Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination where lower court properly applied collective agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a labor court decision regarding contract termination and salary adjustments. The appellant argued the lower court ignored a prior agreement on salary components and improperly considered a bonus included in severance pay, which the appellant had not raised. The court rejected these claims, noting the lower court thoroughly addressed the agreement argument and correctly determined the bonus was a conclusion of evidence evaluation rather than a disputed fact requiring consideration. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court properly addressed the arguments raised and the alleged error does not constitute a violation of substantive law or a lack of legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 632 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 632/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ... ΑΕ" εξομοιούμενης λόγω απορροφήσεως με καθολική διάδοχο της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία " ... ΑΒΕΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Τσιαλίκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης.
Εκδόθηκαν η 179/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2028/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Κατά το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1920: "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.).
Για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή και ηθική ζημία. Εξ άλλου από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 Α.Κ.
προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα:
α) ν' αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως και αποχωρώντας από την εργασία του ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτήν, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή δ) εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (Α.Π. 216/2017, 104/2017).
Πάντως η μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητώς ή σιωπηρώς, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικώς δείχνουν την βούλησή του για αποδοχή, όπως την περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτυρήτως και ανεπιφυλάκτως συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε, όπως προαναφέρθηκε καταρτίζεται εγκύρως, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν μπορεί ούτε να θεωρήσει την μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως όπως αυτή είχε προηγουμένως (ΑΠ 1942/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση από 30-11-2011 ένδικη αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει ότι προσελήφθη την 16-11-1988 δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εταιρεία με την επωνυμία "... ABEE", η οποία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, απασχολήθηκε δε ως συνοδηγός μέχρι την 24-9-1998, οπότε απελύθη.
Ότι οι αποδοχές του αποτελούντο από τις προβλεπόμενες από την ΣΣΕ που αφορούσε την Ομοσπονδία Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων Γάλακτος, Τροφίμων και Ποτών καθώς και πριμ επί των πωλήσεων, το οποίο πάγια και σταθερά του κατέβαλλε ο εργοδότης του, ανέρχονταν δε συνολικά κατά τον χρόνο της απόλυσής του στο ποσό των 533.266 δραχμών ή 1535,63 ευρώ, αναλυόμενες σε 206.986 δραχμές ως βασικό μισθό και σε 326.280 δραχμές ως πριμ πωλήσεων.
Ότι με την υπ' αριθ. 330/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη υποχρεώθηκε η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, πλην όμως αυτή από του έτους 2006, οπότε άρχισε εκ νέου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του του κατέβαλλε έκτοτε χαμηλότερες αποδοχές σε σχέση με αυτές που του κατεβάλλοντο πριν την απόλυσή του κατά τα άνω.
Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για διαφορές αποδοχών για το έτος 2007 το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει για την ίδια αιτία για τα έτη 2008-2011 αυτό των 89.755,73 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 8.521,70 ευρώ, αναγνώρισε δε την υποχρέωσή της να του καταβάλει για την αυτή αιτία το ποσό των 24.970,87 ευρώ.
Επί ασκηθεισών δύο αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων μερών κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού δέχθηκε τις άνω εφέσεις και εξαφάνισε την εκκαλουμένη ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.152,64 ευρώ.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, και τα ακόλουθα ουσιώδη:
"Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" η οποία ασκούσε επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας σαλατών, μουστάρδας, μαγιονέζας και λοιπών ηδυσμάτων, προσέλαβε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 16.11.1988, τον ενάγοντα ως εργάτη αποθήκης, ενώ στη συνέχεια, σε χρόνο που δεν αποδείχθηκε αλλά ούτε και έγινε συγκεκριμένη επίκληση αυτού από τους διαδίκους, τον απασχόλησε ως συνοδηγό των φορτηγών που διένειμαν τα εμπορεύματά της, πωλητή και ταυτοχρόνως εισπράκτορα των απαιτήσεών της.
