Legislator Case Law & Legislation
632/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for procedural defects in the lower court's judgment.

Case Number 632/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Court of First Instance's judgment regarding an employee's resignation. The employee had sent a letter explicitly stating her resignation and termination of the employment contract, which the lower court accepted as clear and specific. The appellate court rejected the arguments that the lower court failed to declare the contract void due to vagueness or lacked reasoning, finding these claims inadmissible because they were not properly raised in the lower proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not legally proposed to the court of first instance, and a lack of reasoning in the lower court's decision does not constitute grounds for appeal unless the defect was properly raised.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural defect resignation letter employment contract Code of Civil Procedure vagueness of claim lack of reasoning

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 173 of the Civil Code
Art. 200 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 632 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 632/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "........", που εδρεύει στο ....... του Ηνωμένου Βασιλείου και λειτουργεί στην Ελλάδα, εγκατεστημένη στον .......και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4773/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2007 αίτησή της και τους από 7-2-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 3-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτός των αναφερόμενων σ' αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αφού πρόκειται περί ελλείψεως εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ποσοτικής αοριστίας), με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής, λόγω αοριστίας της, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο η αοριστία της αγωγής, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επίσης, ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η ένσταση αοριστίας της αγωγής απορρίφθηκε χωρίς αιτιολογία, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι η έλλειψη αυτής δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, αφού δεν πρόκειται εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου.

Ακόμη, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως είναι αόριστοι και απορριπτέοι, διότι προσδιορίζονται μόνο από τους αριθμούς 10 και 11, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, χωρίς να εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες πλημμέλειες. Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996, 469/1984).

Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 31/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντος ισχυρισμού, κατά τον οποίο η ίδια έδωσε σιωπηρά και αναμφίβολα στην αναιρεσίβλητη τη συγκατάθεσή της για την αποχώρηση της τελευταίας και μάλιστα πριν απ' αυτή.

Ο ισχυρισμός αυτός, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη ρητώς για τη θεμελίωση κατά το νόμο του ενδίκου δικαιώματός της. Επομένως ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος ισχυρισμού της, κατά τον οποίο ο περιορισμός της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 δεν ισχύει μόνο υπέρ των τραπεζών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και υπέρ των άλλων τραπεζών, κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί νομικό επιχείρημα, που προέβαλε η αναιρεσείουσα για την υποστήριξη των απόψεών της σε σχέση με νομικό ζήτημα και συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Επειδή κατά το άρθρο 8 εδ. α του Ν 3198/1955, οι μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 ή προβλεπόμενο από το οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την υπηρεσία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της αποζημιώσεως, που ορίζεται από το Ν. 2112/1920 για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.

Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του Νόμου αυτού. Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή αυτής είναι και η συγκατάθεση του εργοδότη στην αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού και μπορεί να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί δε στη τελευταία περίπτωση να είναι σαφής και αναμφίβολη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν 173/1967, όταν ο εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή τράπεζα ή επιχειρήσεις, που επιχορηγούνται από το Κράτος, η οφειλόμενη από το Ν. 2112/1920, όπως ισχύει ήδη, αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δρχ., καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το ανώτατο αυτό όριο καθορίσθηκε με το άρθρο 33 του Ν 1876/1990 στο ποσό των 1.500.000 δρχ. και με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003 στο ποσό των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970 ορίσθηκε ότι το τιθέμενο από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν 173/1967 ανώτατο όριο αποζημιώσεως ισχύει για κάθε περίπτωση αποζημιώσεως, που οφείλεται δυνάμει ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως στους αποχωρούντας, απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή επιχειρήσεων επιχορηγούμενων από το Κράτος, που συνδέονται με αυτά με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καταργουμένης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.

Με τις ανωτέρω διατάξεις ο νομοθέτης συνέδεσε τον περιορισμό της αποζημιώσεως με το πρόσωπο του εργοδότη, αποβλέποντας προδήλως στον περιορισμό για λόγους γενικότερου συμφέροντος των ως άνω αποζημιώσεων και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ως άνω τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, αφού οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογούμενους και στην περίπτωση των τραπεζών και των μη επιχορηγούμενων κοινωφελών επιχειρήσεων το κόστος των παρεχόμενων απ' αυτές υπηρεσιών (Ολ.ΑΠ 33,34/1997 και 16 - 18/1992).

Ο σκοπός αυτός της ρυθμίσεως δικαιολογεί τη θέσπιση ανωτάτου ορίου στην προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση μόνο για τους μισθωτούς των τραπεζών του ευρύτερου δημοσίου τομέα, που ιδρύθηκαν και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εθνικής οικονομίας, αλλά και του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος με την παροχή στο κοινό δυνατοτήτων αποταμίευσης και πίστεως και άλλων υπηρεσιών με χαμηλό κόστος και διευκολύνσεις.

