Legislator Case Law & Legislation
632/2007 AI generated

Supreme Court remands traffic accident case for retrial due to insufficient reasoning on driver liability.

Case Number 632/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded a traffic accident case to the Athens Court of Appeal for a new trial. The appellant argued that the lower court's reasoning regarding the liability of the deceased driver was vague and failed to explain why the appellant did not see the other vehicle. The court found these omissions created uncertainty about the application of liability rules, necessitating a retrial with different judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A judgment must provide clear and sufficient reasoning on substantive issues of liability, and failure to do so constitutes grounds for remand.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning remand for retrial Code of Civil Procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 632 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 632/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ2, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά τα 2/8 του αποβιώσαντος την 2-1-2004 συζύγου της Ζ1 , 2. Χ3 , ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά τα 3/8 του αποβιώσαντος την 2-1-2004 πατέρα της Ζ1 , 3. Ψ1 , ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά τα 3/8 του αποβιώσαντος την 2-1-2004 πατέρα του Ζ1 , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 4. ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ALLIANZ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπακάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3 Ιουλίου 2000 και 28 Φεβρουαρίου 2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3116/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7590/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 17 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επίσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 86875, 86885 και 86855/12.4.2006 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... , ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την στο τέλος αυτής πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας συνεδρίασης και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στους πρώτη, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων Χ2 , Χ3 και Ψ1 , μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικώς ενάγοντος - εναγομένου Ζ1 , που πέθανε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 558 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω δεν εμφανίσθηκαν κατά την προκειμένη συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσίβλητων.

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέσει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την ανατροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ακόμη δε οι κύριοι και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών (Ολ ΑΠ 25/2003, 11/1996).

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, επειδή πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Η εξειδίκευση των αόριστων τούτων νομικών εννοιών γίνεται διαμέσου των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την οποία εξομοιώνονται εν προκειμένω οι κανόνες της τυπικής λογικής. Για έλλειψη νόμιμης βάσεως ως προς τα διδάγματα αυτά επιτρέπεται αναίρεση, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μόνο όταν η έλλειψη εντοπίζεται στην εξειδίκευση των ως άνω αόριστων νομικών εννοιών.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση οχημάτων: " Την 15-12-1999 και περί ώρα 07.10, ο εφεσίβλητος Ζ1 , οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "ΑLLIΑΝΖ" εκινείτο επί της οδού Αγ.

Γεωργίου (περιοχής Αγ. Παρασκευής Αττικής). Όταν έφθασε στη συμβολή της εν λόγω οδού με την Αγ. Ιωάννου, η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος στο σημείο εκείνο 8,20 μ., στάθμευσε έμπροσθεν της διασταυρώσεως, προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορική κίνηση στο επί της ανόδου (προς Υμηττό) ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Αγ.

Ιωάννου, δεδομένου ότι στην πορεία του υπήρχε πινακίδα Ρ2 (SΤΟΡ), έχοντας την πρόθεση, δια στροφής προς τα δεξιά, να ακολουθήσει το εν λόγω ρεύμα ανόδου της οδού Αγ. Ιωάννου. Όταν βεβαιώθηκε ότι η κυκλοφορική κίνηση εντός της τελευταίας οδού του επιτρέπει, εισήλθε στη διασταύρωση και πραγματοποιώντας, δια του αυτοκινήτου του, στροφή προς τα δεξιά, ευθυγραμμίσθηκε εντός του ρεύματος ανόδου της οδού Αγ.

Ιωάννου, το οποίο και ακολούθησε. Ενώ είχε διανύσει περίπου 10 μέτρα, εντός του ρεύματος αυτού δέχθηκε στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του την επίπτωση της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας .... δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο εκκαλών Χ1 (αναιρεσείων), κυριότητας του ιδίου, η οποία ήταν ασφαλισμένη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (ALLIΑΝΖ) και η οποία εκινείτο όπισθεν του εν λόγω αυτοκινήτου, στο ίδιο με αυτό ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Αγ.

Ιωάννου (προς Υμηττό). Σε απόσταση περίπου 60 μ. πριν από την ως άνω διασταύρωση, από την οποία εξήλθε το αυτοκίνητο του ενάγοντος Ζ1 , το οδόστρωμα της οδού Αγ. Ιωάννου, όπου εκινείτο η μοτοσικλέτα, εμφανίζει ανωφέρεια με μικρή κλίση, όπως αναγράφεται και στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Αγ. Παρασκευής, εξαιτίας της οποίας ο οδηγός της μοτοσικλέτας Χ1 δεν είχε ορατότητα.