Την εποχή εκείνη, η ανωτέρω εταιρία διατηρούσε ταυτόχρονα μια παραγωγική μονάδα στην ... και μια εμπορική μονάδα στην Αθήνα με υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη. Στις 24.9.1998 η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας όλων όσοι απασχολούνταν στην εμπορική μονάδα, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, καθώς αποφάσισε να διακόψει τη λειτουργία της, την οποία θεώρησε ζημιογόνα.
Στον ενάγοντα καταβλήθηκε αυθημερόν με την καταγγελία αποζημίωση 504.003 δραχμών ή 1479,09 ευρώ και στις 28.9.1998 συμπληρωματική αποζημίωση από 1.973.856 δραχμές ή 5792,68 ευρώ. Το επιπλέον αυτό ποσό τού καταβλήθηκε με σκοπό να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να καταγγείλει την απόλυσή του ως άκυρη. Για το λόγο αυτό, στην εξοφλητική απόδειξη που υπέγραψε, ο ενάγων δήλωσε ότι έλαβε συμβιβαστικώς από την τελευταία εργοδότριά του ως συμπληρωματική αποζημίωση το ανωτέρω ποσό, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαιτήσεώς του από την όλη εργασιακή του σχέση και τη λύση της και παραιτήθηκε ρητά από οποιαδήποτε αξίωσή του.
Ωστόσο, από κοινού με άλλους δυο συναδέλφους του, προσέβαλε την απόλυσή του ως άκυρη, επειδή δεν τηρήθηκε η διαδικασία του νόμου 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, για τους συγκεκριμένους ενάγοντες δε και η διαδικασία του ν. 1264/1982, καθώς ήταν συνδικαλιστικά στελέχη, ενώ το ίδιο έπραξαν και άλλοι έντεκα συνάδελφοί του με χωριστή αγωγή.
Οι αγωγές συνεκδικάστηκαν και έγιναν δεκτές με την 330/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η εμπορική μονάδα συνιστούσε μια αυτοτελή εκμετάλλευση, ώστε εξ αιτίας της παύσης της λειτουργίας της να μην απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων του ανωτέρω νόμου.
Η ως άνω απόφαση έκρινε ακόμη ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, κατά το χρόνο της καταγγελίας, ανέρχονταν στο ποσό των 533.266 δραχμών ή 1.565 ευρώ)...Ακολούθησε μακρά αντιδικία, στη διάρκεια της οποίας εκδόθηκαν δυο αποφάσεις του εφετείου που δέχθηκαν την έφεση της εναγομένης και απέρριψαν την αγωγή, οι οποίες αναιρέθηκαν με ισάριθμες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, ενώ με την 121/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, η έφεση της εναγομένης απορρίφθηκε αμετακλήτως, με την αιτιολογία ότι απαραδέκτως προβλήθηκε για πρώτη φορά στο εφετείο εκ μέρους της ο ισχυρισμός περί παραιτήσεως του ενάγοντος από το δικαίωμά του να προσβάλει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ως άκυρη.
Επομένως η 330/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη ως προς όλες τις παραδοχές της, μεταξύ των οποίων, το ύψος των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο. Με την 1366/2011 απόφαση του δικαστηρίου αυτού (Εφετείου Θεσσαλονίκης) απορρίφθηκαν τελεσιδίκως οι αγωγές που στο μεταξύ άσκησε ο ενάγων στο Πρωτοδικείο Κατερίνης (ως δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου είχε την έδρα της η εναγομένη), διεκδικώντας μισθούς υπερημερίας για όσο διάστημα διήρκεσε η εκκρεμοδικία της αγωγής της σχετικής με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του (Ιούλιος 1999 - Ιούνιος 2006), διότι, σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, ο ενάγων παρέμεινε άνεργος κατά το ανωτέρω διάστημα από κακοβουλία.
Μετά την τελεσιδικία της 330/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 30.6.2006, ο ενάγων εγκαταστάθηκε αναγκαστικά στην επιχείρηση της εναγομένης, στις μοναδικές, πλέον, εγκαταστάσεις αυτής στη ... καθώς μέσω του Γενικού Διευθυντή του εργοστασίου της εναγομένης Δ. Κ. διατυπώθηκαν αντιρρήσεις ως προς τη δυνατότητα της εναγομένης να τον απασχολήσει, και συντάχθηκε η σχετική ...6.2006 έκθεση εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Σ.
