Legislator Case Law & Legislation
631/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment regarding historical private use of state land.

Case Number 631/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that confirmed private ownership of a specific land parcel. The appellant argued the land was state property, but the court found historical evidence proving it was privately used for centuries as pasture and water source. Consequently, the court determined the land belonged to the private party under Ottoman law and could not revert to state ownership.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577 §1, 577 §3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a final judgment confirming private ownership based on long-standing historical use is inadmissible if the appellant fails to prove the land was ever state property.

Keywords

AI generated
land ownership dispute historical private use Ottoman land law state property reversion civil procedure appeal pastoral land rights property title confirmation

Cited Legislation

AI generated
Articles 577 §1, 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 §1 of Law 3693/1957
Article 52 §18 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 1738/1987
Decision 134423/1992 of the Ministry of Economy and Justice

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/2018
OLAP 6/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 631 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 631/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπαγεωργίου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-4-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο αναιρεσίβλητος με την με αρ.κατ. 209/6-6-2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, στρεφόμενος κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητας του επί τμήματος εμβαδού 217,10 τμ του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... και την σχετική διόρθωση των πρώτων εγγραφών με χωρικές μεταβολές.

Εκδόθηκε η 125/10-6-2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αντιμωλία των διαδίκων, που απέρριψε την αγωγή. Ακολούθως, με την 64/11-3-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτή η έφεση, που άσκησε ο ενάγων, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή, η οποία και έγινε δεκτή. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. 10/4-4-2022 του Ελληνικού Δημοσίου με την οποία προσβάλλεται η προρρηθείσα απόφαση του Εφετείου, που ουδόλως επιδόθηκε, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2018 και ΟλΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561§2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

IV. Με το άρθρο 15 της από 23-7-1923 Συνθήκης της Λωζάννης, ορίστηκε ότι "Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστι της Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψών, Σύμης και Κω, των κατεχομένων νυν υπό της Ιταλίας και των εξ αυτών εξαρτομένων, ως και της νήσου Καστελόριζου".

Κατά δε το άρθρο 60 της ίδιας Συνθήκης ορίστηκε ότι "Τα κράτη υπέρ ων απεσπάσθη ή αποσπάται έδαφος εκ της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε συνεπεία των Βαλκανικών πολέμων, είτε δυνάμει της παρούσης Συνθήκης, θα αποκτήσωσι άνευ ανταλλάγματος, πάσαν ιδιοκτησίαν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κείμενη εν των εδαφών τούτων".

Στις 10 Φεβρουαρίου 1947, υπογράφηκε η "Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων" μεταξύ της Ιταλίας και των Συμμάχων Αμερικής, Σοβιετικής Ένωσης, Μεγάλης Βρετανίας, Αυστραλίας, Γαλλίας κλπ, η οποία καθόρισε μεταξύ των άλλων και την απόδοση με πλήρη κυριαρχία των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της ως άνω Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, ορίστηκε ότι το διάδοχο κράτος, δηλαδή το Ελληνικό, θα λάβει "άνευ πληρωμής τας ιταλικάς κρατικάς ή παρακρατικάς περιουσίας τας κειμένας επί του εκχωρουμένου δυνάμει της παρούσης Συνθήκης εδάφους" και ως τέτοιες νούνται "η κινητή και η ακίνητος περιουσία του Ιταλικού Κράτους, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των εταιρειών και σωματείων, άτινα είναι δημόσια ιδιοκτησία" που βρίσκονται στην Δωδεκάνησο.

Περαιτέρω, με το άρθρ. 2 §1 υποπαρ.α' του ν. 510/1947 (ΦΕΚ Α 298/30-12-1947), που ίσχυσε από τη δημοσίευση του (άρθρο 14) , εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1946 "περί αποκαταστάσεως του Αστικού Κώδικος και του Εισαγωγικού αυτού νόμου". Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι "Η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους".

