Supreme Court dismisses appeal on appealable grounds regarding apparent agency and contract interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property sale contract. The appellant argued that an apparent agency power of attorney concealed a hidden sale contract, while the court found the lower court's assessment of the documents' true intent to be a valid factual evaluation rather than a legal error. Consequently, the appeal was rejected because the appellate court correctly applied the law to the evidence without violating substantive legal rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 19 of the Code of Civil Procedure; Article 138 of the Civil Code: The Supreme Court holds that an appellate court's determination that a contract is not covered by an apparent agency power constitutes a factual assessment based on evidence, not a violation of legal interpretation rules, and thus does not constitute an appealable ground.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 632 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 632/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διαμαντόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανεστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4977/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 922/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-6-2007 αίτησή του και με τις από 20-10-2008 προτάσεις του ζητά την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 31-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάσθηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών κανόνες, και αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 ΑΚ: "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία, που καλύπτεται κάτω από την εικονική, είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων που κατοικεί στη Ν..., ήταν κύριος ενός οικοπέδου εμβαδού 131,04 τμ που βρίσκεται στον ... .
Το έτος 2000 λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, αποφάσισε να το πωλήσει. Με την προτροπή του τοπογράφου ..., που είχε προηγουμένως προβεί στην οριοθέτησή του, απευθύνθηκε στον εναγόμενο που δραστηριοποιείται ως εργολάβος στην περιοχή. Ο τελευταίος, κατά την επίσκεψη του ενάγοντος με τη σύζυγό του στο γραφείο του, τον πληροφόρησε, ότι η γερμανική εταιρεία "LIDL" με την οποία, όπως ισχυρίσθηκε, ο ίδιος συνεργαζόταν και απελάμβανε της εμπιστοσύνης της, ενδιαφερόταν για την αγορά του οικοπέδου του, μαζί με όμορα ακίνητα στην ίδια περιοχή, προκειμένου να οικοδομήσει ακίνητο για τις ανάγκες της εμπορίας της (SUPER MARKET) και ότι προσέφερε ως τίμημα το ποσό των 13.000.000 δραχμών.
Ακολούθως του ζήτησε να του χορηγήσει ειδικό πληρεξούσιο προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στη μεταβίβαση λόγω πωλήσεως του ακινήτου του λόγω της σχέσεως που τον συνέδεε με την αγοράστρια. Ο εναγόμενος που είχε άμεση οικονομική ανάγκη δέχτηκε. Έτσι την 26.4.2000, δυνάμει του υπ' αριθμόν ... ειδικού πληρεξουσίου ενώπιον της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Βαρβάρας-Βασιλικής Ελαίας - Βλαχάκη χορήγησε στον εναγόμενο την εξουσία αντιπροσωπεύσεώς του, δίδοντας του την ειδική εντολή να πωλήσει και να μεταβιβάσει αντ' αυτού και για λογαριασμό του σε οποιονδήποτε τρίτο ή στον εαυτό του (με αυτοσύμβαση) το παραπάνω ακίνητό του με οποιοδήποτε τίμημα και να εισπράξει τούτο.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος, σε εκτέλεση της παραπάνω εντολής, ενεργώντας ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος του ενάγοντος, δυνάμει του προαναφερθέντος ειδικού πληρεξουσίου, πώλησε και μεταβίβασε με το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμ. Σαραγιώτη το παραπάνω ακίνητο στην εταιρεία "LIDL"και εισέπραξε για λογαριασμό του ενάγοντος πωλητή ως τίμημα το ποσό των 24.000.000 δραχμών, το οποίο κατέβαλε η αγοράστρια δια των εκπροσώπων της με την παράδοση δίγραμμης ισόποσης επιταγής της τράπεζας εργασίας στον ενεργούντα ως πληρεξούσιο του πωλητή, εναγόμενο.
Ωστόσο από το συνολικώς εισπραχθέν τίμημα, πέραν του ποσού των 13.000.000 δραχμών που του κατέβαλε, όπως τα διάδικα μέρη συνομολογείται, παρακράτησε και δεν απέδοσε ποσό 11.000.000 δραχμών, το οποίο ενσωμάτωσε χωρίς δικαίωμα στη δική του περιουσία. Η πρόθεση του εναγομένου προς ιδιοποίηση μέρους του τιμήματος από την πώληση· του ακινήτου αποδεικνύεται από τις προαναφερόμενες ενέργειες του.
Πείθοντας τον ενάγοντα ότι το ποσό που η αγοράστρια προσέφερε ως τίμημα (και μάλιστα προκατέβαλε κατά την κατάρτιση του πληρεξουσίου συμβολαιογραφικού εγγράφου) ήταν πικρότερο και επιτυγχάνοντας να τον καταστήσει ο πωλητής πληρεξούσιο του για τη μεταβίβαση του ακινήτου σ' αυτή, στη συνέχεια καρπώθηκε τη διαφορά του πράγματι συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος, το οποίο εισέπραξε με την παραπάνω ιδιότητά του, εν αγνοία του ενάγοντος.
