Legislator Case Law & Legislation
631/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative debt judgment regarding statute of limitations and procedural defects.

Case Number 631/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a First Instance Court judgment regarding administrative debt collection. The appellants argued that the state had waived the statute of limitations and that the lower court erred in dismissing their claim for interest. The court ruled that the state cannot waive the statute of limitations and that the defense regarding the interruption of the limitation period was inadmissible because it was not included in the initial claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93 and 94 of Law 2362/1995; The State cannot waive the statute of limitations, and a defense based on the interruption of the limitation period is inadmissible if not raised in the initial claim.

Keywords

AI generated
statute of limitations administrative debt state immunity procedural admissibility interruption of limitation civil procedure Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 2 of Law 2362/1995
Article 93 paragraph b of Law 2362/1995
Article 614 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 and 3 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of Ministerial Circular 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
Case 1099/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 631 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 631/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ., συζ. Σ., το γένος Β. Π., κατοίκου … και 2) Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γκανιά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παντελεήμωνα Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06.04.2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 475/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 07.01.2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την από 07.01.2019 (αριθμό κατάθεσης 2/8-1-2019) αίτηση αναίρεσης των δύο πρώτων εναγόντων από τους συνολικά τρείς ενάγοντες (ο τρίτος ενάγων δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρα 614 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά από το άρθρο 1 – άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 – άρθρο ένατο ν. 4335/2015] υπ’ αριθ.475/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε την από 06.06.2016 (αριθ.κατάθ. 25/7-6-2016) έφεση του εναγομένου – εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ερήμην των εναγόντων – εφεσιβλήτων (που δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας της αναιρετικής δίκης) και την από 09.11.2016 (αριθ.κατάθ. 61/10-11-2016) έφεση των εναγόντων – εκκαλούντων αντιμωλία των διαδίκων δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 06.06.2016 (αριθ.κατάθ. 25/7-6-2016) έφεση του εναγομένου – εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου εξαφάνισε την με αριθμό 169/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης ως προς τη διάταξη της περί επιδίκασης σε βάρος του εναγομένου – εκκαλούντος τόκου υπερημερίας και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος αυτό επιδίκασε στους ενάγοντες – εφεσιβλήτους τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά για εργατικές αξιώσεις με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ενώ απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμη την από 09.11.2016 (αριθ.κατάθ. 61/10-11-2016) έφεση των εναγόντων –εκκαλούντων επικυρώνοντας ως προς τους ενάγοντες την πρωτόδικη με αριθμό 169/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τους δύο πρώτους ενάγοντες – εκκαλούντες (ο τρίτος ενάγων –εκκαλών δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη) νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 553, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφοι 1 και 3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο «Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της».

Κατά τη διάταξη δε του άρθρο 93 περ. α’ του παραπάνω Ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ’ (τελευταίο) του ίδιου ως άνω νόμου «Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια».

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 93 του Ν. 2362/1995 τρόπους μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει παραδεκτώς και νομίμως ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο.

H αυτεπάγγελτη, κατ’ άρθρο 94 εδάφ. δ’ του Ν. 2362/1995, λήψη υπόψη από το δικαστήριο της παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων, ρύθμιση (αυτεπάγγελτης λήψης) η οποία δεν ισχύει για τη διακοπή της παραγραφής, δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, (και) για το λόγο ότι η διασφαλιζόμενη με τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Δημοσίου από τη δυνατότητα να προβάλλουν (ακόμη και καθ’ υποφοράν, ενόψει του εκ του νόμου γνωστού σ’ αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψης υπόψη της παραγραφής) όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 593/2015).

Βέβαια η έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 94 εδ. τελευταίο είναι ότι για να λάβει το δικαστήριο υπόψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται αφ’ ενός η γέννηση της αξίωσης και εντεύθεν η έναρξη του χρόνου παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και αφ’ ετέρου η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης, ήτοι, κατά το σύνηθες συμβαίνον, πριν από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 533/2018).

Περαιτέρω στο άρθρο 20 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει».

Περαιτέρω, στο άρθρο 95, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 06.04.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α’ 84), ορίζεται ότι: «5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης».

Σε εκτέλεση των συνταγματικών αυτών διατάξεων εξεδόθη ο ν. 3068/2002 «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις (...)» (ΦΕΚ Α’ 274), στο Κεφάλαιο Α’ του οποίου υπό τον τίτλο «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις Δικαστικές αποφάσεις» ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει».

Επίσης, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει στο άρθρο 663 παρ. 1,που ίσχυε μέχρι 31.12.2015 και στο άρθρο 614 παρ.3 ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 – άρθρο ένατο ν. 4335/2015) ότι: «Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664-676 και από 01.01.2016 κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 παρ.3 δικάζονται: 1. Οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων (...) και των εργοδοτών (...) τους»• στο άρθρο 321 ότι: «Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο» και στο άρθρο 322 παρ. 1 ότι: «Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά».

Εξάλλου, στο άρθρο 17 του ν. 2839/2000 (ΦΕΚ Α’ 96), ορίζονται τα εξής : «1. Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 01.08.1999 μέχρι 31.03.2000, στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ α’ και β’ βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα της τελευταίας απασχόλησης, εφ’ όσον κατά την 31.03.2000:

(α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών,

(β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών,

(γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α’ συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 01.01.1995 και εφεξής,

(δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (...) και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 (...),

(ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται. (...).

6. Οι κατατασσόμενοι εντάσσονται σε υφιστάμενες θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας και αν δεν υπάρχουν, σε προσωρινές θέσεις αντίστοιχης ειδικότητας, που συνιστώνται με την απόφαση κατάταξης.

7. Η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου (...)».

Τέλος, στο άρθρο 656 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Φ.Ε.Κ. Α' 164), ορίζεται ότι: «Υπερημερία του εργοδότη. Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού».

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα:

Με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος, που θεσπίσθηκε με το από 06.04.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ως κανόνας παραπληρωματικός του κατοχυρωμένου στο άρθρο 20 του Συντάγματος δικαιώματος δικαστικής προστασίας, υπό το φως και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, ΦΕΚ Α’ 256 (βλ.

αποφ. ΕΔΔΑ της 19.03.1997 «Hornsby κατά Ελλάδος», της 14.12.1999 «Αντωνακόπουλος και Βορτσελά κατά Ελλάδος», της 25.03.1999 «Ιατρίδης κατά Ελλάδος», της 08.04.2004 «Assanidze κατά Γεωργίας») αλλά και των άρθρων 2 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που μαζί με το προαιρετικό του Πρωτόκολλο κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α' 25), κατοχυρώθηκε και ρητώς η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές οργανώνεται ένα πλήρες σύστημα δικαστικής προστασίας με σκοπό την άμεση και πραγματική ικανοποίηση του δικαιωθέντος διαδίκου έναντι του Δημοσίου, που περιλαμβάνει προεχόντως την υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, ήτοι την υποχρέωση αυτής να προβαίνει με θετικές ενέργειες ή παραλείψεις σε αναμόρφωση των νομικών και πραγματικών καταστάσεων για την πραγμάτωση των κριθέντων με αποφάσεις ή πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, ως αναγκαία συνθήκη για την πραγματική προστασία των πολιτών και την αποκατάσταση της νομιμότητας (βλ.

