Supreme Court dismisses appeal on gift revocation due to lack of proven ingratitude and factual distortion claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to revoke a gift, finding no evidence of the required ingratitude under Article 505 of the Civil Code. The court rejected arguments that the lower court distorted facts regarding care obligations and the timeline of the beneficiary's actions. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the losing party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 505 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A gift may be revoked only upon proven ingratitude by the donee, and an appeal fails if the lower court's findings on facts are not demonstrably distorted or if the statutory conditions for revocation are not met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 632 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 632/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Κουτσούκο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. Γ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κατρά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) Σ. Σ. Γ. Κ. κατοίκου ..., οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-12-2004 και από 22-9-2005 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 630/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, και 71/2015 του Εφετείου Δωδεκανήσου, (Μεταβατικής έδρας Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 27-11-2015 αίτησή του Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 16-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ άρθρ. 505 ΑΚ: "Ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στερνό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Περαιτέρω, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο: "Αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ..." (αρ.1). Προσέτι, δε "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (αρ. 14) και ωσαύτως "αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό" (αρ. 20) του υπ’ αρ. 14 λόγου αναιρέσεως εδραζομένου επί της υποχρεωτικότητος της επιβολής του απαραδέκτου από τις διατάξεις του ΚΠολΔ και όχι από άλλες διατάξεις, οι οποίες επιδιώκουν μόνο φορολογικούς σκοπούς.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, (κατά την οποία η συζήτηση, κατ’ άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. α, γ ΚΠολΔ, προχωρεί, παρά την απουσία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, κληθείσης νομοτύπως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα, συμφώνως προς την .../15-12-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Γ.
Δ. για την δικάσιμο της 6-4-2016, μετ’ αναβολήν εκ του πινακίου της οποίας η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο), το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, (μεταβατικής ‘ Εδρας Κω), με την αναιρεσιβαλλομένη 71/2015 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα επιτρεπτώς επισκοπούμενα: "Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ.1 και 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παρέμβαση σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων προσώπων χαρακτηρίζεται ως κυρία όταν ο τρίτος αντιποιείται (εξ ολοκλήρου ή εν μέρει) το αντικείμενο της εκκρεμούς δίκης, καθιστάμενος αντίδικος όλων των αρχικών διαδίκων, οπότε ενόψει του ότι η παρέμβαση αυτή αποτελεί παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει, κατά τον κανόνα του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.
γ’ του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνει στο δικόγραφο της και ιδιαίτερη αίτηση παροχής ένδικης προστασίας, είτε δηλαδή καταψηφιστικό αίτημα ως προς το ανωτέρω αντικείμενο, είτε αναγνωριστικό (θετικό ή αρνητικό) αίτημα ως προς το αυτό δικαίωμα. Διαφορετικά η κυρία παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Εξάλλου πρόσθετη παρέμβαση είναι αυτή που ασκείται μόνο προς υποστήριξη εκείνου από τους διαδίκους, για τη νίκη του οποίου ο παρεμβαίνων (τρίτος) έχει έννομο συμφέρον, γιατί η έκβαση της δίκης μπορεί είτε να βλάψει τα δικαιώματα του, είτε να δημιουργήσει γι’ αυτόν νομικές υποχρεώσεις.
Γι’ αυτό και ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν υποβάλλει αυτοτελή αίτηση παροχής ένδικης προστασίας, αλλά περιορίζεται μόνο στην απόκρουση της εκκρεμούς αιτήσεως. Ο ορθός δε χαρακτηρισμός του εισαγωγικού δικογράφου της παρεμβάσεως εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου και δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό, τον οποίο αποδίδει σ’ αυτό ο παρεμβαίνων (ΑΠ 807/2005 ΤΝΠ Νόμος, 715/1998 ΕΔνη 1999, 630, ΕΘεσ 442/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΕΑ 2195/2006 ΕΔνη 2006, 1516, ΕΑ 2424/2004, ΕΑ 8707/2003 ΤΝΠ Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άνω περιεχόμενο του από 22-9-2005 δικογράφου (αριθμ. εκθ. καταθ. .../7-10-2005) που τιτλοφορείται κύρια παρέμβαση, η ενάγουσα στην υπό στοιχείο (Β) αγωγή Σ. - Σ. Κ. του Γ., συζ. Μ. Κ., παρεμβαίνει ως τρίτη, στη δίκη που ανοίχθηκε με την υπό στοιχείο (Α) αγωγή, αλλά αντιδικεί μόνο με την εκεί ενάγουσα Ε.
