Legislator Case Law & Legislation
631/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on arbitration agreement interpretation under Greek Civil Code Articles 173 and 200.

Case Number 631/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to annul the Athens Court of Appeal's decision regarding an arbitration agreement. The parties argued over whether the agreement constituted a binding arbitration or merely an expert opinion (practical expertise) under Articles 173 and 200 of the Civil Code. The court held that the lower court correctly applied these interpretative rules to find the true intent of the parties, rendering the annulment grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The criteria for interpreting arbitration agreements do not need to be explicitly stated in the decision, provided they are evident, and the court must apply these rules to ascertain the true intent of the parties regarding the binding nature of the expert opinion.

Keywords

AI generated
arbitration agreement interpretation expert opinion binding force true intent of parties annulment grounds invalidity Civil Code Articles 173 200 Code of Civil Procedure 559 practical expertise distinction

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 678 paragraph 3 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 867 et seq. of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 631 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Διαιτησία. Διαφορά από διαιτητική πραγματογνωμοσύνη. Ερμηνεία δικαιοπραξίας (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.). Έμμεση διαπίστωση αμφιβολίας ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των διαδίκων. Τα κριτήρια των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. δεν είναι ανάγκη αναφέρονται ρητά στην απόφαση, αρκεί να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά 2120/2010 αποφάσεως Εφετείου Αθηνών.

Αριθμός 631/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Διακογιάνη, Κωνσταντίνο Καλαβρό, Ηλία Χαλιακόπουλο και Εμμανουήλ Κωνσταντίνο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Κ. Ζ., το γένος Κ. M., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Φίλιππο Φυλακτόγλου, Φανή Καραγιάννη και Φώτιο-Δημήτριο Κρεμμύδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, όπου εξέδωσε την 2120/2010 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-7-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 3-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 867 επ. του Κ. Πολ. Δ. προκύπτει ότι η διαιτητική συμφωνία, που διέπεται από τις διατάξεις αυτές, είναι διαφορετική από την συμφωνία διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης που συναντάται πολλές φορές στις συναλλαγές, αλλά δεν ρυθμίζεται από το νόμο, αναφέρεται όμως στην διάταξη του άρθρου 678 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Χαρακτηριστικό της τελευταίας είναι ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αναθέτουν σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να εξακριβώσουν, βάσει των ειδικών γνώσεων που διαθέτουν, ορισμένα αμφισβητούμενα περιστατικά, κατά τους κανόνες της επιστήμης ή τέχνης, οι αποφάσεις τους όμως δεν επιλύουν την ιδιωτικού δικαίου διαφορά που ανέκυψε ή πρόκειται να ανακύψει, όπως συμβαίνει στην διαιτητική συμφωνία, αλλά απλώς αίρονται οι διαφωνίες των συμβαλλομένων για ορισμένα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά.

Η διαιτητική πραγματογνωμοσύνη διαφέρει από την διαιτητική συμφωνία κατά το ότι, στην τελευταία, συμφωνείται η επίλυση διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, που υπάρχει ή πρόκειται να ανακύψει και αντικείμενο αυτής μπορεί να είναι έννομη σχέση και όχι η διαπίστωση πραγματικού γεγονότος και επομένως ο διαιτητής πραγματοποιεί κρίση όμοια με την κρίση του δικαστηρίου, υποβάλλοντας τα πραγματικά γεγονότα στον κανόνα του δικαίου, ενώ ο διαιτητής πραγματογνώμονας προσδιορίζει απλώς ορισμένο πραγματικό περιστατικό.

Αναγκαίο στοιχείο για τον καθορισμό της έννοιας "διαιτητική πραγματογνωμοσύνη" είναι ο όρος περί δεσμευτικότητας, δηλαδή υποχρεωτικότητας του περιεχομένου της γνωμοδοτήσεως για τα μέρη και το δικαστήριο. Ο όρος περί δεσμευτικότητας δεν είναι αναγκαίο να είναι οπωσδήποτε και ρητός. Απαιτούνται όμως εκφράσεις που αναμφισβήτητα καταδηλούν βούληση των μερών να αποκλείσουν από την εξουσία του δικαστηρίου ή των διαιτητών το ανατεθέν εις τρίτον ζήτημα.

Δεν είναι, επομένως, διαιτητική πραγματογνωμοσύνη η συμφωνία, δια της οποίας ανατίθεται σε τρίτα πρόσωπα η εξακρίβωση ορισμένου στοιχείου της έννομης σχέσεως, για να χωρήσουν περαιτέρω τα μέρη, με βάση την εξακρίβωση αυτή σε συμβιβαστική επίλυση του ζητήματός τους. Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση:

Ότι το Εφετείο εκτίμησε εσφαλμένα το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 37/2008 αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 24-3-2004 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος για παροχή λογοδοσίας επί της διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας του Δ. Μ., καθώς και επί της από 6-10-2004 παρεμπίπτουσας αγωγής για καταβολή του πιθανολογούμενου ελλείμματος, τις οποίες και δέχθηκε ως βάσιμες και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να παράσχει λογοδοσία, στην περίπτωση δε που παραλείψει να το πράξει ( τον υποχρέωσε ) να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, ως πιθανολογούμενο έλλειμμα, το ποσό των 2.418.664 δολλάρια Η.Π.Α., καθώς και 398.400 ευρώ.

Ότι αποτέλεσμα της εσφαλμένης εκτίμησης του περιεχομένου της διαιτητικής αποφάσεως ήταν να απορρίψει το Εφετείο ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της από 26-9-2008 αγωγής του αναιρεσείοντος για ακύρωση της εν λόγω διαιτητικής αποφάσεως, επειδή οι παραδοχές της ότι είναι επιτρεπτός ο γενόμενος μεταξύ των διαδίκων και της μητέρας των, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Δ.

Μ., συμβατικός καθορισμός του προσώπου του κληρονόμου και της έκτασης του κληρονομικού δικαιώματος εκάστου των διαδίκων, κατ' αποκλεισμό της μητέρας των, αντιβαίνει στις διατάξεις δημοσίας τάξεως των άρθρων 1710 του Α.Κ. και 34 παρ.2 εδ. β'αριθ. ββ του Ν. 2735/1999. Με την υπ' αριθ. 37/2008 διαιτητική απόφαση, το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε τ' ακόλουθα : "Οι διάδικοι και η μητέρα τους είναι, κατ' ισομοιρίαν έκαστος, κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του, κατά την 8.4.1995, αποβιώσαντος αδελφού των και τέκνου της, αντίστοιχα, Δ.

Μ. και ότι με το από 30.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και της μητέρας τους η τελευταία "συμφωνεί στην έκτοτε, δηλαδή από την 8.4.1995 μεταβίβαση της κυριότητας και νομής των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας που (τυχόν) ανήκουν σε αυτήν εξ αδιαιρέτου στα δύο παιδιά της. Ότι " από της συμφωνίας αυτής και συνεπεία ταύτης οι διάδικοι απέκτησαν, εκ του μεριδίου της μητρός των κατά το 1/6 αδιαιρέτως έκαστος, την νομή των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, ως μεταβιβασθέντος κατ' ισομοιρίαν εις τούτους υπό της μέχρι τότε νομέως μητρός των, του μεριδίου της (ήτοι το 1/3 εξ αδιαιρέτου), η οποία απέκτησε αυτό συνεπεία της ιδιότητός της ως κληρονόμου του τέκνου της, των δε κινητών πραγμάτων της (της μητρός των) απέκτησαν και την κυριότητα (άρθρο 1034 Α.Κ.) κατά το εις αυτή περιελθόν αδιαίρετονποσοστόν.

