Legislator Case Law & Legislation
630/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against compensation valuation, ruling procedural errors and bad faith arguments inadmissible.

Case Number 630/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision on expropriation compensation. The State argued the lower court lacked a legal basis and acted in bad faith by filing the appeal late, but the Court found the valuation reasoning sufficient and the procedural defect non-existent. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiff's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 18 K.Pol.D.; Art. 570 K.Pol.D.; Art. 561 para. 1 K.Pol.D.; Art. 281 A.C. The Court of Appeal's failure to comply with a prior appellate decision does not constitute a ground for cassation if the substantive legal issue was properly addressed, and procedural appeals filed beyond the statutory time limit are inadmissible as an abuse of right.

Keywords

AI generated
expropriation compensation cassation appeal abuse of right procedural defect legal costs valuation reasoning statutory time limit

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 18 K.Pol.D.
Art. 570 K.Pol.D.
Art. 561 para. 1 K.Pol.D.
Art. 281 A.C.
ac
Art. 22 para. 1, 3 N. 3693/57
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 630 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 630/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Χουλιάρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από με αρ. εκθ. καταθ. 3566/1998 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 8388/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 29-9-1998 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1637/2000 μη οριστική και 1067/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2-4-2004 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1129/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1067/2003 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την συμπροσβαλλόμενη μετ' αυτής 1637/2000 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1565/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 17-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, δυνάμενο να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, οι διάδικοι επανέρχονται δικονομικώς, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, στην κατά το χρόνο της τελευταίας συζητήσεως κατάσταση.

Η προ της αποφάσεως αυτής διαδικασία ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στη παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο που έγινε δεκτή η αναιρετική αίτηση, ως προς τα κεφάλαια που προσβλήθηκαν με αυτήν, εκτός αν και άλλα κεφάλαια συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται, όπως επίσης συναναιρούνται και τα κεφάλαια που επηρεάζονται από την παραδοχή του αναιρετικού λόγου.

Στο σύνολό της αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση όταν η αναιρετική δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την 1067/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίσθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, η οριστική αποζημίωση των επικειμένων στο ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε αναίρεση ο τελευταίος, η οποία έγινε δεκτή με την 1129/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου μεταξύ άλλων και ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης των επικειμένων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου, που στήριζε πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτιολογία ότι δεν προέκυπτε αδιστάκτως από την παραπάνω απόφαση του Εφετείου ότι λήφθηκε υπόψη για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης η από 17-9-1999 έκθεση του γεωπόνου της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης Θεσσαλονίκης Μ.

Ε. και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης προς περαιτέρω εκδίκαση. Δηλαδή το μοναδικό ζήτημα που λύθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου ήταν η μη λήψη υπόψη της παραπάνω έκθεσης, παρά τη νόμιμη επίκληση και προσκόμισή της για την εκτίμηση της αξίας των επικειμένων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος και όχι το νομικό ζήτημα της ιδιότητας τούτων (εμπορεύσιμων φυτών και της μητρικής φυτείας τους), ως συστατικών αυτού, που αποτελούσε παραδοχή της εφετειακής απόφασης, που δεν προσβλήθηκε όμως με αναιρετικό λόγο και ως προς το οποίο δεν αναιρέθηκε η ίδια απόφαση.

Έτσι η κρίση αυτή του Αρείου Πάγου δεν αφορά επίλυση νομικού ζητήματος, η οποία να δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής και προς την οποία μη συμμόρφωση του ίδιου δικαστηρίου να θεμελιώνει κατά τα προεκτεθέντα τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής η αιτίαση από τον αρ. 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 11100783/6218ΠΕ/0010/16.3.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 196 της 4.4.1995, τεύχος Δ, κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού στο τμήμα Δερβενίου - Νυμφόπετρας, υποτμήμα Δερβενίου - Αναλήψεως, από χθ 4 + 435 έως χθ 14 + 906,41, έκταση που βρίσκεται στο Νομό Θεσσαλονίκης και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο κτηματολογικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 3.12.1998 έκθεση κτηματογράφησης Α.

Κ., Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού, υπάλληλου της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων περιλαμβανόταν και το ... κληροτεμάχιο της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Λαγκαδά με αριθμό Κτηματολογικού Πίνακα ..., ιδιοκτησίας του αιτούντος, συνολικού εμβαδού 5.660 τ.μ., από το οποίο, σύμφωνα με την προμνησθείσα πραγματογνωμοσύνη των Σ. - Κ.

που διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτό, απαλλοτριώθηκε έκταση 4.765 τ.μ. Το ως άνω αγρόκτημα λειτουργούσε ως φυτώριο καλλωπιστικών φυτών, τα επικείμενά του όμως δεν περιλήφθηκαν στον σχετικό κτηματολογικό πίνακα, λόγω της μη αναφοράς τους στην προμνησθείσα έκθεση κτηματογράφησης του Α. Κ., με την αιτιολογία ότι ήταν στην πλειονότητά τους ξενικά φυτά και η καταγραφή τους απαιτούσε ειδικότητα γεωπόνου ή δασολόγου.

Με το από 20.4. 1999 έγγραφό του το γραφείο Νομικού Συμβούλου του ΥΜΑΘ ζήτησε τη σύνταξη τεχνικής έκθεσης αναγνώρισης και εκτίμησης του αριθμού και της αξίας των φυτών του φυτωρίου της ΚΠ ... ιδιοκτησίας από εξειδικευμένο γεωπόνο. Κατόπιν τούτου συντάχθηκε η από 17.9.1999 έκθεση του Προϊσταμένου του Τμήματος Αγροτικής Ανάπτυξης Λαγκαδά Μ.

Ε., στην οποία, αφού αναφέρεται ότι τόσο τα φυτά της μητρικής φυτείας όσο και τα εμπορεύσιμα δεν μπορούν να μεταφερθούν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή λόγω των κλιματικών συνθηκών (θερμότητα), καταγράφονται τα φυτά ως προς το είδος και τον αριθμό τους, καθώς και την ηλικία τους, εκτιμάται δε η αξία τους βάσει τιμοκαταλόγων δυο κρατών (Ιταλίας και Γερμανίας) μετά από αφαίρεση του κόστους εξαγωγής και συσκευασίας, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ του 20 έως 30% της τιμής τους.

Τις εκτιμήσεις του ως άνω έλαβαν υπόψη τους και οι πραγματογνώμονες, όπως σαφώς αναφέρουν στην έκθεσή τους, συνδυάζοντάς τις με πληροφορίες από διάφορους επιχειρηματίες που παράγουν παρόμοια είδη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι οι τιμές που ζητά ο αιτών είναι πολύ μικρότερες από τις συγκριτικές τιμές των παρόμοιων γερμανικών και ιταλικών οίκων.

Επισημαίνεται ωστόσο ότι σε αμφότερες τις εκθέσεις (τεχνική και πραγματογνωμοσύνης) ουδεμία μνεία γίνεται σε πωλήσεις λιανικής στην ημεδαπή κατά τον κρίσιμο χρόνο (27.3.2000), ούτε ελέγχθηκε εάν ο αιτών είχε προβεί σε διάθεση όμοιων φυτών και με ποιες τιμές, αν και, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αξία κάθε φυτού εξαρτιόταν από την τιμή της διάθεσής του στην αγορά.

Πόσο μάλλον που μεταξύ των φυτών περιλαμβάνονταν και ευρέως εμπορεύσιμα στην ελληνική αγορά είδη όπως λιγούστρα, λεβάντες, τούγες και πιξάρια. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία και με δεδομένο ότι ο αριθμός, το είδος και η ηλικία των φυτών αποτυπώθηκαν με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση στην ανωτέρω έκθεση του Μ.

Ε., το δικαστήριο εκτιμά ότι η αξία αυτών, σύμφωνα με τις υφιστάμενες κατά το κρίσιμο χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας τούτων λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως απαλλοτριώσεως ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε και συνεπώς η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα συστατικά με άλλα ισάξια, ανέρχεται στα ακόλουθα ποσά:

