Supreme Court dismisses appeal in motorcycle accident case where plaintiff's failure to wear a helmet contributed to injuries.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in a motorcycle accident case. The appellant argued that the lower court erred by considering the appellant's failure to wear a helmet as a factor reducing damages, claiming this was not raised during the appeal. The court ruled that the Court of Appeal correctly applied the law of contributory negligence to reduce the awarded compensation based on the appellant's 40% contribution to the injury. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552 and 553 of the Code of Civil Procedure; Article 300 of the Civil Code: When a plaintiff's own fault contributes to the extent of their injury, the court of first instance may reduce the awarded damages proportionally, and an appellate court may consider such facts if they were properly raised in the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 632 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 632/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσακίρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26/9/2005 και 31/7/2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/3/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 8/2/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση πέρασε και από τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία, ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον τούτο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 169/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, είναι απαράδεκτη, εφόσον, κατόπιν εφέσεων των διαδίκων, εκδόθηκε, μετά από εξέταση της ουσίας, η προσβαλλόμενη 67/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και δέχτηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων.
ΙI. Από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς, και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση του ατυχήματος ή στην έκταση της σωματικής του βλάβης, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Η παράλειψη του παθόντος, οδηγού μοτοποδηλάτου, να φοράει κράνος, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις του άρθρου 101 παρ. 2 του Ν. 2696/1999, (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας), θεμελιώνει συντρέχον αυτού πταίσμα, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις προκληθείσες σωματικές κακώσεις του. Στην παραπάνω περίπτωση, το δικαστήριο καθορίζει το ύψος του ποσοστού της συνυπαιτιότητας του οδηγού του μοτοποδηλάτου στην έκταση της σωματικής του βλάβης.
Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση ή στην έκταση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1253/2007, 2043/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου.
Εξάλλου, σε περίπτωση ζημίας από οικείο πταίσμα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογιών "όταν το δικαστήριο της ουσίας σαφώς αναφέρει πόσο το οικείο πταίσμα συνετέλεσε στη ζημία (ΑΠ 946/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 24-2-2005 και περί ώρα 19.45', ο ανήλικος τότε ενάγων, (γεν.
στις 4-10-1988), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, εκινείτο στην οδό ..., με κατεύθυνση προς την οδό .... Την ίδια στιγμή και στον ίδιο πιο πάνω δρόμο, με αντίθετη όμως κατεύθυνση, δηλαδή προς ..., εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.
Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στο σημείο όπου ο πιο πάνω δρόμος διασταυρώνεται με την οδό Δημοκρατίας, επιχείρησε να στρίψει αριστερά, με σκοπό να εισέλθει στην τελευταία αυτή οδό. Έτσι κινούμενος όμως παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην πορεία του μοτοποδηλάτου του ενάγοντος, που και αυτός είχε φθάσει στην ίδια διασταύρωση, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, παρά την τροχοπέδηση, που επιχείρησε την τελευταία στιγμή ο ενάγων.
Συγκεκριμένα, το μοτοποδήλατο του ενάγοντος επέπεσε, με τον εμπρόσθιο τροχό του, στη δεξιά εμπρόσθια πλευρά του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, (εμπρόσθιο δεξιό φτερό), με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος, ο οποίος υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και αιμορραγικές θλάσεις παρά τα βασικά γάγγλια άμφω, από την πτώση του στο δεξιό μέρος του εμπρόσθιου ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου.
Αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης αυτής ήταν πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, από αμέλεια, δεν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, κάτω από παρόμοιες συνθήκες, Ειδικότερα, αυτός, ενώ εκινείτο στην οδό ..., (που είναι διπλής κατεύθυνσης) και είχε σκοπό να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, ώστε να εισέλθει στην οδό ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί τον ενάγοντα, που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και να μην επιτρέψει τη διέλευση του, αφού αυτός είχε προτεραιότητα κίνησης (διέλευσης) έναντι αυτού (παράβαση αρθρ. 12 παρ. 1 και 23 παρ. 2 Ν. 2696/1999).
Έτσι, συνέχισε την πορεία του προς τα αριστερά, με περαιτέρω αποτέλεσμα τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος, κατά τα προαναφερθέντα. Στοιχεία συνυπαιτιότητας εξ άλλου του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, αυτός εκινείτο με κανονική ταχύτητα και συγκεκριμένα με 36 χλμ.