ΣτΕ 914/2013, ΣτΕ 4775/2012, ΕΔΔΑ αποφ. της 28.10.2010 «Βλαστός κατά Ελλάδος», της 21.06.2007 «Γεωργούλης κλπ κατά Ελλάδος», της 10.5.2007 «Πανταλέων κατά Ελλάδος», της 22.12.2005 «Ιερά Μονή Προφήτου Ηλίου Θήρας κατά Ελλάδος» και της 11.12.2003 «Καραχάλιος κατά Ελλάδος»).

Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή της προεκτεθείσας συνταγματικής επιταγής θεσπίσθηκε ο ν. 3068/2002, στον οποίο οργανώνεται η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις (βλ. αποφ. ΕΔΔΑ της 18.02.2010 «Ματθαίου κατά Ελλάδος», της 27.05.2004 «Μεταξάς κατά Ελλάδος» και της 26.09.2002 «Καραχάλιος κατά Ελλάδος»), με παράλληλη ρύθμιση και των εκ της μη συμμόρφωσης επαγομένων εννόμων συνεπειών, ήτοι του ελεγκτικού της συμμόρφωσης μηχανισμού από Τριμελές Δικαστικό Συμβούλιο και της οικείας κυρωτικής διαδικασίας (άρθρα 2 και 3 του ν. 3068/2002, βλ. σχετικώς Πράξεις 191, 185/2013 Κλιμ. Προλ. Ελέγχου Ι Τμ.). Στο πλαίσιο αυτό, με το άρθρο 1 του ν. 3068/2002 ορίζεται ότι το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α. και τα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων, καθώς και ότι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμορφώσεως ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει.

Εξ άλλου, από την γενική διατύπωση τόσο του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος όσο και του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3068/2002 και υπό το φως της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. Α-β του Συντάγματος), συνάγεται ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις αποτελεί έννοια διάφορη της εκτέλεσης αυτών (βλ. ΣτΕ 41/2009). Συγκεκριμένα, υποχρέωση της Διοίκησης προς συμμόρφωση γεννάται όχι μόνο σε περίπτωση δικαστικών αποφάσεων που συνιστούν τίτλους εκτελεστούς, κατά την έννοια του άρθρου 904 του ΚΠολΔ, αλλά και σε περίπτωση τελεσιδίκων αναγνωριστικών αποφάσεων (βλ. ΕλΣυν απόφ. Ι Τμ. 1807/2011, πρ. Ι Τμ. 77/2012, 163, 69/2011, πρ. 149/2013 Κλιμ. Προλ. Ελέγχου στο Ι Τμ., ΝΣΚ 157/2014, καθώς και απόφ. Τριμ. Συμβ. Συμμ. ΣτΕ 85/2012, Πρακτ. Τριμ. Συμβ. Συμ. ΣτΕ 11/2011, 78, 17, 10/2010, 41/2009, 62/2008). Και τούτο διότι οι τελευταίες στερούνται μεν εκτελεστότητας, πλην όμως και αυτές τέμνουν την διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ ), χωρίς να έχουν επικουρικό χαρακτήρα έναντι των εξοπλισμένων με εκτελεστότητα δικαστικών αποφάσεων (καταψηφιστικών) (βλ. ΑΕΔ 7/2011, ΣτΕ Ολ. 833/2010, 3141/2006, πρβλ. ΑΠ 898/1985, 959/1985).

Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, µεταξύ των ιδίων προσώπων, µε την ίδια ιδιότητα, για το αντικείµενο και την ίδια ιστορική και νοµική αιτία, δεδικασµένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείµενο νέας δίκης για το δικαίωµα που κρίθηκε, για τη δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Το παραγόμενο δεδικασμένο καλύπτει, όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου.

Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης (βλ. ΑΠ 25/2014), καθώς το δεδικασμένο αποκλείει την αμφισβήτηση σε νεότερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που τη διέπει ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής (πρβλ.

ΑΠ 249, ΑΠ 183/2011, ΑΠ 1470/2008, ΑΠ 361/2008, ΑΠ 1673/2007 ). Η δε έκταση του δεδικασμένου προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε στο δικαστήριο (πρβλ. ΑΠ 369/2014, ΑΠ 959, ΑΠ 898/1985), ειδικώς δε επί θετικής αναγνωριστικής αγωγής το δεδικασμένο αναφέρεται στην ύπαρξη ή ανυπαρξία της προβληθείσας έννομης σχέσης, ανάλογα με το αν η απόφαση δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή.

Υπό το πρίσμα αυτό, τελεσίδικες αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, που αποφαίνονται αυθεντικώς ότι στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 συγκεκριμένες σχέσεις εργασίας απασχολουμένων στο Δημόσιο με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου συνιστούν σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κρίνουν, παρεμπιπτόντως, τη νομιμότητα της άρνησης της διοίκησης περί μετατροπής των συμβάσεών τους και περί κατάταξής τους σε προσωρινές θέσεις αορίστου χρόνου (πρβλ.

ΑΠ 873/2002) τέμνουν τη διαφορά, όπως και εκείνες που εκδίδονται επί καταψηφιστικής αγωγής, και παράγουν δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων διαδίκων, η έκταση του οποίου προσδιορίζεται από το υποβληθέν στο δικαστήριο αίτημα και, ως εκ τούτου, καταλαμβάνει την ύπαρξη του καθ’ όλου δικαιώματος του εργαζομένου και τις απορρέουσες από αυτό έννομες συνέπειες (ΑΠ 369/2014, ΑΠ 898/1985, πρβλ.

επίσης ΕλΣυν πρ. 271/2014 Κλιμ. Προλ. Ελέγχου Ι Τμ.). Ωσαύτως, η αναγνωριζόμενη αυτή δεσμευτική ενέργεια του δεδικασμένου, υπό τους τιθέμενους ως άνω περιορισμούς, συνέχεται με την υποχρέωση συμμόρφωσης της διοίκησης προς αυτό, ως έκφανση της εξωδικαστικής του εκδήλωσης, με την έννοια ότι η έκταση της συμμόρφωσης αποτελεί συνάρτηση του συγκεκριμένου κριθέντος ζητήματος.

Συγκεκριμένα, το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων συμμόρφωσης της διοίκησης προσδιορίζονται αφ’ ενός μεν από το ουσιαστικό αντικείμενο της ανοιγείσας με την αναγνωριστική αγωγή δίκης, όπως αυτό καθορίζεται από τα αιτήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά, αφ’ετέρου δε από την διατυπωθείσα στο αιτιολογικό της απόφασης δικαστική κρίση επί των εξετασθέντων ζητημάτων και τη δημιουργία ως προς αυτά δεδικασμένου για τη συγκεκριμένη περίπτωση (πρβλ.

