Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding interpretation of settlement clause in employment contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance labor court judgment that rejected a claim for unpaid social security contributions. The employer argued that a specific clause in the employment contract fully discharged any future claims, while the employee contended that the court erred in refusing to apply interpretative rules of the Civil Code to clarify the contract's intent. The court agreed with the employer, ruling that the contract's language was clear and did not require judicial interpretation to establish that the payment constituted full satisfaction of all potential claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The court held that when contract terms are clear and unambiguous, judicial interpretation is unnecessary, and a specific settlement clause effectively bars subsequent claims regardless of the parties' alleged intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 630 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 630/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK - ERGASIAS A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουντούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1314/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3603/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 6/6/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 6-6-2018 (Γενικός αριθμός κατάθεσης 128/2018 και Ειδικός αριθμός κατάθεσης 128/ 14-9-2018) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 3603/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε, τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την από 6-8-2014 και με αριθμό κατάθεσης 95702/ 1944/2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E" κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Γ.
Κ. και της 1314/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών , με την οποία έγινε δεκτή κατ` ουσία η από 24-12-2013 (αριθμός κατάθεσης 2234/2013) αγωγή περί επιδικάσεως των ασφαλιστικών εισφορών εργαζομένου, που η εναγομένη παρακρατούσε παρά το νόμο από τις αποδοχές του ενάγοντος και απέδιδε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558 , 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 ΚΠΟΛΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠΟΛ. παρ. 3) Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1390/2012).ΖΖ Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.
Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. (Ολ. Α.Π. 26/04, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 934/14, ΑΠ 604/11).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004 ΑΠ 386/2004).
Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/ 2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας(ΑΠ 849/2017,ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 215/2016, ΑΠ 84/2008).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Ειδικότερα, οι ίδιοι ως άνω κανόνες (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 176/2018, ΑΠ 220/2016, ΑΠ 683/2010, ΑΠ 416/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 24-12-2013 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι την 16-11-2003 προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να εργασθεί ως διευθυντής του καταστήματός της στην Κώ , μέχρι την παραίτησή του την 31-8-2011 .
Ότι από 5-1-2004 ελάμβανε σύνταξη γήρατος από το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, η καταβολή της οποίας ανεστάλη μέχρι την 16-11-2008. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 16-11-2008 μέχρι την 31-8-2011, που παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, ήταν ασφαλισμένος ως μισθωτός στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, η εναγομένη κατέβαλλε στον ως άνω ασφαλιστκό φορέα τις ανάλογες εργοδοτικές εισφορές, παρακρατούσε δε, παρά τον νόμο, από τις αποδοχές του ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου, τις οποίες απέδιδε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Ζητούσε δε, με βάση το ιστορικό αυτό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό 18.887,73 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών η 1314/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 18.887,73 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-9-2011.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγόμενη άσκησε την από 6.8.2014 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3603/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ως προς την υποβληθείσα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση εξόφλησης δια συμψηφισμού: "Ο ενάγων ήταν υπάλληλος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ασφαλισμένος στο Ταμείο Συντάξεως Προσωπικού της ΕΤΕ, από την 12-5-1975 και μέχρι τα τέλη του έτους 2003, που αποχώρησε κατόπιν παραιτήσεώς του.
Δυνάμει της με αριθμό …/….-6-2004 αποφάσεως του Διευθυντή του Ταμείου Συντάξεως Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΤΣΠ-ΕΤΕ) , χορηγήθηκε από την 5-1-2004 στον ενάγοντα σύνταξη γήρατος, η καταβολή της οποίας ανεστάλη μέχρι τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του ήτοι μέχρι την 16-11-2008 . Την 16-11-2003 προσλήφθηκε από την εναγόμενη προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Διευθυντής του υποκαταστήματός της στην Κω και στη συνέχεια σε αυτό της Καλύμνου, μέχρι την 31-8-2011 οπότε αποχώρησε.
Με την με αριθμό …/…-11-2008 αίτησή του προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στο οποίο κατά τον νόμο 3655/2008 εντάχθηκε από την 1-8-2008 το ΤΣΠ-ΕΤΕ, ο ενάγων ζήτησε την καταβολή της σύνταξής του από την 16-11-2008, ημερομηνία συμπλήρωσης του 60ου έτους της ηλικίας του , ενώ δυνάμει της με αριθμό …/…-11-2010 απόφασης τ ου ΙΚΑ- ΕΤΑΜ χορηγήθηκε στον ενάγοντα αναδρομικά από τις 16-11-2008, η ανασταλείσα σύνταξή του, μειωμένη όμως κατά ποσοστό 70% λόγω της απασχόλησής του στην εναγόμενη .