την ώρα, (βλ. το δελτίο ιχνών τροχοπέδησης του Τμήματος Τροχαίας Λάρισας), ενώ τα φώτα πορείας του μοτοποδηλάτου του λειτουργούσαν κανονικά και ήταν αναμμένα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ώστε θα μπορούσε ευχερώς να γίνει αντιληπτός από τον πρώτο εναγόμενο, αν αυτός επεδείκνυε στοιχειώδη προσοχή κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, (βλ.
την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, ο οποίος κατέθεσε ότι, όταν πήγε στο μέρος όπου έγινε η σύγκρουση, λίγη ώρα μετά απ' αυτήν, βρήκε τα πίσω φώτα του μοτοποδηλάτου αναμμένα και το μπροστινό φανάρι σπασμένο, το οποίο όμως λειτουργούσε κανονικά πριν το ατύχημα, όπως αποδείχθηκε από την από 19-4-2005 πραγματογνωμοσύνη, που διεξήχθη στα πλαίσια της προανάκρισης της Αστυνομίας).
Επί πλέον, λόγω της αιφνίδιας προβολής του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου στην πορεία του, δεν μπόρεσε να αντιδράσει αποτελεσματικά και να αποφύγει τη σύγκρουση, παρά την τροχοπέδηση του μοτοποδηλάτου του, που επιχείρησε την τελευταία στιγμή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια, όσον αφορά την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στο επίδικο ατύχημα και απέρριψε περαιτέρω ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στο εν λόγω ατύχημα, επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, επί πλέον δε, επειδή οδηγούσε το μοτοποδήλατό του με μεγάλη ταχύτητα και χωρίς αυτό να έχει αναμμένα τα φώτα πορείας του, με αποτέλεσμα να μην γίνει έγκαιρα αντιληπτός από τον πρώτο απ' αυτούς, που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως και επαναφέρουν και στο Δικαστήριο τούτο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος των εφέσεων των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Όπως, όμως, περαιτέρω αποδείχθηκε, ο ενάγων, κατά την οδήγηση του μοτοποδηλάτου του, δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως ήταν υποχρεωμένος προς τούτο κατ' άρθρο 12 παρ. 6 Ν. 2696/1999. Η παράλειψή του αυτή δεν συνετέλεσε βέβαια στην πρόκληση του ατυχήματος, συνετέλεσε όμως αιτιωδώς στην έκταση της σωματικής του βλάβης, αν ληφθεί υπόψη ότι ο τραυματισμός του εντοπίζεται αποκλειστικά στο κεφάλι, (λόγω της κατά τα ανωτέρω πτώσης του στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου), κατά τα διδάγματα δε της κοινής πείρας, ο τραυματισμός του αυτός θα ήταν οπωσδήποτε μικρότερης έκτασης και λιγότερο σοβαρός, αν φορούσε προστατευτικό κράνος.
Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ο ενάγων συνυπαίτιος του τραυματισμού του, λόγω της ανωτέρω παράλειψής του, σε ποσοστό 40%. Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο ενάγων είναι συνυπαίτιος του τραυματισμού του σε ποσοστό 20%, αντί σε ποσοστό 40%, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά το βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο των εφέσεων των εναγομένων, ενώ, ο αντίθετος σχετικός λόγος της από 4-7-2007 έφεσης του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος".
Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων, από αμέλειά του, κατά την οδήγηση του μοτοποδηλάτου, δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και έτσι συνετέλεσε, από δικό του πταίσμα, κατά ποσοστό 40%, στην έκταση της ζημίας του. Ειδικότερα, αναφέρει όλα τα μέρη του σώματός του, που χτύπησαν, και μετά αιτιολογεί ότι, το να μην φοράει κράνος είχε ως αποτέλεσμα τα χτυπήματα τέτοιας βαρύτητας της κεφαλής, δηλαδή του πλέον ευαίσθητου σημείου του σώματός του, που αναφέρονται παραπάνω με λεπτομέρεια.
