Supreme Court partially allowed appeal against accident insurance judgment, dismissing claim against individual but overturning ruling against insurance fund.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the main appeal filed by an insurance company against an individual driver but accepted a supplementary appeal against an insurance fund. The court found the primary appeal lacked merit while the supplementary appeal raised valid procedural grounds for re-examination. Consequently, the judgment against the insurance fund was overturned and the case remitted to a different court panel for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of the Law on General Provisions of 1911; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment involving multiple defendants may be partially allowed if it targets only specific defendants, requiring remittal to a different court panel for the contested portion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 632 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 632/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... LTD", που εδρεύει στο … Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, αντιπροσωπεύεται δε στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζ. Γ. Ν., το γένος Α. Σ., κατοίκου ... και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και συντετμημένα "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γράππα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Σαλαβράκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2013 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 14-3-2013 και 25-6-2013 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές (αναγωγές) της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1445/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2776/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.3.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2017 αίτηση αναιρέσεως και την σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο επικουρική αίτηση αναιρέσεως, της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... LTD", η οποία αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ Α.Ε." που απευθύνονται η μεν κυρία (αίτηση αναιρέσεως) μόνον κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Μ. συζ. Γ. Ν., η δε επικουρική μόνον κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", διώκεται η αναίρεση της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ' αριθμ. 2776/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επί της κυρίας αιτήσεως αναιρέσεως: Από τις διατάξεις των άρθρων 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση συγκρούσεως αυτοκινήτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου που προκάλεσε την ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα της συγκρούσεως των αυτοκινήτων συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη συνυπαιτιότητας και ο βαθμός του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ούτε επίσης θεμελιώνονται σε μόνη την παραβίαση των διατάξεων τούτου από τον ζημιωθέντα, αφού η παράβαση τούτων δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Με τα άρθρα 12 και 19 του Κ.Ο.Κ., ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται κατά το δυνατόν ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή (12 παρ. 1), β) Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (19 παρ. 1), γ) ο οδηγός έχει υποχρέωση να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του, μεταξύ άλλων, πλησίον ισόπεδων οδικών κόμβων, ανεξάρτητα αν υπάρχει σήμανση από πλευράς προτεραιότητας διελεύσεως ή και σηματοδότηση και γενικά σε κάθε άλλη γενική περίπτωση, που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός (19 παρ. 3).
Έτσι, κατά τις περιστάσεις, μπορεί να κριθεί συνυπαίτιος και ο οδηγός, ο οποίος πλησιάζοντας σε ισόπεδο οδικό κόμβο, αν και είχε την προτεραιότητα, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων και των άρθρων 330 και 914 του Α.Κ. δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητα, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου (Α.Π. 39/2013).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Ακόμη, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, όπως όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν ορθώς ή όχι εφαρμόσθηκε ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη 2776/2015 απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και την ευθύνη των οδηγών των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων: "Στην Αργυρούπολη Αττικής στις 15.7.2009 και περί ώρα 12:30 ο Ι. Σ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.
φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητα και κατοχή της προστήσασας τον ως άνω οδηγό ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της με την απόφαση …/16.9.2009 και 21.9.2009 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (Φ.Ε.Κ.
….9.2009, τ. Α.Ε. - Ε.Π.Ε.), ως οιονεί καθολικός διάδοχος, το παρεμπιπτόντως εναγόμενο ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 40 χ/ω επί της οδού Ανεξαρτησίας, με κατεύθυνση προς την πλατεία Ανεξαρτησίας και ακολούθως τη λεωφόρο Βουλιαγμένης.
Η οδός Ανεξαρτησίας είναι καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα, ευθεία, οριζόντια, διπλής κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 5,60 μέτρων, συμβάλλεται δε στο ύψος της πλατείας Ανεξαρτησίας με την οδό Γ. Παπανδρέου, η οποία είναι επίσης καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα, ευθεία, οριζόντια, διπλής κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, οι οποίες (λωρίδες κυκλοφορίας) διαχωρίζονται με νησίδα πλάτους 3,80 μέτρων, και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,40 μέτρων.