Γ. Στις 3.7.2006, ο ενάγων απευθύνθηκε στο ΣΕΠΕ Κατερίνης, επειδή η εναγομένη του ανέθεσε καθήκοντα εργάτη στα ψυγεία των εγκαταστάσεών της, με αμοιβή μικρότερη από αυτήν που είχε κατά το χρόνο της απόλυσής του. Κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς, στις 7.7.2006 στα γραφεία του ΣΕΠΕ, ο ενάγων ζήτησε, εφόσον δεν υφίσταται θέση υπαλλήλου, να απασχοληθεί μεν σε θέση εργάτη στην αποθήκη, αλλά χωρίς μείωση αποδοχών και δήλωσε ότι η συγκεκριμένη τοποθέτηση του συνιστούσε βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας του.
Στη συζήτηση εκείνη, η εναγομένη διατύπωσε την άποψη ότι δεν μπορεί να τον απασχολεί σε θέση υπαλλήλου, ενώ αμφισβήτησε το ύψος των αποδοχών του ενάγοντος κατά το χρόνο της απόλυσής του. Στις 18.9.2006 ο ενάγων απέστειλε εξώδικο διαμαρτυρία στην εναγομένη, με την οποία διαμαρτυρόταν για την παραμονή του στη θέση του εργάτη αποθήκης και την καταβολή μειωμένων αποδοχών, ωστόσο η εναγομένη δεν τον μετακίνησε σε θέση υπαλλήλου.
Έκτοτε ο ενάγων και για όλο το επίδικο διάστημα εξακολούθησε να παρέχει την εργασία του ως εργάτης, χωρίς να διεκδικήσει στα αρμόδια δικαστήρια την αναγνώριση της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του. Στις 19.4.2010, η ... - ... Α.Β.Ε.Ε., στην οποία συγχωνεύθηκε η αρχική εργοδότριά του ... ΑΒΕΕ (βλ. σχετικά δημοσίευση στο ΦΕΚ 14341 της 15.12.2009, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), απέστειλε στον ενάγοντα επιστολή να με τον οποίον τον καλούσε να αναλάβει θέση με τα ίδια καθήκοντα (εργάτη αποθήκης) στο προς επάνδρωση νέο κέντρο καταστήματος αποθήκευσης και διανομής στην .., με ημερομίσθιο 44 ευρώ.
Ο ενάγων αντέδρασε λέγοντας ότι η μετακίνηση αυτή γίνεται λίγες μόνον ημέρες μετά τη γνωστοποίηση σε αυτήν ότι μετέχει στο ΔΣ του Σωματείου Εργατοϋπαλλήλων Ιδιωτικού Τομέα του Νομού … και απέκρουσε τη μετάθεση, θεωρώντας την προσχηματική, χωρίς ωστόσο να επαναφέρει το ζήτημα της απασχόλησης του σε θέση υπαλλήλου ή της μείωσης των αποδοχών του.
Σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της ιδιότητάς του αλλά και με την εξέλιξη της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αποδείχθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα: Η καταγγελία της σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έλαβε χώρα στις 24.9.1998 και στην έγγραφη καταγγελία που τού επιδόθηκε αναφέρεται ότι απασχολήθηκε ως εργάτης.
Την ημέρα εκείνη τού καταβλήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ως αποζημίωση το ποσό των 504.003 δραχμών που αναλύεται σε 30 ημερομίσθια (7.961 δραχμές ημερομίσθιο + 6526 αναλογία πριμ) Χ 14/12 = 507.045 - 3042 = 504.003 δραχμές) ήταν δε η προβλεπόμενη από το βδ 16/1920 και ειδικότερα η από τη διάταξη του άρθρου 3 αποζημίωση λόγω καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εργάτη, η οποία έχει διαρκέσει τουλάχιστον επί μια πενταετία.
