Supreme Court partially allowed appeal against bank's dismissal of inheritance claim regarding specific monetary amounts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeals filed by the Ministry of Finance and a charitable foundation against the First Instance Court's dismissal of their inheritance claims against Alpha Bank. The appellants argued that the lower court incorrectly rejected specific monetary demands totaling over 3.4 million drachmas and 10,000 euros, while the bank contended the claims were inadmissible. The court ruled that the rejection of these specific amounts was erroneous, necessitating a remand for further proceedings on those particular sums while dismissing other grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must partially allow an appeal when the lower court's rejection of specific monetary claims constitutes a clear error of law, requiring remand for adjudication of those specific amounts while dismissing other inadmissible grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 632 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 632/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Υπουργού Οικονομικών ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπερ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Νικόλαο Μουκαζή, πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Τράπεζας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Χάρμπαλη.
Κοινοποιούμενη προς: Κοινωφελές Ίδρυμα με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Β.
Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον …και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τιμαγένη.
Της αναιρεσίβλητης: Τράπεζας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Χάρμπαλη.
Κοινοποιούμενη προς: Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με α)την από 28-12-2001 αγωγή β)την από 4-9-2002 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση δια των προτάσεων του ήδη α.αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3199/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 270/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες α) με την από 24-3-2010 και β) 29-3-2009 αιτήσεις τους αντίστοιχα.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε α)την από 1-10-2013 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 2ος και 4ος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της από 24-3-2010 αίτησης αναίρεσης. και β) την από 12-10-2013 έκθεσή της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης από 29-3-2009 αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του β αναιρεσείοντος ζήτησε την απόρριψή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη των αιτήσεων και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Η από 29-3-2009 αίτηση του κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "..." και η από 24-3-2010 αίτηση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών -κληροδοσιών και δωρεών), για αναίρεση της 270/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ.).
Με την προσβαλλόμενη 270/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, απορρίφθηκαν οι εφέσεις των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 3199/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και επικυρώθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Συγκεκριμένα, με την Πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκαν: α) η από 28-12-2001 (με αρ. κατ. 11817/2001) αγωγή του ως άνω Κοινωφελούς Ιδρύματος στρεφόμενη κατά της εδρεύουσας στην Αθήνα Τράπεζας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", β) η από 4-9-2002 (με αρ. κατ. 7285/2002) ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση -παρεμπίπτουσα αγωγή της προαναφερομένης Τράπεζας κατά της Μ. Κ. συζ. Ι. Κ. και γ) η ασκηθείσα με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών υπέρ του Κοινωφελούς Ιδρύματος και κατά της παραπάνω Τράπεζας. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558,564,566§1,569 Κ.Πολ.Δ).Είναι συνεπώς παραδεκτές (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
II) Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, με την οποία αποσκοπείται κυρίως η ασφαλής φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 § 1 ΑΚ, έχουν εφαρμογή αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του (ΑΠ 356/2013).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των αρ. 201, 361, 380, 806, 822 εδ. α', 830, 904 και 912 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής" και ειδικότερα των άρθρων 14 παρ. 1,17 παρ. 1 και 23 παρ. 1 αυτού, συνάγονται τα ακόλουθα: Μεταξύ τράπεζας και πελάτη, ο οποίος διατηρεί σ' αυτή λογαριασμό καταθέσεων, είναι δυνατό να συμφωνηθεί ότι ο δεύτερος καταθέτει στην πρώτη επιταγή, την οποία οπισθογραφεί προς είσπραξη, προκειμένου να πιστωθεί με το αντίστοιχο χρηματικό ποσό ο τηρούμενος λογαριασμός.
Στην περίπτωση αυτή, στην οποία η τράπεζα, ως θεματοφύλακας, έχει την εξουσία να χρησιμοποιεί την κατατεθείσα αξία και να ασκεί πάντα τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα, συνιστάται ανώμαλη παρακαταθήκη που τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της είσπραξης, εκ μέρους της τράπεζας από τον τρίτο οφειλέτη, της χρηματικής απαίτησης που ενσωματώνει ο κατατεθείς τίτλος.