Ως αιτία των σωματικών του βλαβών αναφέρεται το τροχαίο ατύχημα, το οποίο προκλήθηκε από υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, η δε παράλειψη του αναιρεσείοντος να φοράει κράνος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, συνετέλεσε αιτιωδώς στην έκταση της σωματικής του βλάβης, κατά το ποσοστό που αναφέρθηκε παραπάνω, με δεδομένο ότι ο τραυματισμός του εντοπίζεται αποκλειστικά στο κεφάλι και με την περαιτέρω παραδοχή ότι "κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ο τραυματισμός του αυτός θα ήταν οπωσδήποτε μικρότερης έκτασης και λιγότερο σοβαρός, αν φορούσε προστατευτικό κράνος".
Με βάση αυτές τις παραδοχές, δέχτηκε, κατά το, ως άνω μέρος, το δεύτερο λόγο των εφέσεων των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο υποστήριξαν, ότι συνετέλεσε ο αναιρεσείων, από δικό του πταίσμα, στην έκταση του πιο πάνω τραυματισμού του, επειδή δεν φορούσε κράνος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και κήρυξε αυτόν συνυπαίτιο του τραυματισμού του, λόγω της ανωτέρω παράλειψής του να φοράει κράνος, κατά την οδήγηση του μοτοποδηλάτου, σε ποσοστό 40%.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, στο ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος από μέρους του αναιρεσείοντος στην έκταση του πιο πάνω τραυματισμού του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν εφαρμόσθηκε ορθά ή όχι ο νόμος (αρθρ. 300 ΑΚ), όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτό και έχουν ουσιώδη επιρροή στο κρίσιμο ζήτημα ότι ο αναιρεσείων, με το να μην φοράει κράνος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, συνετέλεσε στην έκταση της σωματικής του βλάβης, που αναφέρθηκε παραπάνω, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στην έννοια του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της έλλειψης του κράνους και του επελθόντος αποτελέσματος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του Εφετείου η πλημμέλεια από τον αριθ. 19, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι δεν αναφέρει το είδος της αμέλειας, (συνειδητής ή μη), που βαρύνει τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει τη διάταξη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης αυτής, από την εκτιθέμενη παραπάνω αμέλεια, είναι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων. Τέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι χωρίς αιτιολογία, προέβη στον καθορισμό του ύψους της χρηματικής του ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης και της ειδικής αποζημιώσεώς του με βάση το άρθρο 931 ΑΚ σε 80.000 και 100.000 ευρώ, αντίστοιχα. Με βάση, όμως, τις παραδοχές, που αναφέρθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στα ως άνω ζητήματα, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
ΙII. Από τις διατάξεις των άρθρων 368 επ. ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, όπως και το αν για την αντίληψη του ζητήματος που αφορά αυτή, χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ανάγεται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου αυτού, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην κατά ένα μέρος παραδοχή των από 26 9-2005 και 31-7-2006 αγωγών του αναιρεσείοντος, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων που ρητά μνημονεύει, (καταθέσεις πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων και έγγραφα), ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 670 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία των διαφορών του άρθρου 681Α του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία εκδικάσθηκε η ένδικη διαφορά, δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση, που να διατάσσει αποδείξεις.
Ενόψει αυτών, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του να διπλασιάσει το ποσοστό συνυπαιτιότητας από 20% σε 40% στην έκταση της σωματικής του βλάβης, γιατί δεν φορούσε κράνος, χωρίς αποδείξεις και χωρίς να διατάξει τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, (νευρολογικής και ορθοπεδικής), για το ουσιώδες αυτό περιστατικό, κατά μεν το πρώτο σκέλος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά δε το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
IV. Το άρθρο 522 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις δικαζόμενες, κατά το άρθρο 681 Α' του ΚΠολΔ, διαφορές, ορίζει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους". Εξάλλου, λόγοι εφέσεως αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, εφόσον αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών και συνεπώς το Εφετείο υποπίπτει στην πλημμέλεια του άνω άρθρου, εφόσον δεν εξετάζει τέτοιο λόγο εφέσεως.
