Legislator Case Law & Legislation
632/2012 AI generated

632/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 632/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

632/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 36/1988, ΑΠ. 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 632 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 632/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χιώλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Η. συζ. Β. Χ., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αντζελίνα Κουτσόγερα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Οκτωβρίου 2004 κοινή αίτηση των διαδίκων, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5.548/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 172/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση, κατά τη σημερινή δικάσιμο, με την από 16 Μαΐου 2011 κλήση του αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 21 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.

ΑΠ 36/1988, ΑΠ. 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1441 παρ. 1 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την διαμόρφωσή του με το Ν. 1329/1983, όταν οι σύζυγοι συμφωνούν για το διαζύγιο μπορούν να το ζητήσουν με κοινή αίτησή τους που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (συναινετικό διαζύγιο). Για να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο, πρέπει ο γάμος να έχει διαρκέσει τουλάχιστον ένα χρόνο πριν από την κατάθεση της αιτήσεως και η συμφωνία των συζύγων να δηλωθεί στο δικαστήριο αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο, σε δύο συνεδριάσεις που θα απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έξι (6) μήνες.

Η λύση του γάμου επέρχεται και στην περίπτωση αυτή με δικαστική (διαπλαστική) απόφαση (άρθρα 1438 Α.Κ, 613 ΚΠολΔ), που δεν επικυρώνει απλώς την περί λύσεως του γάμου συμφωνία των συζύγων. Η θέληση των συζύγων για λύση του γάμου τους πρέπει να είναι ώριμη, σταθερή και ανεπηρέαστη, απαλλαγμένη δε από ελαττώματα (πλάνη, απάτη, απειλή), των οποίων η προβολή μπορεί να γίνει στα πλαίσια της δίκης διαζυγίου, δηλαδή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η σχετική απόφαση.

Η ως άνω οριστική απόφαση που απαγγέλει το συναινετικό διαζύγιο, πριν γίνει αμετάκλητη, μπορεί να ανατραπεί με νομότυπη και εμπρόθεσμη έφεση του ενός των συζύγων, με την οποία σύμφωνα και με τα άρθρα 761 και 765 του ΚΠολΔ μπορεί να επικαλεσθεί αυτός ότι η θέλησή του που εκφράσθηκε πρωτόδικα για τη λύση του γάμου τους από κοινού μετά του εφεσιβλήτου, άλλου συζύγου, ήταν ελαττωματική λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής (άρθρα 144, 147, 150 Α.Κ) ή εικονική (άρθρο 138 ΑΚ) και άρα όχι ελεύθερη, σοβαρή και πραγματική. (Α.Π 1666/1997).

Όταν η δήλωση της θελήσεως περί λύσεως του γάμου, που προκλήθηκε από πλάνη, που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεώς του, στα οποία καταλέγονται οι σκέψεις και οι παραστάσεις περί διαφόρων μελλοντικών προσδοκιών και ωφελειών αυτού που έκανε τη δήλωση, τότε κατά το άρθρο 143 ΑΚ, η πλάνη δεν είναι ουσιώδης.

Αν όμως τα παραγωγικά αυτά αίτια τέθηκαν ως αίρεση ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν βάση ή προϋπόθεση αυτής, κατά τη θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τα άρθρα 281 και 282 ΑΚ, η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης και δικαιολογείται ακύρωση της δικαιοπραξίας (Ολομ.ΑΠ 35/1998, 5/1990).

Για την εν λόγω ακύρωση πρέπει η απατηλή συμπεριφορά του άλλου να υπάρχει κατά το χρόνο δηλώσεως της βουλήσεως και να ήταν η αιτία της εκφρασθείσης βουλήσεως του πλανηθέντος, δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ τους. Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, ΑΠ 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών, με την έφεσή του, όπως εκτίμησε αυτή και το Εφετείο, εκθέτει, κατά τα ενδιαφέροντα σημεία τα εξής: Ότι τέλεσε νόμιμο γάμο με την εφεσίβλητη την 6/6/2003 και ότι κατόπιν κοινής αιτήσεώς τους με αυτή για έκδοση συναινετικού διαζυγίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποβληθείσα και συζητηθείσα για πρώτη την 22/10/2004 και εν συνεχεία (συζητηθείσα) για δεύτερη φορά την 10/11/2005, εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αρ. 527/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία λύθηκε ο γάμος τους με συναινετικό διαζύγιο, πλην η δήλωση της βουλήσεώς του για λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο και στις δύο ως άνω συζητήσεις είναι ελαττωματική και ακυρώσιμη.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη πριν την υποβολή της ανωτέρω κοινής αιτήσεως περί λύσεως του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο είχε καταθέσει την από 8/12/2003 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την λύση του γάμου της με υπαιτιότητα δική του, συνεπεία της εκτιθεμένης συμπεριφοράς, η οποία αναλύεται στο εν λόγω δικόγραφο ως προικοθηρική, υβριστική, μειωτική, η οποία ουδέποτε συζητήθηκε και ακολούθως όλα αυτά τα αναγραφόμενα περιστατικά τα συμπεριέλαβε και στην υπό αυτή ημερομηνία (8/12/2003) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την παροχή εγγυοδοσίας εκ μέρους του προς κάλυψη της υποχρεώσεώς του προς εξόφληση του αναφερομένου χρέους του προς την Τράπεζα Κύπρου, για το οποίο αυτή (αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη) έχει παραχωρήσει υπέρ της ανωτέρω Τράπεζας εγγύηση και προσημείωση επί του περιγραφομένου ακινήτου της.