Η τράπεζα έχει υποχρέωση να αποδώσει στον πελάτη την αξία της επιταγής μόνο μετά και από την είσπραξη της, οπότε και η πίστωση τού λογαριασμού καταθέσεων γίνεται οριστική, εκτός εάν τα μέρη είχαν συμφωνήσει ότι η καταχώρηση τού ποσού της επιταγής στο λογαριασμό καταθέσεων γίνεται εξ αρχής οριστικά, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν η οπισθογράφηση τού τίτλου γίνεται λόγω προεξόφλησης και όχι λόγω πληρεξουσιότητας (ή απλώς, προς είσπραξη) και το οποίο, ως καταλυτικό ισχυρισμό, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο πελάτης (ΑΠ 42/2000) Στην περίπτωση της ανώμαλης παρακαταθήκης, εάν η είσπραξη του ποσού της επιταγής καταστεί αδύνατη, ακόμη και από γεγονός για το οποίο ο πελάτης, ως οφειλέτης αυτού από την οπισθογράφηση της, δεν έχει ευθύνη, η τράπεζα, ως δανειστής τού ποσού αυτού, όχι μόνο απαλλάσσεται από την υποχρέωση οριστικής πίστωσης τού λογαριασμού με αυτό, αλλά, αν το έχει καταβάλει εν όλω ή εν μέρει προς τον πελάτη, δικαιούται να το αναζητήσει για αιτία μη επακολουθήσασα.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 Ν 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" και 411, 489, 490, 491 και 493 του ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμός και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ1 αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού (Α.Π 1782/2007, ΑΠ 855/2002).
Επί των καταθέσεων σε κοινό λογαριασμό , σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως (α) ότι δύναται να τεθεί ο όρος ότι, με το θάνατο οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο εξ αυτής λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, μέχρι του τελευταίου αυτών, οπότε η κατάθεση περιέρχεται σ' αυτούς ελεύθερη παντός φόρου κληρονομιάς η άλλου τέλους ..." και (β) ότι διάθεση της κατάθεσης με πράξη είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του αποβιώσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της κατάθεσης.
Από τις διατάξεις αυτές, από τις οποίες η πρώτη αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δε χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ1 αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχο τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών, εκτός εάν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν.5638/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως η κατάθεση και ο απ' αυτή λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο, ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (Α.Π. 1782/2007, Α.Π. 1357/2007).
Αυτός που επικαλείται την πιο πάνω εξαίρεση της ύπαρξης του προσθέτου όρου του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, που αποτελεί ένσταση, φέρει και το βάρος της απόδειξης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.
Η παραβίαση όμως ενοχικής σύμβασης εκ μέρους κάποιου από τους συμβαλλομένους και όταν αυτή γίνεται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτού ή των προσώπων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των από τη σύμβαση υποχρεώσεων του, δεν συνιστά, αυτή καθ' εαυτή, αδικοπραξία με την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ και δεν γεννά, πέρα από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση, και αξίωση αποζημίωσης αυτού κατά τις άνω διατάξεις, εκτός εάν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάσθηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο υπό του δικαίου και δη υπό των άνω άρθρων επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια (Ολ.
ΑΠ 967/1973). Εξάλλου, ο εκ του αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, διότι το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Ο δε του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώραν ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.
Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (Α.Π. 879/2004).
Ill) Στην υπό κρίση περίπτωση, το ενάγον και ήδη αναιρεσείον ίδρυμα ιστορούσε στο από 28-12-2001 αγωγικό του δικόγραφο τα ακόλουθα: "Την 21-12-1992 απεβίωσε ο Β. Μ. ... ο οποίος κατέλειπε την από …/4/1992 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία Δυνάμει της ως άνω διαθήκης όρισε να συσταθεί κοινωφελές ίδρυμα μετά το θάνατο του στο οποίο κατέλειπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του.
Πράγματι δυνάμει του από 17-5-1996 Προεδρικού Διατάγματος που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ... συστάθηκε το "...".... Περαιτέρω.... εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 165/1998 κληρονομητήριο από το οποίο προκύπτει ότι μοναδικός κληρονόμος του αποβιώσαντος Β. Μ. είναι εκ διαθήκης το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα. Από τα στοιχεία τα οποία συνελέγησαν μετά το θάνατο του...