ΣτΕ 3761/2013, ΣτΕ 2040/2013, ΣτΕ 2228/2005). Επομένως, από τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, με την οποία διαγιγνώσκεται αυθεντικώς η ύπαρξη σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, παρεμπιπτόντως δε και η παρανομία της διοίκησης να κατατάξει τον εργαζόμενο σε προσωρινή θέση αορίστου χρόνου αναδρομικά από το χρόνο κατά τον οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 17 του ν.2839/2000, παράγεται υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης, η οποία εξικνείται μέχρι της αναδρομικής κατάταξης του ενάγοντος στη συσταθείσα προσωρινή θέση από το χρόνο που ορίζει το ίδιο το Δικαστήριο στην απόφασή του (πρβλ.

Πρακτικά Ι Τμ. 29η Συν./24-10-2006), καθώς και του υπολογισμού του χρόνου αυτού, κατά πλάσμα δικαίου, ως διανυθέντος με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου για όλες τις έννομες συνέπειες (βλ. άρθρο 17 παρ. 8 του ν.2839/2000, πρβλ. και ΑΠ 1163/2012).

Ωστόσο, σε αντίθεση με τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Διοικητικών Δικαστηρίων, με τις οποίες η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη εξαφανίζεται έναντι πάντων και αναδρομικώς (άρθρο 50 π.δ./τος 18/1989), επανερχόμενοι έτσι οι διάδικοι στην κατάσταση στην οποία ευρίσκοντο πριν από την έκδοση της πράξης (status quo ante, βλ. σχετικώς ΕλΣυν Πρ. I Τμ. 193/2012, 47/2014 Κλιμ. Προλ. Ελέγχου στο Ι Τμ., βλ. επίσης ενδεικτικώς ΣτΕ 1078/1937, 440/1994, 1631/2000, 919, 3629-3631/2001, 3170/2005, 748/2007, 100/2011, 201/2014), όπου κατά τα παγίως κριθέντα το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων συμμόρφωσης της διοίκησης προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελθείσης ακύρωσης, δηλαδή από τη φύση και το είδος της ακυρωθείσης πράξης ή τα νόμιμα στοιχεία που συγκροτούν την παράλειψη καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις πάνω στα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το δικαστήριο στο αιτιολογικό της απόφασής του, δημιουργώντας ως προς αυτά δεδικασμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΣτΕ 201/2014, 3761/2013, 2040/2013, 4775/2012, 791/2011, 1512/2009, 2228/2005, 125, 1986/2000), οι ως άνω αναφερόμενες αναγνωριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν προβαίνουν σε διάπλαση της έννομης σχέσης που συνδέει τον εργαζόμενο με το Δημόσιο ούτε και σε μεταβολή της νομικής κατάστασης αυτών, αλλά αντικείμενό τους αποτελεί απλώς η αυθεντική διάγνωση της ύπαρξης ή της συγκεκριμένης έννομης σχέσης.

Ενόψει αυτού, η καταβολή αναδρομικών αποδοχών στον εργαζόμενο εκείνο, του οποίου η εργασιακή σχέση αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως με δύναμη δεδικασμένου ως αορίστου χρόνου, δεν αποτελεί άμεση και ευθεία απόρροια του δεδικασμένου αυτού, αλλά, αντιθέτως, έμμεση αντανακλαστική συνέπειά του. Και τούτο διότι η καταδίκη του εναγομένου εργοδότη στην καταβολή αποδοχών δεν αποτέλεσε αντικείμενο δικαστικής κρίσης και, ως εκ τούτου, δεν κατελήφθη από την περί δεδικασμένου δέσμευση κατά τα ως άνω. Υπό το πρίσμα αυτό, η καταβολή αναδρομικών αποδοχών δεν συνιστά την αναγκαία πράξη προσήκουσας συμμόρφωσης της Διοίκησης προς το περιεχόμενο της εν λόγω δικαστικής απόφασης και, ως εκ τούτου, η τελευταία δεν δύναται να αποτελέσει νόμιμο και πλήρες δικαιολογητικό της απαίτησης του φερόμενου ως δικαιούχου σε βάρος του οικείου φορέα. Αντιθέτως, η αξίωση αυτή ερείδεται επί της αναγνωρισθείσας ως έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, η οποία και μόνο δύναται να αποτελέσει τη νομική βάση του οικείου χρηματικού εντάλματος, υπό την έννοια ότι εφόσον ο φερόμενος ως δικαιούχος δεν απασχολήθηκε από το Δημόσιο, το τελευταίο κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας του και οφείλει να του καταβάλει μισθό.

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 2 και 5 και 17 του π.δ/τος 410/1988 συνάγεται ότι η αξίωση για λήψη αποδοχών για το απασχολούμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό στο Δημόσιο αρχίζει με την ανάληψη υπηρεσίας και λήγει με τη λύση της συμβάσεως εργασίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, που εφαρμόζονται συμπληρωματικά και στους υπαγόμενους συμβασιούχους στο π.δ. 410/1988 (βλ.

άρθρο 89 αυτού), προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης δεν αποδέχεται την προσφερόμενη από τον εργαζόμενο υπηρεσία και ανεξάρτητα αν πρόκειται για υπαίτια ή ανυπαίτια αδυναμία αποδοχής, εξαιρουμένης της περιπτώσεως που η αδυναμία αυτή οφείλεται σε ανωτέρα βία, περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται μέχρι την άρση της υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον μισθωτό, ο οποίος, μάλιστα, δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, εάν υφίσταται εκπεφρασμένη δήλωση βουλήσεως του εργοδότη να μη αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του, δικαιουμένου του μισθωτού να εκπέσει από τον οφειλόμενο μισθό κάθε τι που ωφελήθηκε ο εργαζόμενος από την ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού (πρβλ.

ΑΠ 641/2008, ΑΠ 752/2007). Επομένως, εφόσον η αξίωση του εργαζομένου προς καταβολή των αναδρομικών αποδοχών είναι ενεργή, με την έννοια ότι η σύμβαση εργασίας του δεν έχει καταγγελθεί από τον εργοδότη, δύναται αυτή να ικανοποιηθεί, και με αυτεπάγγελτη ενέργεια της οφειλέτριας διοικητικής αρχής, εντός όμως του προβλεπόμενου από τις οικείες διατάξεις χρόνου παραγραφής (ΑΠ 55/2005, ΣτΕ 1077, 201/2014).

Περαιτέρω, με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 410/1988 (ΦΕΚ Α' 191) κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούσαν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, με τον τίτλο «Κώδικας του προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου». Στο άρθρο 16 αυτό, με τον τίτλο «αποδοχές», προβλέπεται ότι:

«1. (...).

2. Η αξίωση για λήψη αποδοχών αρχίζει με την ανάληψη υπηρεσίας, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 11.

3. Οι αποδοχές καταβάλλονται δεδουλευμένες, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα με απόφαση του οικείου υπουργού. Διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή αποδοχών ανά δεκαπενθήμερο και στην αρχή του κάθε δεκαπενθήμερου δεν θίγονται.

4. (...).