Την καταγγελία αυτή ο ενάγων παρέλαβε "με κάθε επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του". Με τη συμπληρωματική αποζημίωση που έλαβε στις 28.9.1998, η οποία χαρακτηρίστηκε πρόσθετη συμβατική και κατά την οποία ο ενάγων δήλωσε ότι εξοφλήθηκε ολοσχερώς η απαίτησή του και ότι παραιτείται από οποιαδήποτε σχετική αξίωση, τού καταβλήθηκε ποσό 1.973.856 δραχμών ως ακολούθως: 6 μισθοί (αντί των πέντε που δικαιούνται οι υπάλληλοι που έχουν συμπληρώσει οκταετία - αλλά όχι δεκαετία - στην υπηρεσία του εργοδότη) υπολογιζόμενοι σε βασικό μισθό 206.968 δραχμών + ποσό 163.940 δραχμών (η αιτία καταβολής του οποίου δεν διευκρινίζεται) Χ 1/6 (δηλαδή την αναλογία του επιδόματος αδείας) = 2.596.482 δραχμές και καθαρά μετά τις κρατήσεις 2.477.859 δραχμές - 504.003 δραχμές τις οποίες είχε ήδη λάβει = 1.973.856 δραχμές.
Η εναγομένη, με την καταβολή της συμπληρωματικής και "συμβατικής" όπως τη χαρακτήρισε αποζημίωσης, κατέβαλε στον ενάγοντα αποζημίωση υπαλλήλου και συμπεριέλαβε στις τακτικές αποδοχές επί των οποίων υπολόγισε την οφειλόμενη αποζημίωση το πριμ παραγωγικότητας, τού κατέβαλε δε πλέον των οφειλομένων τις αποδοχές ενός επιπλέον μηνός για να εξασφαλίσει τη μη προσβολή της καταγγελίας ως άκυρης εκ μέρους του ενάγοντος, ασχέτως εάν η ενέργεια αυτή δεν αποφεύχθηκε, ούτε και αποκρούστηκε επιτυχώς, λόγω του δικονομικού της σφάλματος να προβάλει καθυστερημένα τον σχετικό ισχυρισμό.
Η ενέργεια αυτή της εναγομένης που στόχευε στην επίτευξη εξωδικαστικού συμβιβασμού, δεν συνιστά, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αναγνώριση, εκ μέρους της, της ιδιότητας του ενάγοντος ως υπαλλήλου. Το ύψος των αποδοχών του ενάγοντος κατά το χρόνο της καταγγελίας κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου από την 330/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και από την από την προμνησθείσα 1366/2011 τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου αυτού, η οποία ερεύνησε το ζήτημα παρεμπιπτόντως.
Ως προς το πριμ, κρίθηκε τελεσιδίκως από τις ανωτέρω αποφάσεις ότι συμπεριλαμβανόταν στο σύνολο των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος, ο χαρακτήρας του όμως ως παροχής εξαρτημένης από συγκεκριμένο αποτέλεσμα, σχετιζόμενο με τον κύκλο εργασιών της εναγομένης δεν αμφισβητήθηκε. Αποδείχθηκε, δηλαδή, ότι το πριμ που αύξανε τις αποδοχές του, καταβαλλόταν στον ενάγοντα σε συνάρτηση με το τζίρο της εναγομένης από την εμπορική της δραστηριότητα, γι αυτό η συνέχιση της καταβολής του, αλλά και η διατήρηση της θέσης του στη θέση του συνοδηγού - πωλητή προϊόντων - εισπράκτορα απαιτήσεων, προϋπέθεταν την συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της εναγομένης, η οποία διακόπηκε οριστικά με την κατάργηση του εμπορικού τμήματός της, ενώ ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης παροχής (όρος των ατομικών συμβάσεων, επιχειρησιακή συνήθεια ή οικειοθελής παροχή της εργοδότριας, ελευθέρως ανακλητή) ουδόλως διερευνήθηκε από το δικαστήριο.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η τοποθέτηση του ενάγοντος σε θέση εργάτη και όχι πωλητή δεν συνιστούσε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αλλά έγινε κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδότριας του για την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας του και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησής της, αφού ήταν πρακτικώς αδύνατον οι προηγούμενες συνθήκες να διατηρηθούν ως όροι εργασίας μετά την οριστική παύση της εμπορικής της δραστηριότητας.