Επί της οδού Ανεξαρτησίας υφίσταται μεταξύ των άλλων και πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας των κινουμένων οχημάτων (πιν. Ρ-2, "STOP", άρθρο 4 § 3 Κ.Ο.Κ.) πριν από την είσοδό τους στη διασταύρωση, ενώ επί της οδού Γ. Παπανδρέου υφίστανται πινακίδες διάβασης πεζών και απαγόρευσης αριστερής στροφής (πιν. Π-21 και Ρ-27, άρθρ. 4 § 3 Κ.Ο.Κ.).
Κατά τον ανωτέρω χρόνο η άσφαλτος στις ανωτέρω οδούς ήταν ξηρά, ήταν ημέρα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών και στις δύο οδούς ήταν αραιή και η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα και στις δύο προαναφερόμενες οδούς ορίζεται σε 50 χ/ω με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-32, άρθρο 4 § 3 Κ.Ο.Κ.).
Την προαναφερομένη χρονική στιγμή ο πρώτος των εναγομένων της κύριας αγωγής, Γ. Ν. οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη, κατά τον χρόνο εκείνο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στη δεύτερη των εναγομένων της κύριας αγωγής - παρεμπιπτόντως ενάγουσα αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία "...
LTD", που αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία "... ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", με επιβάτιδα την ενάγουσα Μ. συζ. Γ. Ν. και εκινείτο επί της οδού Γ. Παπανδρέου, στο ρεύμα αυτής που κατευθύνεται προς την πλατεία Ανεξαρτησίας και ακολούθως στην οδό Ανεξαρτησίας, με ταχύτητα 40 χ/ω και αριστερά σε σχέση με την πορεία του προαναφερομένου I.X.
φορτηγού αυτοκινήτου. Ο οδηγός του φορτηγού φθάνοντας στην συμβολή της οδού Ανεξαρτησίας με την πλατεία Ανεξαρτησίας και έχοντας στην πορεία του ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα με την ένδειξη "STOP", διέκοψε την ευθεία πορεία του προ της συμβολής και έλεγξε το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Γ. Παπανδρέου προς Ηλιούπολη.
Μετά τον έλεγχο που διενήργησε και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν κινούνταν οχήματα επί του ρεύματος πορείας της οδού αυτής (Γ. Παπανδρέου) προς Ηλιούπολη ξεκίνησε την ευθεία πορεία του, προκειμένου να διασχίσει κάθετα αυτό το ρεύμα πορείας της ως άνω οδού. Κατά τον έλεγχο όμως που διενήργησε δεν βεβαιώθηκε, όπως είχε υποχρέωση, ότι και στο αντίθετο ρεύμα πορείας της προαναφερομένης οδού, ήτοι προς πλατεία Ανεξαρτησίας και ακολούθως προς την οδό Ανεξαρτησίας, δεν κινούνταν οχήματα, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα κινούμενα επί της ως άνω οδού Γ.
Παπανδρέου, και δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οχήματα, όπου εκινείτο η οδηγούμενη από τον πρώτο εναγόμενο δίκυκλη μοτοσυκλέτα, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα, η οποία, ως προαναφέρθηκε, δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 50 χ/ω, εισερχόμενος κάθετα στο ρεύμα πορείας της οδού Γ.
Παπανδρέου με κατεύθυνση από την Ηλιούπολη προς την πλατεία Ανεξαρτησίας και ακολούθως προς την οδό Ανεξαρτησίας, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, δεύτερος εναγόμενος, μολονότι εισερχόταν σε κόμβο, συνέχισε την πορεία του με την αυξημένη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα των 40 χ/ω και, αντικρίζοντας το I.X.
φορτηγό αυτοκίνητο, πέδησε απότομα, με συνέπεια να απολέσει την ισορροπία του και να ανατραπεί η δίκυκλη μοτοσυκλέτα μαζί με τους επιβάτες της στην αριστερή πλευρά του ρεύματος πορείας του και στο μέσον περίπου της διαγραμμισμένης επί του οδοστρώματος διάβασης πεζών, η οποία (δίκυκλη μοτοσυκλέτα) μετά από μία πορεία 4,5 μέτρων διαγώνια επί του οδοστρώματος προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της επί του εμπρόσθιου δεξιού πλαϊνού τμήματος του I.X.
φορτηγού αυτοκινήτου. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα, τόσο του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Γ. Ν. (πρώτου εναγομένου της κύριας αγωγής) όσο και του οδηγού του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου, Ι. Σ., η οποία κατανέμεται σε ποσοστό 30% για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και σε ποσοστό 70% για τον οδηγό του I.X.