προέκυψε ότι ήταν δικαιούχος του δραχμικού λογαριασμού με αριθμό ... που τηρούνταν στο υποκατάστημα της εναγομένης τράπεζας στον … στην οδό …αρ. … Το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον ως άνω λογαριασμό την ημέρα του θανάτου του .. ήταν δραχμές 1.055.854. Μόλις πληροφορηθήκαμε την ύπαρξη του λογαριασμού ήρθαμε σε επαφή με το ανωτέρω υποκατάστημα ...
προκειμένου να γνωστοποιήσουμε στην εναγομένη Τράπεζα ότι το ενάγον ίδρυμα κατέστη κληρονόμος του αποβιώσαντος και προκειμένου να μάθουμε περισσότερα σχετικά με το λογαριασμό ώστε να προβούμε στις απαραίτητες ενέργειες για να αναλάβουμε τον έλεγχο αυτού. Η εναγομένη Τράπεζα ζήτησε ..να υποβάλλουμε τα απαραίτητα έγγραφα από τα οποία αποδεικνυόταν η ιδιότητα μας ως κληρονόμου ...
υποβάλαμε στα κεντρικά γραφεία αυτής και συγκεκριμένα στη Δικαστική Υπηρεσία της Τραπέζης στην Αθήνα επί της οδού Σταδίου αρ. 40 την από 21.4.1999 επιστολή... και ζητήσαμε μετ' έλεγχο των ανωτέρω εγγράφων να ενεργηθούν τα δέοντα για την αλλαγή του δικαιούχου ώστε ο εν λόγω λογαριασμός να τηρείται στο όνομα του Ιδρύματος εφεξής.
Σε επανειλημμένες επισκέψεις εκπροσώπων μας τόσο στο κατάστημα Σ. 65 όσο και στη Δικαστική Υπηρεσία της εναγομένης μας διαβεβαίωναν οι εκπρόσωποι της εναγομένης προφορικά ότι τα νομιμοποιητικά έγγραφα ηλέγχθησαν από τη νομική υπηρεσία και ευρέθησαν σε πλήρη τάξη και ο λογαριασμός λειτουργούσε πλέον στο όνομα του ιδρύματος.
Μάλιστα η εναγομένη άρχισε να δέχεται από ημάς καταθέσεις μετρητών και επιταγών εκδοθεισών σε διαταγή του Ιδρύματος. Έτσι: (α) Την 29.6.1999 κατετέθη η από 10.6.1999 (υπ' αριθ. ...) επιταγή της Εθνικής Τραπέζης εκδόσεως ΙΚΑ Πειραιώς υπέρ του Ιδρύματος δια ποσό δραχμών 215.378. (β) Την 29.6.1999 κατατέθηκε η από 7.7.1992 (υπ' αριθ. ...) επιταγή (εκδόσεως) της Barclays Bank Pic, κατάστημα Πειραιώς υπέρ Β.
Μ. για ποσό Δολλ. ΗΠΑ 10.000 το δραχμικό ισόποσο της οποίας ήταν 3.087.981 (μετά την αφαίρεση προμηθειών, κλπ. της Τραπέζης). Το ποσό όμως αυτής της επιταγής δεν επιστώθη τελικά στο λογαριασμό όπως εξηγείται κατωτέρω στην παράγραφο 18. (γ) Την 15.11.1999 κατετέθη η από 22.9.1999 (υπ' αριθ. 1845) επιταγή της Τραπέζης Texas Commerce Bank εκδόσεως του Ελληνικού Προξενείου στο Χιούστον του Τέξας υπέρ του Ιδρύματος δια Δολλ.
ΗΠΑ 8.341,14 το δραχμικό ισόποσο της οποίας ήταν δρχ. 2.612.086. (δ) Την 30.3.2000 κατετέθησαν Δραχμές 628.200 που προήρχοντο από πώληση κινητών του αποβιώσαντος (μετά από πλειστηριασμό που έγινε με την εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών). Συνολικά: (Ι) Υπήρχε κατατεθειμένο στον επίμαχο λογαριασμό στις 31.12.1992 (ήτοι κατά το χρόνο του θανάτου του Β.