Αντίθετα, δεν δικαιολογείται ο περιορισμός της αποζημιώσεως για τους μισθωτούς των τραπεζών του αμιγώς ιδιωτικού τομέα, αφού αυτές έχουν ιδρυθεί με ιδιωτικά κεφάλαια και λειτουργούν στη χώρα με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων των μετόχων τους, ημεδαπών και αλλοδαπών, ενώ οι περισσότερες ήταν άγνωστες στο νομοθέτη κατά το χρόνο θεσπίσεως των ως άνω διατάξεων.

Οι τράπεζες αυτές δεν θα ήταν φρόνιμο να ωφελούνται σε βάρος των εργαζομένων από ευνοϊκές ρυθμίσεις, που έχουν σκοπό να διαφυλάξουν το δημόσιο συμφέρον. Επίσης, για τους ανωτέρω λόγους δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις ιδιωτικές τράπεζες η διάταξη του άρθρου 3 του Α.Ν 173/1967, που ορίζει ότι η προβλεπόμενη από τις ειδικές διατάξεις πρόσθετη αποζημίωση, πέραν από την καθοριζόμενη από το Ν. 2112/1920, δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό 15% της οριζόμενης από το άρθρο 2 παρ. 2 του νόμου αυτού, αφού, μολονότι αναφέρεται αορίστως σε ανώνυμες εταιρείες και κοινωφελείς επιχειρήσεις, είναι πρόδηλο ότι αφορά μόνο τις ανώνυμες εταιρίες κοινής ωφέλειας, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 39/1998).

Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα συνάγεται ότι με τη θέσπιση του περιορισμού της ως άνω αποζημιώσεως για τους μισθωτούς των τραπεζών του ανωτέρω ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των ιδιωτικών τραπεζών έναντι των τραπεζών αυτών και συνεπώς, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, αλλ' ούτε και στη συνταγματική αρχή της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας εκάστου και της συμμετοχής αυτού στη κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας (άρθρ. 4 παρ.1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεση του να δικασθεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο λειτουργεί νόμιμα και θα αποφασίσει επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων αυτού αστικής φύσεως, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει το δικαίωμα κάθε Κράτος να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι ο περιορισμός της ως άνω αποζημιώσεως των μισθωτών των τραπεζών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.

Για τους αυτούς ως άνω λόγους δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή ούτε στις διατάξεις των άρθρων 12, 86, 87, 98 της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των άρθρων 12, 26 του Ν. 2462/1997 "περί του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:

Η αναιρεσίβλητη στις .... προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος, της και έκτοτε εργάσθηκε σ' αυτή συνεχώς και αδιαλείπτως, εξελιχθείσα μέχρι το βαθμό του διευθυντή τραπεζικών εργασιών. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη στις 2-8-2001, έχοντας συμπληρώσει 26ετή υπηρεσία στην αντίδικό της, προέβη με επιστολή της, που απηύθυνε προς το γενικό διευθυντή στην Ελλάδα αυτής Γ1, σε καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, της οποίας τα αποτελέσματα επήλθαν στις 16-8-2001.

Μέχρι την ημερομηνία της οικειοθελούς αποχωρήσεως της αναιρεσίβλητης από την εργασία της η αναιρεσείουσα εργοδότρια δεν προέβαλε καμία ρητή αντίθεση στην καταγγελία της συμβάσεως αυτής. Ακολούθως έκρινε το Εφετείο ότι η τελευταία έδωσε σιωπηρά και αναμφίβολα στην αναιρεσίβλητη τη συγκατάθεσή της για την αποχώρηση αυτής και μάλιστα πριν από την αποχώρησή της, η δε οφειλόμενη αποζημίωση ανέρχεται στο αναφερόμενο ποσό.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο περιορισμός της εν λόγω αποζημιώσεως δεν ισχύει για την αναιρεσείουσα, διότι δεν ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλλ' έχει ιδρυθεί με ιδιωτικά κεφάλαια και λειτουργεί στην Ελλάδα με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μετόχων της, η δε διάκριση αυτή δεν προσκρούει στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη από 12-2-2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού από το γεγονός της μη ρητής αντιθέσεως της αναιρεσείουσας Τράπεζας στην καταγγελία από μέρους της αναιρεσίβλητης της συμβάσεως εργασίας της κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-2001, που έλαβε χώρα η καταγγελία, μέχρι τις 16-8-2001, που επήλθαν τα αποτελέσματα αυτής, συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα έδωσε σ' αυτή σιωπηρά και αναμφίβολα τη συγκατάθεσή της για οικειοθελή αποχώρησή της από την υπηρεσία της και συγκεκριμένα πριν απ' αυτή.

Επομένως, ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και ο δεύτερος κατά το τρίτο μέρος του, λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι άφησε αδίκαστο το αίτημά της για προσκομιδή του κατωτέρω αναφερομένου εγγράφου από την αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει ότι αυτή υπέβαλε, κατά δικονομικό τρόπο, στο Εφετείο αίτημα περί επιδείξεως του εγγράφου, που συντάχθηκε περί της συνάψεως μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ανταγωνίστριας της αναιρεσείουσας ομοειδούς εταιρίας συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450, 451 Κ.Πολ.Δ.

