Legislator Case Law & Legislation
632/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague facts and rejects invalidity of accessory unjust enrichment claim.

Case Number 632/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court violated substantive law by accepting an accessory claim for unjust enrichment without sufficient factual details. The court ruled the appeal inadmissible because the appellants failed to specify the exact substantive provisions violated and omitted the material facts the lower court relied upon.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of substantive law must clearly identify the specific provision violated, the interpretative error, and the material facts accepted by the court of first instance.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure accessory claim unjust enrichment unspecified facts substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Art. 560(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 904 of the Civil Code
Arts. 974-994 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 632 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 632/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Π. Τ. του Θ. και 2) Ι. Τ. του Θ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λάππα.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. χήρας Δ. Σ., το γένος Π. Π., 2) Γ. Σ. του Δ. και 3) Κ. συζύγου Γ. Ι., το γένος Δ. Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βαλεργάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουλίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Παγγαίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 18 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3-9-2004 αίτησης για αναίρεση της 133/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, σε περίπτωση που έγινε δεκτή η αγωγή, πρέπει να καθορίζονται όχι μόνο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, αλλά και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του (Ολ.ΑΠ 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, καθώς και το δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μέμφονται οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια της κατά παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 904 και 974 έως 994 ΑΚ αποδοχής της αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά την επικουρική της βάση περί απόδοσης της νομής του επίδικου ακινήτου από την περί αδικαιολογήτου πλουτισμού πρώτη από τις πιο πάνω διατάξεις, χωρίς όμως να αναφέρονται, παρά μόνο εντελώς αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο,και γι' αυτό οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αόριστοι.

ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε για τη νομική θεμελίωση της αγωγής περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα. Η ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άρα δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Εξάλλου, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από το ίδιο άρθρο, σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σ' αυτόν ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ή συντρέχει κάποια από τις προμνημονευόμενες περιπτώσεις νόμιμης απαλλαγής από την υποχρέωση της αντίστοιχης πρότασης (Ολ.ΑΠ 16/2000).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πρωτοδικείο, κατά παραβίαση των άρθρων 904 και 974 έως 984 ΑΚ, παρέλειψε να απορρίψει ως αόριστη την ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση περί απόδοσης της νομής του επίδικου ακινήτου από το περί αδικαιολογήτου πλουτισμού άρθρο 904 ΑΚ, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται σε αυτήν το αντικείμενο της νομής των εναγόντων, που αποτελεί και το περιεχόμενο του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν, ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του ως Πρωτοδικείου ή συντρέχει περίπτωση νόμιμης απαλλαγής από την υποχρέωση της αντίστοιχης πρότασης.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμών 1,2,4,5 και 7 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Πρωτοδικείο μολονότι δεν προσδιόρισε επαρκώς με τις παραδοχές του το αντικείμενο της νομής των εναγόντων, που αποτελεί συστατικό στοιχείο του πλουτισμού, ως προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 904 ΑΚ, εν τούτοις δέχθηκε την ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

IV. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 904, 974, 987, 989, 992 και 1041 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι η νομή δεν είναι μόνο φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) όποιου την απέκτησε, αλλά αποτελεί και περιουσιακό στοιχείο που προσπορίζει ωφέλεια στον αποκτώντα, όπως τέτοιας δυνατότητας αποκτήσεως της οικείας κυριότητας με χρησικτησία, εξού παρέπεται, ότι με την ενός έτους παραγραφή των ένδικων μέσων προστασίας της νομής (ως εξουσίας) έναντι οικείας αποβολής ή διατάραξης, η ενοχική αξίωση προς απόδοσης αυτής ως αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν επηρεάζεται. Και αυτό γιατί η ωφέλεια από αυτήν την ίδια ενιαύσια παραγραφή είναι δικαιολογημένη, η ωφέλεια όμως από τη νομή του πράγματος, η οποία αποτελεί πλουτισμό ανεξάρτητο από την παραγραφή, είναι αδικαιολόγητη. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με το οποίο οι εναγόμενοι αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, γιατί το Πρωτοδικείο με το να δεχθεί ως νόμιμη την ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση περί απόδοσης της νομής του επίδικου ακινήτου κατά το περί αδικαιολογήτου πλουτισμού άρθρο 904 ΑΚ, μετά την παραγραφή της περί αποβολής από τη νομή αξίωσης κατά το άρθρο 992 ΑΚ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 904 και 992 ΑΚ, αφού ο πλουτισμός παραγραφής επέρχεται από νόμιμη αιτία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