Μ.) το ποσό των δραχμών 1.148.066 (σύμφωνα με το από 7.1.1993 αντίγραφο λογαριασμού). II) Το πιο πάνω υπόλοιπο μετά των τόκων ανήρχετο στις 31.12.1998 (σύμφωνα με το αντίγραφο λογαριασμού ημερομηνίας 5.1.1999) σε δραχμές 2.316.873. Ill) Μετά τις πιο πάνω καταθέσεις ... μετρητών και επιταγών συνολικού ποσού 3.455.664, στις οποίες προέβη το Ίδρυμα, το υπόλοιπο του λογαριασμού μετά των πιστωτικών τόκων ανήρχετο στις 31.5.2000 σε δραχμές 5.886.603 (σύμφωνα με το από 2.6.2000 αντίγραφο λογαριασμού Επειδή όμως τα μηνιαία αντίγραφα λογαριασμών εξακολουθούσαν να αναγράφουν το όνομα Μ.
Β. και να στέλνονται στη διεύθυνση του θανόντος οχλούσαμε διαρκώς την εναγομένη για την τακτοποίηση και αυτής της τυπικής εκκρεμότητας, όπως πιστεύαμε και όπως από όλη τη συμπεριφορά των εκπροσώπων της άφηνε να εννοηθεί. Αιφνιδίως όμως κατά Ιούλιο 2000 μόλις λάβαμε το αντίγραφο του λογαριασμού με ημερομηνία 14-7-2000..
διαπιστώσαμε ότι ενώ το αρχικό υπόλοιπο (δηλαδή την 1-6-2000) ήταν 5.886.603 (το οποίο .. προήρχετο κατά το μεγαλύτερο μέρος του από καταθέσεις του ιδρύματος και αυξηθέντες τόκους), κατά το διάστημα από 14-6-2000 μέχρι 31-7-2000 κάποιος είχε αποσύρει σταδιακά 5.800.000...και το υπόλοιπο του λογαριασμού μαζί με τους πιστωτικούς τόκους ανήρχετο στις 30.6.2000 σε δρχ. 241.209.
Περαιτέρω δε την 13-7-2000 έγινε ανάληψη και του υπολοίπου εκ δρχ. 240.000 αφήνοντας έτσι ένα υπόλοιπο την 13.7.2000 δρχ. 1.209 ... σήμερα δε το υπόλοιπο αυτό ανέρχεται σε δρχ. 2, ήτοι σε Ευρώ 0,01.... Ήτοι συνολικά ανελήφθη από κάποιον τρίτο ... το συνολικό ποσό των δρχ. 6.040.000. Σε άμεση επικοινωνία και διαμαρτυρία στο κατάστημα της εναγομένης Σ. 65, η εναγομένη δια των εκπροσώπων της μας εδήλωσε αρχικά ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός με κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο και ανέλαβε τα ποσά ενώ στη συνέχεια αρνήθηκαν να δώσουν άλλες εξηγήσεις ή πληροφορίες...
ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή από την όλη συμπεριφορά των εκπροσώπων της Τράπεζας , από την αποδοχή των επιταγών αλλά και από τις μηνιαίες έγγραφες ενημερώσεις...δεν μπορούσε αντικειμενικά να συναχθεί οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το ότι ο αποβιώσας και μετέπειτα το ενάγον κοινωφελές Ίδρυμα ήταν μοναδικός δικαιούχος του λογαριασμού....Αν ο λογαριασμός ήταν πράγματι κοινός ....
έπρεπε ευθύς εξ αρχής να είχαμε ενημερωθεί ότι το Ίδρυμα ως κληρονόμος του Β. Μ. δεν μπορούσε να είναι δικαιούχος του λογαριασμού...και θα έπρεπε να είχαν επιστραφεί τα νομιμοποιητικά έγγραφα και να μη δεχόταν καταθέσεις επιταγών του Ιδρύματος... Πλην όμως η εναγομένη και οι προστηθέντες υπάλληλοι, της, ούτε...