5. Η αξίωση για λήψη αποδοχών παύει με τη λύση της σύμβασης εργασίας»•

Στο άρθρο 17, υπό τον τίτλο «Κωλύματα παροχής εργασίας», ότι:

«1. Αποδοχές δεν οφείλονται στον προσληφθέντα για υπηρεσία που δεν παρασχέθηκε καθόλου ή εν μέρει από υπαιτιότητά του.

2. (..)»•

Και στο άρθρο 89, ότι : «Όπου στον Κώδικα αυτό δεν ορίζεται διαφορετικά εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας», ενώ στο άρθρο 655 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Φ.Ε.Κ. Α' 164) ότι: «Αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης καταβάλλεται στο τέλος καθενός απ’ αυτά. (...)».

Εξ άλλου, ο ν. 2470/1999 «Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 40/21.3.1997), στο άρθρο 1 ορίζει ότι: «1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι: α) του Δημοσίου, β) (...)»•

Στο άρθρο 9, ότι:

«1. Το Επίδομα Εορτών Χριστουγέννων ορίζεται ίσο με (...). Το επίδομα αυτό (...) καταβάλλεται στις 16 Δεκεμβρίου κάθε έτους.

2. Το Επίδομα Εορτών Πάσχα ορίζεται ίσο προς (...). Το επίδομα αυτό καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα.

3. Το Επίδομα Αδείας ορίζεται ίσο προς (...). Το επίδομα αυτό καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. (...)»•

Ενώ στο άρθρο 24, ότι: «Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος και ισχύουν από 01.01.1997».

Επίσης, ο ν. 1876/1990 «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 27) ορίζει:

Στο άρθρο 1 ότι: «Ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημόσιου τομέα της οικονομίας (...)»•

Στο άρθρο 2 ότι: «Η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να ρυθμίζει:

1. (...)

7. Τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών (...)»•

και στο άρθρο 19 ότι «Για τους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. ισχύουν οι διατάξεις αυτού του νόμου, εφ’ όσον δεν αποκλείονται από τη φύση τους και με την επιφύλαξη των παρακάτω ρυθμίσεων: 1. (...) 2. Σε περίπτωση αδυναμίας υπογραφής συλλογικής σύμβασης εργασίας λόγω έλλειψης συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, οι όροι εργασίας καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργού, εφ’ όσον πρόκειται για εργαζόμενους στο Δημόσιο και του Υπουργού Οικονομικών και του εποπτεύοντος υπουργού για εργαζόμενους στα Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.».

Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 19 παρ. 2 του ν.1876/1990 εκδόθηκε η Κ.Υ.Α. 2026439/3480/0022 (ΦΕΚ Β' 462/6/6/97), με την οποία προβλέφθηκε ότι:

«1. Οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 1 1, 12, 13, 14, 17, 18, 19, 20, 22, 23, 24, 25 και 26, του άρθρου 27 παρ. 2, των άρθρων 28, 29, 31 και 33 του Ν. 2470/97 (ΦΕΚ 40/Α`/21.3.97) «Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις», επεκτείνονται και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. κοι Ο.Τ.Α. .

2. (…).

3. (…).

4. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα αδείας, καθώς και η ωριαία αμοιβή για υπερωριακή εργασία, θα υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 18 αντίστοιχα.

5. Η απόφαση αυτή ισχύει από 01.01.1997».

Όμοιες μισθολογικές ρυθμίσεις για τους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου συμπεριελήφθησαν στο ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α' 297/23.12.2003, έναρξη ισχύος από 01.01.2004, βλ. άρθρο 56 αυτού), ο οποίος κατήργησε από 01.01.2004, με το άρθρο 28, τις διατάξεις μεταξύ άλλων του άρθρου 9 του ν.2470/1997. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 9 αυτού, προβλέφθηκε ότι:

«1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων (...) καταβάλλεται στις 16 Δεκεμβρίου κάθε έτους.

2. Το επίδομα εορτών Πάσχα (...) καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα.

3. Το επίδομα αδείας (...) καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους».

Κατ’ εξουσιοδότηση δε του άρθρου 21 αυτού και του άρθρου 19 παρ. 2 του ν.1876/1990, εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β` 215), με την οποία επεκτάθηκαν οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του άρθρου 9 του ως άνω νόμου και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, προβλέφθηκε δε ρητά ότι τα καταβαλλόμενα σε αυτούς επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα άδειας, θα υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού.

Εξάλλου, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 215 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 20 του ν.3994/2011 (ΦΕΚ Α 165/25.07.2011), ορίζει ότι: «Η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο (...)»•

και στο άρθρο 221 ότι:

«1. Με την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 215, η κατάθεσή της έχει ως συνέπεια α) εκκρεμοδικία, β) το αμετάβλητο της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του δικαστηρίου, γ) την προτίμηση ανάμεσα σε περισσότερα αρμόδια δικαστήρια, και η επίδοση της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής.

2. (...)»•

ενώ ο Αστικός Κώδικας, στο άρθρο 261, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ.1 του ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20.3.2013), προβλέπει ότι: «Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης».

Από τις παρατεθείσες διατάξεις, συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτών ή στις διατάξεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η προβλεπομένη δε διετής παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με οιαδήποτε σχέση εργαζομένων του Δημοσίου εκκινεί από τη γένεσή τους, η οποία αντιστοιχεί στην ημερομηνία εκείνη κατά την οποία ήταν καταβλητέος ο μισθός. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1988 σε συνδυασμό με το άρθρο 655 ΑΚ, ως προς τους απασχολούμενους στο Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι αποδοχές καταβάλλονται κατ’ αρχήν δεδουλευμένες (ΑΠ 5/2008, ΑΠ 1318/1996), ήτοι μετά το τέλος κάθε μήνα εργασίας (πρβλ. ΕλΣυν Πράξη 54/2012 Κλιμ. Προλ. Ελέγχου στο Ι Τμ.).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 του ν. 2470/1997 και 1 παρ. 1, 4 της Κ.Υ.Α. 2026439/3480/0022/30.5-6.6.1997 (ΦΕΚ Β' 462), σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 του ν.3205/2003 και 1 της Κ.Υ.Α 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β' 215), στους απασχολούμενους στο Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, τα επιδόματα (δώρα) Χριστουγέννων και Πάσχα καταβάλλονται στις 16 Δεκεμβρίου και δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα αντίστοιχα, το δε επίδομα αδείας την 1η Ιουλίου εκάστου έτους, ώστε με μόνη την πάροδο των καθορισμένων ως άνω ημερών, η σχετική αξίωση να καθίσταται απαιτητή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 του ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης, στο δικαστήριο ή στους διαιτητές, οπότε αρχίζει και πάλι η παραγραφή από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών (βλ. ΑΠ 23/2014), η δε απαρίθμηση των λόγων αυτών είναι περιοριστική.

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, στις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, επέρχεται διακοπή της παραγραφής όχι μόνο όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά που αφορά την ικανοποίηση της αξίωσης, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξίωσης, ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση (ΟλΑΠ 1327/1986, 1674/2002, 59/2013, πρβλ.

