Legislator Case Law & Legislation
631/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance cap limits, upholding lower court's finding of unconstitutionality.

Case Number 631/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal regarding the insurance company's supplementary capital liability, overturning the appellate court's decision on the 85% damage cap and 6% interest rate. The lower court had previously ruled these statutory limits unconstitutional due to conflicts with European law and the ECHR. Consequently, the appellate court rejected the appeal on this specific point while dismissing the appeal against the original plaintiffs' claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code; Article 19 of Presidential Decree 237/1986: The limitation of supplementary capital liability for material damages and the fixed interest rate of 6% are unconstitutional and unenforceable as they violate European law and the ECHR.

Keywords

AI generated
supplementary capital liability material damages cap interest rate constitutionality European law conflict ECHR standards insurance company liability unconstitutional limitation

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code
Article 19 of Presidential Decree 237/1986

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 353/2015
Supreme Court Case 1162/2013
Supreme Court Case 1129/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 631 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 631/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χας Δ. Χ., το γένος Π., κατοίκου ..., 2) Γ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Η. Χ. του Δ., 4) Ν. Μ. του Ρ., κατοίκων ..., 5) Φ. συζ. Γ. Χ., το γένος Τ. Π., κατοίκου ..., 6) Ρ. Μ. του Ν., 7) Χρήστου Μακρή του Νικολάου, κατοίκων ... και 8) Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτζαμανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, εκ των οποίων οι 1ος, 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο και το 4ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκε με την από 18-7-2012 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 666/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το Δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153).

Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών, των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 7.5.2008, και περί ώρα 12:12 ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής (Ι. Σ. του Δ.), οδηγώντας το με αριθ. Κυκλοφορίας ...79 ΙΧΦ αυτοκίνητο ψυγείο, μάρκας MERCEDES, μικτού βάρους 7.490 κιλών, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης της ίδια αγωγής και ενάγουσας της δεύτερης αγωγής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...

Ε.Π.Ε.", η οποία και τον είχε προστήσει στην οδήγησή του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Ν. ... με κατεύθυνση προς τη 1, πλησίαζε δε στο ύψος του 2,5ου χιλιομέτρου της άνω οδού... Ο οδηγός του άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου έβαινε κανονικά στο ρεύμα πορείας του με ταχύτητα 57 χλμ.

την ώρα. Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο Δ. Χ. του Γ., κάτοικος εν ζωή ..., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων της πρώτης αγωγής, πατέρας των δεύτερης και τρίτης, πεθερός των τέταρτου και πέμπτης και παππούς των έκτου, έβδομου και όγδοης της ίδιας αγωγής, οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ...03 ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητά του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....", στη θέση της οποίας, λόγω της εκ των υστέρων ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, υπεισήλθε ως καθολικός της διάδοχος το Επικουρικό Κεφάλαιο, τέταρτο εναγόμενο της δεύτερης αγωγής, εκινείτο στην ίδια ως άνω επαρχιακή οδό με αντίθετη όμως κατεύθυνση, δηλαδή από 1προς 2, είχε δε εισέλθει στην άνω δεξιά σε σχέση με την πορεία του στροφή.

Αυτός όμως οδηγούσε το άνω όχημά του χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητά του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες και δη την καμπύλη της οδού και την επικίνδυνη δεξιά στροφή που υπήρχε στην πορεία του.

Έτσι, καθώς τα δύο οχήματα κινούνταν στην παραπάνω οδό, πλησιάζοντας σταδιακά στο σημείο παράλληλης συνάντησής τους, λόγω της έλλειψης προσοχής, της μη άσκησης ελέγχου του οχήματός του και της αυξημένης ταχύτητάς του, καθ' ον χρόνο εξερχόταν από την άνω δεξιά σε σχέση με την πορεία του στροφή, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εξετράπη της πορείας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου την ώρα εκείνη εκινείτο κανονικά το υπ' αριθ.

κυκλοφορίας ...79 ΙΧΦ αυτοκίνητο με οδηγό τον Ι. Σ.. Ο τελευταίος, μόλις αντιλήφθηκε την ως άνω αντικανονική κίνηση του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και την είσοδό του στο ρεύμα πορείας του, επιχείρησε άμεσα πέδηση του οχήματός του και μείωσε την ταχύτητά του στα 28 χλμ. την ώρα, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα που οδηγούσε ο Δ.