Περαιτέρω, οι έννομες σχέσεις επί της ακίνητης περιουσίας στη Δωδεκάνησο ρυθμίζονταν από το Οθωμανικό δίκαιο μέχρι την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 την 1-1-1932 δυνάμει του άρθρου 1 του 200/31-10-1931 διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη Μάριο Λάγκο. Σημειώνεται ότι με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού 1856, Kanunname-i arazi- που στο εξής για συντομία θα αναφέρεται ως οθΝπΓαιών), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2,3,4,5, 91-102 και 103-105 του ίδιου νόμου, τα ακίνητα διακρίνονται σε:

α) Ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, περιβόλια, κήποι, κλπ. που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, στις οποίες αυτοί που τις εξουσίαζαν είχαν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας και μπορούσαν να τις διαθέτουν ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης.

β) Δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, τα βοσκοτόπια, τα δάση και λοιπά παρεμφερή κτήματα, των οποίων η ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) ανήκε στο Οθωμανικό Κράτος, ενώ η εξουσίαση ή "ωφέλιμη κυριότητα" ("τεσσαρούφ", "tassaruf"), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες από ειδικό υπάλληλο του Οθωμανικού Κτηματολογίου έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού και την χορήγηση σχετικού έγγραφου τίτλου (αποδεικτικού και όχι συστατικού), ονομαζομένου ταπί ("tapu"), το οποίο έφερε το μονόγραμμα ("τουγρά", "tugra") του Σουλτάνου, αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 8/2024, ΑΠ 957/2023).

Στο δε άρθρο 78 του οθΝπΓαιών, ορίζεται ότι εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εξουσίασης. Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 78) δεν εφαρμόζεται επί δασών και βοσκοτόπων , αλλά μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, αφού βασική προϋπόθεση για την κτήση του εν λόγω δικαιώματος είναι πέραν της κατοχής και η καλλιέργεια (Ολ ΑΠ 411/1963 και 409/1963).

Η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση επιβεβαιώνεται από την ερμηνευτική εγκύκλιο του Οθωμανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, το άρθρο 13 του νόμου περί ταπίων ("Ταπού νιζαμναμεσή") της 8 Δζεμάζηλ - αχίρ 1275 (χριστιανικού 1857), το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων ("Ταρηφναμέ") της 15 Σαπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του οθΝπΓαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71)(ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 957/2023).γ) Γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (εβκαφ- βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως εκτός συναλλαγής.

δ) Γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση όλων των κατοίκων ενός μόνο χωριού (μετρουκέ), όπως δρόμοι, πλατείες κλπ., οι οποίες επίσης ήταν δημόσιες. Και ε) Νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ. οι οποίες δεν ανήκαν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε ήταν δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονταν ούτε εξουσιάζονταν από οιονδήποτε, οι οποίες ήταν επίσης δημόσιες.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, δεν αναγνωριζόταν ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες. Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 957/2023, ΑΠ 1983/2022).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το 132/1-9-1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Μάριο Λάγκο και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 § 2 του ν.510/1947, διατηρήθηκε κατ' αρχήν η διάκριση των γαιών, όπως οριζόταν από το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο οθωμανικό δίκαιο.

Ειδικότερα, ορίζεται στο άρθρο 1 του Κτηματολογικού Κανονισμού ότι "Τα ακίνητα κτήματα της Κτήσεως διακρίνονται εις: Δημόσια (Μιρί, εραζί- εμιριέ, μετρουκέ, μεβάτ). Ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), Εβκάφ (Βακουφικά)", στο άρθρο 2 ότι: "Τα δημόσια κτήματα ανήκουσιν εις την Κυβέρνησιν της Κτήσεως και υποδιαιρούνται εις κτήματα κοινής(δημόσιας) χρήσεως και εις κτήματα περιουσιακά (της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου)".

Στις διατάξεις δε των άρθρων 3-10 του Κτηματολογικού Κανονισμού γίνεται ειδικότερη αναφορά στα διάφορα είδη γαιών και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν δε αυτές εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και, επομένως, και στη νήσο Σύμη (που εν προκειμένω ενδιαφέρει), αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών Γραφείων (ΑΠ 846/2024, ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1814/2012).

Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο από 1.1.1932, μετά την εισαγωγή σε αυτήν του ΙταλΑΚ/1865 κατά τα ανωτέρω. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685 και 686 περί νομής, 2105, 2106 και 2135 περί παραγραφής του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη, δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).

Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το αρθρ. 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865. Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 63§1 του Κτηματολογικού Κανονισμού που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής", ως εκ της θέσης της (στο κεφάλαιο 5 που αφορά τις καταχωρίσεις στα κτηματολογικά βιβλία), δεν εφαρμόζεται στη νήσο Σύμη, αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε εκεί κτηματολόγιο (ΑΠ 846/2024, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 693/2018, ΑΠ 477/2016).

Επιπλέον, ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21-4-1942 δυνάμει του άρθρου μόνου του 170/20-4-1942 Διατάγματος του Πολιτικού και Στρατιωτικού Κυβερνήτη των Ιταλικών Νήσων του Αιγαίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού (ΙταλΑΚ/1942) των άρθρων 1140 περί νομής και 1158-1167 περί χρησικτησίας.

Η διάταξη του άρθρου 1158 προβλέπει την κτήση κυριότητας επί κινητών με εικοσαετή συνεχιζόμενη νομή, η οποία , όμως, δυνάμει του άρθρου 1166 δεν εφαρμόζεται στα ακίνητα. Στα τελευταία τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1169, που ορίζει "Όστις αποκτά εν καλή πίστει παρ' άλλου, όστις δεν είναι κύριος, εν ακίνητον δυνάμει ενός τίτλου, ο οποίος είναι κατάλληλος να μεταβιβάση την κυριότητα και ο οποίος μετεγράφη προσηκόντως, συμπληροί εντεύθεν την χρησικτησίαν προς όφελος του δια της διαδρομής 10 ετών από της χρονολογίας της μεταγραφής".

Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 κατά τα ανωτέρω, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 974 και 1045- 1051 του ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος διανοία κυρίου (νομή) και έχει ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή, με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.

Κατόπιν των ανωτέρω αναπτυχθέντων, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή από αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ 1942 και Ελληνικού ΑΚ, διότι από 1-1-1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10-1-1949, οπότε επεκτείνεται στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 1 του από 31 Δεκεμβρίου 1948 ΒΔ (ΦΕΚ Α 6/10-1-1949), η ισχύς των περί διοικήσεως , διαχειρίσεως και προστασίας των δημοσίων κτημάτων νόμων και διαταγμάτων, μεταξύ των οποίων και ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος στο άρθρο 4 §1 και 2 απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, δεν συμπληρώνεται, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στη νομή του πράγματος.

Περαιτέρω, με το άρθρο 9 §1 εδ. α' ν. 2100/1952 που ισχύει από 28-04-1952 (ΦΕΚ Α114/28-4-1952), ορίστηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονταν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβέννυται και οι έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως, δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι καλλιεργούντες δημοσίες γαίες στις νήσους Σύμη, Πάτμο, Κάρπαθο κλπ (εκτός της περιφέρειας Κτηματολογίου Ρόδου και Κω) για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938 στην Δωδεκάνησο, ήτοι πριν τις 10-1-1949, έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς, με βάση το άρθρο 78 του οθΝπΓαιών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) τράπηκε αυτοδικαίως σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών, με το άρθρο 9 §1 εδάφ.

α' του ν.2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο (ΑΠ 846/2024 , ΑΠ 1410/2023, ΑΠ 1954/2022, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016). Εξάλλου, οι γαίες τις οποίες κατείχαν, εξουσίαζαν και ενέμοντο οι κάτοικοι των νήσων της Δωδεκανήσου, οι οποίες δεν ήσαν δορυάλωτες (δηλ.