Έτσι έκαστος των διαδίκων απέκτησε κατά το ήμισυ αδιαιρέτως την νομή των κληρονομιαίων πραγμάτων, ήτοι κατά το 1/3 ως κληρονόμος του νομέως αδελφού των και κατά το 1/6 ως ειδικός διάδοχος της νομέως μητρός των, ούσης και εκείνης κληρονόμου του υιού της, των δε κινητών πραγμάτων της απέκτησαν και την κυριότητα (άρθρο 1034 ΑΚ) κατά το εις αυτή περιελθόν αδιαίρετο ποσοστό.

Η ιδιότης της εναγούσης ως νομέως κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου των στοιχείων της κληρονομίας του αδελφού της (κινητών και ακινήτων), των κινητών δε και ως κυρίας κατά το ήμισυ, νομιμοποιεί αυτή ενεργητικώς σε άσκηση της ενδίκου αγωγής. Νομιμοποίηση ενεργητική της εναγούσης συντρέχει για την άσκηση της αγωγής και για την λογοδοσία του εναγομένου από τη διαχείριση των πλοίων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων των εταιριών, ως κυρίας και νομέως κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου των μετοχικών των εταιριών αυτών τίτλων, και δικαιούχος κατά το ήμισυ των εκ των τίτλων αυτών δικαιωμάτων και των οποίων εταιρειών εξ ολοκλήρου μέτοχος, κατά την αγωγή, ήτοι ο αποβιώσας.

Η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικώς στην άσκηση της κρινομένης αγωγής και για τον προ της 30.3.1999 (ημερομηνία υπογραφής του άνω συμφωνητικού) χρόνο αναδρομικώς μέχρι της 8.4.1995 (ημερομηνία θανάτου του κληρονομουμένου αδελφού των διαδίκων) ως ειδική διάδοχος της μητρός της, η οποία, με την δήλωσή της στο συμφωνητικό ότι συμφωνεί στον επιμερισμό μεταξύ των δυο παιδιών της κατ' ίσα μέρη του μεριδίου της, επιπλέον δε συμφωνεί στην από 8-4-1995 μεταβίβαση της κυριότητας και νομής των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, που ανήκουν σ' αυτή εξ αδιαιρέτου, μεταβιβάζει στην ενάγoυσα και τα εκ της μεταβιβαζομένης κυριότητος και νομής κτηθέντα δικαιώματα, εις τα οποία περιλαμβάνεται και η αξίωση προς λογοδοσία επί της διαχειρίσεως της υπό την νομή της περιουσίας, από 8.4.1995 έως 30.3.1999.

Πάντα τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, ως νομιμοποιούντα ενεργητικώς την ενάγουσα, στρεφομένη, με την κρινομένη αγωγή, κατά του εναγομένου, περιέχονται στην αγωγή, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί και ολόκληρο το κείμενο των τριών από 30.3.1999, 12.10.1999 και 13.3.2002 συμφωνητικών, τα οποία είναι συνημμένα (συραμμένα) εις αυτή και προβάλλονται ως αποτελούντα ενιαίο μετ' αυτής σύνολο.

Δια του δευτέρου μάλιστα τούτων (της 12.10.1999), της μερικής διανομής, προβάλλεται με την αγωγή ότι η διανομή των πλοίων μεταξύ των διαδίκων εγένετο δι' ανταλλαγής των μετοχών εκάστης πλοιοκτητρίας εταιρίας, στην οποία ανήκει το κάθε πλοίο από τα διανεμόμενα, μεταξύ των διαδίκων, ώστε και οι δύο να αποκτούν έκαστος αντιστοίχως το σύνολον των μετοχών της πλοιοκτήτριας εταιρίας, προβαλλομένου έτσι συνάμα ότι οι διάδικοι κατέστησαν, κατά τα εκτεθέντα, με τις, ως άνω, καθολική και ειδική διαδοχή, συγκύριοι και συννομείς κατά το ήμισυ των μετοχών τούτων και συνδικαιούχοι, κατ' ίσον ποσοστόν, των εξ αυτών δικαιωμάτων".

Ακόμη έγιναν δεκτά με αυτήν και τα ακόλουθα : α) "Συνεπεία της με ιδιωτικό έγγραφο καταρτισθείσης ανωτέρω συμφωνίας των εις αυτό συμβαλλομένων οι διάδικοι απέκτησαν, κατά συγκυριότητα και συννομή, τα κινητά του μεριδίου της μητρός των επί της κληρονομίας του Δ. Μ. και κατά συννομή τα ακίνητα και κατέστησαν έτσι συγκύριοι, κατά το ήμισυ έκαστος, των κινητών της κληρονομίας και συννομείς, κατά το ίδιο ποσοστό, αυτών, δια τους εκτεθέντες εις προηγουμένη σκέψη της παρούσης λόγους (κληρονομική διαδοχή και εν ζωή υπό της μητρός της εις αυτούς μεταβίβασή των).

Τα ακίνητα και τα πλοία του Ομίλου ανήκον κατά κυριότητα στις ανώνυμες εταιρίες του Ομίλου, οι μετοχές των οποίων και τα εξ αυτών δικαιώματα περιήλθαν, για τους αυτούς λόγους, κατ' ισομοιρίαν εις τους διαδίκους, οι οποίοι ήσαν από του θανάτου του αδελφού τους συγκύριοι και συννομείς των εν λόγω μετοχών, κατά το ένα τρίτο (1/3) εξ αδιαιρέτου έκαστος, από την κατάρτιση δε του ανωτέρω συμφωνητικού, δια και από της εν αυτώ μεταβιβάσεως εις τούτους υπό της μητρός των του εξ ενός τρίτου (1/3) ποσοστού της (εκ του κληρονομικού μεριδίου της) συγκυριότητος και συννομής των μετοχών αυτών, κατέστησαν συγκύριοι και συννομείς, κατά το ήμισυ αδιαιρέτως έκαστος των διαδίκων, των μετοχών όλων των ανωνύμων εταιριών του Ομίλου και κατά το αυτό ποσοστό συνδικαιούχοι των μετοχικών στις εταιρίες αυτές δικαιωμάτων". (σελ. 57 της διαιτητικής αποφάσεως).

β) " από του κατά την 8.4.1995 θανάτου του Δ. Μ. μέχρι της 30.3.1999, ότε υπεγράφη το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο μεν εναγόμενος ανέλαβε τη διοίκηση και διαχείριση των επιχειρήσεων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων της κοινής κληρονομίας, η ενάγουσα δε και η μητέρα των δεν αντιτάχθηκαν στην ανάληψη της διαχειρίσεως αυτής από τον εναγόμενο, αλλά αντιθέτως την αποδέχθησαν, γεγονός που σημαίνει ότι σιωπηρώς καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω σύμβαση περί της διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας από τον εναγόμενο, ακολούθως εγγράφως;

με το από 30.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, προβλέφθηκε η υπό του εναγομένου εξακολούθηση της διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας, κατά τα ήδη εκτεθέντα. Τούτων δοθέντων, η υποχρέωση προς λογοδοσία δεν είχε ανάγκη ειδικής, για τη γένεσή της, συμφωνίας περί λογοδοσίας, αφού απορρέει από την διάταξη του άρθρου 303 του Α.Κ., εφ' όσον συνεφωνήθη η διαχείριση ξένης περιουσίας και γ) " Ο εναγόμενος από του θανάτου του αδελφού του Δ.