Γ. του Σ., ισχυριζόμενη ότι αυτή αμφισβητεί το δικαίωμα της κυριότητας που έχει αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να επικαλείται περιστατικά που αναφέρονται στον δεύτερο των καθ’ ων - υιό της Γ. Κ. του Μ., για τον οποίο ιστορεί ότι με εντολή της κατοικεί στο επίδικο ακίνητο, και ζητεί να απορριφθεί η σε βάρος του υπό στοιχείο (Α) αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η παρεμβαίνουσα είναι κυρία του ακινήτου.
Έτσι η παρέμβαση ασκείται προς υποστήριξη του εναγομένου της υπό στοιχείο (Α) αγωγής και είναι πρόσθετη - κατ’ ορθό χαρακτηρισμό του δικογράφου από το δικαστήριο, κατά τις άνω σκέψεις - με σωρευόμενη αγωγή αυτοτελή κατά της πρώτης των καθ’ ων Ε. Γ. του Σ.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός τέταρτος λόγος της 103/8-10-2013 έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
"Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, των .../9-10-2014 ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα - εκκαλούσα Σ. - Σ.
Κ. του Γ., συζ. Μ. Κ. και έγιναν ύστερα από νόμιμη κλήτευση της εφεσίβλητης (βλ. την .../6-10-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κω Π. Τ.) όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με εξαίρεση α) των από 13-2-2005 δυο υπευθύνων δηλώσεων κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 του Π.
Ο., της όμοιας από 21-2-2005 του Μ. Δ. και της όμοιας από 12-11-2009 του Γ. Χ. του Κ., που αποτελούν μαρτυρίες τρίτων και δεν λαμβάνονται υπόψη ως ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, διότι έγιναν με το σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη (Ολομ ΑΠ 8/1987 ΕΔνη 28, 628, ΑΠ 311/2012, 743/2011, 410/2009 ΤΝΠ Νόμος) και β) της .../11-4-2013 ένορκης βεβαίωσης μαρτύρων ενώπιον του συμβολαιογράφου Κω Αντωνίου Φρουζάκη, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα - εναγομένη Ε.
Γ. του Σ., ήδη εφεσίβλητη, διότι δόθηκε πριν να παρέλθουν δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες από την κλήτευση των αντιδίκων, που έγινε στις 9-4-2013, με δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία καταχωρίστηκε στα πρακτικά (άρθρο 270 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 3994/2011) - ώστε πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος των 69/9-9-2014 προσθέτων λόγων και δεύτερος λόγος των 68/9-9-2014 προσθέτων λόγων, χωρίς στο σημείο αυτό να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, πριν να διαπιστωθεί εάν το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο άγεται σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της διαφοράς (βλ.
Σ. Σαμουήλ "η έφεση", αριθμ. 542, σελ. 223) - και τέλος λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο είναι διώροφη οικία, συνολικής επιφανείας 34,76 τμ ανά όροφο, με αυλή επιφανείας 20 τμ, με συνολική επιφάνεια οικοπέδου 55,42 τμ, που κείται στη θέση "..." του δήμου Μανδρακίου Νισύρου και συνορεύει γύρωθεν με ακίνητα ιδιοκτησίας Κ.
χήρας Σ. Χ., Σ. Π. και με δημόσια οδό. Δυνάμει του .../5-9-1977 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή, του συμβολαιογράφου Κω Εμμανουήλ Φρουζάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Νισύρου (...), το ακίνητο μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στην ενάγουσα - εναγομένη Ε. Γ. του Σ. κατόπιν δωρεάς από τη μέχρι τότε κυρία, Ε.