πλην της Ρόδου και της Κω), δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με όπλα από τον Τούρκο Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή (1522 μχ), αλλά παραδόθηκαν αυτοβούλως σε αυτόν, μεταξύ των οποίων και η Σύμη, ανήκαν στις ιδιοκτησίες τους, ως γαίες "μουλκ", αφού ο παραπάνω Σουλτάνος όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στις ιδιοκτησίες τους.

Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές και ανήκαν στην παραπάνω κατηγορία των μουλκίων, ήτοι των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας, τα οποία εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους τους και μάλιστα κατά πλήρη κυριότητα. Τούτο, όμως, δεν αφορούσε αδιακρίτως όλες τις γαίες μιας περιοχής ή μιας νήσου, αλλά μόνον εκείνες που οι κάτοικοί τους είχαν τη δυνατότητα να τις κατέχουν, νέμονται και να τις εξουσιάζουν.

Επομένως, το ως άνω προνόμιο που παραχώρησε ο Σουλτάνος στους κατοίκους δεν αφορούσε εκτάσεις που λόγω της μορφολογίας του εδάφους τους δεν μπορούσαν να εξουσιασθούν (πχ. βραχώδεις περιοχές), οι οποίες παρέμειναν υπό την απόλυτη εξουσία του Οθωμανικού Κράτους, περιήλθαν δε μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου με τη Συνθήκη της Λωζάννης στο Ιταλικό Κράτος και στη συνέχεια στο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων.

Έτσι, και τα ακίνητα της νήσου Σύμης δεν ήσαν όλα ανεξαιρέτως καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) με τις πιο πάνω αναφερόμενες συνέπειες, αλλά μόνο αυτά που λόγω της φύσης και της μορφολογίας του εδάφους τους ήταν αντικείμενο νομής, κατοχής και εξουσίασης από τους κατοίκους της, ενώ τα λοιπά ως άνω ακίνητα και της νήσου αυτής (που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν) δεν αποτελούν κτήματα καθαράς ιδιοκτησίας και έχει εφαρμογή επ' αυτών ο οθΝπΓαιών, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν αυτά να θεωρηθούν ως δημόσιες γαίες και, συνεπώς, να περιέλθουν, κατά τα ως άνω τελικά, στο Ελληνικό Δημόσιο.

Άλλωστε στην ύπαρξη δημόσιων γαιών και στα μη δορυάλωτα νησιά της Δωδεκανήσου συνηγορεί και η διάταξη του προρρηθέντος άρθρου 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που αναφέρεται στα δημόσια κτήματα ως ανήκοντα στην "Κυβέρνησιν της Κτήσεως" χωρίς να γίνεται διάκριση σε δορυάλατες και μη περιοχές, καθώς και του άρθρου 9 §1 εδαφ.α' του ν. 2100/1952, με το οποίο προβλέφθηκε η μετατροπή του αποκτηθέντος επί δημοσίων γαιών δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 846/2024, ΑΠ 1954/2022, ΑΠ 458/2016).

V. Με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επικαλούμενο πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3,4,5, 78, 91-102 και 103-105 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού 1856), 1,2,4 και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, 4 § 1 και 2 του α.ν. 1539/1938, 51 ΕισΝΑΚ, 1 του παραρτήματος XIV της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων και 9 του ν.2190/1962 περιλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας που προέβαλε νόμιμα το ίδιο τόσο πρωτοδίκως, όσο και στην κατ' έφεση δίκη, επικαλούμενο ότι το επίδικο ήταν δημόσια γαία επί οθωμανικού κράτους, που μεταβιβάσθηκε δυνάμει των Συνθηκών στο Ιταλικό και ακολούθως στο Ελληνικό Δημόσιο .

Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση του ενδιαφέροντος περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1960 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σύμης Θ.

Φ., το οποίο μετεγράφη νόμιμα στον Τόμο ... και με αριθμό ... των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, ο πατέρας του ενάγοντος, Σ. Δ. του Α., απέκτησε, λόγω αγοράς από το Λ. Ζ. του Γ., το 1/9 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, ο οποίος κείται στην περιοχή "..." της νήσου Σύμης, έχει έκταση 1.724,15 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με περιβόλι ιδιοκτησίας Μ.