και ΣτΕ 1287/2013, 1214/2012 επταμ.). Ειδικότερα, ως αγωγή που διακόπτει την παραγραφή νοείται και η αναγνωριστική που στρέφεται κατά του Δημοσίου με την οποία ζητείται η αναγνώριση έννομης σχέσης που αναφέρεται και ταυτίζεται με την πραγματική βάση της χρηματικής αξίωσης του ενάγοντος κατά αυτού (βλ. ΟλΑΠ 371/1975, ΟλΑΠ 472/1974, ΑΠ 820/1985, ΑΠ 1211/1984, ΑΠ 1143/1983).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 261 παρ.1 ΑΚ, 215 παρ.1 ΚΠολΔ όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 20 του ν.3994/2011 (ΦΕΚ Α 165/25.7.2011), και 221παρ.1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 93 του ν. 2362/1995, συνάγεται ότι η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την έγκυρη επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο (βλ. ΑΠ 68/2013) και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Τέλος, όπως προβλέπεται από το άρθρο 94 εδ. δ’ του ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι κρίσιμα για τον προσδιορισμό του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής, την πρόοδο και την συμπλήρωση του χρόνου αυτής (ΕλΣυν 473/2019, ΣτΕ 1077/2014, 4024/2010, 2418/2005). Η υποχρέωση δε αυτά εκτείνεται στο σύνολο των σχετικών με την παραγραφή ζητημάτων και, επομένως, λόγος διακοπής της παραγραφής, ο οποίος προκύπτει από τα στοιχεία που τίθενται υπ' όψιν του δικαστηρίου, λαμβάνεται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως από αυτό (βλ. Ελ.Συν. πρ. 114/2014 Κλιμ. Προλ.Ελέγχου Ι Τμ., πρβλ. ΣτΕ 1287/2013, 2152/2010).

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία.

[III] Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 06.04.2013 αγωγή τους οι δύο πρώτοι των εναγόντων και ήδη αναιρεσείοντες (ο τρίτος ενάγων δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη) ισχυρίσθηκαν ότι η πρώτη εξ αυτών εργάστηκε στο Τμήμα Δοκίμων Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας με σύμβαση μίσθωσης έργου διάρκειας ενός έτους ως καθαρίστρια, από 04.03.1996 έως 03.03.1997, στη συνέχεια ως βοηθός μάγειρα, κατά τα αναφερόμενα στη αγωγή χρονικά διαστήματα, εντός των ετών 1997 έως 2000, δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων έργου και εργασίας ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια ως βοηθός μάγειρα στη Σχολή Προσωπικού Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης της Δικαστικής Φυλακής Κομοτηνής και στο Τμήμα Δοκίμων Αστυφυλάκων Κομοτηνής κατά τα αναφερόμενα στη αγωγή χρονικά διαστήματα, εντός των ετών 2000 έως 2003, δυνάμει επίσης των αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Περαιτέρω, ισχυρίσθηκαν ότι, ο δεύτερος εξ αυτών εργάστηκε στο Τμήμα Δοκίμων Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας, ως μάγειρας, κατά τα αναφερόμενα στη αγωγή χρονικά διαστήματα, εντός των ετών 1996 έτος 2000 δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων έργου και εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι, με την αναφερόμενη στην αγωγή υπ’ αριθ. 579/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θράκη, που επικύρωσε την υπ’ αριθ. 71/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, αναγνωρίστηκε ότι οι ανωτέρω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εκάστου εξ αυτών έχουν μετατραπεί σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 09.11.2000 για την πρώτη εξ αυτών, από 06.11.2000 για το δεύτερο εξ αυτών , καθώς και ότι, το εναγόμενο από το μήνα Νοέμβριο 2000 και εντεύθεν έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες σε αυτό από τους ίδιους υπηρεσίες τους, με αποτέλεσμα να οφείλει σε αυτούς λόγω της υπερημερίας του, αφού ουδέποτε τους κατέβαλε, τις αναδρομικές αποδοχές, που δικαιούνται για το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2000 έως τον Αύγουστο του 2011, ήτοι συνολικά 66.312,40 ευρώ για την πρώτη εξ αυτών και 101.240,18 ευρώ για το δεύτερο εξ αυτών, ως λεπτομερώς αναφέρουν στην αγωγή, ποσά που αντιστοιχούν σε διαφορές αποδοχών, επιδόματα αδείας, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα των παραπάνω ετών.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ποσό κατέστη απαιτητό.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 169/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και κατ’ ουσία βάσιμη για τις ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 16.04.2011 μέχρι τον Νοέμβριο του 2011 και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα 4.861,92 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα 5.045,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό.

Στη συνέχεια επί της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι μεν δύο πρώτοι ενάγοντες (ο τρίτος ενάγων δεν άσκησε έφεση) άσκησαν την από 09.11.2016 (αριθ.κατάθ. 61/10-11-2016) έφεση τους το δε εναγόμενο την από 06.06.2016 (αριθ.κατάθ. 25/7-6-2016) έφεση του. Επί των εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων η έφεση των δύο πρώτων εναγόντων – αναιρεσειόντων και ερήμην των εφεσιβλήτων εναγόντων η έφεση του εναγομένου – εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 475/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις και περαιτέρω δεκτή κατ’ ουσία η έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς τη διάταξή της περί τόκων και αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση κατ’ ουσία κατά το μέρος αυτό, επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά με το νόμιμο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε ως κατ’ ουσία αβάσιμη η έφεση των δύο πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας ως προς τα επιδικασθέντα ποσά στους δύο πρώτους ενάγοντες την πρωτόδικη απόφαση.

[IV] Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής:

Η πρώτη ενάγουσα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 71/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία κατέστη τελεσίδικη (με την υπ’ αριθμ. 579/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης), αναγνωρίστηκε ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετατράπηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα της βοηθού μάγειρα, από 09.11.2000, ήτοι την ημεροχρονολογία, που αυτή υπέβαλε αίτηση κατάταξής της σε κενή οργανική θέση, καθόσον κρίθηκε ότι η απασχόλησή της στο εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ενώ με την υπ’ αριθμ. .../2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξης κατατάχθηκε σε κενή οργανική θέση βοηθού μάγειρα.