V. Για να είναι νόμιμη η από το άρθρο 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν με αυτή ζητείται η απόδοση της νομής μετά την παραγραφή των αξιώσεων των ένδικων βοηθημάτων από τα άρθρα 987 και 989 του ίδιου Κώδικα απαιτείται η ύπαρξη της νομής του ενάγοντα κατά το χρόνο της απώλειάς της γι' αυτόν και η από τον εναγόμενο κατάληψη και κατοχή του επίδικου ακινήτου, ο οποίος έτσι έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος, ενώ αίτημά της είναι η αποβολή του εναγομένου, ο οποίος εξακολουθεί να βρίσκεται στη νομή του ακινήτου κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής και η απόδοση της νομής στον ενάγοντα.

Η εν λόγω αγωγή δεν αποτελεί ένδικο βοήθημα προστασίας της νομής, αλλά είναι ενοχική προς απόδοση του πλουτισμού. Η ίδια αγωγή είναι επιβοηθητικής φύσης και γι' αυτό μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία ή άλλη παρόμοια αιτία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι εκείνη θεμελιώνεται επί των ίδιων πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται αυτή η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία (ουσιαστική επικουρικότητα).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, κατ' ορθή εκτίμησή της, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν κατά το αντίστοιχο στον καθένα από αυτούς ιδανικό μερίδιο τη χρήση, αλλιώς η συννομή του συνιδιόκτητου ακινήτου τους. Η κύρια βάση του κύριου αγωγικού αιτήματος στηριζόταν στο δικαίωμα των εναγόντων από σύμβαση χρησιδανείου του επίδικου ακινήτου, ενώ η επικουρική βάση του επικουρικού αιτήματος στηριζόταν στο δικαίωμα των εναγόντων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εξαιτίας της επέλευσης της ετήσιας παραγραφής της ένδικης αξίωσής τους από την αποβολή της συννομής τους από τους αντιδίκους τους.

Για τη θεμελίωση, ειδικότερα, της αγωγής, κατά την επικουρική τους βάση, ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες, ότι είναι συννομείς του επίδικου ακινήτου από κληρονομία του κατά το έτος 1957 θανόντος χωρίς διαθήκη Δ. Σ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, συνιδιοκτήτη (και συννομέα) του 1/3 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, κατά ποσοστό 25%, 37,5% και 37,5% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ότι τη συννομή τους αυτή εξακολούθησαν να έχουν οι ίδιοι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αφού ποτέ μέχρι τότε δεν παραιτήθηκαν από αυτή, ούτε την παραχώρησαν σε τρίτους, έστω και άτυπα και, τέλος, ότι η αναζήτηση της συννομής τους με τα ένδικα βοηθήματα της νομής είναι πλέον αδύνατη λόγω της επέλευσης της ετήσιας παραγραφής τους.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά την επικουρική βάση της, και ενόψει ότι του ότι δεν αναφέρεται στην ίδια ότι οι ενάγοντες είχαν απαίτηση από σύμβαση χρησιδανείου του επίδικου ακινήτου ή από άλλη σύμβαση ή αδικοπραξία ή άλλη παρόμοια αιτία, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προμνημονευόμενες διατάξεις.

Επομένως το Πρωτοδικείο που έκρινε νόμιμη την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, δεν παραβίασε τις αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.9.2004 αίτηση για αναίρεση της 133/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