συζ. Ν. Χ., το γένος Κ. Γ., θεία και νονά της δωρεοδόχου. Μεταξύ τους συμφωνήθηκε άτυπα να παραχωρηθεί η χρήση του ακινήτου στη δωρήτρια και το σύζυγο της, καθόλη τη διάρκεια της ζωής τους. Έτερη υποχρέωση για διατροφή, φροντίδα και περίθαλψη της δωρήτριας ή τρόπος δεν αναλήφθηκε από τη δωρεοδόχο με αυτή τη σύμβαση δωρεάς.
Αντίθετα κατά το περιεχόμενο του συμβολαίου η δωρήτρια "...δωρείται ... προς την ανηψιά της .... επιθυμούσα να φανεί χρήσιμος προς αυτή και εις εκδήλωση της προς αυτήν στοργής και αγάπης της...". Η δωρεοδόχος, που από το έτος 1959 είχε μεταναστεύσει και κατοικούσε μόνιμα στον Καναδά και μόνο περιστασιακά ερχόταν στην Ελλάδα, τήρησε τη συμφωνία για χρήση της οικίας από τη δωρήτρια, και η τελευταία και ο σύζυγος της διέμεναν στην οικία, χωρίς αντάλλαγμα.
Από το έτος 1982 η ενάγουσα - προσθέτως παρεμβαίνουσα Σ. - Σ. Κ. του Γ. συζ. Μ. Κ., επίσης ανεψιά της δωρήτριας, ανέλαβε τη φροντίδα και περιποίηση αυτής και του συζύγου της. Ο τελευταίος αποβίωσε στις 19-5-1984 και η δωρήτρια συνέχισε να διαμένει στο επίδικο ακίνητο μέχρι και τον Οκτώβριο 1988. Έκτοτε μεταφέρθηκε στο σπίτι της ενάγουσας - προσθέτως παρεμβαίνουσας Σ. - Σ.
Κ. του Γ. συζ. Μ. Κ., όπου διέμεινε μέχρι το θάνατο της, την 1-2-1990. Πριν το θάνατο της στις 24-10-1988, συντάχθηκε έγγραφο (που γράφτηκε από άλλο πρόσωπο) με υπογραφή δυο μαρτύρων της Ά. Μ. Κ. και του Μ. Φ. και επιπλέον θεώρηση της υπογραφής τους, στο οποίο αναφέρεται η θέληση της δωρήτριας να ανακαλέσει τη δωρεά γιατί φάνηκε αχάριστη η άνω δωρεοδόχος, διότι δεν τήρησε την υποχρέωση να φροντίζει τη δωρήτρια και το σύζυγο της.
Στις 28-11-1988, η δωρήτρια κατέθεσε αγωγή ανακλήσεως ή ακυρώσεως της δωρεάς, η συζήτηση της οποίας αναβλήθηκε με την 139/306/ΠΤ 78/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω μέχρι να προσκομιστεί βεβαίωση επίδοσης της αγωγής στην δωρεοδόχο, κάτοικο Καναδά. Είχε προηγηθεί, η από 28 Οκτωβρίου 1988, επιστολή προς τη δωρεοδόχο από το δικηγόρο Χ.
Μ., ως πληρεξούσιο της δωρήτριας - που δεν αποδείχθηκε ότι παραλήφθηκε από τη δωρεοδόχο -στην οποία γίνεται αναφορά για τη χορήγηση πληρεξουσιότητας από τη δωρεοδόχο στη δωρήτρια ή τον άνω δικηγόρο για πώληση ή δωρεά του επίδικου ακινήτου στη δωρήτρια. Σε προγενέστερη επιστολή προς τη δωρήτρια, τον Απρίλιο 1988, η δωρεοδόχος ανέγραφε ότι "αισθάνομαι πολύ άσχημα που δεν μπορώ να κρατήσω την υπόσχεση που σου έκανα, πάντως να με συγχωρέσεις που ήρθαν έτσι τα πράγματα και δεν μπορώ ναρθώ και να σε βοηθήσω.