Επομένως, μόνο η ενέργειά της να μειώσει τις αποδοχές του ενάγοντος συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, όπως αυτή νοείται με τη διάταξη του άρθρου 7 εδαφ. α' του Ν 2112/1920. Αλλά και ως προς αυτήν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, μετά την τελευταία εναντίωσή του, στις 18.9.2006, δεν προέβη σε καμιά άλλη ενέργεια, ούτε κατέφυγε στα δικαστήρια για να αναγνωριστεί η μεταβολή αυτή ως βλαπτική, αλλά την αποδέχθηκε και συνέχισε να εργάζεται υπό τις ίδιες συνθήκες, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής το έτος 2011, στην οποία, χωρίς να αξιώνει επαναφορά των αρχικών όρων εργασίας του, περιορίζεται να ζητήσει διαφορές αποδοχών ...
Με τη συμπεριφορά του αυτή ο ενάγων αποδέχθηκε να εργάζεται ως εργάτης αποθήκης, ιδιότητα που καθορίζει και το ύψος των νόμιμων αποδοχών του, όπως αυτές προβλέπονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που θα αναφερθούν στη συνέχεια και τούτο διότι οι επιμέρους συμφωνίες που επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του σχετικά με το ύψος της αμοιβής του ουδόλως αποδείχθηκαν.
Τα ανωτέρω συμπεράσματα περί αποδοχής της βλαπτικής μεταβολής εκ μέρους του ενάγοντος ισχύουν για την εναγομένη τόσο με την αρχική εταιρική της μορφή όσο και μετά την απορρόφηση, είτε θεωρηθεί ότι πρόκειται για οιονεί καθολική διαδοχή, είτε για μεταβίβαση επιχείρησης, σύμφωνα με το άρθρο 4 του πδ 178/2002 ....
καθώς κατά το χρόνο της απορρόφησης της "... ΑΒΕΕ" από την "... ΑΕ", δεν ετίθετο πλέον θέμα βλαπτικής μεταβολής, αφού ο ενάγων την είχε από τριετίας αποδεχθεί και επομένως αλυσιτελώς ο τελευταίος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι εφόσον η εναγομένη, ως απορροφήσασα εταιρία, μπορούσε να τον απασχολήσει ως υπάλληλο, θα έπρεπε να τον μετακινήσει σε άλλη θέση.
Τέλος, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η παραπάνω τοποθέτησή του σε θέση εργάτη και η συνακόλουθη μείωση των αποδοχών του συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή εκ μέρους της εναγομένης, την οποία ο ενάγων δεν αποδέχθηκε, όπως ανωτέρω αναφέρεται, τότε, θα πρέπει να γίνει δεκτή η ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του, την οποία η εναγομένη πρότεινε νομότυπα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Και τούτο διότι ο ενάγων, ενώ παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να προσβάλει την απόλυσή του ως άκυρη, στηριζόμενος στους εσφαλμένους χειρισμούς της εναγομένης που δεν επέτρεψαν να ερευνηθεί το γεγονός αυτό στην ουσία του, στη συνέχεια παρέμεινε από κακοβουλία άνεργος καθ' όλο το διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης, και τελικώς, αξιώνει αποδοχές για τις οποίες γνωρίζει ότι εξέλιπαν οι αιτίες καταβολής τους για οικονομοτεχνικούς λόγους.
Επομένως, έχοντας επιδείξει την ανωτέρω συμπεριφορά και αξιώνοντας αποδοχές δυσανάλογες προς την παροχή της εργασίας του, ασκεί το δικαίωμά του αντίθετα προς την καλή πίστη και πέραν των ορίων του οικονομικού σκοπού του. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η αγωγή κατά το μέρος που ο ενάγων ζητά να του καταβληθούν οι προ της καταγγελίας αποδοχές του, προσαυξημένες με τις ποσοστιαίες αυξήσεις που προβλέπουν οι εκάστοτε ισχύουσες σσε, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η εργασία του ενάγοντος καλύπτεται από το ρυθμιστικό πεδίο των κλαδικών σσε που συνήφθησαν μεταξύ του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών και του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων αφενός και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων Γάλακτος Τροφίμων και Ποτών αφετέρου, που ορίζουν ότι στο πεδίο ισχύος τους υπάγονται (μεταξύ άλλων) οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις παρασκευής έτοιμης σάλτσας και σαλάτας, που δεν μπορούν να υπαχθούν στην κατηγορία των κονσερβοποιημένων τροφών.