ενημέρωσαν ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός..., (στην ουσία., παρέστησαν ψευδή γεγονότα ως αληθή άλλως απέκρυψαν αληθή γεγονότα)...
Συνεπώς από βαρύτατη αμέλεια (αν όχι από δόλο συνιστάμενο στη συνεννόηση εν γνώσει τους με τον "έτερο δικαιούχο" για να μας προκαλέσουν ζημία) κάποιων υπαλλήλων της εναγομένης, αλλά και από βαρύτατη αμέλεια ιδική της και της διοικήσεως της, συνισταμένη στην κακή οργάνωση της (αντίγραφα λογαριασμών από τα οποία δεν προκύπτει αν ένας λογαριασμός είναι κοινός ή όχι, ελλείψει οδηγιών ή εγκυκλίων προς τα καταστήματά της για την αντιμετώπιση θανάτου πελατών , κλπ.) η εναγομένη μας προκάλεσε ζημία 6.040.000 δρχ (που αποτελεί το κεφάλαιο της ανάληψης) με το να επιτρέψει να αναληφθεί το ως άνω υπόλοιπο του επίμαχου λογαριασμού από "δήθεν" συνδικαιούχο σχετικά με τον οποίο ουδέν έγγραφο προσεκόμισε.
Τα βαρύτατα σφάλματα της εναγομένης είναι προφανή .... Διότι είτε α) ο λογαριασμός ήταν κοινός οπότε έπρεπε να είχαμε προειδοποιηθεί και ενημερωθεί .... Και να μη δεχόταν κατάθεση επιταγών υπέρ του Ιδρύματος, είτε β) δεν ήταν κοινός οπότε παρανόμως επετράπη η ανάληψη από τρίτον...". Στη συνέχεια εξέθετε στην αγωγή:
Ότι εκτός από τις προφορικές και τηλεφωνικές διαμαρτυρίες απέστειλε στην εναγομένη την από 2-10-2000 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία στην οποία μεταξύ άλλων ζητούσε την καταβολή του παραπάνω ποσού αλλά η εναγομένη δεν απάντησε, ότι, από τις κατατεθείσες επιταγές, εκείνη με αριθμό ... της Barclays Bank Pic. εκδόσεως καταστήματος Πειραιώς, ενώ εμφανίζεται ότι πιστώθηκε στο λογαριασμό την 29-6-1999 κατά το δραχμικό της ισόποσο, (ήτοι δρχ. 3.087.981) όπως προκύπτει από το από 29-6-1999 δελτίο καταθέσεως στη συνέχεια, στην κίνηση του λογαριασμού δεν εμφανίζεται να έχει κατατεθεί καθόλου η επιταγή αυτή, όμως ο λογαριασμός εμφανίζεται να χρεώνεται στις 26-7-1999 με ένα ποσό δρχ 5.150 ως "Έξοδα απλήρωτης επιταγής".
Επίσης στις 26-6-1999 εμφανίζεται εγγραφή "Κινήσεις τραπέζης με χρεωστικό αποτέλεσμα 56.597" ότι και οι δύο εγγραφές δεν έχουν γίνει στην κανονική τους χρονολογική σειρά αλλά μετά τις 30-6-1999 και ότι εξ αυτού συνάγεται ότι λόγω της παρόδου χρόνου η επιταγή επεστράφη απλήρωτη. Ότι η εναγομένη είναι σαφές ότι αλλοίωσε τα στοιχεία της, αφού κατά την πάγια τραπεζική πρακτική όφειλε να πιστώσει το λογαριασμό με το ποσό της επιταγής κατά το χρόνο της καταθέσεώς της και αφετέρου να τον χρεώσει ισόποσα όταν τυχόν επέστρεφε η επιταγή απλήρωτη, ότι αρνήθηκε να δώσει το πρωτότυπο της επιταγής και καταλήγει ότι "για το λόγο αυτό νόμιμη συντρέχει περίπτωση να καταδικασθεί η εναγομένη να της παραδώσει το πρωτότυπο της επιταγής αυτής άλλως να την αποζημιώσει με το δραχμικό ισόποσο της επιταγής" καθώς και ότι" από τις πιο πάνω αντισυμβατικές, παράνομες και υπαίτιες πράξεις της η εναγομένη προκάλεσε την ανωτέρω ζημία.