Μ., ως έχει ήδη λεχθεί, αναλαβών την διοίκηση και διαχείριση των επιχειρήσεων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων της κοινής κληρονομίας μέχρι μεν της 30-3-1999 με την σιωπηρή συναίνεση και αποδοχή της εναγούσης και της μητρός των, από της 30-3-1999 δε με την ρητώς εις το υπό την αυτή ημερομηνία συμφωνητικό των κληρονόμων του Δ.

Μ. δηλωθείσα βούληση της εναγούσης και της μητρός της, διοίκησε και διαχειρίσθηκε την εν λόγω περιουσία και η διαχείρισή του αυτή συνεπήγετο εισπράξεις και δαπάνες". Από το ως άνω περιεχόμενο της διαιτητικής αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι με αυτήν έγινε δεκτό ότι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Δ.

Μ. ήταν κατά νόμο οι διάδικοι και η μητέρα τους, κατά ποσοστό 1/3 έκαστος και ότι με την συμφωνία της 30.3.1999 η μητέρα των διαδίκων συμφώνησε να τους μεταβιβάσει, κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα, τη νομή όλων των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας, καθώς επίσης και την κυριότητα των κινητών περιουσιακών στοιχείων, την οποία είχε αποκτήσει κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτοδικαίως με τον θάνατο του τέκνου της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του.

Έτσι, οι διάδικοι, έχοντας ήδη από τον θάνατο του αδελφού τους αποκτήσει, κατά το 1/3 έκαστος τη νομή όλων των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας του αδελφού τους (και την κυριότητα των κινητών κατά το 1/3) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, απέκτησαν, δυνάμει ειδικής διαδοχής από τη μητέρα τους, επιπλέον και το 1/6 της νομής των περιουσιακών στοιχείων (και της κυριότητας των κινητών) σε ποσοστό 1/2 ( 1/3+1/6) έκαστος.

Αντίθετα, από το ως άνω περιεχόμενό της διαιτητικής απόφασης δεν προκύπτει ότι υιοθετήθηκε από αυτήν η εκδοχή ότι " ... από τον χρόνο θανάτου κιόλας του κληρονομουμένου η μητέρα των διαδίκων ουδέποτε κατέστη εξ αδιαθέτου κληρονόμος εις τρόπον ώστε να μην απέκτησε ουδέποτε οποιοδήποτε μερίδιο στην κληρονομιαία περιουσία, με αποτέλεσμα αυτή να ανήκει κατ ισομοιρία 1/2 στους διαδίκους, αδέλφια του κληρονομουμένου", ούτε ότι έγινε δεκτό με αυτήν ότι "...

με το από 30.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό οι συμβαλλόμενοι καθόρισαν την έκταση των κληρονομικών μεριδίων εξ' υπαρχής (ενώ ήταν από 1/3 έκαστος σε 1/2 τελικά) ...", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον επανειλημμένα αναφέρεται στην απόφαση ότι και η μητέρα των διαδίκων ήταν κληρονόμος του Δ. Μ.. Ούτε βέβαια δέχθηκε η διαιτητική απόφαση επάλληλη νομική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία με την από 30.3.1999 συμφωνία η μητέρα των διαδίκων δέχθηκε "να επιμερίζει ισομερώς και ex tunc, δηλαδή αναδρομικά, το (τυχόν) κληρονομικό της δικαίωμα μέσω του (τυχόν) κληρονομικού της μεριδίου στην κληρονομιαία περιουσία και συμφωνεί στην έκτοτε, δηλαδή αναδρομικά από την ημέρα της επαγωγής (8.4.1995), μεταβίβαση της κληρονομικής ιδιότητας αυτής προς τα τέκνα της.

Αντίθετα σ' αυτήν γίνεται ρητή και σαφής αναφορά περί "ειδικής διαδοχής" στη νομή των περιουσιακών στοιχείων (κινητών και ακινήτων) και στην κυριότητα των κινητών, τις οποίες (νομή και κυριότητα) απέκτησε η μητέρα των διαδίκων αυτοδικαίως κατά την επαγωγή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αδελφού των διαδίκων και τέκνου της, σε ποσοστό 1/3, ποσοστό νομής και κυριότητας, το οποίο και μεταβίβασε με ειδική διαδοχή δυνάμει της από 30/3/1999 συμφωνίας, κατ' ισομοιρία στους διαδίκους, δηλαδή από 1/6 σε έκαστο των διαδίκων.

Επομένως, με τις ως άνω παραδοχές το διαιτητικό δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις δημοσίας τάξεως των άρθρων 1710 του Α.Κ. και 34 παρ.2 εδ. β' αρ. ββ του Ν. 2735/1999, αφού δεν δέχθηκε συμβατικό καθορισμό των κληρονόμων του Δ. Μ. και της εκτάσεως του κληρονομικού δικαιώματος των διαδίκων κατά τρόπο διαφορετικό από τον προβλεπόμενο στον νόμο.

Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ορθά εκτίμησε το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης και απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο από το άρθρο 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγο της αγωγής του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και ο εξεταζόμενος πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, που υποστηρίζει τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, μέσω της συμπληρωματικής ερμηνείας, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2102/2009, 1183/2007).

Στοιχεία δηλωτικά της έμμεσης παραδοχής ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας αποτελούν και η διατύπωση συλλογισμών και επιχειρημάτων που προσήκουν σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και στους οποίους δεν χρειαζόταν να προσφύγει το δικαστήριο αν είχε δεχθεί κατά τρόπο αναμφίβολο ότι οι δηλώσεις βουλήσεως ήταν ρητές και αναμφίβολες (Α.Π. 1424/2006, Α.Π. 1258/2004).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 30/1997 και 28/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε, τα εξής σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που αποτελούσε και λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ότι ο διαχειριστικός έλεγχος που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και αφορούσε την περιελθούσα σε αυτούς περιουσία του αδελφού τους Δ.

Μ., αποτελούσε διαιτητική πραγματογνωμοσύνη, ταυτιζόμενη με τη λογοδοσία της διαχείρισης του αναιρεσείοντος και αποκλείουσα ως εκ τούτου τη δικαιοδοσία των διαιτητών να διατάξουν λογοδοσία : "Με το πρώτο άρθρο του προεκτεθέντος από 30-3-1999, καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων και της μητέρας τους, ιδιωτικού συμφωνητικού τα συμβαλλόμενα μέρη συναποδέχθηκαν, εκτός άλλων, και τα εξής:

Ολόκληρη η κατά τον χρόνο του θανάτου του Δ. Μ. (8-4-1995) υφιστάμενη περιουσία του Ομίλου των επιχειρήσεών του, εξ οιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων και αν αποτελείται, πλην εκείνων ως προς τα οποία είχε χωρήσει η κατά νόμον κληρονομική διαδοχή και εδηλώθηκαν νομίμως, συνιστά ενιαίο σύνολο που αποτελείται από: 1) ημεδαπές και αλλοδαπές εταιρίες και συναφείς κινητές αξίες, οι οποίες εταιρίες είτε έχουν στην κυριότητά τους πλοία ή ακίνητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ή θαλαμηγούς ή αεροπλάνα, είτε διαχειρίζονται ναυτιλιακές επιχειρήσεις, 2) λογαριασμούς τραπεζικών καταθέσεων οι οποίοι είτε ανήκουν σε εταιρίες, είτε ήταν ατομικοί του θανόντος Δ.