Χ., το οποίο επέπεσε με σφοδρότητα με ολόκληρο το αριστερό του τμήμα στο αριστερό τμήμα του ΙΧΦ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ι. Σ.. Είναι χαρακτηριστικό της σφοδρότητας της σύγκρουσης ότι το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο εισχώρησε και σύρθηκε με το αριστερό του τμήμα κατά μήκος κάτω από το ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο εκτράπηκε δεξιά της πορείας του με πλάγια ολίσθηση 6,50 μέτρων και κατέληξε εκτός του οδοστρώματος, ενώ το ΙΧΕ αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε κάθετα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς 1 Απότοκος της άνω σύγκρουσης ήταν οι υλικές ζημίες των δύο οχημάτων και ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου 1, ο οποίος υπέστη ακρωτηριασμό του αριστερού άνω άκρου και συνακόλουθα μαζική αιμορραγία, εκ της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε σε λίγο ο θάνατός του.

Με βάση τα παραπάνω το εν λόγω ατύχημα και ο εξ αυτού θάνατος του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου 1 οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του ίδιου του θανόντος, οδηγού του άνω αυτοκινήτου. Ειδικότερα ο άνω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 4 και 19 παρ. 1-3 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε το αυτοκίνητό του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, όπως επιβάλλονταν, αφού στην πορεία του υπήρχε επικίνδυνη δεξιά στροφή, όπως τούτο επισημαίνονταν και με τη σχετική πινακίδα αναγγελίας κινδύνου.

Αντίθετα, έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, όπως συνάγεται αφενός μεν από το γεγονός ότι βγαίνοντας από την άνω δεξιά σε σχέση με την πορεία του επικίνδυνη στροφή έχασε τον έλεγχο του οχήματός του το οποίο εκτράπηκε έτσι προς τα αριστερά και εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αφετέρου δε από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης που επακολούθησε.

Το γεγονός δε ότι η επίδικη σύγκρουση έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας του ΙΧΦ που οδηγούσε ο Ι. Σ., αποδεικνύεται από το ότι όλα τα ευρήματα του ατυχήματος εντοπίζονται στο σχετικό σχεδιάγραμμα της τροχαίας εντός του ρεύματος πορείας του ΙΧΦ αυτοκινήτου. Συγκεκριμένα εντός του ρεύματος αυτού βρέθηκαν θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων, ίχνη τροχοπέδησης του ΙΧΦ αυτοκινήτου μήκους 6,20 μέτρων, χαραγές οδοστρώματος μήκους 1 μέτρου προερχόμενες από το ΙΧΦ, ίχνη εκτροπής με πλάγια ολίσθηση και ίχνη σύρσεως με ίχνη ελαστικών προερχόμενα επίσης από το άνω ΙΧΦ αυτοκίνητο, πράγμα που σημαίνει ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο εισήλθε στο ρεύμα πορείας του ΙΧΦ αυτοκινήτου, όπου και έλαβε χώρα η σύγκρουση των δύο οχημάτων...

Αντίθετα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, η οποία να συνετέλεσε στην πρόκληση ή έκταση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον αυτός κινούνταν κανονικά στο ρεύμα πορείας του και με ταχύτητα μη υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, αντίθετα μάλιστα αρκετά μικρότερη και δη κινούνταν με ταχύτητα 57 χλμ.

την ώρα προ του ατυχήματος και 28 χλμ. την ώρα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν οδηγούσε τα όχημά του στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, όπως ορίζει το άρθρο 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ, αλλά στο μέσον περίπου αυτού, δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του. Και τούτο διότι η κίνησή του αυτή στο μέσον περίπου του ρεύματος πορείας του δεν ήταν ικανή από μόνη της να συντελέσει στην πρόκληση της σύγκρουσης των οχημάτων και ως εκ τούτου δεν συνδέεται με την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος...".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού, συγγενή των αναιρεσειόντων και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο θανατηφόρο αποτέλεσμα.