Ειδικότερα ενώ εδέχετο την κατάθεση των πιο πάνω επιταγών και μετρητών ως θεματοφύλακας αρνείται να αποδώσει τα ανήκοντα στο Ίδρυμα χρηματικά ποσά και το πρωτότυπο της επιστραφείσας επιταγής και πρέπει να καταδικασθεί να πράξει τούτο άλλως να καταβάλει ισόποση αποζημίωση. Ότι οι πράξεις της συνιστούν και αδίκημα.
Ζήτησε δε να καταδικασθεί η εναγομένη να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των δρχ 6.040.000 άλλως 17.725,60 ευρώ νομιμοτόκως ως και να αποδώσει το πρωτότυπο της άνω επιταγής άλλως να καταβάλει ως αποζημίωση το δραχμικό ισόποσο της, με το νόμιμο τόκο.
IV) Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το ενάγον κοινωφελές ίδρυμα διατείνεται ότι η ένδικη... αγωγή του, με το ως άνω εκτιθέμενο περιεχόμενο της ερείδεται κυρίως μεν στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, καθόσον αυτή δεχόταν ως "θεματοφύλακας" τις καταθέσεις των παραπάνω επιταγών και μετρητών τούτου (ενάγοντος), επικουρικώς δε στην από μέρους της (εναγομένης) τελεσθείσα αδικοπραξία σε βάρος εκείνου.
Όμως το Δικαστήριο τούτο καταλήγει στην κρίση με βάση και τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά ότι η κύρια βάση της ένδικης αγωγής θεμελιώνεται στο γεγονός ότι το ενάγον, επικαλούμενο ότι τυγχάνει μοναδικός κληρονόμος του Β. Θ. Μ., είναι και ο αποκλειστικός δικαιούχος του επιδίκου λογαριασμού ως και των πιο πάνω αιτουμένων ποσών.
Άλλωστε, το ενάγον δεν αναφέρει στην κρινόμενη αγωγή του συγκεκριμένη κατάρτιση συμβάσεως μεταξύ τούτου και της εναγομένης Τράπεζας για τη σύσταση και λειτουργία συγκεκριμένου Τραπεζικού λογαριασμού επ' ονόματι εκείνου (ενάγοντος). Επί πλέον, όπως προαναφέρθηκε, το ενάγον γνώριζε, τουλάχιστον από το μήνα Ιούλιο 2000 (δηλαδή "17" μήνες πριν από την κατάθεση της υπό κρίση αγωγής του), ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν "κοινός" (λογαριασμός).
Επομένως, ενόψει μάλιστα και των όσων εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου, εφόσον η εναγομένη Τράπεζα δεν νομιμοποιείται παθητικώς, όσον αφορά την κρινόμενη αγωγή, κατά την αμέσως προηγούμενη κυρία βάση της, πρέπει αυτή (κυρία βάση της ένδικης αγωγής) να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της (Τράπεζας).
Περαιτέρω, η επικουρική βάση της ίδιας αγωγής που ερείδεται στην επικαλούμενη αδικοπραξία της εναγομένης, τυγχάνει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου, αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, το ενάγον δεν επικαλείται με ακρίβεια τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που συγκροτούν την τυχόν τελεσθείσα, από την εναγομένη, σε βάρος του (ενάγοντος) αδικοπραξία, δηλαδή δεν εκθέτει σ' αυτήν (αγωγή) ι) "πότε" και "ποια" φυσικά πρόσωπα, που εκπροσωπούσαν νομίμως ή όχι το ενάγον, ήλθαν σε επικοινωνία με την εναγομένη και με "ποίους" συγκεκριμένους υπαλλήλους της και "πότε" οι τελευταίοι διαβεβαίωσαν ψευδώς εκείνο (ενάγον) ότι ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός λειτουργούσε μόνο στο όνομα τούτου (ενάγοντος), και ιι) "πώς" το ενάγον κοινωφελές ίδρυμα πείστηκε στις αμέσως προηγούμενες διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας, αφού το ίδιο αναφέρει ότι, τουλάχιστον μέχρι και το μήνα Ιούλιο του έτους 2000, όταν πληροφορήθηκε τις προαναφερόμενες αναλήψεις από τον επίδικο λογαριασμό, το μηνιαίο αντίγραφο τούτου (λογαριασμού) ανέγραφε ως δικαιούχο τον παραπάνω θανόντα κληρονομούμενο (Β.