Μετά την αποχώρηση του ενάγοντος από την υπηρεσία της εναγόμενης την 31-8-2011 και δυνάμει της με αριθμό …./….-11-2011 αποφάσεως του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του χορηγήθηκε το σύνολο της σύνταξης που δικαιούτο . Η εναγόμενη είχε ασφαλίσει τον ενάγοντα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του και κατέβαλλε τις εργοδοτικές εισφορές, παρακρατούσε δε από τις αποδοχές του ενάγοντος τις ασφαλιστικές εισφορές που του αναλογούσαν , αποδίδοντας αυτές στο ΙΚΑ.
Η εν λόγω παρακράτηση έγινε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 9 του Α. Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης βαρύνεται με ολόκληρη την εισφορά ασφαλισμένου και εργοδότη για τους απασχολούμενος από αυτόν συνταξιούχους του ΙΚΑ, με αποτέλεσμα o ενάγων να λαμβάνει μικρότερες μηνιαίες αποδοχές κατά τα ποσά των ως άνω κρατήσεων .
Ειδικότερα, η εναγομένη παρακράτησε από τις αποδοχές του ενάγοντος ως ασφαλιστικές εισφορές τα εξής χρηματικά ποσά: α) το χρονικό διάστημα από 1-8-2008 έως 31-12-2008, το ποσό των 2 . 903, 18 ευρώ, β) το χρονικό χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2009 το ποσό των 5.944,42 ευρώ, γ)το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-10-2010 το ποσό των 5.967,64 ευρώ και δ) το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-8-2011, το ποσό των 4.072,49 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 18.887,73 ευρώ.......Περαιτέρω, με το από 30-3-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε η λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα αποζημίωση ποσού 50.000 ευρώ.
Από τα συμβαλλόμενα μέρη ορίστηκε ότι το ποσό αυτό ή κατάλληλο μέρος αυτού καλύπτει και ικανοποιεί και οποιαδήποτε απαίτηση του ενάγοντος σχετική με τη λήξη της εργασίας στην εναγόμενη , περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων παντός είδους, είτε νομίμων είτε συμβατικών και ότι ο ενάγων αναγνωρίζει και αποδέχεται ρητά και ανεπιφύλακτα με το ίδιο συμφωνητικό ότι δεν έχει καμία αξίωση κατά της εναγόμενης από την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία δεδομένου ότι έχει πλήρως εξοφληθεί και ικανοποιηθεί.
Με την τελευταία παράγραφο του ως άνω συμφωνητικού ορίσθηκε ότι σε κάθε περίπτωση ο ενάγων δηλώνει και αποδέχεται ρητά και ανεπιφύλακτα με το παρόν ότι σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε προβάλει οποιαδήποτε αξίωση κατά της εναγόμενης, για οποιαδήποτε αιτία και οποιασδήποτε φύσης, είτε προερχόμενη από την ανωτέρω σύμβαση εργασίας, είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία, τότε το ανωτέρω καταβληθέν σε αυτόν ποσό θα θεωρείται ότι καταβλήθηκε σε πλήρη εξόφληση και ικανοποίηση οποιασδήποτε τέτοιας αξίωσης και / ή η ανωτέρω παροχή θα θεωρείται ανακληθείσα και οποιαδήποτε παρόμοια απαίτηση θα συμψηφίζεται προς την ανωτέρω παροχή.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η καταβολή από την εναγόμενη στον ενάγοντα του ποσού των 50.000 ευρώ δεν έγινε από ελευθεριότητα ούτε για την κάλυψη τυχόν απαιτήσεων του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου) αλλά ως αποζημίωση για την αποχώρησή του τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, δεδομένου ότι ο ενάγων o οποίος είχε θέση διευθυντού καταστήματος, ήταν υψηλόμισθος με μεικτές αποδοχές ανερχόμενες κατά την αποχώρησή του στο ποσό των 4 . 500 ευρώ και ως εκ τούτου η εναγόμενη επιθυμούσε να λυθεί η μεταξύ τους σύμβαση προκειμένου να απαλλαγεί από την μισθοδοτική της υποχρέωση, λαμβανομένου υπ' όψιv ότι το επίδικο διάστημα δεν υπήρχε ανάπτυξη τραπεζικών εργασιών στην Κάλυμνο , όπου υπηρετούσε o ενάγων.
Συνεπώς, δεν υφίσταται απαίτηση της εναγόμενης για την επιστροφή του ως άνω ποσού από τον ενάγοντα, εφόσον δε δεν πληρούνται προυποθέσεις συμψηφισμού κατά τα άρθα 440 επ. ΑΚ, η προβληθείσα ένσταση εξόφλησης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία ".