Αν εσύ νομίζεις πως πρέπει να έχεις κάποιο κοντά σου και δεν μπορείς να μείνεις μόνη σου, κάνε ό,τι εσύ καταλαβαίνεις και ό,τι νομίζεις είναι το καλύτερο για σένα, εσύ ξέρεις πως αισθάνεσαι...", χωρίς να γίνεται σαφής μνεία για το επίδικο και τη σύμβαση δωρεάς. Συνακόλουθα δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθε στη δωρεοδόχο δήλωση ανάκλησης δωρεάς από τη δωρήτρια, ώστε έκτοτε να επέλθουν τα αποτελέσματα της ανάκλησης, εφόσον ο λόγος ήταν αληθινός και δικαιολογούσε την ανάκληση, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι από τον Οκτώβριο 1988, που η δωρήτρια μεταφέρθηκε και διέμενε στην κατοικία της ενάγουσας -προσθέτως παρεμβαίνουσας Σ. - Σ. Κ. του Γ. συζ. Μ. Κ., αυτή ενήργησε υλικές πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, με διάνοια κυρίου. Προέβη σε εργασίες επισκευής και συντήρησης, διότι ήταν παλαιό κτίσμα, εκμίσθωσε δε τούτο σε τρίτους, στον Μ.
Δ., τα έτη 1990 - 1993 και στον Π. Ο. για τα έτη 1995 - 1999, συνεχίζοντας να εκτελεί τις αναγκαίες εργασίες επισκευής και συντήρησης. Ειδικότερα φρόντισε για τη μόνωση της στέγης, τη συντήρηση κουφωμάτων και τις επισκευές σοβάδων, ηλεκτρικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων. Κατόπιν το έτος 2000 προέβη σε μεγάλης έκτασης εργασίες ανακαίνισης του ακινήτου και αποκατάστασης των βλαβών, ήτοι αντικατάσταση στέγης, καθαίρεση σοβάδων και επανακατασκευή, ενοποίηση των χώρων του ισογείου, κατασκευή σκάλας, νέας ηλεκτρολογικής, υδραυλικής εγκατάστασης και αποχέτευσης, επίστρωση δαπέδων με μάρμαρα, αντικατάσταση εξωτερικών και εσωτερικών κουφωμάτων και ερμαρίων κουζίνας.
Μετά το πέρας των εργασιών, στις αρχές του έτους 2001, εγκαταστάθηκε στο ακίνητο ο υιός της Γ. Κ. του Μ., εναγόμενος - ήδη εκκαλών, που έκτοτε κατοικεί σ’ αυτό με την οικογένεια του, κατόπιν παραχώρησης χωρίς αντάλλαγμα από τη νομέα ενάγουσα - προσθέτως παρεμβαίνουσα. Ως δωρεάν παραχώρηση στον υιό της χαρακτηρίζεται η χρήση της επίδικης οικίας στις σχετικές δηλώσεις εισοδήματος της ενάγουσας - προσθέτως παρεμβαίνουσας.
Το Σεπτέμβριο 1990, οπότε η ενάγουσα Ε. Γ. του Σ. είχε βρεθεί στην Ελλάδα, κατέθεσε αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής του ακινήτου σε βάρος του άνω μισθωτή (Μ. Δ.) και του Μ. Κ. Γ. (συζύγου της ενάγουσας - προσθέτως παρεμβαίνουσας), που απορρίφθηκε με την 27/1991 απόφαση του ειρηνοδικείου Κω, διότι δεν πιθανολογήθηκε επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος.
Ενόψει των ανωτέρω η ενάγουσα - προσθέτως παρεμβαίνουσα Σ. - Σ. Κ. του Γ. συζ. Μ. Κ. ενήργησε υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1988 και όχι από το έτος 1982, όπως επικαλείται. Είναι ενδεικτικό ότι η ίδια εξεταζόμενη ως μάρτυρας στην άνω δίκη λήψης ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής κατέθεσε ενόρκως, ότι "συντηρήσαμε το σπίτι εμείς ...