Ενόψει των ανωτέρω, για το μετά την 16.04.2011 χρονικό διάστημα, δικαιούται (αντίστοιχα, το εναγόμενο υποχρεούται) να της καταβάλει τις διαφορές αποδοχών που δεν κατέβαλε, που αντιστοιχούν σε πλήρεις αποδοχές, αφού καίτοι αυτή απασχολούνταν λιγότερες ώρες από πλήρες ωράριο, δεν αποδεικνύεται ότι είχε καταρτιστεί σύμβαση μερικούς απασχόλησης, αφού αυτή θα πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως και να γνωστοποιείται στην Επιθεώρηση Εργασίας (άρθρο 38 ν. 1892/1990, Βλαστός, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, σελ. 544), ήτοι για το χρονικό διάστημα από 16 έως 30 Απριλίου 2011 ποσό (797,40 ÷ 2 =) 398,7 ευρώ, για το μήνα Μάιο 2011 797,4 ευρώ, για το μήνα Ιούνιο 2011 797,4 ευρώ, για το μήνα Ιούλιο 2011 809,25 ευρώ, για το μήνα Αύγουστο 2011 804,58 ευρώ, καθώς και δώρο Χριστουγέννων 432,5 ευρώ, δώρο Πάσχα 419,80 ευρώ (καταβλητέο στις 30 Απριλίου εκάστου έτους άρθρο 10 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981) και επίδομα αδείας 402,29 ευρώ, όπως εκθέτει η πρώτη ενάγουσα και αποδεικνύεται από τους υπολογισμούς μισθοδοσίας αυτής, τα οποία δεν αμφισβητεί ειδικότερα το εναγόμενο και επ’ αυτού συνάγεται (ΚΠολΔ 261) ομολογία, καθώς το έγγραφο με τίτλο βεβαίωση αποδοχών έτους 2011, που προσκόμισε η ίδια η ενάγουσα δεν έχει εκδοθεί από το εναγόμενο και, συνεπώς, δεν αποτελεί την κατά νόμο βεβαίωση αποδοχών, ήτοι (398,7 + 797,4 + 797,4 + 809,25 + 804,58 + 432,5 + 419,80 + 402,29 =) 4.861,92 ευρώ.

Ο δεύτερος ενάγων, δυνάμει της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. 71/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία κατέστη τελεσίδικη (με την υπ’ αριθμ. 579/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης), αναγνωρίστηκε ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετατράπηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του μάγειρα, από 06.11.2000, ήτοι την ημεροχρονολογία, που αυτός υπέβαλε αίτηση κατάταξής του σε κενή οργανική θέση, καθόσον κρίθηκε ότι η απασχόλησή του στο εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ενώ με την ήδη αναφερόμενη υπ’ αριθμ. .../2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξης κατατάχθηκε επίσης σε κενή οργανική θέση μάγειρα.

Μολονότι αυτοί αποδείχθηκε ότι προσέφεραν προσηκόντως την εργασία τους προς το εναγόμενο (βλ. υπ’ αριθμ. 1841.02/26.01.2010 έγγραφο Συνηγόρου του Πολίτη), το τελευταίο δεχόταν τις υπηρεσίες τους, μόνο καθ’ ο χρονικό διάστημα αυτοί απασχολούνταν πραγματικά ( βλ. υπ’ αριθμ. .../19.12.2011 έγγραφο Διεύθυνσης Πολιτικού Προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας), οπότε τους κατέβαλε αμοιβή, αντιστοίχως.

Οι ενάγοντες, με την κρινόμενη αγωγή τους ζήτησαν τις διαφορές αποδοχών και τα ανωτέρω επιδόματα, που δεν τους καταβλήθηκαν για το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2000 έως τον Αύγουστο του 2011. Εφόσον όμως, όπως ορθά έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της, έχουν παραγραφεί όλες οι αξιώσεις των εναγόντων κατά του εναγομένου ελληνικού Δημοσίου μέχρι και την 15.04.2011, καθώς από την λήξη του εκάστοτε έτους μέχρι την άσκηση της επίδικης αγωγής, με την κατάθεσή της στις 08.04.2013 (βλ.

τη με αριθμ. 67/08.04.2013 εκθ. κατάθεσης αγωγής) και την επίδοσή της στο εναγόμενο την 16.04.2013 (βλ. υπ’ αριθμ. …/16.04.2013 έκθεση επίδοσης δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Πειραιά, Στυλιανού Μπούτου), παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που εφαρμόζεται στην επίμαχη περίπτωση ανάλογα και με τα διαλαμβανόμενα στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, απορριπτόμενων των αντίθετων ισχυρισμών των εναγόντων, τους οποίους και επαναφέρουν με λόγο έφεσής τους (ο οποίος κρίθηκε απορριπτέος).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο δεύτερος ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την ιδιότητα του μάγειρα, για δε το μετά την 16.04.2011 χρονικό διάστημα δικαιούται και το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει τις διαφορές αποδοχών, που δεν κατέβαλε, που αντιστοιχούν σε πλήρεις αποδοχές, αφού καίτοι αυτός από έγγραφο, που ο ίδιος προσκόμισε (βλ.

υπ’ αριθμ. .../19.12.2011 έγγραφο Διεύθυνσης Πολιτικού Προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας), αποδεικνύεται από 01.01.2011 έως 28.06.2011 δεν απασχολήθηκε στο εναγόμενο, πλην όμως, αφού δεν προκύπτει ότι είχε συμφωνηθεί μείωση μισθού, τότε πρόκειται για συμφωνία πλήρους απασχόλησης κατά τα διατασσόμενα με την ανωτέρω δικαστική απόφαση, για την οποία οφείλεται ο αντίστοιχος μισθός, (Βλαστός, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, σελ. 532), οι οποίες ήταν για το χρονικό διάστημα από 16 έως 30 Απριλίου 2011 ποσό (828,28÷2=) 414,14 ευρώ, για το μήνα Μάιο 2011 828,28 ευρώ, για το μήνα Ιούνιο 2011 828,28 ευρώ, για το μήνα Ιούλιο 2011 839,61 ευρώ, για το μήνα Αύγουστο 2011 835,17 ευρώ, καθώς και δώρο Χριστουγέννων 447,88 ευρώ, δώρο Πάσχα 434,71 ευρώ (καταβλητέο στις 30 Απριλίου εκάστου έτους άρθρο 10 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981) και επίδομα αδείας 417,59 ευρώ, όπως εκθέτει ο δεύτερος ενάγων και αποδεικνύεται από τους υπολογισμούς μισθοδοσίας αυτού, τα οποία δεν αμφισβητεί (ως εκ τούτου συνάγεται ομολογία κατ’ άρθρο 261 του ΚΠολΔ), ήτοι συνολικά (414,14 + 828,28 + 828,28 + 839,61 + 835,17 + 447,88 + 434,71 + 417,59 =) 5.045,66 ευρώ.

[V] Με όσα δέχθηκε το δικαστήριο ότι: (α) ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των δύο πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων του χρονικού διαστήματος από το Νοέμβριο του έτους 2000 έως τον Αύγουστο του έτους 2011, αρχίζει από τη γένεση αυτών και όχι από την κατά νόμο δημοσίευση της υπ’ αριθ. …/28-6-2011 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξεως περί κατάταξης αυτών σε κενές οργανικές θέσεις βοηθού μάγειρα και μάγειρα αναδρομικά από 09.11.2000 και 06.11.2000 αντίστοιχα και των δυνάμει αυτής εκδοθεισών από 25.08.2011 εγγράφων ανακοινώσεων – προσκλήσεων του αρμοδίου τμήματος του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και (β) ότι εφόσον η αγωγή ασκήθηκε στις 16.04.2013 έχουν παραγραφεί λόγω παρόδου διετίας από το χρόνο γένεσής τους οι ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από το Νοέμβριο του έτους 2000 έως 16.04.2001 ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 90 παρ. 3 του Ν. 2365/1995 και 251 ΑΚ.