Α) Για τα εμπορεύσιμα φυτά: 1) Για έξι σοφόρες κρεμοκλαδείς, ηλικίας δώδεκα ετών στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ ανά φυτό, 2) Για δέκα δέντρα του ίδιου τύπου ηλικίας εννέα ετών στο ποσό των ογδόντα (80) ευρώ ανά φυτό, 3) Για σαράντα πέντε καρυδιές Juglans nigra, ηλικίας εννέα ετών ενενήντα πέντε (95) ευρώ ανά φυτό, 4) Για μία μανόλια εμβολιασμένη, ηλικίας έντεκα ετών στο ποσό των εκατόν ογδόντα (180) ευρώ ανά φυτό, 5) Για μια ακακία Κωνσταντινουπόλεως, ηλικίας έξι ετών στο ποσό των εξήντα πέντε (65) ευρώ, 6) Για μια ιτιά κρεμοκλαδή, ηλικίας έντεκα ετών στο ποσό των εκατόν ογδόντα (180) ευρώ, 7) Για εκατό πυξάρια ηλικίας επτά ετών στο ποσό των δέκα (10) ευρώ ανά φυτό, 8) Για πέντε πεύκα νάνους ηλικίας οκτώ ετών στο ποσό των είκοσι (20) ευρώ ανά φυτό, 9) Για δέκα πεύκα νάνους γλαυκά ηλικίας οκτώ ετών στο ποσό των είκοσι πέντε (25) ευρώ ανά φυτό, 10) Για δυο κέδρους ντεοντάρια ηλικίας δεκατριών ετών στο ποσό των εκατόν είκοσι (120) ευρώ ανά φυτό, 11) Για σαράντα κέδρους ντεοντάρια ηλικίας επτά ετών στο ποσό των εκατό (100) ευρώ, 12) Για τριάντα έλατα πεκτινάτα δέκα ετών στο ποσό των ογδόντα (80) ευρώ ανά φυτό, 13) Για σαράντα γιουνίπερους ορθόκλαδους ηλικίας δέκα ετών στο ποσό των ενενήντα (90) ευρώ ανά φυτό, 14) Για πενήντα έλατα Κεφαλλονιάς ηλικίας δέκα ετών στο ποσό των τριάντα (30) ευρώ ανά φυτό, 15) Για δεκατρείς λιμπόκεδρους Πανασέ ηλικίας δέκα ετών στο ποσό των ογδόντα (80) ευρώ ανά φυτό, 16) Για τρία άτομα χαλεπίου πεύκης ηλικίας δέκα ετών, στο ποσό των ογδόντα (80) ευρώ ανά φυτό, 17) Για μια μαύρη πεύκη ηλικίας δεκατριών ετών στο ποσό των διακοσίων εβδομήντα (270) ευρώ, 18) Για επτά μαύρες αυστριακές πεύκες ηλικίας οκτώ ετών στο ποσό των ενενήντα (90) ευρώ ανά φυτό, 19) Για πεντακόσιες τούγιες οριεντάλις, ηλικίας πέντε ετών στο ποσό των επτά (7) ευρώ ανά φυτό, 20) Για δεκαπέντε έλατα Ισπανίας ηλικίας δώδεκα ετών στο ποσό των εκατόν εξήντα (160) ευρώ ανά φυτό, 21) Για πενήντα γιουνίπερους μεγιέρι ηλικίας επτά ετών στο ποσό των δεκαπέντε (15) ευρώ ανά φυτό, 22) Για είκοσι γιουνίπερους χιμπέρνικα ηλικίας οκτώ ετών στο ποσό των εβδομήντα (70) ευρώ ανά φυτό, 23) Για τετρακόσιες τούγες σφαιρικές ηλικίας δεκατριών ετών στο ποσό των ενενήντα (90) ευρώ ανά φυτό, 24) Για τετρακόσιες πενήντα τούγιες πυραμιδάλις ηλικίας πέντε ετών στο ποσό των εξήντα πέντε (65) ευρώ ανά φυτό, 25) Για διακόσιες τούγιες πυραμιδάλις ηλικίας έξι ετών στο ποσό των ενενήντα (90) ευρώ ανά φυτό, 26) Για εκατόν πενήντα τούγιες πυραμιδάλις ηλικίας οκτώ ετών στο ποσό των εκατόν ογδόντα (180) ευρώ ανά φυτό, 27) Για εκατόν είκοσι τούγιες πυραμιδάλις ηλικίας δέκα ετών στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ ανά φυτό, 28) Για τριακόσιες τούγιες πυραμιδάλhς ηλικίας δώδεκα ετών στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φυτό, 29) Για χίλιες εκατόν πενήντα τούγιες πυραμιδάλις ηλικίας δεκατεσσάρων ετών στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ ανά φυτό, 30) Για τριάντα πέντε χρυσά λέυλαντ ηλικίας δέκα ετών στο ποσό των ενενήντα (90) ευρώ ανά φυτό, 31) Για εκατόν πενήντα κυπαρίσσια Αριζόνας ηλικίας δεκατριών ετών στο ποσό των διακοσίων ογδόντα (280) ευρώ ανά φυτό, 32) Για διακόσια εβδομήντα κυπαρίσσια Αριζόνας ηλικίας εννέα ετών στο ποσό των εκατόν τριάντα (130) ευρώ ανά φυτό, 33) Για πενήντα κυπαρίσσια Αριζόνας ηλικίας δεκαέξι ετών στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ ανά φυτό, 34) Για τρεις κέδρους Ντεονχάρια Γλαυκούς ηλικίας έντεκα ετών στο ποσό των εκατόν ογδόντα (180) ευρώ ανά φυτό, 35) Για εξακόσια λέυλαντ χρυσά ηλικίας δέκα ετών στο ποσό των ενενήντα (90) ευρώ ανά φυτό, 36) Για δεκατρείς κουκουναριές ηλικίας δώδεκα ετών στο ποσό ίων τριακοσίων (300) ευρώ ανά φυτό, 37) Για τρία κυπαρίσσια Γκολντ Κρεστ ηλικίας δέκα ετών στο ποσό των εκατόν ογδόντα (180) ευρώ ανά φυτό, 38) Για μια μαύρη πεύκη ηλικίας δεκατριών ετών στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ και 39) Για οκτώ λέυλαντ χρυσά ηλικίας δέκα ετών στο ποσό των εκατόν ενενήντα (190) ευρώ ανά φυτό.

