής ".

Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. Κ3-910/23-11-2012 Απόφαση της Διευθύνσεως Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Αναλογιστικής της Γενικής Διευθύνσεως Εσωτερικού Εμπορίου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, παρασχέθηκε η άδεια συστάσεως στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " METLIFE ALICO Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής ", δια μετατροπής του υποκαταστήματος στην Ελλάδα της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία " American Life Insurance Company " και εγκρίθηκε το καταστατικό της εταιρείας, ενώ με την υπ' αριθμ.

πρωτ. Κ5-565/28-11-2012 ανακοίνωση του Υπουργού Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 13781/30-11-2012 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε., Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ ), ανακοινώθηκε η σύσταση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " METLIFE ALICO Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής " και η καταχώριση στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο της απόφασης σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της .Τέλος με την από 08-05-2014 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της ως άνω εταιρείας, η οποία εγκρίθηκε από τον Υφυπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας με την υπ' αριθμ.

Κ3 509/24-06-2014 Απόφασή του, τροποποιήθηκε η επωνυμία αυτής από " METLIFE ALICO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ >> σε " METLIFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ ". 'Ετσι, η εναγόμενη υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία " American Life Insurance Company ", ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής.

Περαιτέρω, από τα ίδια, όπως παραπάνω, αποδεικτικά στοιχεία ... προέκυψε ότι παρά τις παραπάνω αλλαγές της νομικής μορφής της εναγομένης, η έδρα της ήταν πάντοτε στο Μαρούσι Αττικής και επί της Λεωφόρου Κηφισίας αρ. 119" Στην ίδια διεύθυνση αποδείχθηκε ότι είχε την έδρα της και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " AIG ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ", η οποία συστάθηκε με την υπ' αριθμ. 13 7000/08-02-2002 Πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κωνσταντινίδου - Θεοδωρακοπούλου, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 1608/01-03-2002 ΦΕΚ ( Τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε ) και έφερε αρχικώς την επωνυμία "ΝΑΚΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ, ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΠΩΛΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "NAKA Α.Ε.". Στη συνέχεια δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 3957/11-55-2004 ΦΕΚ ( Τεύχος Α.Ε. και Ε.ΠΕ. ) η τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού της ως άνω εταιρείας .

Ειδικότερα, τροποποιήθηκε η επωνυμία της ως άνω εταιρείας, η οποία μετονομάστηκε σε "AIG ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕ ΥΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", με τον διακριτικό τίτλο " AIG ΕΛΛΑΣ Α.Ε. " (Εξάλλου, με το από 15-09-2009 Πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της " AIG ΕΛΛΑΣ Α.Ε. " τροποποιήθηκε εκ νέου η επωνυμία της ως άνω εταιρείας από "AIG ΕΛΛΑΣ Α,Ε. " σε " CHARTIS ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ" ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ " και τον διακριτικό τίτλο " CHARTIS ΕΛΛΑΣ Α.Ε. " η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 13908/02-12-2009 ΦΕΚ ( Τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε. ). Τέλος, με το από 12-11-2012 Πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της " CHARTIS ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ", τροποποιήθηκε εκ νέου η επωνυμία της ως άνω εταιρείας σε " AIG ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ", με τον διακριτικό τίτλο " AIG ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ", η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 14847/28-12-2012 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε.).

Στις 03-03-2010 και πριν ακόμη την μετατροπή του υποκαταστήματος στην Ελλάδα της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "American Life Insurance Company" (" ALICO "), κατά τα προαναφερθέντα και αποδειχθέντα, ώστε πλέον καθολική διάδοχος αυτού να είναι η εναγομένη, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, προέβη σε αναγγελία προς την νόμιμη αντιπρόσωπο της, δηλαδή προς την εταιρεία με την επωνυμία " AIG LIFE ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε. " της προαναφερομένης σύμβασης εκχώρησης απαιτήσεων του οφειλέτη της Α. - Α.

Π.. από το υπ' αριθμ. 7160076 Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο. Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 7262γ703-03-2010 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Δ. Ε., ο τελευταίος μετέβη στις 03-03-2010 στα επί της Λεωφόρου Κηφισίας, αρ. 119 στο Μαρούσι Αττικής γραφεία της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "AIG LIFE ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε." για να επιδώσει σ' αυτήν την ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης.

Στο κυρίως κείμενο της ως άνω εκθέσεως επιδόσεως βεβαιώνεται ότι, λόγω μη ανευρέσεως του νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρείας στα γραφεία της, ούτε διευθυντή ή συνεργάτη, η αναγγελία αυτή εγχειρίστηκε στον εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή υπάλληλο της εταιρείας αυτής Η. Μ., ο οποίος και υπογράφει κάτω από την λέξη "Ο παραλαβών".