Ότι το Μάϊο του 2004 άρχισαν να συμβιώνουν και πάλι σε μία προσπάθεια διασώσεως του γάμου τους. Ότι μετά την επιστροφή τους από τις θερινές διακοπές του ιδίου έτους (2004) άρχισαν και πάλι να δημιουργούνται εντάσεις και προβλήματα και μετά ταύτα συμφώνησαν να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία εκδόσεως συναινετικού διαζυγίου και περαιτέρω συμφώνησαν να της εκχωρήσει τις απαιτήσεις της εταιρείας του κατά του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., ισόποσης αξίας όσον το υπόλοιπο της οφειλής της εταιρείας του προς την Τράπεζα Κύπρου, υπέρ της οποίας είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου της εφεσίβλητης και τέλος συμφώνησαν την παράδοση σε αυτόν, κατά την ημέρα παραιτήσεώς τους από τα ένδικα μέσα κατά της εν λόγω αποφάσεως περί συναινετικού διαζυγίου, αντίστοιχων παραιτήσεων αυτής από τα ανωτέρω δύο δικόγραφα (αγωγής διαζυγίου - αιτήσεως εγγυοδοσίας).

Ότι η παραίτηση της εφεσίβλητης από τα άνω δικόγραφα ήταν θεμελιώδους σημασίας γι' αυτόν, διότι έτσι θα αποκαθίστατο η προσωπική του αξιοπρέπεια και η επιχειρηματική του φήμη. Ότι, ενώ αυτός αμέσως μετά την άνω πρώτη συζήτηση της κοινής ως άνω αιτήσεώς τους, της εξεχώρησε τις προαναφερθείσες οικονομικές απαιτήσεις του, η εφεσίβλητη υπαναχώρησε των συμφωνιών και δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα στις εν λόγω παραιτήσεις.

Με βάση τα ανωτέρω, ισχυρίζεται ότι οι ως άνω δηλώσεις για την έκδοση του συναινετικού διαζυγίου τους είναι ακυρώσιμες, γιατί έγιναν εξ αιτίας των απατηλών διαβεβαιώσεων της εφεσίβλητης, ότι θα παραιτείτο αυτή των προαναφερομένων δικογράφων. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη με δόλο δημιούργησε σε αυτόν την πεπλανημένη παράσταση ότι την ημέρα της παραιτήσεώς του από τα ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως του συναινετικού διαζυγίου, θα παραιτείτο και η ίδια από τα πιο πάνω δικόγραφά της εναντίον του (αγωγής διαζυγίου - αιτήσεως εγγυοδοσίας), οι διαβεβαιώσεις δε αυτές αποτέλεσαν θεμέλιο για τις δηλώσεις συναινετικής λύσης του γάμου τους.

Ενόψει όλων των ανωτέρω το Εφετείο έκρινε ότι ο μοναδικός λόγος της εφέσεως, βάσει του οποίου επιδιώκεται η ανατροπή της εκκαλουμένης αποφάσεως που έλυσε συναινετικά τα γάμο των διαδίκων, για το λόγο ότι η παρασχεθείσα εκ μέρους του συναίνεση για λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο ήταν αποτέλεσμα των εκ προθέσεως, από την εφεσίβλητη, παρασχεθεισών σε αυτόν παραπειστικών διαβεβαιώσεών της σχετικά με τις παραιτήσεις της από τα σχετικά δικόγραφά της, προκειμένου αυτός να συμπράξει στη συναινετική λύση του γάμου, είναι νόμιμος, καθ' όσον αναφέρεται στην παραπειστική διαβεβαίωση της εφεσίβλητης περί παραιτήσεώς της από τα ως άνω δικόγραφά της, ως αιτίας για τη συμφωνία του εκκαλούντος στη λύση του γάμου, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 147 Α.Κ.

και ότι τα περιστατικά αυτά, αναγόμενα στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, στερούνται έννομης σημασίας ως λόγος πλάνης (άρθρο 143 Α.Κ). Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ανελέγκτως ότι από τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, συνεπεία απάτης της εφεσίβλητης, ήχθη σε δήλωση βουλήσεως περί λύσεως του μεταξύ τους γάμου με συναινετικό διαζύγιο, λόγω πλάνης του περί τα παραγωγικά αίτια, και απέρριψε την έφεση.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 147 και 143 ΑΚ), τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφήρμοσε και εκείνης που δεν εφήρμοσε, ενώ έχει επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του εκκαλούντος περί πλάνης ως προς το περιεχόμενο της βουλήσεώς του και τον απέρριψε. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 2191/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του αφού συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και τα τυχόν συναγόμενα από αυτά τεκμήρια, αφού μάλιστα δεν γίνεται στην απόφασή του ούτε νύξη περί αποκλεισμού αυτών.

Επομένως, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 189 παρ.2 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2009 αίτηση του Β. Α. Χ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 5548/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