Μ. καθώς και 3) ό,τι άλλο ήθελε καταγραφεί κατά αναφερόμενα στο, ως άνω, συμφωνητικό, ως στοιχείο αυτής (κληρονομιαίας περιουσίας). Με βάση τα ήδη ως άνω (στο άρθρο 1) συμφωνηθέντα οι διάδικοι, συμφωνούσης και της μητέρας τους συναποδέχθηκαν (άρθρο 2) και τα εξής: α) Ότι, με επιμέλεια του εναγομένου, θα συνταχθεί εντός 6 εργασίμων ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού (30-3-1999) κατάλογος όλων των αντικειμένων της κληρονομιαίας περιουσίας, ώστε η ενάγουσα να γνωρίζει επακριβώς αυτήν (κληρονομιαία περιουσία), την οργάνωση και τη λειτουργία του Ομίλου και να της παραδοθούν κλειδιά για ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση και παρουσία της στα Γραφεία του Ομίλου, β) Ότι η ενάγουσα θα επιλέξει μία από τις διεθνούς κύρους (κατονομαζόμενες) ελεγκτικές εταιρίες, η οποία θα προβεί σε πλήρη διαχειριστικό έλεγχο της κληρονομιαίας περιουσίας, με χρόνο ενάρξεως του ελέγχου επτά (7) ημέρες πριν από την ημέρα του θανάτου του Δ.

Μ. μέχρι και τις 31-3-1999 με λεπτομερή καταγραφή και έλεγχο κάθε αντικειμένου, αλλά και του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και της, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, διαχειρίσεως αυτής από τον εναγόμενο, με βάση τις αρχές και πρακτικές της ναυτιλιακής λογιστικής, περιλαμβανομένων στον έλεγχο αυτόν, άνευ περιορισμού, όλων των εταιριών του Ομίλου και των λογαριασμών τους, που είτε έχουν, είτε είχαν στην κυριότητά τους πλοία ή ακίνητα, είτε είναι δικαιούχοι τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και των προσωπικών λογαριασμών του Δ.

Μ., των τυχόν κοινών λογαριασμών επ' ονόματι Δ. Μ. και του εναγομένου, που έχουν ανοιχθεί από 1-4-1995, και όλων ανεξαιρέτως των λοιπών στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας. Ότι ο έλεγχος θα αρχίσει το αργότερο 15 εργάσιμες ημέρες από την υπογραφή του συμφωνητικού και θα ολοκληρωθεί εντός έξι (6) μηνών από της ενάρξεώς του, γ) Ότι μέχρις ότου ολοκληρωθεί ο ανωτέρω έλεγχος επί της κληρονομιαίας περιουσίας, ο εναγόμενος θα συνεχίζει να διοικεί και διαχειρίζεται αυτήν ( κληρονομιαία περιουσία ) με πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι δικαιούχος των στοιχείων της είναι τόσο ο ίδιος, όσο και η ενάγουσα, κατά 50% έκαστος, και με την υποχρέωση της στενής συνεργασίας και πλήρους ενημερώσεως της ενάγουσας για τα εκάστοτε αποφασιζόμενα σε σχέση με τα θέματα της από αυτόν ασκούμενης διοικήσεως και διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και των υποθέσεων αυτής, δ) Ότι μετά την ολοκλήρωση της καταγραφής και του ελέγχου της κληρονομιαίας περιουσίας, εξ οιωνδήποτε στοιχείων και αν αποτελείται αυτή, δηλαδή πλοίων, κινητών αξιών, ακινήτων, μετρητών, απαιτήσεων έναντι τρίτων, καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, είτε εταιρικούς, είτε προσωπικούς του θανόντος Δ.

Μ., είτε κοινούς των Δ. και Β. Μ. (αποβιώσαντος και εναγομένου και ήδη ενάγοντος, αντίστοιχα), που έχουν ανοιχθεί από την 1.4.1995 καθώς και μετά την περαίωση του ελέγχου της διαχειρίσεως της περιουσίας από τον πρώτο συμβαλλόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 1.4.1995 έως και 31.3.1999 από την ορισθησόμενη ελεγκτική εταιρία, ο πρώτος συμβαλλόμενος Β.

Μ. (εναγόμενος και ήδη ενάγων) θα εισπράξει το ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δολλαρίων Η.Π.Α. ως αναγνώριση της προσφοράς του στον Όμιλο, ενώ, εάν διαπιστωθούν, κατά την κρίση της ορισθησομένης ελεγκτικής εταιρίας αδικαιολόγητα ελλείμματα ή υπερβολικές δαπάνες σε βάρος των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το προαναφερθέν διάστημα από 1.4.1995 μέχρι 31.3.1999 θα συνυπολογισθούν καθ' όλο το ύψος τους ως μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας και θα αποδίδεται από τον εναγόμενο και ήδη ενάγοντα στην ενάγουσα και ήδη εναγομένη το ελλείπον, κατά το προσήκον μέρος.

Κατά το ίδιο συμφωνητικό της 30.3.1999 συμφωνήθηκε με το άρθρο 5 ότι: α) Τα ποσά σε μετρητά, που ήδη υπάρχουν ή και θα προκύψουν από την πώληση ή εκποίηση ή ρευστοποίηση στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, θα χρησιμοποιηθούν κατά προτεραιότητα για να εξοφληθούν ή ρυθμισθούν τα τραπεζικά δάνεια και οι προς τρίτους υποχρεώσεις του Ομίλου ή των σχετικών περιουσιακών στοιχείων, β) Από το χρηματικό ποσό των μετρητών, που θα απομείνει, και προ της διανομής του, θα κρατηθεί ένα ποσό σε δεσμευμένο (escrow) κοινό λογαριασμό των διαδίκων για την αντιμετώπιση τυχόν απαιτήσεων τρίτων Φυσικών ή νομικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένων και των Φορολογικών υποχρεώσεων.

Το ύψος του εν λόγω ποσού θα καθορισθεί με βάση τις εκτιμήσεις της, κατά τα προεκτεθέντα, ορισθησομένης ελεγκτικής εταιρίας. Ακολούθως με το άρθρο 6 του ως άνω συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι όλες οι δαπάνες του, κατά τα προεκτεθέντα, διενεργηθησομένου ελέγχου της κληρονομιαίας περιουσίας του Ομίλου και της από τον εναγόμενο διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το διάστημα από 1.4.1995 μέχρι και της υπογραφής του συμφωνητικού (30.3.1999) θα καταλογισθούν και θα πληρωθούν από την κληρονομιαία περιουσία.

Κατά τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι, καθόσον αφορά στην ελεγκτική εταιρία, συμφώνησαν ότι: 1) Η επιλογή της θα γίνει από την ενάγουσα από τις μνημονευόμενες πέντε διεθνούς κύρους ελεγκτικές εταιρίες. 2) Η ελεγκτική εταιρία θα προβεί σε πλήρη διαχειριστικό έλεγχο της κληρονομιαίας περιουσίας από 1.4.1995 μέχρι και τις 31.3.1999 με λεπτομερή καταγραφή, έλεγχο κάθε αντικειμένου αλλά και του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και της κατά τον ίδιο χρόνο διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας από τον εναγόμενο με βάση τις αρχές και πρακτικές της ναυτιλιακής λογιστικής, και στον έλεγχο αυτόν θα συμπεριληφθούν άνευ περιορισμού όλες οι εταιρίες του Ομίλου, είτε έχουν είτε είχαν στην κυριότητά τους πλοία ή ακίνητα είτε είναι δικαιούχοι τραπεζικών λογαριασμών καθώς και οι προσωπικοί λογαριασμοί του Δ.

