Supreme Court dismisses appeal on abuse of rights but refers constitutional interest question to Full Bench.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's first, third, fourth, fifth, and sixth grounds for appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The court held that the respondent's use of legal objections to stop debt collection orders did not constitute an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code. However, the court referred the second ground, concerning the constitutionality of the interest rate cap for the Supplementary Fund, to the Full Bench due to its general interest implications.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure: The exercise of legal objections to enforce debt orders does not constitute an abuse of rights if it remains within the bounds of good faith and social purpose, but constitutional questions regarding statutory interest rates require referral to the Full Bench.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 630 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 630/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ατομικά και ως καθολική διάδοχος και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Β. Μ. του Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χατζόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29/5/2006 (2) ανακοπές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3317/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5038/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/6/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 18/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 5038/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 08-04-2009 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και του θανόντος την 06-06-2011 συζύγου της Β. Μ. του Σ., του οποίου αυτή (αναιρεσείουσα) κατέστη καθολική διάδοχος ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, με την οποία (έφεση) προσβάλλετο η υπ' αριθ. 3317/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε συνεκδικάσει τις από 29-05-2006 (δύο) ανακοπές του ήδη αναιρεσίβλητου, απευθυνόμενες εκάστη εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας και του θανόντος συζύγου της και με τις οποίες ζητούσε την ακύρωση των από 16-05-2006 επιταγών προς πληρωμή των καθών εναντίον του, που είχαν συνταχθεί κάτω από αντίγραφο εκ του πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθ. 243/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, τις ανακοπές δε αυτές είχε κάνει εν μέρει δεκτές, ακυρώνοντας αντίστοιχα κατά ένα μέρος τις προρρηθείσες επιταγές προς πληρωμή, σε τρόπον ώστε, μετά την κατά τα άνω απόρριψη της έφεσης με την προσβαλλόμενη απόφαση, να επικυρωθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 481 ΑΚ: "Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν, σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών της ίδιας παροχής, καθένας απ’ αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά".
Κατά το άρθρο 482 εδ. α’ ΑΚ: "Σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή κατά την προτίμησή του από οποιονδήποτε συνοφειλέτη είτε ολικώς είτε μερικώς". Κατά το άρθρο 483 εδ. α ΑΚ : "Η καταβολή που έγινε από έναν συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς". Κατά το άρθρο 926 εδ.
α’ ΑΚ: "Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον". Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 416 του ΑΚ, προκύπτει ότι η ολική ή μερική εκπλήρωση της οφειλής από οποιοδήποτε εις ολόκληρον, κατά την παραπάνω έννοια, συνοφειλέτη που γίνεται με σκοπό την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση, κατά ίσο ποσό, της υποχρέωσης των λοιπών συνοφειλετών, απέναντι στον ίδιο δανειστή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 423 του Α.Κ. "Αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό". Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 909 αριθ. 2 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να διαταχθεί προσωρινή εκτέλεση κατά οποιουδήποτε διαδίκου για τα διαδικαστικά έξοδα, ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 2 περ.
α', 907 και 908 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για τις παρεπόμενες απαιτήσεις (π.χ. τόκοι) αποτελεί εκτελεστό τίτλο η προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, αν η προσωρινή εκτέλεση αφορά ολόκληρο το ποσό που επιδικάσθηκε, γιατί αλλιώς, αν δηλαδή η προσωρινή εκτέλεση αφορά μέρος του ποσού που επιδικάσθηκε, τότε τίτλο εκτελεστό αποτελεί μόνο κατά το ποσό που κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, εκτός αν από ειδική διάταξη της προσωρινώς εκτελεστής απόφασης προκύπτει το αντίθετο.