φορτηγού αυτοκινήτου. Ειδικότερα η αμέλεια του οδηγού του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς να καταβάλλει την, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, δεν συμμορφώθηκε προς τους κανόνες οδήγησης και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και έχοντας στην πορεία του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας "STOP" όφειλε να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου παρακώλυση της κυκλοφορίας και συγκεκριμένα θέλοντας να εισέλθει σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ο οποίος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα είναι οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, και στον οποίο όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον που έρχεται από δεξιά, και έχοντας στην πορεία του πριν από τον κόμβο ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα με την ένδειξη "STOP" (πιν.
Ρ-2 άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2969/1999), η οποία σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα, τα οποία κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει, ακινητοποίησε μεν το όχημά του προ του ισόπεδου οδικού κόμβου, ως όφειλε και υποχρεούτο, πλην όμως ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων που κινούνταν μόνο στο ρεύμα πορείας της οδού Γ.
Παπανδρέου προς Ηλιούπολη και όχι και στο αντίθετο ρεύμα πορείας της τελευταίας αυτής οδού, όπως είχε υποχρέωση, με συνέπεια να μην παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα κινούμενα επί της ως άνω οδού Γ. Παπανδρέου, και δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οχήματα, όπου εκινείτο η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, να παρεμβληθεί στην πορεία της τελευταίας και να προκαλέσει επί του κόμβου το ένδικο ατύχημα, κατά παράβαση των άρθρων 4, 12 παρ. 1, 19 και 26 του ΚΟΚ.
Συνυπαίτιος όμως, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 30%, είναι και ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Γ. Ν., πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής, ο οποίος, ως προαναφέρθηκε, οδηγούσε χωρίς να καταβάλλει την, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, δεν συμμορφώθηκε προς τους κανόνες οδήγησης και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και είχε υποχρέωση να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, και συγκεκριμένα έβαινε με την αυξημένη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα των 40 χ/ω, η οποία δεν υπερέβαινε μεν την επιτρεπόμενη, πλην όμως δεν ήταν η ενδεδειγμένη, εφόσον πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, με συνέπεια όταν αντίκρισε το I.X.
φορτηγό αυτοκίνητο να πλησιάζει να διασχίσει το ρεύμα πορείας του να εκτελέσει ανεπιτυχή τροχοπέδηση, η οποία δεν ήταν αρκετή για να ακινητοποιήσει το όχημά του και να ανατραπεί το όχημά του και να επιπέσουν επί του οδοστρώματος τόσο ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας όσο και η ενάγουσα, συνεπιβάτισσά του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 και 26 του ΚΟΚ.
Σημειώνεται ότι το συντρέχον πταίσμα του οδηγού της μοτοσυκλέτας για τη σύγκρουση έχει έννομη επιρροή μόνο ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή, όχι όμως και ως προς την κύρια αγωγή, αφού η ευθύνη των οδηγών των εμπλακέντων στη σύγκρουση οχημάτων (και των λοιπών κατά νόμο υποχρέων από την κυκλοφορία των οχημάτων) είναι, σύμφωνα με το άρθρο 926 Α.Κ., εις ολόκληρον έναντι της ενάγουσας που επέβαινε στη μοτοσυκλέτα.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο παραδεκτώς προβληθείς ισχυρισμός των εναγομένων της κύριας αγωγής περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου, Ι. Σ., τον οποίο επαναφέρουν με σχετικό λόγο έφεσης οι εκκαλούντες της από 9.12.2014 έφεσης, ενώ πρέπει α.
να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός της δεύτερης εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία εταιρία "... ΕΛΛΑΣ Α.Ε." της από 9.12.2014 έφεσης περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 300 Α.Κ.) σε ποσοστό μεγαλύτερο αυτού που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και β.
να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η παραδεκτώς προβληθείσα από το παρεμπιπτόντως εναγόμενο της από 25.6.2013 παρεμπίπτουσας αγωγής ένσταση περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 300 Α.Κ.) σε ποσοστό μεγαλύτερο αυτού που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, τους οποίους επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης το εκκαλούν της από 1.12.2014 έφεσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στην κρίση ότι συνυπαίτιος στο ένδικο ατύχημα ήταν και ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής, Γ. Ν., κατά ποσοστό 50% δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, γενομένου εν μέρει δεκτού ως ουσιαστικά βασίμου του σχετικού λόγου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...