Ρητά αναφέρεται ότι σε όποιες περιπτώσεις οι επιχειρήσεις, που αφορά η σσε, διαθέτουν και άλλους κλάδους ή τμήματα παραγωγής τροφίμων ή προϊόντων πέραν αυτών που αναφέρονται στη σσε, οι εργαζόμενοι στους διαφορετικούς αυτούς κλάδους ή τμήματα παραγωγής δεν καλύπτονται από τις διατάξεις της παρούσας, αλλά από τις τυχόν συλλογικές ρυθμίσεις που ισχύουν.
Ωστόσο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ίσχυσαν τρεις διαδοχικές σσε, μόνο η από 24.7.2009 σσε κατέστη υποχρεωτική από τις 4.11.2009, με την υα 5870/573/4.3.2010 (ΦΕΚ Β 390/6.4.2010), εφόσον δε δεν αποδείχθηκε ότι αμφότεροι οι διάδικοι υπήρξαν μέλη των συλλογικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν στις σσε, έως την ανωτέρω ημερομηνία οι αποδοχές του καθορίζονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες εγσσε.
Για τον υπολογισμό της αμοιβής του ενάγοντος σημειώνεται ότι με τις ΕΓΣΣΕ δεν προσμετράται προϋπηρεσία μεγαλύτερη των 15 ετών, αντιθέτως με την κλαδική σσε προσμετράται προϋπηρεσία άνω των 21 ετών, την οποία ο ενάγων συμπλήρωσε το Νοέμβριο του 2009, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου που διέρρευσε μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που αναγνώρισε την ακυρότητα της απόλυσής του και να εγκατασταθεί στη νέα θέση εργασίας του, ως χρόνου πραγματικής υπηρεσίας του στην εναγομένη ....".
Κατόπιν των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με βάση την προεκτεθείσα από 24-7-2009 οικεία ΣΣΕ που κατέστη υποχρεωτική από τις 4-11-2009 αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-11-2009 έως 31-12-2011 για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας το συνολικό ποσό των 3.152,64 ευρώ.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση ακολούθως δίκασε την ένδικη αγωγή και δεχόμενη αυτή εν μέρει αναγνώρισε ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) το ανωτέρω ποσό προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 7 εδ.
α' του Ν.2112/1920 και 281 ΑΚ που εφάρμοσε τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην έλλειψη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν την ουσιαστική αβασιμότητα των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ότι η απασχόλησή του από του έτους 2006 ως εργάτη αποθήκης συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, μεταβολή, την οποία, όπως ανέλεγκτα αναιρετικώς δέχθηκε η προσβαλλόμενη, είχε επί τριετίαν αποδεχθεί αυτός.
Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως δεδομένου ότι δεν είναι αίτημα της υπό κρίση αγωγής η απασχόληση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) στην προηγούμενη θέση του ήτοι αυτήν του χρόνου απολύσεώς του και δεν προβάλλεται σχετική αξίωση από την προεκτεθείσα βάση της αγωγής, η μόνη δε αξίωση που προβάλλεται και αποτελεί το αίτημα της ένδικης αγωγής είναι η καταβολή στον ενάγοντα των προκυπτουσών μεταξύ των δύο θέσεων αποδοχών.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό της επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα του ύψους των αποδοχών του ενάγοντος για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-11-2009 έως 31-12-2011 βάσει της καταστάσης υποχρεωτικής προεκτεθείσας οικείας ΣΣΕ, ενόψει του ότι ο ενάγων-αναιρεσείων ουδόλως εκθέτει στην ένδικη αγωγή του εάν ήταν έγγαμος ή όχι ώστε να δικαιούται επίδομα γάμου, την προϋπηρεσία του ώστε να είναι δυνατόν να υπολογισθεί τυχόν προσαύξηση λόγω τριετιών, στοιχείο το οποίο δεν αναφέρει στην αγωγή του καθώς αναφέρει συνοπτικά και δίχως καμμία απολύτως ανάλυση τον μισθό που του κατεβάλλετο βάσει της ισχύουσας τότε οικείας ΣΣΕ κατά τον χρόνο της απόλυσής του δίχως να εξειδικεύει πως αναλύετο και πώς προέκυπτε αυτός.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες συνέπειες.