Β) Για τα φυτά της μητρικής φυτείας, όλα ηλικίας δεκατριών ετών: 1) Για τρεις γιουνίπερους ορθόκλαδους στο ποσό των εκατόν δέκα (110) ευρώ ανά φυτό, 2) Για είκοσι επτά γιουνίπερους πλαγιόκλαδους στο ποσό των εκατόν τριάντα ευρώ ανά φυτό, 3) Για σαράντα πυράκανθους στο ποσό των εκατόν τριάντα ευρώ ανά φυτό, 4) Για πενήντα λεβάντες στο ποσό των εκατόν δέκα (110) ευρώ ανά φυτό, 5) Για πενήντα αγιοκλήματα στο ποσό των εκατόν είκοσι ευρώ ανά φυτό, 6) Για δυο τούγες σφαιρικές χρυσή νάνα στο ποσό των εκατόν δέκα ευρώ ανά φυτό, 7) για τρεις πασχαλιές στο ποσό των εκατόν είκοσι πέντε ευρώ (125) ανά φυτό, 8) Για μια Γιούκα φιλαμεντόσα στο ποσό των εκατόν σαράντα (140) ευρώ, 9) Για τρεις Κάσσιες Αυστραλίας στο ποσό των εβδομήντα ευρώ ανά φυτό, 10) Για δέκα μπιγκόνιες μεγανθείς στο ποσό των εκατόν σαράντα ευρώ (140) ανά φυτό, 11) Για δυο Κυδωνιές Ιαπωνικές στο ποσό των εκατόν σαράντα (140) ευρώ ανά φυτό και 12) Για τρία χρυσόφυλλα λιγούστρα στο ποσό των εκατόν τριάντα πέντε (135) ευρώ ανά φυτό".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πραγματικής αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο των επικειμένων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, εκθέτοντας με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, ως αναγόμενες σε ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, καθ' όσον η σχετική πλημμέλεια δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή το άρθρο 281 ΑΚ προβλέπει την απαγόρευση άσκησης μόνο των δικαιωμάτων που απορρέουν από διάταξη του ουσιαστικού νόμου. Τα δικονομικά δικαιώματα, όπως είναι και το δικαίωμα του διαδίκου που ηττήθηκε να ασκήσει ένδικα μέσα κατά της απόφασης, δεν υπόκεινται στον περιορισμό αυτό.

Συνεπώς η ένσταση του αναιρεσιβλήτου ότι η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, για το λόγο ότι υπερβαίνει τα επιβαλλόμενα όρια από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, την οποία προβάλλει με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, που κατατέθηκαν πλέον των είκοσι ημερών πριν από τη συζήτηση αυτής (άρθρο 570 Κ.Πολ.Δ.) είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/57, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 1565/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