Μ. καθώς και οι κοινοί λογαριασμοί στο όνομα του Δ. Μ. και του εναγομένου, που είχαν ανοιχθεί από 1.4.1995 και όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά στοιχεία της κληρονομιαίας περιουσίας. 3) Μετά την ολοκλήρωση της καταγραφής και του ελέγχου της κληρονομιαίας περιουσίας, εξ οιωνδήποτε στοιχείων και αν αυτή αποτελείται, καθώς και μετά την περαίωση του ελέγχου της διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας από τον εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 1.4.1995 ως και 31.3.1999 από την, ως άνω, ελεγκτική εταιρία εάν διαπιστωθούν, κατά την κρίση της εν λόγω ελεγκτικής εταιρίας, αδικαιολόγητα ελλείμματα ή υπερβολικές δαπάνες σε βάρος των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, κατά το αναφερθέν διάστημα, θα συνυπολογισθούν καθ' όλο το ύψος τους ως μέρος της (κληρονομιαίας περιουσίας) και θα αποδίδεται από τον εναγόμενο στην ενάγουσα το ελλείπον, κατά το προσήκον μέτρο.

Από τον τελευταίο αυτόν όρο του συμφωνητικού της 30.3.1999 προκύπτει ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι η ελεγκτική εταιρία δεν θα καταγράψει μόνο τα διαπιστούμενα με τον έλεγχο στοιχεία της διαχειρίσεως αλλά και θα εκφέρει και κρίση, εάν διαπιστώσει ελλείμματα, περί του δεδικαιολογημένου ή αδικαιολογήτου αυτών, καθώς και εάν οι διαπιστούμενες δαπάνες είναι υπερβολικές, προκειμένου οι διάδικοι να συνυπολογίσουν τα ποσά τους στην κληρονομιαία περιουσία με τις περαιτέρω συμφωνημένες συνέπειες.

Ομοίως η εκτίμηση της ιδίας ελεγκτικής εταιρίας περί του ύψους του ποσού, του δεσμευμένου χάριν ειδικού σκοπού (escrow) του άρθρου 50 β του, ως άνω, συμφωνητικού, αποτελεί, κατά την συμφωνία των διαδίκων, βάση του από αυτούς καθορισμού του ύψους του ποσού αυτού. Η ενάγουσα σε εκτέλεση των, ως άνω, συμφωνιών επέλεξε την εταιρία MOORE STEPHENS, η τελευταία δε αποδέχθηκε την σχετική εντολή με τις απευθυνόμενες προς τους διαδίκους από 4.5.1999 και 7.5.1999 επιστολές της, με τις οποίες καθορίστηκαν το εύρος και η έκταση του διαχειριστικού ελέγχου.

που περιελάμβανε: 1) την αποτύπωση ενός ισολογισμού ανοίγματος με την χρησιμοποίηση των οικονομικών καταστάσεων της 31.12.1994 για τον προσδιορισμό του ενεργητικού και παθητικού κατά την ημερομηνία αυτή (31.12.1994). β) την διεξαγωγή ελέγχου των εγγράφων, παραστατικών, τιμολογίων, εισπράξεων ναύλων ή άλλων εισπράξεων και πληρωμών οιασδήποτε φύσεως από τα κεφάλαια του Ομίλου για τα λειτουργικά και τρέχοντα έξοδα των πλοίων, τις εισπράξεως και αποπληρωμής δανείων, τόκων επί των δανείων και γενικώς όλων των συναλλαγών της διαχειρίσεως από 1.1.1995 έως τις 31.12.1998 και μετά έως τις 31.12.1999, ή έως την ημερομηνία που τελικά θα συμφωνηθεί.

Κατά τις 12.10.1999 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό μερικής διανομής, με το οποίο έγινε διανομή μεταξύ τους των πλοίων του Ομίλου, με ανταλλαγή των μετοχών των πλοιοκτητριών εταιριών, ώστε έκαστος να αποκτήσει με ανταλλαγή αντιστοίχως το σύνολο των μετοχών της πλοιοκτήτριας εταιρίας, στην οποία ανήκει το κάθε πλοίο και επί πλέον συμφωνήθηκε να συνεχίσει ο εναγόμενος την διαχείριση των περιελθόντων, συνεπεία της διανομής αυτής, πλοίων στην ενάγουσα, χάριν της ομαλής αλλαγής της διαχειρίσεώς τους, δια της αναλήψεώς της από την ενάγουσα, μέχρι τις 31.12.1999 ή και ενωρίτερα.

Ακόμη συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα ορίσει εγγράφως ένα αντιπρόσωπό της, ο οποίος από την ημέρα της διανομής θα παρακολουθεί κάθε δραστηριότητα των πλοίων της, δηλαδή ναυλώσεις, εφόδια, πληρώματα, τεχνικά ζητήματα, λογιστικά κλπ. Ο αντιπρόσωπος αυτός θα μπορεί να ενημερώνεται και για οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που αφορά περιουσιακά στοιχεία, στα οποία συμμετέχει ιδιοκτησιακά η ενάγουσα και δεν έχουν διανεμηθεί ακόμη.

Με το ίδιο συμφωνητικό συμφωνήθηκαν η διανομή χρημάτων κατατεθειμένων στους λογαριασμούς ταμιευτηρίου, καθώς και ορισμένες άλλες ρυθμίσεις, αφορώσες στην διανομή της κοινής περιουσίας. Επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι οι ορκωτοί λογιστές Moore Stephens θα συνεχίσουν τον έλεγχό τους εφ' όλης της ύλης, δηλαδή όλων των περιουσιακών στοιχείων του Ομίλου και για την περίοδο του έτους 1999 μέχρις της ημερομηνίας εγκαταστάσεως του αντιπροσώπου της ενάγουσας (παρ.

Δ 1 αυτού), καθώς και ότι "το τελικό πόρισμα των Moore Stephens θα αποτελέσει την βάση για τον τελικό διακανονισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των συμβαλλομένων κατά την τελική διανομή του προϊόντος πωλήσεως της υπόλοιπης περιουσίας του Ομίλου" (παρ. Δ 3 του εν λόγω συμφωνητικού). Στις 13.3. 2002 οι διάδικοι και η μητέρα τους υπέγραψαν στο Λονδίνο και τρίτο συμφωνητικό.

με το οποίο προέβησαν στην διανομή συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας που δεν είχαν μέχρι τότε διανεμηθεί μεταξύ τους και προς τούτο, αφού συμφώνησαν στις αξίες αυτών, μεταβίβασαν ο ένας στον άλλο τις μετοχές που είχαν στην κυριότητά τους και που αφορούσαν τις ιδιοκτήτριες εταιρίες των περιουσιακών αυτών στοιχείων, ούτως ώστε έκαστος των διαδίκων να αποκτήσει την αποκλειστική κυριότητα και αντιστοίχως τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων αυτών ή και να εισπράξει τα προς εξίσωση των μερίδων τους προσήκοντα χρηματικά ποσά.

Περαιτέρω προέβησαν στον διορισμό ως θεματοφύλακα του Χ. Σ. και εκείνος αποδέχθηκε τον διορισμό του και συνυπέγραψε την σύμβαση, προκειμένου, υπό την ιδιότητά του αυτή, να ενεργεί για λογαριασμό των διαδίκων ή ανάλογα με την περίπτωση για τον καθένα χωριστά όσον αφορά τις μεταβιβάσεις αυτές των διαφόρων περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα πάντοτε με την σύμβαση αυτή και την απευθυνθείσα προς αυτόν Επιστολή Οδηγιών.

Με την ίδια σύμβαση του Λονδίνου τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνώρισαν και επικύρωσαν την ισχύ: α) της Συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων και της μητέρας τους στις 30.3.1999 και β) της από 12.10.1999 Συμβάσεως μερικής διανομής σε σχέση με όλους τους όρους που συμπεριλαμβάνονται σ' αυτές και τις υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν από αυτούς και τα δικαιώματα που αναγνωρίστηκαν στα μέρη και όρισαν ότι θα καλούνται στην σύμβασή τους αυτή (του Λονδίνου) και οι δύο μαζί ως "Ισχύουσες Συμβάσεις".