Ειδικότερα, αναφέρεται στην απόφαση, ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, συγγενή των αναιρεσειόντων, οφείλεται αποκλειστικά στην αντικανονική και αιφνίδια είσοδο του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του ΙΧΦ αυτοκινήτου και την συνακόλουθη σφοδρή πρόσκρουσή του με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αρχικά στο ύψος του εμπρόσθιου τροχού του ΙΧΦ αυτοκινήτου και στη συνέχεια σε όλη την αριστερή εμπρόσθια επιφάνεια αυτού, στην οποία βρίσκονταν και η βάση της άνω σκάλας, η οποία έτσι αποκολλήθηκε από τη θέση της και προκάλεσε ζημίες στο αριστερό τμήμα του αμαξώματος του ΙΧΕ αυτοκινήτου, επιφέροντας και τον ακρωτηριασμό του αριστερού χεριού του οδηγού αυτού (ΙΧΕ αυτοκινήτου), χωρίς, όμως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ύπαρξη της σκάλας αυτής να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου για τον λόγο ότι η σκάλα, που ήταν ενσωματωμένη στο ΙΧΦ αυτοκίνητο αποκολλήθηκε λόγω της πρόσκρουσης του ΙΧΕ αυτοκινήτου σε όλη την αριστερή εμπρόσθια επιφάνεια του ΙΧΦ αυτοκινήτου.

Αντίθετα, ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και τον συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ότι παρά την αντικανονική και αιφνίδια είσοδο του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας του, μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του από 57 χ/ώρα σε 28χ/ώρα και επιχείρησε άμεσα ενδεδειγμένο χειρισμό πέδησης του οχήματός του.

Τα ανωτέρω δεχθέντα δεν βρίσκονται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε παραδοχές σχετικές με το αν η ταχύτητα του ΙΧΦ αυτοκινήτου ήταν ανάλογη ή όχι με τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας, με την απόσταση των δύο οχημάτων κατά τον χρόνο της εισόδου του ΙΧΕ στο ρεύμα κυκλοφορίας του ΙΧΦ αυτοκινήτου, αφού η τελευταία, κατά τις παραδοχές ήταν αιφνίδια και αντικανονική, τη θέση του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο οδόστρωμα κατά τον χρόνο του ατυχήματος και τις συγκρουσθείσες επιφάνειες αυτών.

Κατόπιν αυτών ο πρώτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, περί έλλειψης νόμιμης βάσης και δη της απαιτούμενης αιτιολογίας και προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το θέμα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 19 § 1 του Π.Δ. 237/1986, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την §2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα, μεταξύ άλλων και όταν: α) Αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος, β) Το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση (ανασφάλιστο αυτοκίνητο)..., γ)..., δ).

Ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεσις απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως νόμου. Κατά την §2 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το Ν. 4092/2012 "η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 § 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος".

Με το άρθρο τέταρτο του Ν. 4092/2012 τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του Π.Δ. 237/1986 και ειδικότερα με το στοιχείο γ' του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, ως ακολούθως: "2. Η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο.

Η αποζημίωση για τα εδάφια α' και β' της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου (ατύχημα από όχημα άγνωστο, ατύχημα από όχημα ανασφάλιστο), δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παράγραφος 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος. Στις περιπτώσεις του εδαφίου γ' της προηγούμενης παραγράφου (ατύχημα σε περίπτωση οριστικής ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή ή πτωχεύσεως αυτού) το συνολικό ποσό για την αποζημίωση καταβάλλεται σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α) για αποζημίωση ύψους έως 4.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 90% αυτής, β) για αποζημίωση ύψους από 4.001 έως 10.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 87,5% αυτής, με κατώτατο όριο 3.600 ευρώ, γ) για αποζημίωση ύψους από 10.001 έως 30.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 85% αυτής, με κατώτατο όριο 8.750 ευρώ, δ) για αποζημίωση ύψους από 30.001 έως 60.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 80% αυτής, με κατώτατο όριο 25.000 ευρώ, ε) για αποζημίωση ύψους από 60.001 έως 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 70% αυτής, με κατώτατο όριο 48.000 ευρώ, στ) για αποζημιώσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο με το 70% αυτής, με ανώτατο όριο τις 100.000 ευρώ.

Το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης και πέραν των 100.000 ευρώ σε πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία.... Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση".