όπως μας είπε, το 1988" (βλ. 27/1991 πρακτικά συνεδρίασης του ειρηνοδικείου Κω). Στη δε από 16-1-1991 προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων (σημείωμα) στην ίδια δίκη επαναλαμβάνεται από το σύζυγο της και το μισθωτή Μ. Δ., ότι νομέας και εκμισθώτρια είναι η νυν ενάγουσα - προσθέτως παρεμβαίνουσα, που ενεργεί πράξεις νομής στο επίδικο από τον Οκτώβριο 1988.
‘ Αλλωστε μέχρι τον Οκτώβριο 1988 η δωρήτρια, ως χρησάμενη, κατοικούσε στο επίδικο ακίνητο, όπως από την ίδια αναφέρεται στην ως άνω αγωγή ανακλήσεως ή ακυρώσεως της σύμβασης δωρεάς. Οι δε ένορκες καταθέσεις μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και οι ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες κατατίθεται ότι η ενάγουσα - προσθέτως παρεμβαίνουσα ασκεί πράξεις νομής από τα έτη 1982, 1983, δεν είναι πειστικές, καθόσον έρχονται σε αντίθεση με τα προαναφερόμενα που η ίδια η ενάγουσα - προσθέτως παρεμβαίνουσα κατέθεσε ενόρκως και ο σύζυγος της και ο μισθωτής αυτής υποστήριξαν στην άνω δίκη επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
Εξάλλου τα έτη 1982 και 1983 η δωρήτρια, ως χρησάμενη και ο σύζυγος της κατοικούσαν στο επίδικο ακίνητο. Από τον Οκτώβριο 1988, οπότε η δωρήτρια μεταφέρθηκε στο σπίτι της ενάγουσας - προσθέτως παρεμβαίνουσας, αυτή άρχισε τις επισκευές στο επίδικο ακίνητο και εκμίσθωσε τούτο. Από τότε χρονολογούνται και οι ενέργειες για ανάκληση της δωρεάς από τη δωρήτρια, όπως προαναφέρθηκαν.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι από τον Οκτώβριο 1988 μέχρι την άσκηση της πρώτης υπό στοιχείο Α αγωγής (13/ΜΤ1/10-1-2005) η ενάγουσα - προσθέτως παρεμβαίνουσα Σ. - Σ. Κ. του Γ. συζ. Μ. Κ. δεν έχει συμπληρώσει χρόνο εικοσαετούς νομής στο επίδικο ακίνητο προκειμένου να θεμελιώσει δικαίωμα κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Επίσης δεν έχει παρέλθει εικοσαετία από την προσβολή του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας, τον Οκτώβριο 1988 μέχρι την άσκηση της αξίωσης με την έγερση της υπό κρίση διεκδικητικής αγωγής. Τέλος ο εναγόμενος, ήδη εκκαλών Γ. Κ. του Μ. από το 2001 είναι κάτοχος του επίδικου ακινήτου, κατόπιν παραχώρησης της χρήσης, χωρίς αντάλλαγμα, από τη νομέα - μητέρα του, έχει εγκατασταθεί σ’ αυτό και κατοικεί με την οικογένεια του, και δεν βοηθεί τη μητέρα του στην άσκηση της φυσικής εξουσίας στο πράγμα ως βοηθός νομής, όπως επικαλείται.
Έτσι ως κάτοχος νομιμοποιείται παθητικά για την άσκηση σε βάρος τους της υπό στοιχείο (Α) διεκδικητικής αγωγής.