Επομένως, αποδεικνύεται ότι η σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων, λόγω ενεχύρου, παραγγέλθηκε να επιδοθεί στην μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " AIG LIFE ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε. " και ως εκ τούτου η επίδοση της αναγγελίας αυτής σε υπάλληλο της εν λόγω εταιρείας, δηλαδή σε πρόσωπο δεκτικό παραλαβής εγγράφων, ήταν έγκυρη, όπως όμοια έκρινε, ως προς το ζήτημα αυτό, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και όσα αντίθετα με τις συγκεκριμένες παραδοχές προβάλλονται από την εναγομένη - εκκαλούσα, με τον δεύτερο λόγο της ενδίκου εφέσεώς της, κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι ουδέποτε έλαβε χώρα νόμιμη εκχώρηση των απαιτήσεων του Α. - Α. Π.. από το υπ' αριθμ. … Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο κατά της δικαιοπαρόχου της εταιρείας προς την δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης, η οποία ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα έναντι αυτής ( εκκαλούσας ) κατ' άρθρο 460 -του Α.Κ., για τους ειδικότερους λόγους που αναπτύσσει στο εφετήριο δικόγραφο και επιπλέον ότι δεν επήλθαν τα αποτελέσματα της εκχώρησης, διότι ουδέποτε έλαβε χώρα αναγγελία της ανωτέρω σύμβασης σ' αυτήν, καθώς ο παραλαβών δεν ήταν υπάλληλος της, αλλά υπάλληλος της εδρεύουσας στην ίδια διεύθυνση ανωνύμου εταιρείας με την "επωνυμία " AIG ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ", προσκομίζει δε προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού την από 04-09-2014 σχετική βεβαίωση της Διευθύντριας Ανθρώπινου Δυναμικού της άνω εταιρείας, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως ακολούθως : "Ο υπογεγραμμένος εργοδότης "AIG ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ", Λεωφόρος Κηφισίας 119 ...

δηλώνω υπεύθυνα ότι ο εργαζόμενος Μ. Η. του Ι., εργάζεται στην Εταιρία μας από 01-10-2008 έως και σήμερα, με σύμβαση αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης με την ειδικότητα του Ασφαλιστικού Υπαλλήλου ... ". Ωστόσο, η εναγομένη - εκκαλούσα η οποία ... φέρει το βάρος αποδείξεως περί του αντιθέτου από το βεβαιούμενο στην άνω έκθεση επιδόσεως, δεν αποδεικνύει ότι ουδεμία εργασιακή σχέση συνέδεε τον Η.

Μ. με την μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "AIG LIFE ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε. ", αλλά ότι αυτός ήταν υπάλληλος άλλης εταιρείας, ήτοι της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "AIG ΕΛΛΑΣ Α.Ε.". Επισημαίνεται εξάλλου ότι, κατά την ημέρα της ανωτέρω επίδοσης, ήτοι στις 03-03-2010 η εν λόγω εταιρεία έφερε την επωνυμία "CHARTIS ΕΛΛΑΣ Α.Ε. " και όχι " AIG ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ", που πιθανόν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τυχόν εσφαλμένη επίδοση από τον διενεργήσαντα αυτήν δικαστικό επιμελητή, αντί προς την εταιρεία με την επωνυμία " AIG LIFE ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε. " στην άνω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "AIG ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ", δεδομένου μάλιστα ότι η έδρα τους βρίσκεται στην ίδια διεύθυνση και οι δύο.

εταιρείες στεγάζονται στο ίδιο κτίριο, σε διαφορετικούς όμως ορόφους. Επιπλέον από την επισκόπηση της επίδικης έκθεσης επίδοσης, προκύπτει ότι ο Η. Μ. παρέλαβε το επιδοθέν έγγραφο υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της " AIG LIFE ΕΛΛΑΣ Μ.Ε.Π.Ε. " και όχι ως υπάλληλος της εταιρείας " CHARTIS ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ", η δε εναγόμενη δεν δίνει καμία πειστική εξήγηση, για το πώς, με βάση τα παραπάνω δεδομένα, έγινε εσφαλμένη επίδοση της αναγγελίας από τον δικαστικό επιμελητή.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν αναιρούνται δε από την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως, νομικής συμβούλου της εναγομένης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεση της οποίας δεν κρίνεται αρκούντως πειστική, καθόσον αυτή δεν έχει άμεση γνώση των γεγονότων, αφού, κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο, δεν εργαζόταν στην εναγομένη εταιρεία.