Η ενέργεια αυτή του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή το ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη, ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 183/2011, 218/2010).
Εξάλλου, το δεδικασμένο δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.
Στην περίπτωση, ειδικότερα, διαρκούς ενοχικής σχέσης από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) ή διαιτητικές αποφάσεις (ΔΑ), το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, παραμένει αμετάβλητο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από το πλέγμα των τότε υφιστάμενων διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι αιτούμενες με την αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι και οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, εν όψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από της ισχύος κάθε ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και γι' αυτό οι δικαστικές αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και ως προς τις αξιώσεις τους για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, που στηρίζεται στις κατά το διάστημα αυτό ισχύουσες νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ ΑΠ 3/2003, 10/2002).
Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με τον ανωτέρω λόγο τα εξής: Αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι παρίστανται ως ουσιαστικά βάσιμοι, διότι από τα ιστορούμενα στην αγωγή προκύπτει ευθέως ότι μεταβλήθηκαν οι όροι υπό τους οποίους παρεχόταν η εργασία του ενάγοντος, ενώ στο επίδικο χρονικό διάστημα συνήφθησαν διαδοχικές σσε, οι οποίες συνιστούν και το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο μερικώς στηρίζεται, από πλευράς νομικής βασιμότητας, η αγωγή.
Επομένως δεν υπήρχε πλέον ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο θεώρησε ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο της 330/2000 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το ύψος των αποδοχών που έπρεπε να καταβάλλονται στον εκκαλούντα έσφαλε. Συνακόλουθα, ...Επομένως η 330/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη ως προς όλες τις παραδοχές της, μεταξύ των οποίων, το ύψος των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Με την 1366/2011 ........ Το ύψος των αποδοχών του ενάγοντος κατά το χρόνο της καταγγελίας κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου από την 330/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και από την από την προμνησθείσα 1366/2011 τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου αυτού, η οποία ερεύνησε το ζήτημα παρεμπιπτόντως. Ως προς το πριμ, κρίθηκε τελεσιδίκως από τις ανωτέρω αποφάσεις ότι συμπεριλαμβανόταν στο σύνολο των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος, ο χαρακτήρας του όμως ως παροχής εξαρτημένης από συγκεκριμένο αποτέλεσμα, σχετιζόμενο με τον κύκλο εργασιών της εναγομένης δεν αμφισβητήθηκε.
Αποδείχθηκε, δηλαδή, ότι το πριμ που αύξανε τις αποδοχές του, καταβαλλόταν στον ενάγοντα σε συνάρτηση με το τζίρο της εναγομένης από την εμπορική της δραστηριότητα, γι αυτό η συνέχιση της καταβολής του, αλλά και η διατήρηση της θέσης του στη θέση του συνοδηγού - πωλητή προϊόντων - εισπράκτορα απαιτήσεων, προϋπέθεταν την συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της εναγομένης, η οποία διακόπηκε οριστικά με την κατάργηση του εμπορικού τμήματός της, ενώ ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης παροχής (όρος των ατομικών συμβάσεων, επιχειρησιακή συνήθεια ή οικειοθελής παροχή της εργοδότριας, ελευθέρως ανακλητή) ουδόλως διερευνήθηκε από το δικαστήριο .....
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης δεδομένου ότι δεν δέχθηκε ότι υφίσταται εν προκειμένω δεδικασμένο εκ της υπ' αριθ. 330/2000 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το ύψος των αιτούμενων με την αγωγή αποδοχών του κατά το σκέλος αυτών που αφορά την καταβολή σ' αυτόν μηνιαίου πριμ πωλήσεων, που προϋπέθεσε την συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητος της αναιρεσίβλητης γεγονός, το οποίο δεν ίσχυε πλέον, ενώ ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης παροχής ουδόλως διερευνήθηκε από το άνω δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση του, ώστε να καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο.