ΕΛΛΑΣ Α.Ε." της από 9.12.2014 έφεσης ως προς το τρίτο εφεσίβλητο-παρεμπιπτόντως εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 300 Α.Κ.) σε ποσοστό μεγαλύτερο αυτού που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των σχετικών λόγων α.
της από 1.12.2014 έφεσης περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 300 Α.Κ.) σε ποσοστό μεγαλύτερο αυτού που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και β.
της από 9.12.2014 έφεσης ως προς την πρώτη εκκαλούσα-κυρίως ενάγουσα, Μ. συζ. Γ. Ν. περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου, Ι. Σ.". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 Ν.
ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 του Α.Κ. και 12 και 19 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεως και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο οδηγός της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα δίκυκλης μοτοσυκλέτας, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και συγκεκριμένα ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημά του, κινούμενος με ταχύτητα 40 χ/ω, χωρίς όμως να καταβάλει την, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αν και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και, παρότι είχε την προτεραιότητα, είχε υποχρέωση να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, με αποτέλεσμα, όταν αντίκρισε το Ι.Χ.Φ.
αυτοκίνητο να πλησιάζει για να διασχίσει το ρεύμα πορείας του, να εκτελέσει ανεπιτυχή τροχοπέδηση, η οποία δεν ήταν αρκετή για να ακινητοποιήσει το όχημά του, με τις προεκτεθείσες συνέπειες. Πρόδηλο, επομένως, τυγχάνει ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί της συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην εκ μέρους του παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων του Κ.Ο.Κ. (άρθρα 12 και 19) και όχι και στην διάταξη του άρθρου 26 αυτού, η οποία, ναι μεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση και καθ' όσον αφορά ειδικότερα στον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, η αναφορά όμως αυτή, όπως προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, οφείλεται σε προφανή παραδρομή.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης κυρίας αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις ότι δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση:
α) σε ποια (πόση) απόσταση από τον ένδικο ισόπεδο οδικό κόμβο βρισκόταν η ασφαλισμένη σ' αυτήν δίκυκλη μοτοσυκλέτα την στιγμή που παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην πορεία της το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο και β) ποια ήταν η "ενδεδειγμένη" ταχύτητα, με την οποία έπρεπε να κινείται ο οδηγός της μοτοσυκλέτας κατά την προσέγγισή του στον συγκεκριμένο οδικό κόμβο, ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής (αναιρεσείουσας) προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών του ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Σε κάθε περίπτωση οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Επί της επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως, που, κατά τα προεκτεθέντα, απευθύνεται μόνον κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο":
Η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσας εφέσεως. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναιρέσεως προθεσμία του νόμου (Α.Π. 1717/2002).
Η μη επέκταση αυτή της αναιρέσεως και σε μη μετασχόντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση που ενώπιον του Εφετείου είχε ασκηθεί από τον (εν μέρει) ηττηθέντα εναγόμενο, ο οποίος συγχρόνως ήταν και παρεμπιπτόντως ενάγων, έφεση (ή παραδεκτή αντέφεση) κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία ζητούσε, όχι μόνο την απόρριψη της εναντίον του στρεφομένης κυρίας αγωγής, αλλά και (επικουρική) έφεση ως προς το σκέλος της εκδοθείσας αποφάσεως που αφορούσε τη δική του παρεμπίπτουσα αγωγή, με αίτημα να γίνει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή στο σύνολό της και έτσι να υποχρεωθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτόν, από το ποσό το οποίο τελικά θα επιδικαζόταν στον κυρίως ενάγοντα, αυτό που θα προκύπτει με βάση το μεγαλύτερο ποσοστό συνυπαιτιότητας του οδηγού του συνζημιογόνου οχήματος των παρεμπιπτόντως εναγομένων που επικαλείτο αυτός, τόσο στο ιστορικό, όσο και στο αιτητικό της παρεμπίπτουσας αγωγής του.