Έτσι, αν ο οφειλέτης καταβάλει οικειοθελώς το προσωρινώς επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση μέρος του κεφαλαίου, ο δανειστής-ενάγων μετά την τελεσιδικία της απόφασης, εφόσον επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά της τελεσίδικης απόφασης, από την επιταγή προς πληρωμή του τελεσιδίκως επιδικασθέντος κεφαλαίου, οφείλει να αφαιρέσει το κατά ένα μέρος προσωρινά επιδικασθέν και καταβληθέν οικειοθελώς σ' αυτόν από τον εναγόμενο-οφειλέτη ποσόν του κεφαλαίου, επιτάσσοντας αυτόν στην πληρωμή του εναπομείναντος μετά την αφαίρεση κεφαλαίου, τους τόκους του συνολικώς επιδικασθέντος κεφαλαίου, καθώς και στα δικαστικά έξοδα της δίκης και αυτά της εκτέλεσης και δεν παρέχεται η δυνατότητα σ' αυτόν, κατ' εφαρμογήν της άνω διατάξεως του άρθρου 423 ΑΚ, να προβεί σε καταλογισμό του προσωρινά επιδικασθέντος και οικειοθελώς καταβληθέντος ποσού του κεφαλαίου, στους τόκους που προκύπτουν μετά την τελεσιδικία της απόφασης, καθώς και στα έξοδα της όλης δίκης και αυτά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού αυτά δεν είχαν προκύψει κατά την καταβολή του προσωρινά εκτελεστού ποσού με την πρωτόδικη απόφαση.
Ετέρωθεν, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπιστεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για την ίδρυση δε του προκείμενου λόγου προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, διαφορετικά δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν η αγωγή ή η ένσταση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Οι καθ' ών οι ανακοπές Β. και Μ. Μ. άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 9-4-2002 αγωγή αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του υπαιτίου οδηγού του ανασφάλιστου οχήματος Δ.
Ο., καθώς και κατά του Χ. Ο. και του ανακόπτοντος Ν.Π.Ι.Δ. (Επικουρικού Κεφαλαίου), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 23829/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή υποχρεώθηκε το ανακόπτον να καταβάλει εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους, στην μεν καθ' ής Μ. Μ. το ποσό των 24.960 ευρώ, στον δε καθ' ού Β.
Μ. το συνολικό ποσό των 42.595 ευρώ, νομιμοτόκως (για αμφότερους) από της επιδόσεως της αγωγής, καθώς και το ποσό των 637,50 ευρώ μηνιαίως από το ατύχημα και επί μία δεκαετία, κατά τα ειδικότερα σ' αυτήν οριζόμενα. Η απόφαση αυτή κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για ποσό 18.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα. Ο συνοφειλέτης του ανακόπτοντος Δ.
Ο., στις 15-2-2005 και 5-5-2005 κατέβαλε σε καθένα των εναγόντων (καθ' ών η ανακοπή) το ποσό των 18.000 ευρώ και συνολικά 36.000 ευρώ, συμμορφούμενος με την ως άνω διάταξη. Κατόπιν σχετικών εφέσεων του ανακόπτοντος ΝΠΙΔ, του Δ. Ο. και των εναγόντων-καθ' ών η ανακοπή, εξεδόθη η υπ' αριθ. 243/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το ανακόπτον, εις ολόκληρον με τους Δ.
και Χ. Ο., να καταβάλει στην μεν καθ' ής Μ. Μ. το συνολικό ποσό των 29.960 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, στον δε καθ' ού Β. Μ. το συνολικό ποσό των 42.595 ευρώ νομιμοτόκως, επίσης από της επιδόσεως της αγωγής, καθώς και το ποσό των 637,50 ευρώ το μήνα, από το ατύχημα και επί μία δεκαετία, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα σ' αυτήν.
Στις 19-5-2006 οι καθ' ών κοινοποίησαν στο ανακόπτον τις από 16-5-2006 δύο επιταγές κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της άνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η Μ. Μ. επέτασσε το ανακόπτον να της καταβάλει 29.960 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 11.277,03 ευρώ για τόκους κεφαλαίου από την επίδοση της αγωγής, 2.500 ευρώ για δικαστική δαπάνη, 4.757,76 ευρώ για τέλος απογράφου, 5 ευρώ για αντίγραφο εξ απογράφου, 2 ευρώ για έξοδα χαρτοσήμανσης, 2.000 ευρώ για σύνταξη επιταγής και νομική συμβουλή και 40 ευρώ για επίδοση δικαστικού επιμελητή, ήτοι συνολικά 50.541,79 ευρώ και τα ποσά αυτά, πλην του κονδυλίου των τόκων, νομιμοτόκως από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση (19-5-2006) μέχρι την εξόφληση.