Για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η υπό στοιχείο Β αγωγή (.../7-10-2005), και υπό στοιχείο (Γ) πρόσθετη παρέμβαση (.../7-10-2005), αφού απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες οι ενστάσεις ιδίας κυριότητας και απόσβεσης της αξίωσης διεκδίκησης του επιδίκου ακινήτου λόγω παραγραφής που είχαν προβληθεί από την προσθέτως υπέρ του εναγομένου παρεμβαίνουσα. Είναι επίσης απορριπτέος ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν είναι κάτοχος του επιδίκου ακινήτου, αλλά βοηθός νομής της αληθινής νομέα και πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η υπό στοιχείο (Α) διεκδικητική αγωγή (13/ΜΤ1/10-1-2005), να αναγνωριστεί η ενάγουσα Ε. Γ. του Σ. κυρία του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Γ. Κ. του Σ. να της το αποδώσει. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια δεν έσφαλε".
ΙΙΙ. Τα ανωτέρω επισκοπηθέντα στηρίζουν ασφαλή την δικανική πεποίθηση και την κρίση βεβαία, καθόσον αφορά στην αβασιμότητα των προβληθέντων λόγων αναιρέσεως. Αναλυτικότερα: 1) Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στο κατ’ άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ σφάλμα, διότι δεν αντιμετώπησε ως απαράδεκτη την διεκδικητική αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης λόγω μη προσκομιδής πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, μη προϋποτιθεμένης της τοιαύτης προσκομιδής δια το παραδεκτό της διεκδικητικής αγωγής, συμφώνως προς την αντίστοιχη νομική σκέψη. 2) Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως καταλογίζονται οι υπ’ αρ. 1 και 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, (ότι, κατά την φερομένη υπ’ αρ. 1 πλημμέλεια, παραβιάσθηκε η διάταξη 505 ΑΚ από ερμηνευτικής και εφαρμοστικής απόψεως, υπό την έννοια, ότι του εν λόγω άρθρου παρερμηνεύθηκε και έτυχε πεπλανημένης εφαρμογής το σημείο αναφοράς του στην υποχρέωση της δωρεοδόχου - πρώτης αναιρεσίβλητης να φροντίζει και να διατρέφει την δωρήτρια και περαιτέρω, ότι, κατά το προβαλλόμενο υπ’ αρ. 20 σφάλμα, παραμορφώθηκε η από 5-4-1988 επιστολή, με το περιεχόμενο της οποίας η εν λόγω δωρεοδόχος αναφέρεται στην εκ μέρους της αδυναμία τηρήσεως του προς το πρόσωπο της δωρήτριας όρου φροντίδος και διατροφής αυτής. 3) Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, ότι "διολίσθησε" στην υπ’ αρ. 14 πλημμέλεια και δη ως προς την αντιμετώπιση παρεμβάσεως της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης όχι ως κυρίας τοιαύτης, αλλά ως πρόσθετης υπέρ αυτού (αναιρεσείοντος) και κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης. 4) Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ανατρέχει στην φερομένη πλημμέλεια υπ’ αρ. 20, υπό την έννοια ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο κρισίμων πρακτικών δίκης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κω εν σχέσει προς την κατάθεση της τότε μάρτυρα και νυν δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία είχε αναφέρει ως προς το επίδικο ακίνητο, ότι "το δικό της το συντηρήσαμε εμείς και το νοικιάσαμε, όπως μας είπε, το 1988", περιεχόμενο το οποίο παραμορφώθηκε απ’ το Εφετείο, το οποίο στη σχετική παραδοχή κάνει μνεία της φράσεως αυτής ελλειπώς, ότι "συντηρήσαμε το σπίτι εμείς ...
όπως μας είπε το 1988" και 5) με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι διέλαβε στο πόρισμά του την αναπόδεικτη παραδοχή, ότι η νομή της νυν δεύτερης αναιρεσίβλητης, αφετηριάζεται στο έτος 1988. Οι προμνησθείσες αιτιάσεις είναι αίολες βασιμότητος. Ειδικότερα:
Από τα ανωτέρω επιτρεπτώς επισκοπηθέντα καταφάσκεται η εν θέματι αβασιμότης, αφού: Από τα υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ανελέγκτως δεκτά γενόμενα και επιτρεπτώς επισκοπηθέντα καθίσταται ανενδοιάστως εναργές, ότι οι προμνησθείσες αιτιάσεις των λόγων αναιρέσεως είναι αίολες βασιμότητος, αφού: 1) Δεν προϋποτίθεται του παραδεκτού της προαναφερθείσης αγωγής η προσκομιδή πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2) Η διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ έτυχε της προσήκουσας διερμηνεύσεως και εφαρμογής, καθόσον αφορά στο κρίσιμο και διαφιλονικούμενο σημείο της φερομένης αχαριστίας της δωρεοδόχου - πρώτης αναιρεσίβλητης προς την δωρήτρια Ε.