Η ανωτέρω κανονιστική εθνική ρύθμιση κατά το μέρος με την οποία περιορίζεται το συνολικό ποσό αποζημίωσης του παθόντος σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας ασφαλιστικής εταιρείας, όπως στην ένδικη περίπτωση, σε ορισμένο μόνο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης και με ανώτατο ποσό 100.000 ευρώ, δεν σκοπεί στον καθορισμό του δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος στο πλαίσιο της αστικής ευθύνης του ασφαλισμένου ή του περιεχομένου του δικαιώματος αυτού που εμπίπτει κατ' αρχήν στην αρμοδιότητα των κρατών - μελών, αλλά αντίθετα περιορίζει τη σύμφωνη με τις ανωτέρω οδηγίες κάλυψη που παρέχει η υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από ασφαλιστική εταιρεία ή από άλλο φερέγγυο πρόσωπο και καταλύει την πρακτική αποτελεσματικότητα των ανωτέρω οδηγιών (βλ.

ΔΕΚ C- 277/2012 Drozdovs, ΔΕΚ C- 348/98 Fereira thw).

Συνεπώς, η ρύθμιση αυτή είναι αντίθετη προς τις οδηγίες 72/166 ΕΟΚ και 84/5/ΕΟΚ και την σκοπούμενη με αυτές μεταχείριση των παθόντων .

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Η ανωτέρω διάταξη του τέταρτου άρθρου του ν. 4092/2012 με τη θέσπιση περιορισμού σε ορισμένο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης και κατά ανώτατο όριο ποσού 100.000 ευρώ, είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι μόνη η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

Κατά δε το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας. Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 6/2007).

Η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012, με το να περιορίσει το ύψος της αποζημίωσης στα αναφερόμενα σ' αυτή ποσοστά και κατ' ανώτατο ποσό σε 100.000 ευρώ καταργεί δραστικά την αστική αυτή απαίτηση των παθόντων για αποκατάσταση της ζημίας τους και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε για σωματικές βλάβες σε τροχαίο ατύχημα.

Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας. Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο ουσιαστικά επιχειρείται να διασφαλιστεί με την ως άνω διάταξη, όπως προκύπτει από την Αιτιολογική έκθεση του Ν. 4092/2012, κατά την οποία με τις διατάξεις αυτές σκοπείται να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου, με τη στάθμιση των υποχρεώσεών του χωρίς να διακινδυνεύει η οικονομική του θέση, λόγω του ιδιαίτερου επικουρικού σκοπού αυτού (Ολ.ΑΠ 3/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 237/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ.

γ' του τέταρτου άρθρου του Ν. 4092/2012, την οποία εφήρμοσε, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως αντίθετης στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ, δεχόμενο την ένσταση του εναγομένου και ήδη τέταρτου αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου περί ποσοτικού περιορισμού του ορίου της πλήρους ευθύνης του προς την αγωγική αξίωση της αποζημίωσης λόγω υλικών ζημιών της από 18.7.2012 και με αριθμό καταθέσεως 1811/236/26.9.2012 αγωγής της ενάγουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...

ΕΠΕ", η οποία στρεφόταν κατά των τριών πρώτων αναιρεσειόντων, καθώς και του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων Επικουρικού Κεφαλαίου και η οποία αγωγή είχε συνεκδικαστεί με την από 26.4.2010 και με αριθμό κατάθεσης 1051…/26-4-2010 αγωγή των αναιρεσειόντων, καθώς και του επιτοκίου αυτής (αγωγικής αξίωσης), τα οποία περιόρισε σε ποσοστό 85% και 6% αντιστοίχως και συγκεκριμένα τη μείωση του ποσού της αποζημίωσης των υλικών ζημιών της ενάγουσας εταιρίας από 11.347,13 ευρώ σε 9.645,06 ευρώ.