Ο Β. Μ. επέτασσε το ανακόπτον να του καταβάλει 42.595 ευρώ για κεφάλαιο, 20.973 ευρώ για τόκους κεφαλαίου από την επίδοση της αγωγής, 36.337,50 ευρώ για τις μηνιαίες παροχές από 12-8-2001 έως 12-5-2006 και με την επιφύλαξη περαιτέρω χρόνου, 8.427,05 ευρώ για τόκους των παραπάνω μηνιαίων παροχών, 2.500 ευρώ για δικαστική δαπάνη, 4.757,76 ευρώ για το τέλος απογράφου, 5 ευρώ για αντίγραφο εξ απογράφου, 2 ευρώ για έξοδα χαρτοσήμανσης, 2.000 ευρώ για σύνταξη επιταγής και νομική συμβουλή και 40 ευρώ για επίδοση δικαστικού επιμελητή, ήτοι συνολικά το ποσό των 117.637,31 ευρώ, και όλα τα επιμέρους ποσά, πλην του κονδυλίου των τόκων, νομιμοτόκως από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση (19-5-2006) μέχρι την εξόφληση ... .
Το ανακόπτον, με τον πρώτο λογο των ανακοπών του, ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες δύο επιταγές προς πληρωμή πρέπει να ακυρωθούν ως προς το ποσό των 18.000 ευρώ η καθεμία, που αυτό επιτάσσεται να καταβάλει στους καθ' ών οι δύο ανακοπές για κεφάλαιο, διότι τους έχει ήδη καταβληθεί από τον συνοφειλέτη του Δ.
Ο. και ότι συνεπώς οι καταβολές που έγιναν από τον τελευταίο, απάλλαξαν και το ανακόπτον κατά ίσα ποσά. Όντως, οι μερικές κατάβολές των ποσών 18.000 ευρώ σε καθένα των καθ' ών, κατά τα προεκτεθέντα, έχει επιφέρει ισόποση απόσβεση της υποχρεώσεως του ανακόπτοντος προς τον καθένα των εν λόγω καθ' ών. Οι ισχυρισμοί των τελευταίων ότι οι ανωτέρω καταβολές έγιναν από τον Δ.
Ο. έναντι εξόδων, τόκων και του κονδυλίου στερήσεως υπηρεσιών, είναι απορριπτέοι ως νομικά αβάσιμοι γιατί, αφενός η διάταξη του άρθρου 909 ΚΠολΔ δεν επιτρέπει την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής για τα δικαστικά έξοδα, αφετέρου, το κεφάλαιο των τόκων δεν συμπεριλαμβάνεται στην αναγκαστικά προσωρινά εκτέλεση, εκτός αν η απόφαση όρισε σχετικά το αντίθετο ή συνάγεται αυτό από το γεγονός ότι η προσωρινή εκτέλεση δίδεται για το σύνολο του επιδικασθέντος ποσού, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση.
Άλλωστε, όπως προέκυψε, οι καταβολές του Δ. Ο. προς τους καθ' ών έγιναν πριν τη δημοσίευση της ως άνω εφετειακής αποφάσεως και χωρίς οι καθ' ών να επιχειρήσουν εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης κατά το προσωρινά εκτελεστό ποσό.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός των ανακοπών πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες επιταγές κατά το κονδύλιο του κεφαλαίου για το πέραν των 11.960 ευρώ ποσόν (29.960 μείον 18.000) για την καθ' ής Μ. Μ. και για το πέραν των 24.595 ευρώ ποσόν (42.595 μείον 18.000) για τον καθ' ού Β. Μ., όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών πρώτου έως και πέμπτου λόγων της υπό κρίση εφέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα>>.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με το να απορρίψει τους παραπάνω λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, υπό την διπλή ιδιότητα που παρίσταται, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 483 εδ. α'του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά τα οποία, ο εκ των συνοφειλετών εις ολόκληρον Δ.