Μ. του Θ.), ενώ επίσης αποστελλόταν αυτό στη διεύθυνση της "εν ζωή" κατοικίας του τελευταίου (κληρονομουμένου). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση του, δέχτηκε τα ίδια ... δεν έσφαλε, αλλ' ορθώς εφήρμοσε το νόμο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται .... με λόγους έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
V) Υπό τις ως άνω παραδοχές και όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής το Εφετείο, ενώ αρχικά, ορθά εκτιμώντας το δικόγραφο της αγωγής, καταλήγει ότι, με βάση τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, το ενάγον ζητεί, ως μοναδικός κληρονόμος του Β. Θ.. Μ. και άρα ως αποκλειστικός δικαιούχος του επιδίκου λογαριασμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη Τράπεζα να του αποδώσει το ποσό των 6.040.000 δρχ.
και ήδη 17.725,60 ευρώ, που αποτελεί το σύνολο των κατατεθειμένων σ' αυτόν ποσών, στη συνέχεια, και σε αντίθεση με όσα δέχεται παραπάνω, αντί να προχωρήσει στην νομική ή ουσιαστική έρευνα της βάσης αυτής της αγωγής, απορρίπτει αυτήν για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, με την αιτιολογία ότι, εφόσον το ενάγον γνώριζε πριν από την κατάθεση της υπό κρίση αγωγής του, ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν "κοινός" και όχι ατομικός του διαθέτη δεν νομιμοποιείται παθητικά να στραφεί κατά της εναγομένης Τράπεζας (όσον αφορά την κυρία βάση της αγωγής).
Έτσι όμως κρίνοντας το Εφετείο, δηλαδή με το να απορρίψει ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης την κυρία βάση της αγωγής, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι το ενάγον, σύμφωνα με τα επικαλούμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά, ενομιμοποιείτο να στραφεί κατά της εναγομένης Τράπεζας, εφόσον ισχυριζόταν ότι ο λογαριασμός ήταν ατομικός του διαθέτη και ήταν ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του.
Το Εφετείο, επομένως, έπρεπε να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη τη βάση αυτή της αγωγής και να την εξετάσει κατ' ουσίαν. Το αν τελικά επρόκειτο για ατομικό του διαθέτη ή κοινό με άλλον συνδικαιούχο τραπεζικό λογαριασμό ήταν θέμα απόδειξης. Το ότι δε το ενάγον Ίδρυμα στην αγωγή του και προφανώς για να στηρίξει την επικουρική βάση της αγωγής του αναφέρει ότι ενημερώθηκε αργότερα από την Τράπεζα ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός, δεν σημαίνει και ότι δέχεται αυτό ως αληθές , δεδομένου ότι το αμφισβητεί κατά τα εκτιθέμενα και πάλι στην αγωγή του.
Συνεπώς, ο 5ος λόγος της από 29-3-2009 αίτησης αναίρεσης και ο 3ος λόγος της από 24-3-2010 αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, κατ' ορθή εκτίμηση των λόγων αυτών, παραπονούνται για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης πρέπει να γίνουν δεκτοί. Οι λόγοι δε αυτοί αναίρεσης ερευνώνται από τον Άρειο Πάγο, έστω και αν από τους αναιρεσείοντες γίνεται εσφαλμένως επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 8 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος υπάγει αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 127/2006).
VI) Όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής τη στηριζόμενη στην αδικοπραξία το Εφετείο δέχθηκε , κατά τα ως άνω ότι είναι απορριπτέα ως αόριστη. Έτσι όμως κρίνοντας παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτούνται για τη θεμελίωση της νομικής βασιμότητας αυτής.