Ο λόγος αυτός, που αφορά την από 18.7.2012 αγωγή της ως άνω εταιρείας πρέπει να γίνει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος, καθ' όσον με τις 3/2019, 4/2017 και 5/2017 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι εν λόγω διατάξεις κρίθηκαν ως αντίθετες στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, με την 3/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία είχε δημοσιευθεί κατά τον χρόνο διάσκεψης (10-5-2019) της προκειμένης υπόθεσης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική η διάταξη του Ν. 4092/2012 με την οποία περιορίζεται το ύψος της αποζημίωσης για υλικές ζημίες, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, ενώ με τις λοιπές κατά τα άνω αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ως αντισυνταγματική η διάταξη που περιορίζει το ποσοστό του επιτοκίου σε 6%.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά το μέρος, που αφορά την από 18.7.2012 αγωγή και μόνον ως προς τις σχετικές διατάξεις τις αφορώσες το τέταρτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, ως προς τον περιορισμό του ποσού της αποζημίωσης λόγω υλικών ζημιών σε ποσοστό 85% και συγκεκριμένα από 11.347,13 ευρώ σε 9.645,06 ευρώ και του επιτοκίου αυτής σε ποσοστό 6%, ενώ πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση καθ' ο μέρος αφορά την από 26.4.2010 αγωγή των αναιρεσειόντων.

Στη συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο η από 25.2.2014 (και με αριθμό κατάθ. 33/4.3.2014) έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της 14/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, μόνον ως προς τον δεύτερο λόγο αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο ή κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013), ενώ οι εν λόγω αναιρεσείοντες, ως εφεσίβλητοι έχουν καταθέσει προτάσεις, κατά την προκείμενη αναιρετική διαδικασία, με άμεση δικονομική συνέπεια να είναι δυνατή η εξέταση της έφεσης κατά το αναιρούμενο μέρος της πληττόμενης απόφασης (ΑΠ 1129/2014).

Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω, ο περιορισμός της οφειλόμενης από το τέταρτο εναγόμενο, εκκαλούν και ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωσης, λόγω υλικών ζημιών και του οφειλόμενου από αυτό επιτόκιο σε ποσοστό 6%, κατ' εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 19 παρ.1 και 2 του ΠΔ 237/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ.

γ' του τέταρτου άρθρου του Ν. 4092/2012, οι οποίες, κατά τα ανωτέρω, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές αντίθετες στο Ευρωπαικό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ δεν είναι νόμιμος. Επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι οι περιορισμοί στο ύψος της αποζημίωσης λόγω υλικών ζημιών της ενάγουσας, που εισήχθησαν με το Ν. 4092/2012 είναι ανεφάρμοστοι λόγω αντισυνταγματικότητας και το αίτημα της ενάγουσας για επιδίκαση τόκων υπερημερίας με βάση το άρθρο 346 ΑΚ είναι νόμιμο, λόγω της πρόδηλης αντισυνταγματικότητας του άρθρου 19 παρ. 2 ΠΔ 237/1986, που περιορίζει την υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή τόκων σε ποσοστό 6% ετησίως δεν έσφαλε και θα πρέπει ο δεύτερος λόγος της από 25-2-2014 (και με αριθμό κατάθ. 33/4-3-2014) έφεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου ν' απορριφθεί.

Ακολούθως αφού κρατηθεί και δικασθεί η έφεση κατά το ανωτέρω εκκληθέν κεφάλαιο ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί το εκκαλούν στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 666/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθ' ο μέρος αφορά την από 18-7-2012 (και με αριθμό κατάθ. 1811…/26-9-2012) αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" μόνον ως προς το τέταρτο εναγόμενο, τέταρτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο ως προς τον περιορισμό του ποσού της αποζημίωσης, λόγω υλικών ζημιών σε ποσοστό 85% και του επιτοκίου αυτής σε ποσοστό 6%, ενώ απορρίπτει την αναίρεση καθ' ο μέρος αφορά την από 26.4.2010 και με αριθμό καταθ. 1051/.../26.4.2010 αγωγή των αναιρεσειόντων.

Εξαφανίζει την 666/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενο κεφάλαιο.

Κρατεί και δικάζει κατά το κεφάλαιο τούτο.

Δέχεται τυπικά τον δεύτερο λόγο της από 25-2-2014 (και με αριθμό κατάθ. 33/4-3-2014) έφεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της 14/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και απορρίπτει αυτόν κατ' ουσία (δεύτερο λόγο αυτής).

Καταδικάζει το εκκαλούν στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των εφεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