Δ., νότια με αγρό ιδιοκτησίας Μ. Κ., ανατολικά με θάλασσα και δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας Ε. Τ., της δε κατά άνω πωληθείσας στον πατέρα του ενάγοντος, ιδανικής μερίδας επί του μείζονος αγρού κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος του τελευταίου, Λ. Ζ., δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σύμης Γ.

Δ., νομίμως μεταγραφέντος στον Τόμο ... και με αριθμό ... των Βιβλίων Μεταγραφών του άνω Υποθηκοφυλακείου, με αγορά από τη Χ. σύζυγο Ν. Μ., το γένος Μ. Κ., στην οποία ο μείζων αγρός είχε περιέλθει με άτυπη δωρεά, το έτος 1918, από τη μητέρα της, η οποία ασκούσε επ' αυτού διακατοχικές με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πράξεις ήδη από το έτος 1850, αφού τον χρησιμοποιούσε ως τόπο ποτίσματος των αμνοεριφίων της από τις ποτίστρες (γούρνες), τις οποίες είχε κατασκευάσει και συντηρούσε εντός αυτού, με νερό που αντλούσε από το κείμενο στον εν λόγω αγρό πηγάδι (φλετρό), πράξεις τις οποίες συνέχισε να ασκεί με τα ίδια προσόντα (διάνοια κυρίου και καλή πίστη) η θυγατέρα της Χ.

Μ. από το έτος ..., όταν της το παραχώρησε με άτυπη δωρεά η μητέρα της, συνεχόμενα και αδιατάρακτα μέχρι το ..., έκτοτε δε το χρησιδέσποσε ο Λ. Ζ. του Γ. και από το έτος 1960 και ο Σ. Δ. του Α., οι οποίοι επίσης ασκούσαν επ' αυτού τις ίδιες διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίου, αφού αυτοί, όπως και αμφότερες οι άνω δικαιοπάροχοί τους, ασχολούντο επαγγελματικά με την κτηνοτροφία και ειδικότερα ήταν τσοπάνηδες,...

Κατόπιν άσκησης της από 02-12-1964 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 993/09-12-1964) αγωγής διανομής του Ο. Τ. του Ε., ο οποίος είχε καταστεί συγκύριος του μείζονος αγρού κατά τα 6/9 εξ αδιαιρέτου δυνάμει των στην εν λόγω αγωγή αναφερομένων και νομίμως μεταγραφέντων στα αυτά Βιβλία Μεταγραφών πωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σύμης Π.

Μ., κατά των λοιπών συγκυρίων, Κ. Ν. Τ., Ν. Μ. Ζ. και Σ. Δ. του Α. (πατρός του ενάγοντος, ο οποίος είχε ήδη καταστεί συγκύριος αυτού κατά το 1/9 εξ αδιαιρέτου κατά τα προεκτεθέντα), εκδόθηκε η υπ' αριθ. 65/1965 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί το εφικτό ή μη της αιτουμένης διανομής του μείζονος αγρού, .....Κατόπιν αυτού, εξεδόθη η υπ' αριθ. 564/1965 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία .....διατάχθηκε η ενώπιον αυτού κλήρωση των τριών τμημάτων που είχαν προταθεί σε αυτήν (ενν.

έκθεση πραγματογνωμοσύνης), κατόπιν της οποίας, γενομένης στη Σύμη τον ... του έτους ..., έλαχε στον πατέρα του ενάγοντος, Σ. Δ. του Α., τμήμα του μείζονος αγρού, εμβαδού, κατά μεν την ανωτέρω έκθεση και το σε αυτή συνημμένο από 16-05-1965 τοπογραφικό διάγραμμα των διενεργησάντων την πραγματογνωμοσύνη (στο οποίο το εν λόγω τμήμα φέρει τον αριθμό II και οριοθετείται υπό στοιχεία ...), 229,50 τ.μ., κατά δε το, συνημμένο στην ένδικη αγωγή, από Μαΐου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα της Τοπογράφου Μηχανικού Β.

