Supreme Court annuls lower court decision due to insufficient reasoning on property identity and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the single-judge court's final decision regarding co-ownership of disputed land due to insufficient reasoning on the property's identity. The lower court accepted conflicting boundary descriptions and failed to specify which parts of the larger estate constituted the claimed portion. Consequently, the case was remanded for retrial before a different judge to resolve these factual ambiguities.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; A final judgment lacking sufficient reasoning on essential issues regarding the identity of the subject matter is voidable and must be annulled, remanding the case for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 630 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 630/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ., του Ο. και της Α., κατοίκου ...., ... (..., ...), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Πρωτοπαππά, που ανακάλεσε την από 15-12-2023 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ.-Α., του Μ. ή Μ. και της Ε., κατοίκου ..., 2) Σ. Μ.-Α., του Μ. ή Μ. και της Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Σεϊτανίδου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2014 μη οριστική, 339/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26-07-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 38/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 339/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ....
Με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε, κατά τα ανωτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η στρεφόμενη, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας, του επίδικου εδαφικού τμήματος και να διαταχθεί η αποβολή του εναγομένου από αυτό.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και ...2, ...3, ...6, ...8, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι:
¨Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4,5,8 και 19 του άρθρου ...9 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17Α του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α 165), όπως ισχύει από 1-1-2022 [άρθρο 1 και 120 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190)] και σύμφωνα με την παρ. 1β' άρθρου 116 του αυτού νόμου, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4871/2021(ΦΕΚ Α' 246) εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται ότι: "Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.
Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή έναν από τους αρχαιότερους κατά διορισμό πρωτοδίκες που ορίζεται με πράξη του προϊσταμένου ή του εκτελούντος χρέη προϊσταμένου προέδρου πρωτοδικών". Η διάταξη αυτή, πριν την ως άνω τροποποίησή της, όριζε ότι, για την εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ο πρωτοδίκης έπρεπε να έχει τουλάχιστον πενταετή υπηρεσία, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας αυτού ως παρέδρου πρωτοδικείου, σε περίπτωση δε που στο συγκεκριμένο δικαστήριο δεν υπηρετούσαν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούσαν δεν επαρκούσαν, η εκδίκαση των υποθέσεων αυτών έπρεπε να ανατεθεί στον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη (ΑΠ 699/2022, 1854/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι, της μη νόμιμης συγκρότησης του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, για το λόγο ότι τούτο συγκροτήθηκε από Πρωτοδίκη, η οποία δεν είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν υπάρχει κακή σύνθεση του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, υπό την ισχύ της τροποποιημένης διάταξης του άρθρου 17Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η οποία, κατά τα, στην ανωτέρω νομική σκέψη, εκτιθέμενα, εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση, ενώ και ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι η Δικαστής, που συγκρότησε το Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη, ήταν η αρχαιότερη κατά διορισμό πρωτοδίκης από τους υπηρετούντες στο παραπάνω δικαστήριο.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβίβασης επί ακινήτου αποτελεί και η καθολική διαδοχή, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών, με τη δε μεταγραφή θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο ή κληροδόχο η κυριότητα από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (ΑΠ 240/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1383, 1233, 1395, 1510, 1514 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, οι οποίες κατά το άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου στα Ιόνια νησιά για το χρόνο πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα είτε με πώληση είτε με ανταλλαγή απαιτείτο η τήρηση τύπου "επισήμου πράξεως" ήτοι πράξης "μετά των απαιτουμένων διατυπώσεων συντεταγμένη παρά δημοσίων αξιωματικών..." και μεταγραφή στο γραφείο υποθηκών.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΠολΔ, (εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου ...9 αρ.1 ΚΠολΔ), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτόν αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου ...9 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για την πληρότητα του άνω από τον αριθμό 6 λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 621/2020, ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ..."οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός αγροτεμαχίου, επιφάνειας 88.161,51 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται στις θέσεις "...", "...", "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού ...
της Δ.Ε. ... του Δήμου .... Το παραπάνω αγροτεμάχιο εμφαίνεται στο από Οκτωβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Β. Π., με τα στοιχεία ......... και συνορεύει βορειοδυτικά στην τεθλασμένη πλευρά ... με συνολικό μήκος 176,96 μ. με αγροτικό δρόμο, βορειοανατολικά στην πλευρά ... με συνολικό μήκος 201,66 μ.