Στο άρθρο 15.1.Οί) της συμβάσεως αυτής τα μέρη όρισαν ότι "... μετά την καταβολή στο Λογαριασμό του Θεματοφύλακα των οφειλομένων στον ΒΜ (εναγόμενο και ήδη ενάγοντα) ή στην ΕΜΖ (ενάγουσα και ήδη εναγομένη) χρηματικών ποσών, σύμφωνα με το συμφωνητικό των ΗΠΑ και ή τους οικονομικούς ελέγχους των MOORE STEPHENS στις εταιρίες Transoil, Ttansman και σε συνδεδεμένες εταιρίες δια των οποίων παρατίθεται (με τελεσίδικο [final] και αδιαμφισβήτητο [conclusive] τρόπο όσον αφορά τον οικονομικό έλεγχο των MOORE STEPHENS, όπως συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων στο παρόν μερών", ενώ στο άρθρο 21.1 αυτής ορίστηκε ότι "Αυτή η Σύμβαση είναι συμπληρωματική των Ισχυουσών Συμβάσεων και καθορίζει ειδικά τα θέματα που διευθετούνται με την παρούσα.

Οι ισχύουσες Συμβάσεις εφαρμόζονται σε κάθε θέμα που δεν διευθετείται με την παρούσα και οι διατάξεις τους που δεν τροποποιούνται ρητά με την παρούσα διατηρούνται σε πλήρη ισχύ και παράγουν έννομα αποτελέσματα, εφαρμόζονται δε σαν να ήταν ενσωματωμένες σε αυτήν την Σύμβαση" και στο άρθρο 21.2 ορίστηκε ότι "Τα μέρη με την παρούσα επιβεβαιώνουν και επικυρώνουν την δεσμευτική ισχύ των ισχυουσών συμβάσεων αναφορικά με τα θέματα που συμφωνούνται εκεί".

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο των καταρτισθέντων μεταξύ των διαδίκων, ως άνω, ιδιωτικών συμφωνητικών προκύπτει ότι η εκ μέρους αυτών (των διαδίκων) ανάθεση στην, ως άνω, ελεγκτική εταιρία του έργου του διαχειριστικού ελέγχου της γενομένης από τον ενάγοντα διαχειρίσεως δεν αποτελεί διεξαγωγή από την εταιρία αυτή διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, για τον λόγο ότι ελλείπει ο όρος της δεσμευτικότητας, δηλαδή της υποχρεωτικότητας του περιεχομένου της γνωμοδοτήσεως για τους διαδίκους και το δικαστήριο.

Τούτο δε γιατί σε κανένα από τα παραπάνω υπογραφέντα μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικά συμφωνητικά δεν αναφέρεται οποιαδήποτε έκφραση από την οποία να προκύπτει αναμφισβητήτως η βούλησή τους να αποκλείσουν από την εξουσία του δικαστηρίου ή των διαιτητών το ανατεθέν στην, ως άνω, ελεγκτική εταιρία ζήτημα.

Ειδικότερα, στο από 30.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν ότι θα ανατεθεί η διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου σε ελεγκτική εταιρία δεν διαλαμβάνεται καμία τέτοια έκφραση, που να υποδηλώνει ότι η βούλησή τους ήταν να είναι το πόρισμα του διαχειριστικού ελέγχου απρόσβλητο από αυτούς και δεσμευτικό για τους διαιτητές.

Αντίθετα ρητώς ορίστηκε με ποιόν τρόπο θα επιλύονται τυχόν διαφωνίες των διαδίκων και συγκεκριμένα με διαιτησία (άρθρο 16 του συμφωνητικού). Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι οι διάδικοι εγνώριζαν ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να προκύψουν μεταξύ τους σχετικές έριδες και αμφισβητήσεις και φρόντισαν να καθορίσουν τον τρόπο επιλύσεώς τους (με διαιτησία), πράγμα που ασφαλώς δεν θα χρειαζόταν να πράξουν στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλ.

αποδέχονταν a priori το αποτέλεσμα του ελέγχου, όποιο και αν ήταν αυτό και όπως και αν είχε συνταχθεί. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι στο από 12.10.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται ότι "... το τελικό πόρισμα των Moore Stephens θα αποτελέσει την βάση για τον τελικό διακανονισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των συμβαλλομένων κατά την τελική διανομή του προϊόντος πωλήσεως της υπόλοιπης περιουσίας του Ομίλου".

Και τούτο γιατί ο όρος αυτός δεν έχει την έννοια ότι το τελικό πόρισμα των Moore Stephens θα συνιστούσε δεσμευτική για τους διαδίκους και για το Διαιτητικό Δικαστήριο διαιτητική πραγματογνωμοσύνη, που θα στερούσε από την ενάγουσα το δικαίωμα να αξιώσει δικαστικώς την παροχή λογοδοσίας, πληρούσας τους όρους του άρθρου 303 του Α.Κ., όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων.

Αντίθετα έχει την έννοια ότι με την γενόμενη με το συμφωνητικό αυτό μερική διανομή και τις μέλλουσες να ακολουθήσουν διανομές περιουσιακών στοιχείων δεν επέρχεται τελικός διακανονισμός των εκατέρωθεν απαιτήσεων, γιατί αναμένεται το πόρισμα του διαχειριστικού ελέγχου και όχι ότι το πόρισμα αυτό, όποιο και αν είναι και όπως και αν έχει συνταχθεί δεν θα μπορεί να αμφισβητηθεί από τα μέρη.

Η έκφραση του από 12/10/1999 συμφωνητικού ότι το πόρισμα των MOORE STEPHENS θα αποτελέσει "βάση" "διακανονισμό" των εκατέρωθεν απαιτήσεων από τα ίδια τα μέρη υποδηλώνει ακριβώς ότι το πόρισμα αυτό δεν θα υιοθετηθεί ως έχει δεσμευτικά από τα μέρη (και το δικαστήριο), αλλά ότι τα μέρη, λαμβάνοντας υπόψη το πόρισμα αυτό, θα έχουν την ευχέρεια να ρυθμίσουν, να "διακανονίσουν" τις σχέσεις τους, είτε δεχόμενα τα στοιχεία του πορίσματος των MOORE STEPHENS είτε αμφισβητώντας τα εν όλω ή εν μέρει, εάν δε δεν επιτύχουν τον διακανονισμό αυτό, θα καταφύγουν, σύμφωνα με τον όρο 16 του από 30/3/1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, σε διαιτησία, προβάλλοντας ο καθένας τα επιχειρήματά του, ώστε ο "διακανονισμός" των εκατέρωθεν απαιτήσεων να χωρήσει από τους διαιτητές, οι οποίοι προφανώς δεν δεσμεύονται από το "πόρισμα" της ελεγκτικής εταιρίας, από το οποίο δεν δεσμεύονται ούτε τα μέρη.

Πρόκειται ακριβώς για την περίπτωση που τα μέρη αναθέτουν σε τρίτα πρόσωπα την εξακρίβωση ορισμένου στοιχείου της έννομης σχέσεως, ώστε, λαμβάνοντας υπόψη την εξακρίβωση αυτή, να ρυθμίσουν στη συνέχεια τα ίδια, όπως κρίνουν και επιθυμούν, το μεταξύ τους ζήτημα, περίπτωση η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί διαιτητική πραγματογνωμοσύνη.