Κ. (όπου το εν λόγω τμήμα διαγράφεται με τα στοιχεία ...), 217,10 τ.μ. Σημειωτέον ότι στο τελευταίο τοπογραφικό, το οποίο συντάχθηκε σύμφωνα με το ελληνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς του 1987 (ΕΓΣΑ '87), αποτυπώνονται τα τρία τμήματα που έλαχαν στους εναγομένους της ανωτέρω αγωγής (μεταξύ των οποίων και αυτό του πατρός του ενάγοντος των 217,10 τ.μ.), σε απόλυτη ταύτιση και συμφωνία με το ενιαίο γεωτεμάχιο, το οποίο καταχωρίσθηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Σύμης με ΚΑΕΚ ...

και έκταση 562,00 τ.μ. ....και με φερόμενο ως αποκλειστικό (κατά 100%) κύριο αυτού το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο .....η εγγραφή δε αυτή στο όνομα του εναγόμενου, με αιτία κτήσης "ΝΟΜΟΣ", .....έχει δηλαδή δασικό χαρακτήρα, .....ιδιότητα που όμως διαψεύδεται από το ίδιο το εναγόμενο, αφού στο υπ' αριθ. πρωτ. ...-2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκάνησου αναφέρεται ότι το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., ....."εμπίπτει εντός του πολυγώνου ..., στο οποίο εντάσσονται εκτάσεις που διαχρονικά δεν δεσμεύονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου η Υπηρεσία μας (Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου) δεν εμπλέκεται στα εμπράγματα δικαιώματα εντός αυτού", επομένως, η εν λόγω έκταση, στην οποία ανήκει και το επίδικο τμήμα, δεν συνιστά δημόσια γη με τη μορφή της δασικής έκτασης. .....Εξάλλου, στο προρρηθέν τοπογραφικό διάγραμμα της Β.

Κ., το επίδικο τμήμα των 217,10 τ.μ. απεικονίζεται, με στοιχεία ..., με τις κάτωθι κατά ΕΓΣΑ '87 συντεταγμένες :

Α/Α

X

Υ

α

845476,505

4053384,811

β

845492,763

4053390,232

γ

845497,019

4053378,362

δ

845480,935

4053372,789

Αποδείχθηκε επίσης ότι ο Σ. Δ. του Α., το ... του 1995, μεταβίβασε ατύπως το επίδικο τμήμα, εμβαδού 217,10 τ.μ., το οποίο μέχρι τότε διακατείχε ο ίδιος με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχόμενα από την σε αυτόν μεταβίβασή του με το υπ' αριθ. ...-1960 συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σύμης Θ. Φ., χρησιμοποιώντας αυτό ως τόπο ποτίσματος των αμνοεριφίων του από τις ποτίστρες και το πηγάδι που υπάρχει σε αυτό, στον ενάγοντα υιό του, που ασχολείται επίσης με την κτηνοτροφία, ο οποίος συνέχισε να ασκεί επ' αυτού ακριβώς τις ίδιες με του πατέρα του διακατοχικές πράξεις με διάνοια αποκλειστικού κυρίου και καλή πίστη τουλάχιστον μέχρι την άσκηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς να ενοχληθεί από οποιονδήποτε,...Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού ο ενάγων χρησιδέσποσε το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 217,10 τ.μ., ασκώντας επ' αυτού με διάνοια αποκλειστικού κυρίου τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, συνεχόμενα και αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και δη από το ...

του 1995, όταν του το μεταβίβασε ατύπως ο, ιδιοκτήτης αυτού, πατέρας του, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής (06-06-2017), κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 976 - 979 και 1045 του Α.Κ., οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και έκανε δεκτή αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αναγνώρισε την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας και διέταξε τη διόρθωση των πρώτων εγγραφών με χωρικές μεταβολές που αφορούν το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ....