Εξ ετέρου, και όσον αφορά τις αποδοχές του βάσει των οικείων ΣΣΕ δέχθηκε ότι εφόσον άλλαξε πλέον το νομικό καθεστώς παροχής των υπηρεσιών του (εργαζόταν από του έτους 2006 ως εργάτης) καλύπτεται πλέον μόνον από την οικεία ΣΣΕ η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική και επεδίκασε σ' αυτόν τις προκύπτουσες εντεύθεν μισθολογικές διαφορές κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν.
Επίσης διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες όσον αφορά τα ανωτέρω που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με συνέπεια οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες να είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενος κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι ο μισθός του θα αποτελείτο από το πριμ των πωλήσεων και τον προβλεπόμενο από τις οικείες ΣΣΕ στον οποίο θα προσετίθεντο οι εκάστοτε αυξήσεις από τις επόμενες ΣΣΕ, ενώ β) δέχθηκε ότι "το πριμ συμπεριελήφθη στην καταβληθείσα αποζημίωση λόγω απόλυσης περιστασιακά και πρόσκαιρα μόνο και μόνο για να εξασφαλιστεί η μη προσβολή της καταγγελίας της σύμβασης του ως άκυρης" λαμβάνοντας έτσι υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε.
Από τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος, ο μεν υπό στοιχ. α) που αφορά την επικαλούμενη απ' αυτόν με την αγωγή και με σχετικό λόγο της έφεσής του συμφωνία μεταξύ των διαδίκων σχετικά με το μισθό του είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη και απάντησε στον ισχυρισμό αυτό, δεχόμενο ότι "ο ενάγων αποδέχθηκε να εργάζεται ως εργάτης αποθήκης, ιδιότητα που καθορίζει και το ύψος των νόμιμων αποδοχών του, όπως αυτές προβλέπονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που θα αναφερθούν στη συνέχεια [τις οποίες και αναφέρει παρακάτω]", ότι "οι επιμέρους συμφωνίες που επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του σχετικά με το ύψος της αμοιβής του ουδόλως αποδείχθηκαν", ότι "τα ανωτέρω συμπεράσματα περί αποδοχής της βλαπτικής μεταβολής εκ μέρους του ενάγοντος ισχύουν για την εναγομένη τόσο με την αρχική εταιρική της μορφή όσο και μετά την απορρόφηση, είτε θεωρηθεί ότι πρόκειται για οιονεί καθολική διαδοχή, είτε για μεταβίβαση επιχείρησης, σύμφωνα με το άρθρο 4 του πδ 178/2002, δεδομένου ότι κατά το χρόνο της απορρόφησης της ...
ABEE" από την "... ΑΕ", δεν ετίθετο πλέον θέμα βλαπτικής μεταβολής, αφού ο ενάγων την είχε από τριετίας αποδεχθεί", και ότι καθόσον αφορά στο πριμ, απάντησε σχετικά, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων δέχεται ότι "αποδείχτηκε ότι το πριμ που αύξανε τις αποδοχές του, καταβαλλόταν στον ενάγοντα σε συνάρτηση με το τζίρο της εναγομένης από την εμπορική της δραστηριότητα, γι αυτό η συνέχιση της καταβολής του, αλλά και η διατήρηση της θέσης του στη θέση του συνοδηγού - πωλητή προϊόντων - εισπράκτορα απαιτήσεων, προϋπέθεταν την συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της εναγομένης, η οποία διακόπηκε οριστικά με την κατάργηση του εμπορικού τμήματός της, ο δε υπό στοιχ.
β) ισχυρισμός, που αφορά το συμπεριληφθέν στην καταβληθείσα αποζημίωση πριμ, δεν συνιστά οπωσδήποτε, "πράγμα" με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά συμπέρασμα του Εφετείου από την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς απαραδέκτως προβάλλεται ως λόγος αναιρέσεως η μη λήψη του υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (αρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 4-10-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2028/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