Οι αντίθετοι, επομένως, ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη ενάγοντος κρίνονται κατ ουσίαν αβάσιμοι και απορριπτέοι, αναιρούμενοι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, όπως και ο έτερος ισχυρισμός του ότι η δεσμευτικότητα του πορίσματος της παραπάνω αναφερόμενης ελεγκτικής εταιρίας είναι αυτονόητη, καθόσον σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν τουλάχιστον παράλογο ι (οι διάδικοι) να μπουν σε μια χρονοβόρα διαδικασία που κράτησε περισσότερο από τρία (3) έτη και ενώ κόστισε το "ασύλληπτο ποσό των 500.000 ευρώ περίπου" "δεν θα επέφερε αποτέλεσμα", για τον λόγο ότι ο παραπάνω έλεγχος απέδωσε σημαντικά, αφού μέσω του ελέγχου αυτού η ενάγουσα και ήδη εναγομένη έλαβε γνώση πολλών στοιχείων σχετικά με την κοινή περιουσία, χρήσιμων για τις επόμενες διανομές, χωρίς βέβαια η χρήση τους να σημαίνει και αναμφισβήτητη αποδοχή τους.

Αν πραγματικά οι διάδικοι ήθελαν το πόρισμα των MOORE STEPHENS να είναι απρόσβλητο από αυτούς και δεσμευτικό για τους διαιτητές θα έπρεπε να κάνουν ειδική, σαφή και αναμφισβήτητη σχετική μνεία στα παραπάνω αναφερόμενα συμφωνητικά. Τέτοια μνεία όμως δεν γίνεται ούτε στο από 12.10.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε σε κανένα άλλο.

Αντίθετα στο από 12.10.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό ρητώς προβλέφθηκε η διατήρηση σε ισχύ του από 30.3.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, το oπoίο, όπως προαναφέρθηκε, προέβλεπε τον τρόπο επιλύσεως με διαιτησία τυχόν μεταξύ τους μελλοντικών διαφωνιών. Τα ίδια ισχύουν και καθ' όσον αφορά στον προαναφερθέντα όρo 15.1.(ϊϊ) του από 13.3.2002 συμφωνητικού, στο οποίο ορίστηκε ρητώς, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ότι διατηρούνται σε ισχύ τα προηγούμενα συμφωνητικά, που προέβλεπαν τον τρόπο επιλύσεως των μεταξύ των διαδίκων διαφωνιών.

Η ένταξη του σχετικού όρου στο άρθρο που αφορά στον θεματοφύλακα, αποκαλύπτει ακριβώς και τον λόγο υπάρξεως και την έννοια του όρου αυτού. Ειδικότερα, ακριβώς επειδή οι διάδικοι είχαν την δυνατότητα να αμφισβητήσουν το όποιο πόρισμα των MOORE STEPHENS, γι' αυτό ορίστηκε' ότι, ως προς τις υποχρεώσεις του θεματοφύλακα, συμφωνείται το πόρισμα αυτό να είναι "τελεσίδικο" και "αδιαμφισβήτητο", συμφωνήθηκε δηλαδή ότι ο θεματοφύλακας με βάση το πόρισμα αυτό θα διένειμε και θα κατέβαλε το υπόλοιπο της περιουσίας στον καθένα από αυτούς με τον τρόπο που όριζε το συμφωνητικό.

Αν ο όρος αυτός δεν είχε συμπεριληφθεί στο συγκεκριμένο άρθρο του συμφωνητικού, ο θεματοφύλακας δεν θα μπορούσε να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του, γιατί θα διέτρεχε τον κίνδυνο κάποιος από τους συμβαλλομένους, που, κατά τα προεκτεθέντα, είχαν την δυνατότητα να αμφισβητήσουν το πόρισμα των MOORE STEPHENS, να στραφεί, αμφισβητώντας το πόρισμα, εναντίον του θεματοφύλακα, με την κατηγορία ότι κακώς διένειμε την περιουσία βασιζόμενος στο εν λόγω αμφισβητούμενο πόρισμα.

Αυτή η δυνατότητα να στραφούν οι συμβαλλόμενοι κατά του θεματοφύλακα, γιατί διένειμε την περιουσία βάσει του πορίσματος των MOORE STEPHENS, αποκλείστηκε με τον όρο 15.1.(ίi) του από 13.3.2002 συμφωνητικού και όχι η δυνατότητα να αμφισβητήσουν ένα πόρισμα, που ακόμη δεν εγνώριζαν ποιο θα είναι.

Συνεπώς, η πραγματική έννοια του, ως άνω, όρου [15.1.(ίi) του από 13/3/2002 συμφωνητικού] είναι ότι το πόρισμα των MOORE STEPHENS θα είναι, κατά την συμφωνία των μερών, τελικό και οριστικό ως προς τον θεματοφύλακα, ο οποίος όχι μόνον δικαιούται, αλλά και υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτό και να αποδώσει σε έκαστο των συμβαλλομένων το οφειλόμενο σε αυτόν, με βάση το πόρισμα αυτό, υπόλοιπο.

Ο διαχειριστικός έλεγχος που συμφωνήθηκε να διενεργήσει η MOORE STEPHENS, μολονότι δεν αποτελούσε λογοδοσία της τυπικής μορφή; του άρθρου 303 του Α.Κ., ούτε είχε συμφωνηθεί ως εξώδικη λογοδοσία του εναγομένου και ήδη ενάγοντος, είχε στοιχεία εξώδικης λογοδοσίας και για να απαλλάξει τον εναγόμενο και ήδη ενάγοντα από την υποχρέωσή του να δώσει δικαστική λογοδοσία, έχρηζε εγκρίσεως εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εναγομένης.

Η ελεγκτική εταιρία με τον διαχειριστικό της έλεγχο ανακοίνωσε στην ενάγουσα τον λογαριασμό του εναγομένου, πλην όμως, λόγω των ελλείψεών του (ελήφθη υπόψη ως ισολογισμός ανοίγματος του ελέγχου ο ισολογισμός (ενοποιημένος) της 31.2.1994, αλλά όμως αυτός παρέμεινε ανέλεγκτος, ήτοι έγινε δεκτός από την ελεγκτική εταιρία όπως δόθηκε σ' αυτήν από τον εναγόμενο, χωρίς να μπορεί αυτή να τον ελέγξει, αφού ούτε το από 30.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε η σύμβαση των διαδίκων με αυτήν (ελεγκτική εταιρία) επέτρεπε τούτο σ' αυτήν, ενώ περαιτέρω οι ελεγκτές δεν απάντησαν στα συγκεκριμένα ερωτήματα που επανειλημμένα έθεσε σ' αυτούς η ενάγουσα και επίσης δεν επισύναψαν τα σχετικά δικαιολογητικά] δεν καθιστά εφικτό τον έλεγχο της αιτίας, της σκοπιμότητας και του υπερβολικού ή μη της δαπάνης και συνεπώς η ενάγουσα δεν μπορεί να αποκομίσει μία ολοκληρωμένη εικόνα για την διαχείριση της κοινής περιουσίας από τον εναγόμενο και ήδη ενάγοντα και να σχηματίσει άποψη για το αποτέλεσμα της διαχειρίσεως αυτής, ασκώντας τα δικαιώματά της προς αμφισβήτηση των επί μέρους κονδυλίων του λογαριασμού ή και την έγκρισή τους, με περαιτέρω συνέπεια το κατάλοιπο του λογαριασμού να παραμείνει γι' αυτήν αμφίβολο και άνευ δικαστικού ελέγχου και δικαστικής επιβεβαιώσεως, Εξαιτίας των, ως άνω, ελλείψεων της γνωμοδοτήσεως της MOORE STEPHENS δεν ενεκρίθη αυτή από την ενάγουσα και ήδη εναγομένη, με αποτέλεσμα να μην δεσμεύει ούτε αυτήν, ούτε τους διαιτητές, ούτε να αποστερεί από αυτήν το δικαίωμα να ζητήσει δικαστική λογοδοσία εκ μόνου του λόγου ότι διενεργήθηκε διαχειριστικός έλεγχος, αλλά και να μην απαλλάσσει τον εναγόμενο και ήδη ενάγοντα από την υποχρέωσή του να παράσχει δικαστική λογοδοσία, πληρούσα τους όρους του νόμου.