Παρά ταύτα εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα (85 χιλ. ανά ώρα), η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το επιτρεπόμενο εκεί ανώτερο όριο ταχύτητας των 50 χιλ. και εξ αιτίας της οποίας, ενώ μετά το τέλος της καμπής αντιλήφθηκε το έμπροσθεν αυτού αυτοκίνητο, το οποίο δια στροφής προς τα δεξιά, εξήλθε από την οδό Αγ. Γεωργίου και εισήλθε στην οδό Αγ.

Ιωάννου την οποία και ακολουθούσε και παρά την τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας (ίχνη τροχοπέδησης 31,80 μ., όπως σημειώνονται και στην έκθεση αυτοψίας), εν τούτοις, όχι μόνο δεν κατόρθωσε να ακινητοποιήσει το όχημα του, αλλά, αφού προσέκρουσε επί του οπισθίου τμήματος του αυτοκινήτου του ενάγοντος, η μοτοσικλέτα συνέχισε, πλαγιολισθαίνοντας επί του οδοστρώματος, σε μήκος 12,40 μ.

και αφού προσέκρουσε σε κολώνα φωτισμού, που βρισκόταν επί του δεξιού, σε σχέση με την πορεία της. πεζοδρομίου της οδού Αγ. Ιωάννου, στη συνέχεια ο μεν οδηγός της εκτοξεύθηκε, η δε μοτοσικλέτα προσέκρουσε στο οπίσθιο αριστερό τμήμα τρίτου αυτοκινήτου, σταθμευμένου στην αρχή της οδού Αιόλου, η οποία, στο σημείο εκείνο, διασταυρώνεται διαγωνίως με την οδό Αγ.

Ιωάννου. Η εν λόγω σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας Χ1 , η οποία συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή (άρθρο 12 ΚΟΚ), ούτε ασκούσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρο 19 ΚΟΚ) ρυθμίζοντας και την ταχύτητα του ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες (ανωφέρεια οδού και μικρή καμπή και μειωμένη ορατότητα), αλλά οδηγούσε αμελώς και αδεξίως, προσέτι δε και με αυξημένη ταχύτητα, υπερβαίνουσα κατά πολύ το επιτρεπόμενο εκεί όριο των 50 χιλ.

την οποία δεν μείωσε παρά το ότι είχε ανωφέρεια και μικρή καμπή και εξ αυτού μειωμένη ορατότητα, με αποτέλεσμα, όταν πλέον αντιλήφθηκε, μετά την καμπή, και σε απόσταση περίπου 40 μ. έμπροσθεν του να εξέρχεται από την οδό Αγ. Γεωργίου και να εισέρχεται δια στροφής προς τα δεξιά στην οδό Αγ. Ιωάννου, όπου ευθυγραμμίσθηκε και είχε διανύσει περίπου 10 μ.

εντός αυτής, να μην μπορέσει να αποφύγει την επίπτωση του επί του οπισθίου τμήματος του αυτοκινήτου, παρά την τροχοπέδηση του οχήματος του, σε απόσταση 31,80μ.. Η αυξημένη ταχύτητα της μοτοσικλέτας προκύπτει τόσο από την σφοδρότητα, με την οποία αυτή επέπεσε επί του αυτοκινήτου, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αυτή (ταχύτητα) είχε ήδη μειωθεί κατά την πρόσκρουση, αφού ο οδηγός της τροχοπέδησε σε μήκος 31,80 μ., παρά ταύτα όμως δεν κατόρθωσε να ακινητοποιήσει εγκαίρως αυτήν, όσο και από το ότι και μετά τη πρόσκρουση, λόγω κεκτημένης ταχύτητας, συνέχισε την πορεία της, η οποία διεκόπη μετά από άλλες δύο αλλεπάλληλες προσκρούσεις, πρώτα σε κολώνα φωτισμού και τέλος σε τρίτο σταθμευμένο αυτοκίνητο.

Σημειωτέον ότι τόσο ο οδηγός της μοτοσικλέτας στην προανακριτική του κατάθεση (από 3-2-2000), όσο και ο ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετασθείς μάρτυς, πατέρας αυτού, καταθέτουν ότι η μοτοσικλέτα εκινείτο με ταχύτητα 60 - 70 χιλ. δηλαδή κατά πολύ υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ.

Στοιχεία που δύνανται να θεμελιώσουν συνυπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου του ενάγοντος Ζ1 , δεν αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του εναγομένου οδηγού της μοτοσικλέτας, Χ1 , ότι ο ενάγων οδηγός του αυτοκινήτου όφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα στην μοτοσικλέτα, αναμένοντας τη διέλευση της, ελέγχεται ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο οδηγός του αυτοκινήτου διέκοψε την πορεία του, προ της διασταυρώσεως και της εκεί υπάρχουσας πινακίδας SΤΟΡ, έλεγξε την κίνηση επί της οδού Αγ. Ιωάννου και ειδικότερα του ρεύματος ανόδου αυτής και αφού διαπίστωσε ότι σε απόσταση περίπου 60 μ. (όσο είχε ορατότητα, λόγω της καμπής του οδοστρώματος και της ανωφέρειας της οδού) δεν εκινείτο άλλο όχημα, εξήλθε από την οδό Αγ.