Ο ενάγων πληροφορήθηκε τούτο πολλούς μήνες αργότερα (στις αρχές του έτους 2001), όταν κατόπιν συνεχών οχλήσεών του για την αποστολή αντιγράφου του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, προκειμένου να το παραδώσει στο λογιστή του για τη σύνταξη της φορολογικής του δηλώσεως, του απέστειλε ο εναγόμενος ένα αντίγραφο του, οπότε και διαπίστωσε το πρώτον το αληθές τίμημα της πώλησης και την παρακράτηση από τον τελευταίο, για δικό του λογαριασμό, του επί πλέον ποσού των 11.000.000 δραχμών.
Μετά ταύτα ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αγωγή. Ο ισχυρισμός που προέβαλε ο εναγόμενος προς αντίκρουσή της, ότι η πληρεξουσιότητα που του δόθηκε προς εκπροσώπηση του ενάγοντος και η εντολή για τη μεταβίβαση του ακινήτου λόγω πωλήσεως σε τρίτους ή στον ίδιο, έγινε κατά φαινόμενο μόνον (ήταν εικονική) και ότι υπέκρυπτε σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως του ακινήτου προς αυτόν, είναι προδήλως αβάσιμος.
Και τούτο διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου του υπ' αριθμόν ... πωλητηρίου συμβολαίου του ακινήτου προς τη "LIDL"προκύπτει ότι ο εναγόμενος, πώλησε και μεταβίβασε τούτο στην τελευταία ενεργώντας, όχι για τον εαυτό του αλλά ως εκπρόσωπος (άμεσος αντιπρόσωπος) του ενάγοντος, αντλώντας την προς τούτο πληρεξουσιοδότηση και εντολή από το υπ' αριθμόν ...
ειδικό πληρεξούσιο (το οποίο εντούτοις πλήττει ως εικονικό), ώστε τα αποτελέσματα τόσο της υποσχετικής όσο και της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας να επέρχονται άμεσα στο πρόσωπο του ενάγοντος. Άλλωστε, προκειμένου να ισχύει καλυπτόμενη δικαιοπραξία πωλήσεως και μεταβιβάσεως ακινήτου υπό την προβαλλόμενη ως εικονική δικαιοπραξία απαιτείται η πρώτη να είναι ισχυρή, δηλαδή εκτός από τη θέληση των συμβληθέντων, να συντρέχουν και οι απαιτούμενες προς σύσταση της προϋποθέσεις των άρθρων 180, 513 επ., 1033 ΑΚ ... .
Τούτο όμως δεν υφίσταται εν προκειμένω. Σημειώνεται δε, ότι ο όρος περί του ανεκκλήτου της πληρεξουσιοδότησης που τέθηκε στο επίμαχο ειδικό πληρεξούσιο καθώς και ο όρος περί μη υποχρέωσης του εναγομένου ως εντολοδόχου σε λογοδοσία, τους οποίους προβάλλει ο τελευταίος προς απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού του είναι, εν όψει των προαναφερομένων, αλυσιτελείς.
Μετά, ταύτα ο εναγόμενος οφείλει να αποδόσει στον ενάγοντα ό,τι από τη σύμβαση της εντολής απέκτησε, δηλαδή την παραπάνω διαφορά του τιμήματος της πώλησης με το νόμιμο τόκο από την 6.5.2000, που ο παραπάνω τα εισέπραξε και τα χρησιμοποίησε για τον εαυτό του". Από την εκτίμηση του άνω περιεχομένου της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διεπίστωσε, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις διαλαμβανόμενες στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, η δε κρίση του, περί του ότι δεν πρόκειται για εικονικό πληρεξούσιο καλύπτον σύμβαση πωλήσεως, αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων μερών.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι κατά παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παρέλειψε να αναζητήσει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων διαδίκων, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως.
Κατόπιν τούτου, ο ίδιος λόγος, ως προς τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παρεβίασε το άρθρο 138 παρ. 2 ΑΚ με βάση το οποίο η καλυπτόμενη από το εικονικό πληρεξούσιο σύμβαση πωλήσεως έπρεπε να θεωρηθεί έγκυρη και β) παρεβίασε διδάγματα κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των άρθρων 173, 200 και 513 ΑΚ, είναι αλυσιτελής, διότι οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι κάτω από την υπογραφείσα μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του σύμβαση εντολής υπεκρύπτετο πωλητήρια σύμβαση, πράγμα που έχει ως λογική προϋπόθεση ότι η σύμβαση εντολής ήταν εικονική (αυτό δε κρίθηκε αβάσιμο, κατά τα εκτεθέντα).
Με τον τρίτο λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ) ψέγεται το Εφετείο ότι, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του ανωτέρω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, δεν δέχθηκε ότι οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτό όροι, σύμφωνα με τους οποίους η χορηγηθείσα πληρεξουσιότητα προς τον αναιρεσείοντα (για εκποίηση ακινήτου του αναιρεσιβλήτου) συμφωνήθηκε "ανέκκλητη", ο εντολοδόχος απαλλάχθηκε της υποχρέωσης για απόδοση λογαριασμού και του δόθηκε η δυνατότητα "για περαιτέρω μεταβίβαση του ακινήτου σε οποιονδήποτε τρίτο ακόμη και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση", είχαν την έννοια, ότι "επρόκειτο για σύμβαση πώλησης κρυπτόμενη υπό του ως άνω ειδικού πληρεξουσίου".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι το αποδιδόμενο συναφώς σφάλμα αφορά στη γενόμενη υπό του δικαστηρίου εκτίμηση και όχι στην "ανάγνωση" του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου. Κατά συνέπεια πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 922/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