με ιδιοκτησία Κ. Τ., ομοίως βορειοανατολικά στην πλευρά ... με μήκος 202,64 μ. με ιδιοκτησία Γ. Μ., νοτιοανατολικά σε πλευρά ... με συνολικό μήκος 67,93 μ. και ανατολικά σε πλευρά ... με συνολικό μήκος 46,02 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Μ., νοτιοδυτικά στην πλευρά ... με συνολικό μήκος 121,39 μ. και νοτιοανατολικά και ανατολικά στην πλευρά ...
με συνολικό μήκος 170,36 μ. με αγροτικό δρόμο, νοτιοδυτικά στην πλευρά ... με συνολικό μήκος 76,29 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Γ., δυτικά και βορειοδυτικά στην πλευρά ... με συνολικό μήκος 154,56 μ. και νοτιοδυτικά στην πλευρά ... με συνολικό μήκος 65,36 μ. και νοτιοανατολικά στην πλευρά ... με συνολικό μήκος 62,49 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.
Σ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Γ., νοτιοδυτικά στην πλευρά ... με συνολικό μήκος 56,90 μ. και δυτικά στην πλευρά 31-... με συνολικό μήκος 249,37 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Μ.. Μ. (νυν Σ. Π.. Κ.) εν μέρει με ιδιοκτησία Ε.. και Χ.. Ά.-Π. (κληρονόμοι Α. Ά.) και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Ά. (κληρονόμοι π.). Εντός του αγροτεμαχίου αυτού υφίσταται γεωτεμάχιο που απεικονίζεται με τα στοιχεία ...
στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, εμβαδού 788,88 τ.μ., ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ. Μ.. Το παραπάνω αγροτεμάχιο απέκτησαν οι ενάγοντες δυνάμει της υπ' αριθμ. .../05.10.2012 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Π. Κ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στο υποθηκοφυλακείο ..., στον τόμο ... και με αριθμό 58, με την οποία και αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους Μ.
ή Μ. Μ. - Α. του Σ., ο οποίος απεβίωσε στον ... ..., την 06.03.2011, καταλείποντας την από 11.01.2011 ιδιόγραφη διαθήκη του, νομίμως δημοσιευθείσα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, με το υπ' αριθμ. ...06.12.2011 πρακτικό συνεδρίασης αυτού. Στον ανωτέρω δικαιοπάροχο των εναγόντων το παραπάνω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Σ.
Μ.-Α. του Μ., ο οποίος απεβίωσε την 27.03.1961, καταλείποντας την από 24.01.19... ιδιόγραφη διαθήκη του, νομίμως δημοσιευθείσα από το Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας με το υπ' αριθμ. .../13.06.1961 πρακτικό συνεδρίασης αυτού, κληρονομιά την οποία ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../2005 πράξη της συμβολαιογράφου ...
Ε.-Α. Π.-Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αριθμό 7. Στον απώτερο δε δικαιοπάροχο των εναγόντων Σ. Μ..-Α. του Μ.. το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει κατά τμήματα. Ειδικότερα, είχε περιέλθει σε αυτόν, κατά 60 περίπου στρέμματα δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αριθμό 77, υπ' αριθμ. .../1916 συμβολαίου ισόβιας προσόδου του συμβολαιογράφου ...
Σ.. Π., κατά 3 περίπου στρέμματα δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. .../1937 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου ... Χ.. Τ., κατά 1,5 περίπου στρέμμα, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. .../1950 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Σ. Ι. Μ.., κατά 2,5 περίπου στρέμματα δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. .../1930 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου ...
Χ.. Τ., κατά 2,5 στρέμματα περίπου δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. .../1918 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Δ. Τ., κατά 2,5 περίπου στρέμματα δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. .../1918 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Δ. Τ., κατά 5 περίπου στρέμματα με άτυπη αγορά από τον Α.
Μ.. Α. δυνάμει του από 23.08.1939 ιδιωτικού συμφωνητικού και κατά 5 περίπου στρέμματα με άτυπη αγορά από τον Α. Α. δυνάμει του από 04.03.1928 ιδιωτικού συμφωνητικού. Ο δε εναγόμενος, με το υπ' αριθμ. .../28.11.2007 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Π. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 216 και με αριθμό 67, απέκτησε από την Σ.