Οπότε στην περαιτέρω περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή, αφενός μεν η επικουρική έφεσή του κατά το σκέλος της, που στρεφόταν κατά της διατάξεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δεχόταν μικρότερο ποσοστό συνευθύνης του συνζημιογόνου οχήματος των παρεμπιπτόντως εναγομένων και έτσι ήθελε γίνει δεκτό μεγαλύτερο ποσοστό συνευθύνης του συνζημιογόνου οχήματος αυτού (γεγονός βέβαια, που δεν επηρεάζει τις αξιώσεις του κυρίως ενάγοντος, αλλά μόνο την δική του παρεμπίπτουσα αγωγή) και αφετέρου η έφεσή (ή αντέφεσή) του κατά του κυρίως ενάγοντος ως προς τα ποσά που είχαν κριθεί επιδικαστέα σ' αυτόν και επιδικαστεί με την εφετειακή απόφαση μικρότερο ποσό στον κυρίως ενάγοντα (απ' αυτό του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) και γενομένης δεκτής της παρεμπίπτουσας αγωγής του, καθοριστεί με βάση το μικρότερο πλέον ποσό αυτό, το ποσό που θα είναι αντίστοιχα υποχρεωμένος να καταβάλει με την σειρά του σ' αυτόν ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, εφόσον ήθελε ασκηθεί από τον κυρίως ενάγοντα αίτηση αναιρέσεως κατά της εφετειακής αποφάσεως, αφενός μεν ως προς το σκέλος της απορρίψεως με αυτήν ορισμένων από τα κονδύλια της αγωγής του, αφετέρου και ως προς το σκέλος της επιδικάσεως για κάποιο(α) από τα κονδύλια της αγωγής του μικρότερων ποσών από τα αιτούμενα με την αγωγή του, αν η αναίρεσή του αυτή γίνει δεκτή και αναιρεθεί ως προς το αμέσως πιο πάνω σκέλος της η εφετειακή απόφαση, η αναίρεσή της δεν θα επεκταθεί και στο κεφάλαιό της, που αφορά την έχουσα ασκηθεί επικουρική έφεση του πιο πάνω εναγομένου και συγχρόνως παρεμπιπτόντως ενάγοντος, ως προς τις διατάξεις της εφετειακής αποφάσεως που αφορούν την παρεμπίπτουσα αγωγή του.
Έτσι όμως παραπέρα, αν το Εφετείο, ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής, ήθελε κρίνει βάσιμα τα απορριφθέντα από το προηγηθέν Εφετείο αγωγικά κονδύλια ή και αν ήθελε επίσης επιδικάσει μεγαλύτερα ποσά για κάποιο(α) απ' αυτά και έτσι δεχτεί ως προς αυτά την κύρια αγωγή, δεν θα έχει την εξουσία και δυνατότητα, να επεκτείνει την ερευνά του και σε σχέση με την παρεμπίπτουσα αγωγή και να δεχτεί έτσι αυτήν (ανάλογα με την έκταση παραδοχής της κύριας αγωγής).
Ο προαναφερόμενος (κυρίως) εναγόμενος και συγχρόνως παρεμπιπτόντως ενάγων για να προστατευθεί (και) στην προεκτεθείσα περίπτωση (από τον κίνδυνο να έχει καταστεί στο μεταξύ αμετάκλητη η αμέσως πιο πάνω αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση, ως προς το παραπάνω σκέλος της που αφορούσε την παρεμπίπτουσα αγωγή του και σύμφωνα με το οποίο είχε επιδικαστεί σ' αυτόν μικρότερο ποσό ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή του, απ' αυτό που θα έπρεπε με βάση το τυχόν μεγαλύτερο ποσό που θα επιδικάσει στον κυρίως ενάγοντα το Εφετείο ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής) μπορεί να ασκήσει εμπρόθεσμα επικουρική αναίρεση κατά της εφετειακής αποφάσεως, πλήττοντας αυτήν για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η ασκηθείσα αναίρεση του αντιδίκου του-ενάγοντος της κυρίας αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση αφ' ενός μεν έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης (κυρίως ενάγουσας) και υποχρεώθηκε η (επικουρικώς) αναιρεσείουσα (εις ολόκληρον με τον ασφαλισμένο της, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) να καταβάλει σ' αυτήν (πρώτη αναιρεσίβλητη - κυρίως ενάγουσα) το ποσό το ποσό των 16.984,58 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της και μέχρι την εξόφληση, επιβλήθηκε δε σε βάρος της και μέρος των δικαστικών εξόδων της κυρίως ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίστηκε στο ποσό των 1.020 ευρώ, αφετέρου δε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 25.6.2013 με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου .../2013 παρεμπίπτουσα αγωγή της (ήδη επικουρικώς) αναιρεσείουσας, που στρεφόταν εναντίον του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου ("ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ") και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του τελευταίου (ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου - Επικουρικού Κεφαλαίου) να καταβάλει στην ήδη επικουρικώς αναιρεσείουσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ποσοστό 70% του συγκεκριμένου αμέσως πιο πάνω ποσού των δέκα έξι χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (16.984,58 €), το οποίο αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα Μ.