Με βάση τα παραπάνω, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο τούτο καταλήγει στην κρίση ότι κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο, ήτοι κατά τον χρόνο της επίδικης επίδοσης, ο παραλαβών αυτή Η. Μ. είχε εξουσιοδοτηθεί από την εν λόγω εταιρεία να παραλαμβάνει για λογαριασμό της έγγραφα. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι τις 29-11-2012 η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, υπέβαλε προς την εταιρεία με την επωνυμία " AIG LIFE ΕΛΛΑΣ Ε.Π.Ε. " την υπ' αριθμ.

…/…-11-2012 επιστολή της, με την οποία ζήτησε να της γνωστοποιήσει το πρόσωπο από το οποίο εξαγοράστηκε το παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά αυτή, η δε εναγομένη με την από 10-01-2013 επιστολή της απάντησε αρνητικά στο αίτημα αυτό και δεν της γνωστοποίησε τις αιτούμενες πληροφορίες, παρότι έλαβε γνώση της εκχώρησης της ενεχυρασθείσας (ένδικης απαίτησης του οφειλέτη Α. - Α.

Π.. υπέρ της πιστώτριας Τράπεζας, με τον προαναφερόμενο τρόπο. Συνακόλουθα ενόψει των ανωτέρω ... η επίδοση της επίμαχης σύμβασης ενεχύρασης, είχε τα αποτελέσματα της αναγγελίας της εκχωρούμενης απαίτησης, κατά την όμοια και ορθή κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ως καθολική διάδοχος της πιστώτριας τραπεζικής εταιρείας, έχει, βάσει της ανωτέρω σύμβασης εκχώρησης, νόμιμη αξίωση κατά της εναγομένης, η οποία προέβη, μετά την αναγγελία της ανωτέρω σύμβασης εκχώρησης, στην, εξαγορά του προαναφερόμενου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αντί προς την πιστώτρια Τράπεζα, προς τρίτο πρόσωπο .

Επίσης, αποδείχθηκε τόσο ότι τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη βρίσκονται στην κατοχή της εναγομένης και συγκεκριμένα στο μηχανογραφημένο αρχείο αυτής, όσο και το ότι τα έγγραφα αυτά πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και την ενάγουσα, υπό την εκτεθείσα έννοια, ενόψει του ότι η τελευταία έχει συμβληθεί με τον Α. - Α.

Π.. στην οικεία σύμβαση εκχώρησης, και έχει, ως εκ τούτου, έννομο συμφέρον να ζητήσει την χορήγηση των αιτούμενων εγγράφων εξαγοράς του με αριθμό … συμβολαίου, καθώς και οποιοδήποτε άλλου εγγράφου, από το οποίο να προκύπτει το ποσό της εξαγοράς, δεδομένου ότι προτίθεται να προβεί, με την άσκηση σχετικής αγωγής, στην δικαστική διεκδίκηση του καταβληθέντος ποσού της εξαγοράς, το οποίο κατέβαλε η εναγόμενη σε τρίτο πρόσωπο, παρά τη μεσολαβήσασα σε αυτήν, νόμιμη εκχώρηση.

Κατά συνέπεια, οι ως άνω ισχυρισμοί της εναγομένης που προέβαλε με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντικρούοντας την ένδικη αγωγή και τους οποίους επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο της ερευνωμένης εφέσεώς της, με τις επιμέρους αιτιάσεις από τις οποίες αυτός αποτελείται - εκτός του ότι κρίνονται αλυσιτελείς, διότι στην αγωγή επιδείξεως εγγράφων νομιμοποιείται παθητικώς ο κάτοχος αυτών, έστω και αν δεν υπάρχει εναντίον του αξίωση σχετικά με τα έγγραφα, στην προκειμένη δε περίπτωση, κάτοχος των εγγράφων των οποίων η επίδειξη ζητείται είναι η εναγομένη, υπό την έννοια δε αυτή υφίσταται δικαίωμα προς επίδειξη στην ενάγουσα και αντιστοίχως υποχρέωση της εναγομένης - πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.