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, αφού περιέλαβε πλήρεις και σαφείς και ουδόλως αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ότι: Α) Το επίδικο ακίνητο, έκτασης 217,70 τμ , που απεικονίζεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα χωρικών μεταβολών με στοιχεία ..., σύμφωνα με το ΕΓΣΑ 87 , εμπίπτει στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 562,00 τ.μ., που καταχωρίσθηκε ανακριβώς στις πρώτες εγγραφές του Εθνικού Κτηματολογίου με δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο και αιτία κτήσης το νόμο, δηλ.

την περιέλευσή του από το Ιταλικό Δημόσιο δυνάμει της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων της 10 Φεβρουαρίου 1947. 2) Το επίδικο ταυτίζεται με την εδαφική έκταση που περιήλθε στον πατέρα του ενάγοντος Σ. Δ. κατόπιν κλήρωσης δυνάμει της 564/1965 απόφασης του Πρωτοδικείου Ρόδου περί διανομής μείζονος ακινήτου (αγρού) εμβαδού 1.724,15 τ.μ.

κείμενου στην περιοχή "..." της νήσου Σύμης, που συνόρευε βόρεια με περιβόλι ιδιοκτησίας Μ. Δ., νότια με αγρό ιδιοκτησίας Μ. Κ., ανατολικά με θάλασσα και δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας Ε. Τ. και το οποίο νέμεται αδιατάρακτα ο ενάγων από το 1995 δυνάμει άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του πλέον της εικοσαετίας. 3) Ο ως άνω αγρός, που αρχικά περιήλθε στην εξ αδιαιρέτου συννομή και συγκυριότητα του Σ.

Δ. κατά ποσοστό 1/9 με παράγωγο τρόπο (δυνάμει του ...-1960 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σύμης Θ. Φ., νομίμως μεταγραφέντος), χρησιμοποιούνταν τουλάχιστον από το 1850 και εντεύθεν ως τόπος για να πίνουν νερό τα αμνοερίφια των κατ' επάγγελμα ποιμένων της περιοχής που κατείχαν τον ως άνω αγρό (αρχικά η μητέρα της Χ.

Μ. το γένος Κ. κλπ), καθόσον εντός αυτού υπήρχε πηγάδι (φλετρό), που κατασκευάσθηκε για την άντληση νερού και την διοχέτευσή του σε ποτίστρες (γούρνες), τις οποίες κατασκεύασαν και συντηρούσαν εντός αυτού οι ίδιοι και όχι το Δημόσιο (οθωμανικό ή ιταλικό ή ελληνικό), που ουδόλως, άλλωστε, επικαλέσθηκε το αναιρεσείον.

Επομένως ως εκ της φύσης του τουλάχιστον των δύο τελευταίων αιώνων( καθώς είναι αδύνατο να αποδειχθεί η χρήση του κατά την κατάληψη της νήσου Σύμης από τους οθωμανούς το 1522) ήταν δεκτικό εξουσίασης από ιδιώτη και ως εκ τούτου επί οθωμανικής κυριαρχίας επί μη δορυάλατης περιοχής ανήκε στην κατηγορία των "μουλκ" (καθαρής ιδιοκτησίας) και όχι των δημοσίων γαιών.

Και 4) Εξάλλου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης το επίδικο δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δάσος ή δασική έκταση, αντίθετα μάλιστα εμπίπτει στο πολύγωνο ..., δηλ. σε ανέκαθεν αγροτική έκταση, ούτε αδέσποτο υπήρξε αφού πάντα ως εκ της φύσης του εξουσιάζονταν από συγκεκριμένους ποιμένες. Κατά συνέπεια δεν μπορούσε να περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά διαδοχή από το Ιταλικό Δημόσιο, αφού ούτε το Οθωμανικό Δημόσιο είχε δικαιώματα επ' αυτού.

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

VI. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 10/4-4-2022 αίτηση για αναίρεση της 64/11-3-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με τις προτάσεις του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 10/4-4-2022 αίτηση για αναίρεση της 64/11-3-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