Τούτο γιατί στο πλαίσιο συμμόρφωσης της Διοίκησης στο δεδικασμένο που απορρέει από την υπ’ αριθμ. 579/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης (με την οποία αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα ότι οι ενάγοντες αναιρεσείοντες συνδέονται με το εναγόμενο – αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 09.11.2000 η πρώτη και από 06.11.2000 ο δεύτερος με τις ειδικότητες του βοηθού μάγειρα και μάγειρα αντίστοιχα), η έκδοση της υπ’ αριθ.

…/28-6-2011 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξεως περί κατάταξης των δύο πρώτων εναγόντων – αναιρεσειόντων σε κενές οργανικές θέσεις βοηθού μάγειρα και μάγειρα αναδρομικά από 09.11.2000 και 06.11.2000 αντίστοιχα, δεν ασκεί έννομη επιρροή στο χρόνο έναρξης παραγραφής των αιτουμένων αξιώσεων για καταβολή των αναδρομικών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από το Νοέμβριο του έτους 2000 έως 16.04.2011, που γεννήθηκαν για χρονικό διάστημα δύο ετών πριν την επίδοση της αγωγής στο εναγόμενο στις 16.04.2013.

Επίσης με την υπ’ αριθμ. 579/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ξάνθης κατ’ αποδοχή σχετικού αιτήματος των δύο πρώτων εναγόντων, αναγνωρίστηκε απλώς η ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τις 09.11.2000 και 06.11.2000 αντίστοιχα, και δεν καταδικάστηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή σε αυτούς αναδρομικών αποδοχών για το όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα.

Επομένως, το απορρέον από την απόφαση αυτή δεδικασμένο και η αναγκαίως συνεχόμενη προς αυτό υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης δεν καταλαμβάνει το επίμαχο ζήτημα της καταβολής σε αυτούς αναδρομικών διαφορών αποδοχών από το χρονικό αυτό σημείο και εφεξής, με αποτέλεσμα η υποχρέωση καταβολής τους να μην αποτελεί αυτόθροη και άμεση απόρροια της απόφασης ούτε, άλλωστε, και αναγκαία πράξη προσήκουσας συμμόρφωσης της Διοίκησης προς αυτήν.

Και τούτο διότι, κατά τα γενόμενα δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η δέσμευση από το δεδικασμένο δεν επεκτείνεται σε άλλα ζητήματα τα οποία αφορούν σε διαφορετικές αξιώσεις του εργαζομένου που, παρότι στηρίζονται στη αναγνωρισθείσα δικαστικώς έννομη σχέση, δεν αποτέλεσαν περιεχόμενο του οικείου δικανικού συλλογισμού (πρβλ.

ΕλΣυν Πρακτικά Ι Τμ.25ης/30-10-2014 και 20ης Συν/7.9.2011). Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω, η καταβολή αποδοχών για το χρονικό διάστημα της αναδρομής αποτελεί έμμεση αντανακλαστική συνέπεια της αναγνωριστικής απόφασης, υπό την έννοια ότι, εφόσον οι φερόμενοι ως δικαιούχοι δεν απασχολήθηκαν από το Δημόσιο ως εργαζόμενοι αορίστου χρόνου, το τελευταίο κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας τους και οφείλει να τους καταβάλει αποδοχές καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 του ΑΚ, οι τελευταίοι έχουν εκ της συμβάσεως πλέον αξίωση για την καταβολή των αναδρομικών διαφορών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας, υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι η σύμβασή της δεν έχει καταγγελθεί.

Και ναι μεν η αξίωσή τους δύναται να ικανοποιηθεί από τον αρμόδιο φορέα κατόπιν αίτησης των φερόμενων ως δικαιούχων προς την αρμόδια αρχή πληρωμής, χωρίς να απαιτείται να μεσολαβήσει προηγούμενη δικαστική κρίση κατόπιν άσκησης αγωγής από αυτούς, πλην όμως η ικανοποίησή τους υπόκειται – ενόψει του μισθολογικού εν γένει χαρακτήρα των ζητούμενων παροχών και της ιδιότητάς τους ως μισθωτών του Δημοσίου – στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού διετή παραγραφή, που εκκινεί από το χρόνο γένεση εκάστης αξίωσης (πρβλ.

ΣτΕ 1077/2014, 201/2014, 2504/2013) και όχι από τη δημοσίευση της 579/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ξάνθης, με την οποία αναγνωρίστηκε η φύση της εργασιακής τους σχέσης με το Δημόσιο ως αορίστου χρόνου, καθόσον η σχετική δικαστική κρίση δεν αποτελεί κατά νόμο αναγκαία προϋπόθεση για την επιδίωξη από τους φερόμενους ως δικαιούχους της ικανοποίησης των σχετικών αξιώσεών τους καθώς από την έκδοση της υπ’ αριθ.

…/28-6-2011 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξεως περί κατάταξης των δύο πρώτων εναγόντων - αναιρεσειόντων σε κενές οργανικές θέσεις βοηθού μάγειρα και μάγειρα αναδρομικά από 09.11.2000 και 06.11.2000 αντίστοιχα. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα από το εναγόμενο – αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ένσταση της διετούς παραγραφής, που σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, για τις ένδικες μισθολογικές αξιώσεις των δύο πρώτων εναγόντων – αναιρεσειόντων του χρονικού διαστήματος από τον Νοέμβριο του έτους 2000 έως και την 15.04.2011 λόγω παρόδου διετίας από την γένεσή τους, εφόσον η αγωγή ασκήθηκε όπως προαναφέρθηκε την 16.04.2013,ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και 251 ΑΚ.

Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης καθώς και ο τρίτος κατά το πρώτο μέρος του, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων καθώς και εκείνων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συν/τος, 1 του ν.3068/2002 με την ειδικότερη αιτίαση ότι ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων μισθολογικών αξιώσεων των αναιρεσειόντων δεν αρχίζει από χρόνο γένεσης αυτών αλλά από την 28.06.2011, δηλαδή την ημερομηνία έκδοσης της υπ’ αριθ. …/28-6-2011 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξεως περί κατάταξης των δύο πρώτων εναγόντων – αναιρεσειόντων σε κενές οργανικές θέσεις βοηθού μάγειρα και μάγειρα αναδρομικά από 09.11.2000 και 06.11.2000 αντίστοιχα, ισχυρισμό τον οποίο είχαν προτείνει και καθ’ υποφορά με την αγωγή τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

[VI] Από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ’ ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό, εφόσον αυτό στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του (λόγου αναίρεσης) δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1660/2012, ΑΠ 144/2015).

Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017). Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 713/2020).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο με το να απορρίψει εκτός από αλυσιτελή και ως απαράδεκτο τον προβληθέντα ισχυρισμό τους ότι ο χρόνος γένεσης των αξιώσεων τους ήταν η 28.06.2011, δηλαδή η ημερομηνία έκδοσης της υπ’ αριθ. …/28-6-2011 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξεως περί κατάταξης των δύο πρώτων εναγόντων - αναιρεσειόντων σε κενές οργανικές θέσεις βοηθού μάγειρα και μάγειρα, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Κατά το δεύτερο μέρος ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε και στον αμέσως προηγούμενο λόγο, η προσβαλλόμενη απέρριψε τον λόγο αυτό ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής ως αλυσιτελή, χωρίς η της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσειόντων, επάλληλη αυτή αιτιολογία να πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής.

