Supreme Court allows retrial for partial performance of judgment and orders return of overpaid amounts plus interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the OTE's appeal for retrial, ordering the defendant to return €13,386.81 previously paid for damages and legal costs. The court found the defendant had partially fulfilled a judgment for moral damages and legal fees, creating a situation requiring restitution. Consequently, the court annulled the lower court's decision and mandated the return of the overpaid sum with interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579 and 581 of the Code of Civil Procedure; The court may order a retrial when a party has partially performed a judgment, requiring the return of the overpaid amount and payment of interest from the date of the annulment decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 630 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 630/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Κοινοποιούμενη: στην προσθέτως υπέρ του αναιρεσίβλητου παρεμβάσα συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Εργαζομένων Ο.Τ.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατόπιν της πρόσθετης παρέμβασης της συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Εργαζομένων Ο.Τ.Ε.", αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκαν η 1639/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 677/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί .
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7219Δ/4-2-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα Α.Ε., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 21-7-2020 (υπ' αριθμ. 601/2020) αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 677/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου του Προέδρου του Β1 Τμήματος (αρθρ. 568 παρ.2 ΚΠολΔ) και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως συνεδρίαση επιδόθηκαν με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Όμως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση παραστάσεώς του (αρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ). Επομένως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 576 παρ.2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Με την κρινόμενη από 21-7-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 677/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση: α) απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 23-2-2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Α.Ε.
με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος" κατά της υπ' αριθμ. 1639/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 14-7-2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και β) έγινε δεκτή η από 28-2-2017 έφεση του ενάγοντος κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε επί της ουσίας, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Πρέπει να σημειωθεί ότι, για το παραδεκτό της συζήτησης της αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την προκείμενη δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων ΟΤΕ", η οποία είχε ασκήσει πρόσθετη υπέρ του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου παρέμβαση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και παραστάθηκε υπό την ίδια ιδιότητα και ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 81 παρ. 3 και 82 εδ.
γ' ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν 4599/4-2-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Δ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδαφ. α' του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 ΑΚ, "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του ή όταν γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθ.281 ΑΚ).
Για την εφαρμογή όμως της άνω διατάξεως του εδαφίου α' του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως ή τον υπάρχοντα Κανονισμό και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα ο εργοδότης ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ. διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως.
Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.
Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ προκύπτει ότι, η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 133/2021, 104/2017, 657/2015, 132/2016).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 3/1997). Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως όταν, το δικαστήριο κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης της αγωγής ή λόγου εφέσεως ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτήν (ΑΠ 104/2019, 1326/2011, 394/2011, 1222/2010, 126/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 αριθμ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 14-7-2015 αγωγή ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος ότι συνδέεται με την εναγομένη (αναιρεσείουσα) εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 19-8-1996 και ότι, ενώ είχε προαχθεί στη θέση του Υποδιευθυντή του Δικτύου Ανάπτυξης Καταστημάτων, η εναγομένη τον υποβίβασε, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη μεταξύ τους συμβατική σχέση, από 1-1-2013 στην κατώτερη θέση του Τμηματάρχη στο Τμήμα Ανάπτυξης Καταστημάτων και από 1-5-2014 σε θέση απλού υπαλλήλου, με συνέπεια, εξ αιτίας των εν λόγω υποβιβασμών, οι οποίοι συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, να υποστεί περιουσιακή ζημία λόγω της μειώσεως των αποδοχών του και ηθική βλάβη, ζήτησε να καταδικασθεί η εναγομένη να του καταβάλει για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και να υποχρεωθεί να τον απασχολεί με τους αυτούς ή ανάλογους της προ του υποβιβασμού της 1-1-2013 άλλως της 1-5-2014 όρους.