Γεωργίου και πραγματοποιώντας στροφή προς τα δεξιά, εισήλθε στο ρεύμα ανόδου της Αγ. Ιωάννου και διήνυσε εντός αυτού απόσταση 10 μ., πλην όμως, η μοτοσικλέτα, η οποία, παρά το γεγονός ότι κατά τη στιγμή του ελέγχου της κινήσεως από τον οδηγό του αυτοκινήτου, δεν είχε ακόμη εμφανισθεί εντός του πεδίου της ορατότητας του τελευταίου, λόγω της αυξημένης ταχύτητας της, "επρόλαβε" το κινούμενο έμπροσθεν της, με αρκετά μικρότερη εκείνης ταχύτητα, αυτοκίνητο και επέπεσε έπ' αυτού".

Ύστερα από τις διαπιστώσεις αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι ο αναιρεσείων Χ1 υπήρξε αποκλειστικώς υπαίτιος για το ατύχημα και τις προκληθείσες από αυτό υλικές ζημίες το αυτοκίνητό του, από τους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους κληρονομηθέντος, Ζ1 , ασφαλισμένου στην τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και ότι τον οδηγό αυτού Ζ1 , δεν βαρύνει καμία προς τούτο υπαιτιότητα, ακολούθως δε απέρριψε τους περί του αντιθέτου λόγους της εφέσεώς του ο αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά της ομοίως κρίνασας και απορρίψασας την αγωγή του πρωτόδικης απόφασης, ενώ δέχθηκε το λόγο εφέσεως αυτού που αναφερόταν στις θετικές ζημίες του αυτοκινήτου του πιο πάνω Ζ1 και δέχθηκε την αγωγή του τελευταίου κατά ένα μέρος, και για το ποσό των 4101,84 ευρώ, ενώ απέρριψε την αντίθετη αγωγή του αναιρεσείοντος.

Με τα αναφερόμενα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του Ζ1 στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, εξαιτίας του οποίου τραυματίσθηκε ο αναιρεσείων, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, ενώ βεβαιώνει ότι ο Ζ1 είχε ορατότητα, λόγω της καμπής του οδοστρώματος και της ανωφέρειας της οδού Αγίου Ιωάννου, σε απόσταση 60 μέτρων, όταν βρέθηκε στη συμβολή της ανωτέρω οδού με εκείνη της οδού Αγ. Γεωργίου, απ' όπου προερχόταν, και κινούμενος με το αναφερόμενο αυτοκίνητό του είχε σκοπό, με στροφή προς τα δεξιά να εισέλθει στο προς Υμηττό ρεύμα πορείας της άνω οδού (Αγ.

Ιωάννου), διαπίστωσε ότι στην ίδια απόσταση των 60 μ. δεν εκινείτο άλλο όχημα, παραλείπει να διευκρινίσει γιατί και ο αναιρεσείων, από την ίδια απόσταση των 60 μ. ή και περισσότερο από την πιο πάνω συμβολή, δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του Ζ1 να εισέρχεται ή να έχει εισέλθει στην αυτή οδό επί της οποίας ο ίδιος (ο αναιρεσείων) εκινείτο, παρά διαλαμβάνει ότι ο αναιρεσείων αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του Ζ1, μετά την καμπή και σε απόσταση 40 μ.

έμπροσθέν του να εξέρχεται από την οδό Αγ. Γεωργίου και να εισέρχεται (με στροφή προς τα δεξιά) στην οδό Αγ. Ιωάννου. Επίσης, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων, εξαιτίας της ανωφέρειας με μικρή κλίση της οδού Αγ. Ιωάννου, δεν είχε ορατότητα, διαλαμβάνει ότι ο Ζ1 είχε ορατότητα 60 μέτρων, χωρίς να διευκρινίζει πού οφείλεται αυτή η διαφορά ως προς την ύπαρξη ορατότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών.

Ακόμη παραλείπει να καθορίσει τη θέση κινήσεως των οχημάτων επί της οδού, δηλαδή αν αυτά εκινούντο πριν από την επισυμβάσα σύγκρουση πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος ή στο μέσον ή πλησίον της διαχωριστικής γραμμής. Επομένως, κρίνεται βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και για το λόγο αυτό πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι που ηττώνται στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 7590/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμόν 3572/2004 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη σε βάρος των αναιρεσίβλητων, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