Κ., χήρα Π., την κυριότητα επί ενός αγροτεμαχίου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού ... της Δ.Δ. ...υ του Δήμου ...-... Ν. Κεφαλληνίας, το οποίο εμφαίνεται στο από Νοεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Μ., με τα στοιχεία ..., σύμφωνα με το οποίο έχει έκταση 16.372,66 τ.μ. και συνορεύει γύρωθεν νότια και νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Μ.
και Η. Σ., ανατολικά και βορειοανατολικά με ρέμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Σ. Α., βόρεια με παλαιά αγροτική οδό, βορειοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Σ. και με ιδιοκτησία Ε. Π.. Στη δικαιοπάροχο του εναγομένου Σ. Κ. το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει κατά ψιλή κυριότητα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../08.02.1946 συμβολαίου ισόβιας προσόδου του συμβολαιογράφου Σ.
Ι. Μ.., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 38 με αριθμό … και κατά πλήρη κυριότητα μετά το θάνατο του πατέρα της Σ. Μ.. Σε ό,τι αφορά την περιγραφή του ανωτέρω ακινήτου ιδιοκτησίας του εναγομένου, λεκτέα τα εξής: το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Μ., που συνοδεύει τον τίτλο κτήσης του εναγομένου, όπως αποδεικνύεται, ιδίως από τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, παρουσιάζει ανακρίβειες όσο αφορά στα όρια του ακινήτου που αποτυπώνει, ήτοι του ακινήτου ιδιοκτησίας του εναγομένου. Συγκεκριμένα, ανακριβώς αναφέρονται στο ως άνω διάγραμμα αφενός η ύπαρξη ρέματος κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του (...), αφού τέτοιο δεν υφίσταται, αφετέρου η επαφή του ακινήτου στη βόρεια πλευρά του (...) με διερχόμενο παλαιό αγροτικό δρόμο, διότι τούτος στην πραγματικότητα διέρχεται δέκα περίπου μέτρα βορειότερα.
Περαιτέρω, το επίδικο ακίνητο εν προκειμένω είναι εδαφικό τμήμα έκτασης 11.743,83 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην υπό κρίση αγωγή από Οκτωβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Β. Π. με το στοιχείο 11, συνορεύει δε βόρεια επί πλευράς 18,96 μ., βορειοδυτικά επί πλευράς 38,86 μ.
και επί πλευράς 7,01 μ., δυτικά επί πλευράς 113,72 μ., στη συνέχεια νοτιοδυτικά επί πλευράς 88,29 μ. και βορειοδυτικά επί πλευράς 18,48 μ. με το συνεχόμενο ακίνητο των εναγόντων, κατόπιν νοτιοανατολικά επί πλευράς 16,94 μ., ανατολικά επί πλευρών 4,47 μ., 23,11 μ., 10,97 μ., 18,23 μ., 16,27 μ. και κατόπιν βόρεια επί πλευρών 3,41 μ., 9,83 μ, και 9,03 μ.
με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Μ.. Μ., ακολούθως ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς 17,38 μ., 21,74 μ., 7,35 μ., 15,90 μ., 22,05 μ. με ιδιοκτησία Γ. Α. (Π.) και κληρονόμων Α. Α. και τέλος ανατολικά επί πλευράς 20,30 μ., 30,03μ. και 10,05 μ., με συνεχόμενη ιδιοκτησία των εναγόντων, ήτοι το επίδικο ακίνητο αποτελεί το βορειοανατολικό τμήμα του ανωτέρω της παρούσας περιγραφέντος ακινήτου των εναγόντων.
Σε ό, τι αφορά τη μορφή του εδάφους, αυτή παρουσιάζεται ενιαία τόσο στο επίδικο, όσο και στο μη επίδικο τμήμα, ενώ δεν υφίστανται φυσικά όρια μεταξύ των δύο τμημάτων (επίδικου και μη), όπως ρέμα ή διαχωριστικές λιθιές, αλλά υφίστανται εντός του επίδικου παλαιές αναβαθμίδες, που χρησίμευαν για την καλλιέργεια.