Ενόψει των παραπάνω παραδοχών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του και κατά το μέρος που αυτή πλήττεται με την ένδικη έφεση, κατέληξε σε όμοια κρίση, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στο αιτιολογικό της παρούσας αποφάσεως και δέχθηκε την ένδικη αγωγή, η οποία κρίνεται αρκούντως ορισμένη, διαλαμβάνουσα όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την πληρότητά της ( άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ ), ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, συνεκτιμώντας και αξιολογώντας επιμελώς όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους με τις έγγραφες προτάσεις τους αποδεικτικά μέσα, μη υποπίπτοντας σε καμία πλημμέλεια σχετικά με τις αποδείξεις και ως εκ τούτου όλες οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλει με τον συναφή λόγο της εφέσεώς της η εναγομένη - εκκαλούσα, κρίνονται αβάσιμες και απορριπτέες".

'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ζήτημα συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων άσκησης της ένδικης αξίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 902 του ΑΚ, 20 παρ. 1-2 και 22 του ν.δ. 400/1970, εφόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές στο σύνολό τους, αποδείχθηκε, τόσο ότι τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη βρίσκονται στην κατοχή της αναιρεσείουσας εναγομένης, όσο και το ότι τα έγγραφα αυτά πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και την αναιρεσίβλητη ενάγουσα, υπό την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη της παρούσας έννοια, οπότε αυτή έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την επίδειξή τους από την εναγομένη, ενόψει του ότι η δικαιοπάροχος αυτής (ενάγουσας) είχε συμβληθεί με τον Α.-Α.

Π. στην οικεία σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων λόγω ενεχύρου και εκχώρησε σε αυτή όλες τις απαιτήσεις του από το υπ' αριθμ. … ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής που είχε συνάψει με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία "American Company Insurance", νομίμως αντιπροσωπευομένη στην Ελλάδα, η σύμβαση δε αυτή εκχώρησης, μετά την έγκυρη αναγγελία της, όπως προαναφέρθηκε, στην νόμιμη αντιπρόσωπο της τελευταίας (αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας) στην Ελλάδα, επέφερε τα αποτελέσματά της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, με συνέπεια η ενάγουσα τραπεζική εταιρείας, ως καθολική διάδοχος της συμβληθείσας με τον ασφαλισμένο σε αυτή Α.-Α.

Π., πιστώτριας τραπεζικής εταιρείας, να έχει, βάσει της ανωτέρω σύμβασης εκχώρησης, νόμιμη αξίωση, από το άρθρο 902 ΑΚ κατά της εναγομένης, η οποία, ως οιονεί καθολική διάδοχος της αντισυμβαλλομένης του εκχωρητή αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της από τη συγκεκριμένη σύμβαση ασφάλισης.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης, ενιαίως εκτιμώμενοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας (559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στους ίδιους λόγους αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή σε βάρος της, κατά παραδοχή των προβαλλόμενων ισχυρισμών της περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 902 ΑΚ, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Παράλληλα, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 902 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 211 του ίδιου κώδικα, 20 παρ. 1-2 και 22 του ν.δ. 400/1970 και αντίστοιχα την απόρριψη των προβαλλόμενων περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσείουσας.

Διέλαβε δε το Εφετείο, αναφορικά με τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ζητήματα της συνδρομής των απαιτούμενων προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 211 ΑΚ, 20 παρ. 1-2, 22 του ν.δ. 400/1970, επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και δεν απαιτούνται προς τούτο οι αιτιολογίες που επικαλείται στον τρίτο λόγο της έφεσής της η αναιρεσείουσα, η οποία υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος που η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του, και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2002, κατ' άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει, όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ" αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ,356/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, στο ότι το Εφετείο υποτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε, "προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι είχε χωρήσει νόμιμη αναγγελία της εκχωρήσεως" προς τη δικαιοπάροχό της εταιρεία, κατέληξε σε εσφαλμένη κρίση ως προς το ανωτέρω ζήτημα, χωρίς να τάξει αποδείξεις και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι ο Η.

Μ.ς ήταν εξουσιοδοτημένος από την AIG Life Ελλάς Μ.Ε.Π.Ε. να παραλαμβάνει δικόγραφα και επομένως νομίμως χώρησε αναγγελία της ανωτέρω εκχωρήσεως στην άνω εταιρεία, χωρίς να στηρίζει σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο την κρίση του αυτή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο η μη προβλεπόμενη πλέον από το νόμο πλημμέλεια ότι κατέληξε στην ως άνω κρίση του "χωρίς να τάξει αποδείξεις", είναι απαράδεκτος και κατά τις λοιπές αιτιάσεις του αβάσιμος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης, όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα), τα οποία προσκομιζόμενα νόμιμα με επίκληση, μνημονεύονται σε αυτή και συνεπώς, δεν δέχτηκε, παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η οποία, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 162//2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/3/2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "METLIFE Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3235/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