συζ. Γ. Ν., πλέον τόκων (από την επομένη της επιδόσεως σε αυτήν της από 28/01/2013 κύριας αγωγής της) και δικαστικών εξόδων και αυτά νομιμοτόκως από την εκ μέρους της καταβολή στην κυρίως ενάγουσα και μέχρι την εξόφληση, επιβλήθηκε δε σε βάρος του παρεμπιπτόντως εναγόμενου Επικουρικού Κεφαλαίου η δικαστική δαπάνη της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίστηκε στο ποσό των πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ.
Κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως η κυρίως ενάγουσα άσκησε την από 8.1.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 316/2016 αίτηση αναιρέσεως, που απευθύνεται και εναντίον της ήδη επικουρικώς αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε την αναίρεσή της, με σκοπό το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, να κάνει δεκτή την από 18.6.2014 έφεσή της και δικάζοντας κατ' ουσίαν επί της κύριας από 28.1.2013 αγωγής της, να την κάνει δεκτή στο σύνολό της ως και κατ' ουσίαν βάσιμη.
Η αίτηση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την 567/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και η προσβαλλομένη απόφαση αναιρέθηκε κατά τα κεφάλαια αυτής που αφορούν στην αποζημίωση της κυρίως ενάγουσας για την δαπάνη χειρουργικής επεμβάσεως προς αισθητική αποκατάσταση της δύσμορφης ουλής της, τα διαφυγόντα εισοδήματά της από την απασχόλησή της ως ανειδίκευτη υπάλληλος (επικουρική αγωγική βάση περί διαφυγόντων εισοδημάτων) και ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής της ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς, η κρινόμενη επικουρική αίτηση αναιρέσεως, για την άσκηση της οποίας η αναιρεσείουσα έχει το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην δικονομική δυνατότητα να καταστεί αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης στο δικαστήριο της παραπομπής η παρεμπίπτουσα αγωγή της, η οποία (επικουρική αναίρεση) ασκήθηκε, υπό την αίρεση της παραδοχής της προαναφερόμενης κυρίας αιτήσεως αναιρέσεως της κυρίως ενάγουσας, μετά την παραδοχή της τελευταίας, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση και ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην σωρευόμενη στο από 9.12.2014 δικόγραφο επικουρική έφεση κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1445/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στην παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη επικουρικώς αναιρεσείουσας, ώστε, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η κυρία αγωγή και ως προς τα προαναφερόμενα επί μέρους αγωγικά κονδύλια (εν όλω ή εν μέρει), να γίνει αντίστοιχα δεκτή αναλόγως και στην έκταση της παραδοχής της κυρίας αγωγής και η παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη επικουρικώς αναιρεσείουσας κατά του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: Α] ως προς την κυρία αίτηση αναιρέσεως, που απευθύνεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης: Να απορριφθεί αυτή και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, και Β] ως προς την σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο επικουρική αίτηση αναιρέσεως, που απευθύνεται μόνον κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, να γίνει δεκτή αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2776/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην από 25.6.2013 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη επικουρικώς αναιρεσείουσας κατά του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί το δεύτερο αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της επικουρικώς αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε και προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στην καταθέσασα αυτό επικουρικώς αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α] Απορρίπτει την από 24.3.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2017 (κυρία) αίτηση αναιρέσεως, που απευθύνεται μόνον κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Μ. Ν..
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Β] Δέχεται την σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο επικουρική αίτηση αναιρέσεως, που απευθύνεται μόνον κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο".
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2776/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει το δεύτερο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της επικουρικώς αναιρεσείουσας, τα ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό επικουρικώς αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