Το ως άνω επίδικο ακίνητο αποτελείται από τμήματα των επιμέρους ακινήτων που περιήλθαν στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων Σ. Μ..-Α. του Μ.., με τους εξής τίτλους: το υπ' αριθμ. .../1937 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων, το υπ' αριθμ. .../1950 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, το υπ' αριθμ. .../1930 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων, το από 23.08.1939 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης και το από 04.03.1928 ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος, ισχυριζόμενος ότι το ως άνω επίδικο επιφάνειας 11.743,83 τ.μ. ακίνητο, που αποτελεί τμήμα του προπεριγραφέντος ακινήτου των εναγόντων, του ανήκει, περιέφραξε/οριοθέτησε με συρματόπλεγμα έκταση 8.426,11 τ.μ. εξ αυτού (του επιφάνειας 11.743,83 τ.μ. ακινήτου), όπως αποδεικνύεται, ιδίως, από την σχετική πραγματογνωμοσύνη, απορριπτομένου του σχετικού πρόσθετου λόγου έφεσης των εναγομένου ότι υπάρχει ανακρίβεια στην διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη σχετικά με την έκταση και την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου.
Πλην, όμως, όπως προαναφέρθηκε το ως άνω ακίνητο αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων και όχι του εναγομένου. Σημειώνεται δε στο σημείο αυτό αφενός ότι εντός του επίδικου ακινήτου υφίσταται περίκλειστο ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ. Μ., το οποίο δεν υπολογίζεται για τον υπολογισμό της έκτασης του επίδικου, αφετέρου ότι το ακίνητο που περιλαμβάνεται στο τίτλο κτήσης της δικαιοπαρόχου του εναγομένου (υπ' αριθμ. .../08.02.1946 συμβόλαιο ισόβιας προσόδου), το οποίο τοποθετείται ολόκληρο εκτός του επίδικου εδαφικού τμήματος, δεν ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον τίτλο κτήσης του εναγόμενου και στο τοπογραφικό που τον συνοδεύει, καθώς το ακίνητο στο υπ' αριθμ. .../08.02.1946 συμβόλαιο ισόβιας προσόδου, δεν συνορεύει βόρεια με δρόμο, σε αντίθεση με το τοπογραφικό του εναγόμενου, στο οποίο το απεικονιζόμενο ακίνητο φαίνεται να συνορεύει βόρεια με δρόμο, δεν συνορεύει με ιδιοκτησία Ά.
Π., για τη θέση της οποίας δεν διαφωνούν οι διάδικοι και επομένως δεν μπορεί να εκτείνεται βορειότερα του σημείου 137 στο τοπογραφικό των εναγόντων, δεν συνορεύει με το ακίνητο των κληρονόμων του Δ. Μ., το οποίο περιβάλλεται από το επίδικο εδαφικό τμήμα και δ) έχει έκταση πέντε στρέμματα περίπου σε αντίθεση με το ακίνητο στον τίτλο κτήσης του εναγομένου, που έχει έκταση 16.372,66 τ.μ.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι από το έτος 2007 ο εναγόμενος ασκεί τις απαιτούμενες πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του επίδικου ακινήτου, προσμετρουμένου δε του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου του, έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον πενήντα έτη νομής μέχρι την άσκηση της αγωγής και συνεπώς έχει καταστεί κύριος του επίδικου με χρησικτησία, απορριπτομένου του σχετικού του ισχυρισμού, ενώ σημειώνεται στο σημείο αυτό η αδειοδότηση της κτηνοτροφικής μονάδας ελεύθερου σταβλισμού που αναφέρει ο εναγόμενος, αφορά στο ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου που αναφέρεται και περιγράφεται ανωτέρω της παρούσας απόφασης, ήτοι σε αγροτεμάχιο έκτασης 16.372,66 τ.μ., στη θέση "..." και όχι στο επίδικο ακίνητο..........
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η ιστορική και πραγματική βάση της αγωγής αποδείχθηκε, η κρινόμενη αγωγή είναι βάσιμη κατ' ουσία και συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, προέβη σε σωστή εκτίμηση των αποδείξεων, και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εκκαλών με τους ανωτέρω λόγους της έφεσής του πρέπει να απορριφθούν.
Βάσει αυτών πρέπει, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της, ως ουσιαστικά αβάσιμη."... Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκε η (συγ)κυριότητα των τελευταίων επί του επιδίκου ακινήτου, δικαίωμα που απέκτησαν με παράγωγο τρόπο.
Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι κατέστησαν (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας ενός ακινήτου (αγροτεμαχίου) έκτασης 88.161,51 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 06-03-2011 πατέρα τους Μ. ή Μ. Μ.. - Α., την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν με την .../05-10-2012 πράξη αποδοχής κληρονομίας, νόμιμα μεταγεγραμμένης.
Ότι στο δικαιοπάροχό τους το παραπάνω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει από κληρονομιά με διαθήκη του αποβιώσαντος στις 27-03-1961 πατέρα του Σ. Μ.. - Α., την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../2005 πράξη αποδοχής κληρονομίας, νόμιμα μεταγεγραμμένης. Στον ανωτέρω δε Σ. Μ.. - Α. (απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων) είχε περιέλθει τμηματικά με τους αναφερόμενους τίτλους, μεταξύ των οποίων και τα από 23-08-1939 και 04-03-1928 ιδιωτικά συμφωνητικά αγοράς και ανταλλαγής αντίστοιχα.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1383, 1233, 1395, 1510, 1514 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 1710 και 1712 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δέχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν δικαίωμα (συγ)κυριότητας στο μείζον ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο, με λιγότερες προϋποθέσεις από εκείνες που απαιτεί ο νόμος.
Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι με τα παραπάνω δύο ιδιωτικά συμφωνητικά μεταβιβάσθηκε λόγω πώλησης και ανταλλαγής τμήμα του επιδίκου στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων. Τα παραπάνω όμως ιδιωτικά έγγραφα, καταρτισθέντα στην ... σε χρόνο που ίσχυε ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας (οπότε για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτου είτε λόγω πώλησης είτε λόγω ανταλλαγής απαιτείτο επίσημη πράξη συντεταγμένη "παρά δημοσίων αξιωματικών επιτετραμμένων να απονείμωσιν εις αυτήν την δημόσιαν πίστην κατά τον τόπον ένθα συνετάχθη", ακολούθως δε μεταγραφή στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου), δεν συνιστούν νόμιμους τίτλους μεταβίβασης κυριότητας και δεν προσέδωσαν κυριότητα στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων και συνακόλουθα και σε αυτούς, ως προς το περιλαμβανόμενο σε αυτούς τμήμα του επιδίκου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, είναι βάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί το βορειοανατολικό τμήμα του μεγαλυτέρας έκτασης αγροτεμαχίου των εναγόντων. Εν τούτοις, εντελώς αντιφατικά, δέχεται ότι βόρεια και ανατολικά το επίδικο συνορεύει (πλην άλλων) και με συνεχόμενο αγροτεμάχιο των εναγόντων. Επίσης, καίτοι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι το μεγαλυτέρας έκτασης ακίνητο των εναγόντων (συνολικής επιφανείας 88.161,51 τ.μ.) καλύπτει εκτάσεις που βρίσκονται σε τρεις διαφορετικές θέσεις, ήτοι "...", "..." και "...", δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σε ποια από τις ανωτέρω θέσεις βρίσκεται το επίδικο, επιφανείας 11.743,83 τ.μ.
Επίσης, καίτοι έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο αποτελείται από τμήματα των επιμέρους ακινήτων που περιήλθαν στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Σ. Μ..-Α. του Μ.., με τους εξής τίτλους: το υπ' αριθμ. .../1937 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων, το υπ' αριθμ. .../1950 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, το υπ' αριθμ. .../1930 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων, το από 23.08.1939 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης και το από 04.03.1928 ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής, δεν διευκρινίζεται από ποια ακριβώς τμήματα των περιγραφόμενων στους παραπάνω τίτλους ακινήτων αποτελείται το επίδικο.
Και τέλος η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι επίδικο είναι εδαφικό τμήμα επιφάνειας 11.743,83 τ.μ.. Στη συνέχεια όμως δέχθηκε ότι η έκταση που περιέφραξε ο εναγόμενος έχει επιφάνεια 8.426,11 τ.μ., την οποία μάλιστα δεν προσδιορίζει, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια ως προς την πραγματική έκταση και τα όρια του επιδίκου.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. αριθμ. 38/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κεφαλληνίας, δικάσαντος ως Εφετείο Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, στον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