Το Εφετείο, επιλαμβανόμενο των εφέσεων των διαδίκων κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, δέχθηκε ότι οι γενόμενες μονομερείς μεταβολές των εργασιακών όρων του ενάγοντος, οι οποίες ήσαν βλαπτικές γι αυτόν, δεν ήσαν κατ' αρχήν αντίθετες με τον Νόμο, τον ισχύοντα Κανονισμό και τους όρους της σύμβασης και έγιναν κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, όμως ο από 1-5-2014 υποβιβασμός του ενάγοντος σε θέση απλού υπαλλήλου έγινε καταχρηστικώς για τους αναφερομένους στην απόφαση λόγους (παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κ.ά.).Βάσει των παραδοχών αυτών απέρριψε την έφεση της εναγομένης, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση.
Με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η αλλαγή της θέσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου στις 1-5-2014, με την τοποθέτηση αυτού, από τη θέση του Προϊσταμένου του Τμήματος Ανάπτυξης Καταστημάτων Σταθερής και Κινητής Τηλεφωνίας, όπου είχε υπό την εποπτεία του ένδεκα υπαλλήλους, σε θέση απλού υπαλλήλου με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, δεν είναι κατ' αρχήν αντίθετη στο Νόμο, τον Κανονισμό και τους όρους της συμβάσεως και ότι έγινε κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, στην οποία ανήκει η δυνατότητα να μεταβάλλει τους όρους παροχής εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού - ενάγοντος, συνιστά μεν υπό τις περιστάσεις που επιχειρήθηκε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, υπερβαίνει όμως προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, και συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτής, ενώ περαιτέρω με την επιλογή του μέτρου αυτού εκ μέρους της εναγομένης, παραβιάστηκε η βασιζόμενη στην αρχή της καλής πίστης του άρθρου 288 ΑΚ αρχή του έσχατου μέτρου (ultima ratio), έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή έλαβε υπόψη πράγματα χωρίς αυτά να έχουν αχθεί νομίμως ενώπιόν του, αφού στην ένδικη αγωγή, δεν περιέχεται προς θεμελίωσή της ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης, αλλά ούτε και ισχυρισμός περί παραβίασης εκ μέρους αυτής της αρχής του έσχατου μέτρου (ultima ratio).
Αντίθετα τα ως άνω αγωγικά αιτήματα στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στον ισχυρισμό ότι η ενέργεια της εναγομένης να προβεί σε αλλαγή της θέσης του ενάγοντος αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά παράβαση του άρθρου 7 Ν. 2112/1920, με την ειδικότερη αναφορά ότι από τη συμβατική σχέση των διαδίκων δεν προέκυπτε η ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος της εναγομένης.
Επομένως, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους πιο πάνω δύο αυτοτελείς ισχυρισμούς, μη διαλαμβανόμενους στην ιστορική βάση της αγωγής.
Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει τους λοιπούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Μονομελές Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως, γιατί από το χρόνο της επιδόσεως αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 5/2001).
Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ134/2020, 591/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη, συμμορφούμενη προς το διατακτικό της υπ' αριθμ. 1639/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 11.019,42 ευρώ, καθώς και προς το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 677/2020 αποφάσεως του Εφετείου, με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση αυτής να καταβάλει στον ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ, κατέβαλε στον ενάγοντα, μετά τις σχετικές παρακρατήσεις:
α) το ποσό των 9.116,16 ευρώ και β) το ποσό των 4.185,76 ευρώ και συνολικά 13.386,81 ευρώ. Το ως άνω ποσό καταβλήθηκε στο ενάγοντα με σχετική κατάθεση στον διατηρούμενο από αυτόν υπ' αριθμ. 67130425969 λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα (βλεπ. αποδείξεις κατάθεσης ποσών 9.116,16 και 4.185,76 ευρώ στην Εθνική Τράπεζα με ημερομηνία 15-12-2016 και 6-10-2020 αντίστοιχα και αποδείξεις Δεκεμβρίου 2016 και Σεπτεμβρίου 2020, στις οποίες περιλαμβάνεται πλήρης ανάλυση των μικτών ποσών και των καθαρών καταβληθέντων ποσών).
Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι βάσιμη και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει το ως άνω ποσό των δέκα τριών χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (13.386,81) στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 677/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (13.386,81), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα για τα δικαστικά της έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