Περαιτέρω, σε απόφαση που εκδίδεται σε αγωγή αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα, που γίνεται δεκτή κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά παραδοχή προβληθείσας από τον εναγόμενο ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ μειώνεται αναλόγως κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας το αριθμητικό ποσό ζημίας, ο εναγόμενος δύναται με την έφεσή του να διατυπώσει παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της σωματικής του βλάβης, ζητώντας την παραδοχή της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημιώσεως υπό την έννοια, ότι σε περίπτωση παραδοχής της εφέσεως κατά το μνησθέν κεφάλαιο της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, θα μειωθεί αναλόγως και το ποσό της αποζημιώσεως υπέρ του ενάγοντος. Η συμπροσβολή αυτή του κεφαλαίου της αποζημιώσεως είναι αυτονοήτως αναγκαία, παρά την ενίοτε μη ειδική επισήμανση της για το λόγο, ότι ο εκκαλών, ασκώντας έφεση, επιδιώκει, στην άνω περίπτωση, όχι μόνο την κήρυξη του παθόντος συνυπαιτίου στην έκταση της σωματικής του βλάβης, αλλά συγχρόνως τη μείωση της υπέρ αυτού επιδικαζομένης αποζημιώσεως.
Διαφορετικά, θα προκύπτει το παράδοξο αποτέλεσμα, να αναγνωρίζεται, κατά παραδοχή του σχετικού κεφαλαίου εφέσεως, συνυπαίτιος για την έκταση της σωματικής του βλάβης ο ενάγων, όμως παρόλα αυτά να μη θίγεται καθόλου το κεφάλαιο της πρωτοδίκως υπέρ αυτού επιδικασθείσας αποζημιώσεως, γιατί θα θεωρείται ότι δεν προσβλήθηκε με την έφεση (ΑΠ 442/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβληθείσα με έφεση των αναιρεσιβλήτων 169/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ο αναιρεσείων κρίθηκε ότι συνετέλεσε, κατά ποσοστό 20%, στην έκταση των σωματικών του βλαβών από το ατύχημα, που υπέστη στις 24-2-2005. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε κατά ένα μέρος τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και ότι ο αναιρεσείων συνετέλεσε, κατά ποσοστό 40%, στην έκταση της σωματικής του βλάβης, προχώρησε δε περαιτέρω στην ανάλογη μείωση των επιδικασθέντων αγωγικών κονδυλίων.
Από τα δικόγραφα των εφέσεων των αναιρεσιβλήτων, που επισκοπούνται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι με τις εφέσεις προβαλλόταν η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, κατά ποσοστό 90% και ζητείτο το ποσοστό αυτό να ληφθεί υπόψη και να περιοριστούν αναλόγως τα αγωγικά κονδύλια των ζημιών του αναιρεσείοντος, υπό την έννοια ότι οι ίδιοι επιθυμούν την αναγνώριση ότι ο αναιρεσείων συνετέλεσε στην έκταση της σωματικής του βλάβης και συνακολούθως στην επιδίκαση σ' αυτόν μειωμένης αποζημιώσεως για τις θετικές του ζημίες κλπ, ανάλογης του σχετικού ποσοστού 40%.
Ειδικότερα, οι αναιρεσίβλητοι, με το δεύτερο λόγο των εφέσεών τους, προέβαλλαν την ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ, ότι ο αναιρεσείων, επειδή δεν έφερε προστατευτικό κράνος κατά την οδήγηση του μοτοποδηλάτου, συνετέλεσε στην έκταση της ζημίας του, κατά ποσοστό 90% και πάντως στο προκύπτον από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και σε κάθε περίπτωση μεγαλύτερο του 20%, "εν όψει του ότι οι σωματικές βλάβες, που εντοπίζονται αποκλειστικά στην κρανιακή χώρα, θα ήταν αμελητέες και πάντως μικρότερης εκτάσεως εάν ο ενάγων έφερε κράνος.
Κατ' ακολουθίαν, έπρεπε η εκκαλουμένη τα αγωγικά κονδύλια και των δύο αγωγών, που τυχόν ήθελε κρίνει βάσιμα, να περιορίσει, κατά το ως άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντα (90%) και πάντως μεγαλύτερο του 20%, η δε συνυπαιτιότητά του να ληφθεί υπόψη και στον καθορισμό του ύψους της απαιτούμενης με τη δεύτερη αγωγή και κατ' εύλογη κρίση εττιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης".
Συνεπώς, κρίνεται αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, κατ' ορθή εκτίμηση, προβλεπομένη από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 9 του ιδίου άρθρου, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι με την έφεση δεν διατυπώνεται, ως λόγος αυτής, παράπονο, που αναφέρεται στη μείωση των αγωγικών κονδυλίων κατά το ποσοστό που συνετέλεσε στην έκταση της ζημίας του με το να μην φοράει κράνος κατά την οδήγηση του μοτοποδηλάτου. V. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-3-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 67/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και της 169/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