και 902 Α.Κ. Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 εδ. α'του Ν. 3198/1955, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της οικειοθελούς αποχωρήσεως της αναιρεσίβλητης από την εργασία της μετά υπερδεκαπενταετή υπηρεσία με τη σιωπηρή και αναμφίβολη συγκατάθεση της αναιρεσείουσας εργοδότριας.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 Κ.Πολ.Δ, που έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 674 παρ.2 του αυτού Κώδικα), προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της ομολογίας.

Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ, με την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία, που προβλέπεται από τα άρθρα 663 επ.

Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς τη δύναμη των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της αγωγής, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επίσης, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αφού δεν εκδίδεται κατ' αυτή προδικαστική απόφαση και οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να προσκομίσουν προαποδεικτικώς τα αποδεικτικά τους μέσα.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 α Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού 'η διεθνούς δικαίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παράβαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εντούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς ή, μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε αμέσως την ύπαρξη ασάφειας (αμφιβολίας) στη δήλωση περί οικειοθελούς αποχωρήσεως της αναιρεσίβλητης από την εργασία της μετά από υπερδεκαπενταετή υπηρεσία με τη συγκατάθεση της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνεται στην οικεία επιστολή αυτής, εντούτοις δεν προσέφυγε στη συνέχεια στους κανόνες αυτούς για την ερμηνεία της εν λόγω αδικοπραξίας.

Πράγματι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη στις ..... απηύθυνε προς το γενικό διευθυντή στην Ελλάδα της αναιρεσείουσας Τράπεζας Γ1 επιστολή, της οποίας το περιεχόμενο έχει ως εξής: "Αναφέρομαι στη συνάντησή μας την Παρασκευή 27 Ιουλίου, όταν σε πληροφόρησα ότι είχε κάνει επαφή μαζί μου ένας μεγάλος τραπεζικός Οργανισμός, που λειτουργεί στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες Χώρες, για να εργασθώ μαζί τους σε μια υψηλή θέση με ένα πακέτο, που είναι παρά πολύ μεγαλύτερο από την αμοιβή, που απολαμβάνω εδώ.

Κατά τη διάρκεια των ακολούθων συζητήσεων με ενημέρωσες ότι η Τράπεζα δεν επιθυμεί να αλλάξει κανένα από τους όρους του υπάρχοντος πακέτου μου και ότι έτσι μπορώ μόνο να συμπεράνω ότι δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να μισθώνει τις υπηρεσίες μου. Όπως θα εκτιμάς είναι δύσκολο να πάρω την απόφαση να αφήσω τον Οργανισμό μετά από 27 χρόνια, αλλά είμαι βέβαιη ότι θα καταλάβεις ότι κάτω απ' αυτές τις συνθήκες δεν έχω άλλη επιλογή.

Γράφω, λοιπόν, για να ενημερώσω επισήμως για την παραίτησή μου από την Τράπεζα (αναιρεσείουσα). Η τελευταία ημέρα μου σ' αυτή θα είναι η Πέμπτη 16 Αυγούστου. Θα ήμουν ευγνώμων να εξασφαλίσεις ότι ο λογαριασμός μου εδώ θα πιστωθεί την ημέρα αυτή με όλα τα ποσά, που θα μου οφείλονται ως τότε από την Τράπεζα, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου μου, αλλά και σύμφωνα με τον ελληνικό Νόμο, συμπεριλαμβανομένων και των χρημάτων που πρέπει να μου αποδοθούν από το αποταμιευτικό πρόγραμμα της ...... .

Θα ήθελα να πάρω αυτή την ευκαιρία για να επιδώσω σ' εσένα και συγχρόνως και στους συναδέλφους μου εδώ, όσο και στο ......, τις καλύτερες ευχές για το μέλλον". Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής της αναιρεσίβλητης προκύπτει ευθεία και αδιάστικτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από μέρους της εργαζομένης, της οποίας (καταγγελίας) τα αποτελέσματα πρόκειται να επέλθουν στις 16 Αυγούστου 2001.

Το Εφετείο με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον τούτο δεν δέχθηκε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, έστω και έμμεσα και για το λόγο αυτό δεν προσέφυγε στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες, αφού η δήλωση βουλήσεως της αναιρεσίβλητης περί οικειοθελούς αποχωρήσεώς της από την εργασία της στις 16-8-2001, που διαλαμβάνεται στην ανωτέρω επιστολή της, είναι σαφής και συγκεκριμένη, το δε Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του εκτίμησε το περιεχόμενο αυτής και, χωρίς να προβεί σε ερμηνεία της εν λόγω δηλώσεως βουλήσεως, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, αποχωρώντας οικειοθελώς από την υπηρεσία της στις 16-8-2001.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-1-2007 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "........." για αναίρεση της υπ' αριθ. 47/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