Με τις παραδοχές αυτές το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβιάσεως των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπό την ειδικότερη μορφή της προσφυγής εμμέσως σε αυτούς παρά την ρητή και σαφή διατύπωση της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων σχετικά με την αιτία της καταβολής στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ποσού 50.000 ευρώ κατά την συμφωνηθείσα λύση της σύμβασης εργασίας του.
Πιο συγκεκριμένα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι "... η καταβολή από την εναγόμενη στον ενάγοντα του ποσού των 50.000 ευρώ δεν έγινε από ελευθεριότητα ούτε για την κάλυψη τυχόν απαιτήσεων του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου) αλλά ως αποζημίωση για την αποχώρησή του τη συμφωνηθείσα ημερομηνία. Προέβη δε στην κρίση αυτή αφού έλαβε υπόψη του στοιχεία εκτός της σύμβασης ως προς την αιτία της καταβολής του ως άνω ποσού όπως το γεγονός, ότι ο ενάγων o οποίος είχε θέση διευθυντού καταστήματος, ήταν υψηλόμισθος με μεικτές αποδοχές ανερχόμενες κατά την αποχώρησή του στο ποσό των 4.500 ευρώ και ότι η εναγόμενη επιθυμούσε να λυθεί η μεταξύ τους σύμβαση προκειμένου να απαλλαγεί από την μισθοδοτική της υποχρέωση, διότι το επίδικο διάστημα δεν υπήρχε ανάπτυξη τραπεζικών εργασιών στην Κάλυμνο, όπου υπηρετούσε o ενάγων.
Όπως όμως προαναφέρθηκε, δεν υπήρχε ανάγκη προσφυγής στην εφαρμογή των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και συμπλήρωσης ή ερμηνείας της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων, που περιλαμβάνεται στο από 30-3-2011 συμφωνητικό ως προς την αιτία καταβολής του ποσού των 50.000 ευρώ μετά την σαφή, ρητή και ανεπιφύλακτη συμφωνία τους ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων ήθελε προβάλει οποιαδήποτε αξίωση κατά της εναγόμενης, για οποιαδήποτε αιτία και οποιασδήποτε φύσης, είτε προερχόμενη από την ανωτέρω σύμβαση εργασίας, είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία, τότε το ανωτέρω καταβληθέν σε αυτόν ποσό θα θεωρείται ότι καταβλήθηκε σε πλήρη εξόφληση και ικανοποίηση οποιασδήποτε τέτοιας αξίωσης και ή η ανωτέρω παροχή θα θεωρείται ανακληθείσα και οποιαδήποτε παρόμοια απαίτηση θα συμψηφίζεται προς την ανωτέρω παροχή.
Ειδικότερα, ο όρος αυτός σύμφωνα και με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ήταν απόλυτα σαφής και ορισμένος. Με την ως άνω προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες, το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εφήρμοσε, παρά την περί του αντιθέτου περί ανυπαρξίας κενού στην ως άνω δήλωση βούλησης των διαδίκων μερών παραδοχή του, που αποκλείει την ερμηνεία και εφαρμογή επ` αυτής (δήλωσης βούλησης) των παραπάνω ερμηνευτικών κανόνων κατέληξε εσφαλμένα σε κρίση διαφορετική από εκείνη που, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, προέκυπτε από τη σαφή και χωρίς ανάγκη ερμηνείας διατύπωση του επιδίκου όρου περί της ρητής και ανεπιφύλακτης συμφωνίας των διαδίκων ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων ήθελε προβάλει οποιαδήποτε αξίωση κατά της εναγόμενης, για οποιαδήποτε αιτία και οποιασδήποτε φύσης, είτε προερχόμενη από την ανωτέρω σύμβαση εργασίας, είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία, τότε το ανωτέρω καταβληθέν σε αυτόν ποσό θα θεωρείται ότι καταβλήθηκε σε πλήρη εξόφληση και ικανοποίηση οποιασδήποτε τέτοιας αξίωσης και ή η ανωτέρω παροχή θα θεωρείται ανακληθείσα και οποιαδήποτε παρόμοια απαίτηση θα συμψηφίζεται προς την ανωτέρω παροχή, απορρίπτοντας συνακόλουθα την προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο με λόγο έφεσης από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση εξόφλησης με εξώδικο συμψηφισμό (ΑΠ 132/2017).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης , με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠΟΛΔ αιτίαση της παραβίασης ευθέως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως αυτός παραδεκτά συμπληρώνεται από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠΟΛΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν κατά το σχετικό της αίτημα σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσίβλητου (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3603/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικό, από εκείνο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