Το Διαιτητικό, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους συναφείς ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη ενάγοντος δεν έσφαλε, αλλά αντίθετα προέβη σε σύννομη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και των, ως άνω, ιδιωτικών συμφωνητικών και, συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, με τον οποίο επαναφέρονται οι ισχυρισμοί αυτοί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν".

Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε, εμμέσως, πλην σαφώς, ότι υπάρχει αμφιβολία αν οι δηλώσεις της βουλήσεως των διαδίκων, που περιέχονται στα από 30-3-1999, 12-10-1999 και 13-3-2002 συναφή και αλληλοσυμπληρούμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, στα οποία γίνεται αναφορά για τη διενέργεια ελέγχου από την ελεγκτική εταιρία Moore Stepfens, της διαχείρισης του ενάγοντος επί της κοινής των διαδίκων περιουσίας, έχουν την έννοια ότι το πόρισμα των πραγματογνωμόνων για τη διαχείριση του αναιρεσείοντος θα είναι δεσμευτικό για τους διαδίκους και τους διαιτητές ή έχουν την έννοια ότι το πόρισμα θα ελαμβάνετο απλώς υπόψη υπό των διαδίκων προκειμένου να προβούν σε τελικό διακανονισμό της διαφοράς των, δυνάμενα να τον εγκρίνουν ή να τον αμφισβητήσουν.

Η παραδοχή δε της ύπαρξης αμφιβολίας προκύπτει από την έννοια που προσέδωσε το Εφετείο στους κρίσιμους όρους, ιδίως του δεύτερου και τρίτου συμφωνητικού και τη διατύπωση συλλογισμών και επιχειρημάτων που προσήκουν σε ερμηνεία και στους οποίους δεν θα χρειαζόταν να προσφύγει αν είχε δεχθεί κατά τρόπο αναμφίβολο ότι οι σχετικές δηλώσεις ήσαν ρητές και αναμφίβολες.

Για την άρση της εν λόγω αμφιβολίας και τη διαπίστωση της αληθούς βουλήσεως των συμβληθέντων το Εφετείο, αν και δεν το αναφέρει ρητά, σαφώς προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. και ερμήνευσε τους κρίσιμους όρους των συμβάσεων, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη την ιδιαιτερότητα της σύμβασης, τις συνθήκες κατάρτισής της, τον δικαιοπρακτικό σκοπό και τα συμφέροντα των διαδίκων και κυρίως της εναγόμενης, η οποία δεν είχε αναμειχθεί στη διαχείριση και είναι εκείνη που με την προσφυγή της στο δικαστήριο για το διορισμό διαχειριστή προκάλεσε τη συμφωνία για διαχειριστικό έλεγχο, αλλά και σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο περιεχόμενο κάθε σύμβασης.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ερμηνεύοντας: α) τη δήλωση των διαδίκων που περιλαμβάνεται στο αρχικό από 30-3-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε ο άνω διαχειριστικός έλεγχος, ότι κάθε διαφωνία τους θα επιλύεται με διαιτησία, χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό της έκτασής της, όρος που επικυρώθηκε και με τα από 12-10-1999 και 13-3-2002 μεταγενέστερα ιδιωτικά συμφωνητικά, β) τη δήλωση των διαδίκων που περιλαμβάνεται στο από 12-10-1999 συμφωνητικό, σύμφωνα με την οποία " το τελικό πόρισμα των Moore Stephens θα αποτελέσει την βάση για τον τελικό διακανονισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των συμβαλλομένων κατά την τελική διανομή του προϊόντος πωλήσεως της υπόλοιπης περιουσίας του Ομίλου " και γ) τη δήλωση των διαδίκων που περιλαμβάνεται στο από 13-2-2002 συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε η διανομή συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων και ορίσθηκε θεματοφύλακας, ότι "ως προς τα περιουσιακά αυτά στοιχεία το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης θα είναι " τελεσίδικο" και " αδιαμφισβήτητο", διαπίστωσε ότι η δήλωση των διαδίκων στο δεύτερο συμφωνητικό ότι "το τελικό πόρισμα των Moore Stephens θα αποτελέσει τη βάση για τον τελικό διακανονισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των συμβαλλομένων κατά την τελική διανομή του προϊόντος πωλήσεως της υπόλοιπης περιουσίας του ομίλου" έχει κατά την αληθή βούλησή των την έννοια ότι το πόρισμα αυτό δεν θα είναι δεσμευτικό για τα μέρη ( και το δικαστήριο ), αλλά ότι τα μέρη, λαμβάνοντας υπόψη το πόρισμα αυτό, θα έχουν την ευχέρεια να ρυθμίσουν, να διακανονίσουν τις σχέσεις τους, είτε δεχόμενα τα στοιχεία του πορίσματος είτε αμφισβητώντας αυτά εν όλω ή εν μέρει, εάν δε δεν επιτύχουν τον διακανονισμό θα καταφύγουν σε διαιτησία, σύμφωνα με τον όρο 16 του από 30-3-1999 συμφωνητικού.

Επίσης διαπίστωσε ότι η δήλωση των διαδίκων στο τελευταίο συμφωνητικό ότι το πόρισμα της Moore Stepfens θα είναι τελεσίδικο και αδιαμφισβήτητο έχει κατά την αληθινή βούλησή των την έννοια ότι το πόρισμα θα είναι τελεσίδικο και αδιαμφισβήτητο μόνο ως προς τις υποχρεώσεις του θεματοφύλακα. Δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε ότι συμφωνήθηκε διαιτησία για όλες τις διαφορές από τη διαχείριση του ενάγοντος και όχι διαιτητική πραγματογνωμοσύνη.

Με βάση τις σαφείς και επαρκείς ως άνω παραδοχές, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω ερμηνευτικών κανόνων, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να διατάξει λογοδοσία, διότι είχε συμφωνηθεί διαιτητική πραγματογνωμοσύνη.

Επομένως, ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, αν και εμμέσως διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών για την ανεύρεση της αληθούς βούλησης των συμβληθέντων ως προς την δεσμευτικότητα ή μη της πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, η άνω παραδοχή του Εφετείου περί μη δεσμευτικότητας της πραγματογνωμοσύνης δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι ως προς τις μερικότερες διανομές του θεματοφύλακα η πραγματογνωμοσύνη είναι δεσμευτική, διότι το Εφετείο δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι ως προς τη συγκεκριμένη διανομή συμφωνήθηκε ειδικά ότι το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης θα είναι δεσμευτικό μόνο ως προς τις υποχρεώσεις του θεματοφύλακα και δεν έχει την έννοια της δεσμευτικότητας του περιεχομένου του έναντι των μερών.

Επομένως, ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος, το ως άνω πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο δεν αντίκειται, με βάση τις ως άνω παραδοχές αυτού στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και ο δεύτερος κατά το τρίτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2010 αίτηση του Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2120/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