Χ., μη υπ’ αυτής τεθέντος όρου φροντίδος και διατροφής της υπό της δωρεοδόχου (πρώτης αναιρεσίβλητης) και μη επομένως τιθεμένου ζητήματος επιδειχθείσης τοιαύτης αχαριστίας από πλευράς της (ευεργετηθείσης δωρεοδόχου) και επίσης δεν ανέκυψε ζήτημα παραμορφώσεως (διαστρεβλώσεως) του περιεχομένου της προειπωθείσης (από 5-4-1988) επιστολής, κατά τα ως άνω δεκτά γενόμενα και επισκοπηθέντα. 3)Η προπαρατεθείσα παρέμβαση ορθώς χαρακτηρίσθηκε (όχι ως κύρια, αλλά) ως πρόσθετη τοιαύτη, κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και υπέρ του αναιρεσείοντος.
‘ Αλλωστε αυτός στο αναιρετήριο δικόγραφο και δη κατά την ανάπτυξη του σχετικού λόγου (3ου) αναιρέσεως αναφέρει, ότι αντιδικεί μόνο με την πρώτη αναιρεσίβλητη. 4) Από τις εν θέματι εφετειακές παραδοχές δεν διαπιστώνεται, ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο των πρακτικών του Ειρηνοδικείου Κω στην δίκη εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων νομής και ειδικότερα στο σημείο της μνείας της φράσεως, με την οποία η δεύτερη αναιρεσίβλητη αναφέρεται στην φροντίδα της επίδικης οικίας και εστιάζει στην χρονική αφετηρία του έτους 1988, παρά τα όσα αντίθετα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται και αιτιάται με το τέταρτο αναιρετικό του παράπονο, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
‘ Ητοι, από τις επισκοπηθείσες παραδοχές, είναι πλέον ή σαφές, ότι η συγκεκριμένη αιτίαση ενέχει ανακρίβεια, δεδομένου ότι, (κατά τα δεκτά γενόμενα), εμπεριέχεται ειρμός ορθής αναδρομής των "ντοκουμέντων", μη υποπεσόντος του δικαστηρίου στο αντιστοίχως καταλογιζόμενο σφάλμα και 5) ο αναιρεσείων αβασίμως αιτιάται (με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο), ότι το Εφετείο διέλαβε στο πόρισμά του την αναπόδεικτη παραδοχή της αφετηριάσεως της νομής του επιδίκου από πλευράς δεύτερης αναιρεσίβλητης στο έτος 1988.
Η ανακρίβεια ερείδεται στα όσα ανωτέρω ανελέγκτως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και εν προκειμένω υφίστανται την κατά τα ως άνω επιτρεπτή επισκόπηση. Ο ίδιος ο αναιρεσείων δεν παροράται, ότι, κατά την ανάπτυξη του τετάρτου λόγου της αναιρέσεώς του, έχει ως σημείο (μη αμφισβητουμένης εκ μέρους του) αναφοράς το έτος 1988.
IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα και, μετά ταύτα, πρέπει, κατ’ άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλους και τέλος, κατά παραδοχήν αντιστοίχου αιτήματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, (κατ’ άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη αυτής στον ηττώμενο αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-11-2015 αίτηση του Γ. Κ. περί αναιρέσεως της 71/2015 αποφάσεως του (Μονομελούς) Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατικής ‘ Εδρας Κω).
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€). Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