[VII] Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989,ΑΠ559/2020, Α.Π.282/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΑΠ 148/2006). Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 231/2020, ΑΠ 1059/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1099/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 § 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (ΟλΑΠ 472/1983). Για την πληρότητα δε της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, δεν αρκεί μόνο η έκθεση γεγονότων που γίνεται προς θεμελίωση άλλου ισχυρισμού ή ένστασης, καθώς απαιτείται, αναγκαίως, να αναφέρεται και το αίτημα αυτής, για απόρριψη της ένστασης παραγραφής λόγω διακοπής και μη συμπλήρωσης αυτής (ΑΠ 1497/2008,). Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 212/2019, ΑΠ 1357/2010, ΑΠ 496/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά ενώπιόν του και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι, αν και με το δικόγραφο της ένδικης, από 06.04.2013, αγωγής τους είχαν προβάλλει καθ’ υποφορά και επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης:

α) τον ισχυρισμό – αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών τους εκ του άρθρου 260 ΑΚ λόγω αναγνώρισής τους από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο αφ’ ενός την 01.12.2011 με το υπ’ αριθ. πρωτ. ... έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους , το οποίο και απέστειλε στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας καλώντας τις αρμόδιες να πράξουν τα δέοντα όσον αφορά τις αναδρομικές αποδοχές που δικαιούνται οι αναιρεσείοντες και υποδεικνύοντας τον τρόπο υπολογισμού τους, αφετέρου δε με τις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες του και β) τον ισχυρισμό – αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών τους εκ του άρθρου 93 περ.

β’ του Ν.2362/1995 με την υποβολή στις 18.01.2013 στην αρμόδια δημόσια αρχή της από 15.01.2013 αιτήσεώς τους για την πληρωμή των ενδίκων αξιώσεών τους, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους που ασκούν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης σε σχέση με την προταθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ένσταση παραγραφής, δεχόμενο διακοπή της παραγραφής μόνο με την άσκηση της ένδικης αγωγής την 15.04.2013.

Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ,για την έρευνα του παραπάνω λόγου αναίρεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι ενάγοντες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, προέβαλαν όπως αναφέρεται σε αυτά κατά ακριβή μεταφορά «αντένσταση για διακοπή της ένστασης παραγραφής». Περαιτέρω αφενός αναφέρουν διηγηματικά μόνο στην αγωγή τους ότι την 01.12.2011με το υπ’ αριθ.

πρωτ. ... έγγραφο της η Γενική Διεύθυνση Μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το οποίο και απέστειλε στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, κάλεσε τις αρμόδιες να πράξουν τα δέοντα όσον αφορά τις αναδρομικές αποδοχές που δικαιούνται οι αναιρεσείοντες και υπέδειξε τον τρόπο υπολογισμού τους αφετέρου με τις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες του Ελληνικού Δημοσίου ζητήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες η καταβολή στους αναιρεσείοντες των ένδικων αναδρομικών αποδοχών τους.

Οι παραπάνω όμως ισχυρισμοί, τους οποίους επανέλαβαν οι ενάγοντες αναιρεσείοντες και ενώπιον του Εφετείου με τον τρίτο λόγο έφεσής τους, δεν μπορούν να θεμελιώσουν την επιχειρούμενη από τους αναιρεσείοντες αντένσταση διακοπής της παραγραφής με την αναγνώριση της απαίτησης από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Τούτο γιατί κατά το άρθρο 93 περ.στ’ του ν. 2362/1995, που αναφέρεται στις περιπτώσεις αναγνώρισης απαιτήσεων, είτε με μορφή καθαρώς αναγνωριστική είτε με μορφή συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς και ισχύει εν προκειμένω για το Δημόσιο (και όχι το επικαλούμενο άρθρο 260 ΑΚ) απαιτείται για την αναγνώριση της απαιτήσεως από το Δημόσιο πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών, αυτό δε ισχύει επί οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επίσης, τα παραπάνω και αν ήθελε εκτιμηθούν ως ισχυρισμός των εναγόντων περί παραίτησης του Δημοσίου από τη συμπληρωμένη παραγραφή είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, εφόσον κατά το άρθρο 94 παρ. 2 του ν.2362/1995 παραίτηση του Δημοσίου από τη συμπληρωμένη παραγραφή ή η με οποιονδήποτε τρόπο αναγνώριση από αυτό της παραγεγραμμένης απαιτήσεως είναι άκυρη.

Επομένως, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον προαναφερόμενο ισχυρισμό, προεχόντως επειδή αυτός δεν ήταν νόμιμος. Περαιτέρω, οι ενάγοντες αναιρεσείοντες διηγηματικά επίσης αναφέρουν στην αγωγή τους και τις πρωτοβάθμιες προτάσεις τους ότι την 15.01.2013, αφού διαπίστωσαν ότι δεν υπάρχει ουσιαστική εξέλιξη για την ολοκλήρωση των διαδικασιών καταβολής των αναδρομικών αποδοχών τους, υπέβαλαν αρμοδίως αίτηση καταβολής αυτών διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους.

Ωστόσο τα παραπάνω δεν θεμελιώνουν, την επιχειρούμενη εκ του άρθρου 93 περ. β’ του ν. 2362/1995 αντένσταση διακοπής της παραγραφής. Τούτο γιατί στην εν λόγω αντένσταση δεν περιέχονται όλα τα κατά νόμο στοιχεία για το παραδεκτό της και συγκεκριμένα στο γενικό καταληκτικό αίτημα τόσο της αγωγής όσο και των ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων δεν εμπεριέχεται το ειδικότερο αίτημα της απόρριψης της ένστασης παραγραφής του Δημοσίου λόγω διακοπής της παραγραφής με την υποβολή αίτησης στην αρμόδια δημόσια αρχή για την πληρωμή των απαιτήσεων των εναγόντων – αναιρεσειόντων.

Η εν λόγω αντένσταση, η οποία προτάθηκε για πρώτη φορά στην πραγματικότητα ενώπιον του Εφετείου, χωρίς την επίκληση εκ μέρους των εκκαλούντων αναιρεσειόντων της συνδρομής κάποιας από τις προϋποθέσεις της επιτρεπτής βραδείας προβολής του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ειδικότερα ότι αυτή προβάλλεται παραδεκτά, διότι αποδεικνύεται με έγγραφα (αίτηση προς την αρμόδια δημόσια αρχή) ήταν απαράδεκτη και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στην ως άνω απαράδεκτη αντένσταση. Eπομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλειεα από τον αριθμο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (ΑΠ 1099/2017).

[VIII] Συνακόλουθα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), της παρούσας αναιρετικής δίκης μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/ 1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07.01.2019 και με αριθμό κατάθεσης 2/8.1.2019 αίτηση αναίρεσης της 475/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