Ειδικότερα, για το ορισμένο της αγωγής που στηρίζεται στην αδικοπραξία, εφόσον το ενάγον κοινωφελές ίδρυμα επικαλείται ευθύνη της εναγομένης Τράπεζας από σχέση πρόστησης, αρκεί να αναφέρεται η ιδιότητα των προστηθέντων από αυτή ως υπαλλήλων της καθώς και ότι ενήργησαν παρανόμως και υπαιτίως εντός του πλαισίου των ανατεθειμένων σ' αυτούς καθηκόντων ή επ' ευκαιρία ή επ' αφορμή αυτών και δεν απαιτείται να αναφέρονται ονομαστικά ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι της Τράπεζας με τους οποίους ήλθε σε επαφή το ενάγον.
Ανεξαρτήτως όμως αυτού, την ερειδόμενη στην αδικοπραξία βάση της αγωγής, το ενάγον τη στηρίζει όχι μόνο σε αναληθείς διαβεβαιώσεις των προστηθεντων υπαλλήλων της Τραπέζης (ώστε να απαιτείται να κατονομαστούν αυτοί) αλλά και: α) στο γεγονός ότι στα ενημερωτικά έγγραφα που έστελνε η εναγομένη Τράπεζα ο επίδικος λογαριασμός φαινόταν ότι ήταν ατομικός, αφού αναφερόταν μόνο το όνομα του αποβιώσαντος και ουδεμία μνεία γινόταν για "κοινό λογαριασμό" και β) στο γεγονός ότι, μολονότι το ενάγον δεν είχε ενημερωθεί για την ύπαρξη συνδικαιούχου, ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε με την αξία των αναφερομένων στην αγωγή επιταγών, η είσπραξη των οποίων είχε γίνει υπέρ του ενάγοντος κοινωφελούς ιδρύματος, όπως και με χρηματικά ποσά, που το ίδρυμα απέκτησε από την πώληση κληρονομιαίων αντικειμένων (τα οποία του ανήκαν ως μόνου κληρονόμου του αποβιώσαντος), με συνέπεια την πρόκληση ζημίας στο ίδρυμα ίσης με το ποσό των εισπραχθεισών ως άνω επιταγών και του τιμήματος από την πώληση των κληρονομιαίων αντικειμένων, συνολικού ύψους 3.455.664 δρχ.
και ήδη 10.141,35 ευρώ, με τους οφειλόμενους τόκους των ποσών αυτών.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της από 24-3-2010 αίτησης αναίρεσης και ο έκτος λόγος της από 29-3-2009 αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ, παραπονούνται για την απόρριψη ως αόριστης της βάσης αυτής της αγωγής ως προς το αιτούμενο ποσό των 3.455.664 δρχ. και ήδη 10.141,35 ευρώ, μετά των οφειλομένων τόκων, πρέπει να γίνουν δεκτοί VII) Έγγραφα δεκτικά παραμόρφωσης δημιουργικής λόγου αναίρεσης είναι, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, μόνο αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικό μέσο από τα άρθρα 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, ενώ δεν είναι τα διαδικαστικά με την έννοια της συγκεκριμένης δικονομικής τους χρήσης. Επομένως, ο έβδομος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχόμενου της ένδικης αγωγής και της έφεσης σχετικά με το αίτημα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος της απόδοσης σ' αυτό από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη του πρωτοτύπου της με αρ. .../7-7-1992 επιταγής της τράπεζας Barclays Bank, είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν πρόκειται για έγγραφα με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.
ώστε να ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1323/1991). Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή ως προς την κύρια και την επικουρική (περί αδικοπραξίας) βάσεις της, αλλά ως προς την τελευταία μόνο κατά το μέρος που ζητείται το ποσό των 3.455.664 δρχ. και ήδη 10.141,35 ευρώ, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι αναφέρονται στις αναιρεθείσες ως άνω βάσεις της αγωγής.
Να παραπεμφθεί δε στη συνέχεια η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά όμως έξοδα του αναιρεσείοντος της από 24-3-2010 αίτησης αναίρεσης θα είναι μειωμένα κατ' άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει (κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό) την 270/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τον αναιρεσείοντα της από 24-3-2010 αίτησης αναίρεσης και στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για το αναιρεσείον της από 29-3-2009 αίτησης αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