Ο. που κατέβαλε στους καθών οι ανακοπές το ποσόν των 18.000 ευρώ στον καθένα, απήλλαξε το ανακόπτον, ως εις ολόκληρον υπόχρεο στην ίδια απαίτηση από το τελεσιδίκως επιδικασθέν σ' αυτούς κεφάλαιο για το μέχρι των 18.000 ευρώ που επιτάσσετο το ανακόπτον να πληρώσει στον καθένα των καθ' ών βάσει της άνω τελεσίδικης απόφασης, με συνέπεια να είναι άκυρη για το μέχρι των ανωτέρω ποσών κεφάλαιο.
Ούτε όμως και τη διάταξη του άρθρου 423 ΑΚ παραβίασε το Εφετείο με το να μη καταλογίσει τα καταβληθέντα ως άνω ποσά στα δικαστικά έξοδα, στους τόκους επί του επιδικασθέντος κεφαλαίου και του κονδυλίου στερήσεως υπηρεσιών του εκ των καθ' ών Β. Μ., ισχυρισμό που προέβαλαν οι καθ' ών με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και επανέφεραν στο Εφετείο, αντικρούοντας τον πρώτον λόγο της ένδικης ανακοπής, καθόσον, σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η διάταξη αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα.
Ειδικότερα, κατά της παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι καταβολές του Δ. Ο. προς τους καθ' ών έγιναν πριν τη δημοσίευση της ως άνω εφετειακής αποφάσεως οικειοθελώς, και σε συμμόρφωσή του προς το προσωρινά κηρυχθέν εκτελεστό με την πρωτόδικη απόφαση μέρος του κεφαλαίου, της οποίας την εκτέλεση δεν επεχείρησαν οι καθ' ών, σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσης σκέψεως, τα δικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνονται στο ποσό για το οποίο κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή η πρωτόδικη απόφαση, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 2 περ.
α', 907 και 908 ΚΠολΔ, η προσωρινά εκτελεστή απόφαση δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό και για τις παρεπόμενες απαιτήσεις, όπως είναι και οι τόκοι, εφόσον το ποσόν για το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή δεν καταλαμβάνει το σύνολο του επιδικασθέντος ποσού, εκτός αν περιέχεται σ' αυτήν αντίθετη διάταξη, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε τρόπον ώστε, ο παραπάνω ισχυρισμός των καθ' ών, ορθώς κρίθηκε από το Εφετείο ως νομικά αβάσιμος.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το οικείο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 423 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο άνω ισχυρισμός των καθ' ών περί καταλογισμού του προσωρινά επιδικασθέντος και καταβληθέντος σ' αυτούς από τον εις ολόκληρον υπόχρεο μετά του ανακόπτοντος και συνοφειλέτη αυτού Δ.
Ο. έπρεπε να γίνει στους τόκους, τα δικαστικά έξοδα και τις επιδικασθείσες περιοδικές παραχές στον εξ αυτών Β. Μ., απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμος και δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν, περίπτωση στην οποία και μόνο ιδρύεται ο από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Τέλος, ο ίδιος λόγο αναίρεσης (πρώτος), με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμό των καθ'ών, ότι "κατά την καταβολή διαδοχικά εκ μέρους του συνοφειλέτη Δ. Ο. του ποσού των 36.000 ευρώ (18.000 ευρώ για καθένα των καθ' ών), συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι η καταβολή αφορά πρώτα την εξόφληση των τόκων και μετά του κεφαλαίου", είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο με την παραδοχή των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, που είναι αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον παραπάνω ισχυρισμό και ειδικότερα, "ότι οι καταβολές του Δ.
Ο. προς τους καθ' ών έγιναν πριν τη δημοσίευση της ως άνω εφετειακής αποφάσεως οικειοθελώς και σε συμμόρφωση του προσωρινά κηρυχθέντος εκτελεστού με την πρωτόδικη απόφαση ποσού κεφαλαίου, οι ισχυρισμοί δε των τελευταίων περί του ότι οι ανωτέρω καταβολές έγιναν από τον Δ. Ο. έναντι εξόδων, τόκων και του κονδυλίου στερήσεως υπηρεσιών, είναι απορριπτέοι ως νομικά αβάσιμοι", έλαβε υπόψη ευθέως τον παραπάνω ισχυρισμό και σε κάθε περίπτωση εκ των πραγμάτων, βάσει των αντίθετων προς τον ισχυρισμό αυτόν παραδοχών του.
Με το ν. 489/1976, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 01-01-1978 (ήδη π.δ. 237/1986) καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης, με σκοπό την πληρέστερη ικανοποίηση των ζημιωθέντων από ατύχημα. Η ύπαρξη φερέγγυου ασφαλιστή αποτελεί μια ισχυρή εγγύηση για την εξασφάλιση των θυμάτων από αυτοκινητικά ατυχήματα, με βάση τις διατάξεις του ν. 489/1976, η οποία όμως δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις.
Ειδικότερα, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν είναι ασφαλισμένο, ο ευθυνόμενος κατά νόμο για το ατύχημα είναι άγνωστος, υπάρχει αποκλεισμός ευθύνης του ασφαλιστή γιατί το ατύχημα προκλήθηκε από πρόθεση του αντισυμβαλλομένου ή του ασφαλισμένου ή ο ασφαλιστής κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις μειώνονται οι πιθανότητες του ζημιωθέντος για αποζημίωση. Έτσι, προς αντιμετώπιση των περιπτώσεων αυτών, με το άρθρο 16 του ν. 489/1976 συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την συνοπτική επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Εμπορίου και έχει σκοπό σύμφωνα με το άρθρο 17 του ίδιου νόμου την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για αστική ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα στις αναφερόμενες στο άρθρο 19 παρ. 1 του αυτού νόμου περιπτώσεις, δηλαδή όταν αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος, το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση ασφάλισης, το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο οδηγούμενο από πρόσωπο που προκάλεσε από πρόθεση το ατύχημα, ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως νόμου.
Εξάλλου, με την παρ. 2 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2837/2000 ορίζεται ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως".
Επομένως, κατά τις διατάξεις αυτές, αναγνωρίζεται στο "Επικουρικό κεφαλαιο" το δικαίωμα να καταβάλει στους δανειστές του τόκο υπερημερίας με το ειδικό επιτόκιο 6% ετησίως, το οποίο είναι μικρότερο από το γενικό επιτόκιο του τόκου υπερημερίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις". Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008).
Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατά δε το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, ενώ, οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο , εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...", ενώ, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Συμβάσεως, που επίσης κυρώθηκε με το ως άνω ν.
δ., ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.
Στην, κατά τα ανωτέρω, προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 31/2007, Ολ.Α.Π. 40/1998).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, χωρίς να συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, είναι ανίσχυρες (ΟλΑΠ 12/2013, ΟλΑΠ 4/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το ανακόπτον ("Επικουρικό Κεφάλαιο"), με τον δεύτερο λόγο της ένδικης κατά της Μ. Μ. ανακοπής του ισχυρίζεται ότι η καθ' ης με την προρρηθείσα από 16-5-2006 επιταγή προς πληρωμή παράνομα το επιτάσσει να της καταβάλει το ποσό των 11.277,03 ευρώ για τόκους κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής (17-9-2002) μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της ανακοπτομένης επιταγής προς πληρωμή (16-5-2006), αφού οι τόκοι που το ανακόπτον ΝΠΙΔ οφείλει στην καθ' ής για την αιτία αυτή δεν υπερβαίνουν το ποσό των 6.601,18 ευρώ, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2837/2000, καθιερώνεται για το ανακόπτον επιτόκιο 6% ετησίως, με βάση το οποίο έπρεπε να υπολογιστούν οι τόκοι από την καθ' ής και όχι με επιτόκιο 12%, όπως αυτή τους υπολόγισε.
Ομοίως, με τον αντίστοιχο λόγο της ένδικης κατά του Β. Μ. ανακοπής ισχυρίζεται και πάλι το ανακόπτον, ότι μη νόμιμα επιτάσσεται με την προρρηθείσα επιταγή προς πληρωμή από τον καθ' ού να του καταβάλει το ποσό των 20.973 ευρώ για τόκους του επιδικασθέντος σ' αυτόν κεφαλαίου των 42.595 ευρώ για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, καθώς και το ποσό των 8.427,05 ευρώ για τόκους των μηνιαίων επιδικασθεισών παροχών προς αυτόν, αφού, κατά τις παραπάνω διατάξεις, οι τόκοι που πράγματι οφείλει το ανακόπτον στον καθ' ού δεν υπερβαίνουν για μεν το επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 9.385,09 ευρώ, για δε τις μηνιαίες περιοδικές παροχές που ανάγονται στο χρόνο πριν από την άσκηση της αγωγής το ποσό των 1.966,48 ευρώ και γι' αυτές που ανάγονται στο χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής στο ποσό των 3.051,87 ευρώ και συνολικά για τις μηνιαίες περιοδικές παροχές οι οφειλόμενοι τόκοι δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.018,35 ευρώ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή έκρινε νόμιμους τους λόγους αυτούς των ανακοπών, με την αιτιολογία ότι μη νόμιμα επιτάσσεται το ανακόπτον να πληρώσει στους καθ' ών τα προαναφερόμενα ποσά για τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους με το ισχύον επιτόκιο του τόκου υπερημερίας που είναι 12%, ενώ σύμφωνα με την προρρηθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 489/1976, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2837/2000, έπρεπε οι τόκοι που επιτάσσεται το ανακότον να πληρώσει στους καθ' ών με τις άνω επιταγές προς πληρωμή να υπολογισθούν με επιτόκιο 6%.
Ακολούθως δε δέχθηκε, ότι η ανακοπτομένη επιταγής της καθ' ής Μ. Μ. είναι άκυρη για το πέραν των 6.601,38 ευρώ επιτασσόμενο ποσόν των τόκων υπερημερίας, αντίστοιχα δε και η ανακοπτόμενη επιταγή του καθ' ού Β. Μ. είναι άκυρη όσον αφορά το επιτασσόμενο κονδύλιο των τόκων υπρημερίας του επιδικασθέντος κεφαλαίου για το πέραν των 9.385,09 ευρώ ποσό, όσον δε αφορά τις μηνιαίες περιοδικές παροχές για το χρονικό διάστημα πριν από την άσκηση της αγωγής για το πέραν των 1.966,48 ευρώ ποσό και για το χρονικό διάστημα μετά την επίδοση της αγωγής για το πέραν των 3.051,87 ευρώ ποσό, συνολικά δε για τους τόκους των μηνιαίων περιοδικών παροχών η επιταγή του καθ' ού είναι άκυρη για το πέραν των 5.018,35 ευρώ επιτασσόμενο ποσόν, κρίνοντας περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός των καθ' ών περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 3 παρ, 3 του ν. 2837/2000, με τον οποίο προβλέπεται για την επίδικη περίπτωση επιτόκιο 6% είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, όπως ορθά έκρινε και η εκαλλουμένη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια, απορριπτομένου κατόπιν αυτών ως αβασίμου του σχετικού ογδόου λόγου της έφεσης των καθ' ών, με τον οποίο επαναφέρεται ο περί αντισυνταγματικότητας της άνω διατάξεως ισχυρισμός τους.
Με τον δεύτερο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. λόγο αναιρέσεως, από τον οποίο και μόνο εκτιμάται ο λόγος αυτός, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/1976 όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2837/2000, με την οποία ορίζεται ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως", καθόσον η διάταξη αυτή έρχεται σε αντίθεση α) με τα άρθρα 4 παρ. 1,2 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση, β) με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, γ) με την διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του κάθε παθόντος-δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος δ) με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και ε) με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας.
Κατόπιν αυτού δημιουργείται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, αν η ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 2 εδ. β' του ν. 489/1976 (π.δ.237/1986), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2837/2000, με την οποία καθιερώνεται για το ανακόπτον "Επικουρικό Κεφάλαιο" επιτόκιο 6% για τους πάσης φύσεως τόκους που υποχρεούται να καταβάλει στους δανειστές του, είναι ή όχι αντίθετη στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Ως εκ τούτου, πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρα 563 παρ. 2β’ ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. β' περ. β' του ν. 1756/1988).
Από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 13 παρ. 1 περ. γ'και 15 παρ. 1 περ. β'του Κ.Τ.Χ. προκύπτει ότι το απόγραφο, υπόκειται κατά τη χορήγησή του σε αναλογικά τέλη (τέλη χαρτοσήμου) 3%, που αντιστοιχούν στην ενσωματούμενη στον τίτλο απαίτηση και σε χαρτοσήμανση υποκείμενη μαζί με τους τόκους αυτής έως την ημέρα έκδοσης του απογράφου αυτού, τα οποία καταβάλονται πριν από την έκδοσή του, αλλά τελικώς βαρύνουν τον διάδικο που ηττήθηκε (189 παρ. 1α'), και περιλαμβάνονται στα έξοδα εκτελέσεως κατά την έννοια του άρθρου 975 ΚΠολΔ.
Εξ αυτών παρέπεται ότι, αν με την ίδια δικαστική απόφαση επιδικάσθηκαν σε περισσότερους διαδίκους διάφορα χρηματικά ποσά και βάσει της απόφασης αυτής εκδόθηκε ένα κοινό απόγραφο, αφού προηγουμένως καταβλήθηκαν τα αναλογικά τέλη χαρτοσήμου για το σύνολο των επιδικαζόμενων σε όλους ποσών και των αναλογούντων σ' αυτά τόκων, εάν καθένας από τους νικήσαντες διαδίκους επιδιώξει με χωριστή επιταγή την πληρωμή του επιδικασθέντος σ' αυτόν κεφαλαίου και τόκων από τον ηττηθέντα διάδικο, δεν μπορεί να επιτάσσει τον τελευταίο στο σύνολο των τελών του απογράφου που καταβλήθηκαν με βάση τις επιδικασθείσες απαιτήσεις όλων των διαδίκων, παρά μόνο κατά την αναλογία που αντιστοιχεί στην επιδικασθείσα σ' αυτόν απαίτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ’ αυτήν, δέχθηκε ότι, από τις προσβαλλόμενες επιταγές προς πληρωμή προκύπτει ότι με το σχετικό κονδύλιο 4 αυτών το ανακόπτον επιτάσσεται να καταβάλει σε καθένα των καθ' ών το ποσό των 4.757,76 ευρώ για τέλος απογράφου, ποσό όμως που αφορά τη συνολική απαίτηση αμφοτέρων των εναγόντων επιτασσόντων και ήδη καθ' ών η ανακοπές Μ.
και Β. Μ. και όχι την αναλογία του επιδικασθέντος σε καθένα απ' αυτούς ποσού, που ανέρχεται στα ποσά των 1282,92 και 3.474,84 ευρώ αντίστοιχα. Ακολούθως δε κατέληξε ότι είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος των ανακοπών, με τον οποίο το ανακόπτον προέβαλε την αντίστοιχη αιτίαση και ότι πρέπει να ακυρωθούν οι ανακοπτόμενες επιταγές, ως προς το, πέραν των ως άνω ποσών, που επιτάσσεται να καταβάλει το ανακόπτον σε καθένα των καθών για τέλος απογράφου, όπως ορθά έκρινε και η εκαλουμένη απόφαση, απορρίπτοντας κατόπιν αυτών ως αβάσιμο τον σχετικό έβδομο λόγο της εφέσεως, με τον οποίο οι καθ' ών υποστήριζαν τα αντίθετα.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κ.Τ.Χ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ούτε, όμως, και την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 περ. 4 του π.δ. 237/1986 παραβίασε με την μην εφαρμογή της, καθόσον η διάταξη αυτή δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, αναφορικά με τον παραπάνω λόγο ανακοπής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τί συνισταντο οι ισχυρισμοί αυτοί, ούτε αν προβλήθηκαν νομίμως.
Σύμφωνα με το άρθρο 127 του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" ο συντάσσων και υπογράφων την επιταγή δικηγόρος δικαιούται αμοιβής, η οποία περιλαμβάνεται στην έννοια των εξόδων εκτελέσεως της Κ.Πολ.Δ 975. Καθορίζεται δε αυτή κατά το κατώτατο όριο από το άνω άρθρο 127 του αυτού Κώδικα αναλόγως του είδους του εκτελούμενου τίτλου και ανέρχεται, προκειμένου περί αποφάσεως του Εφετείου σε 50 μεταλλικές δραχμές, κάθε μία από τις οποίες καθορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 99 του ιδίου Κώδικα, με την 12398/1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 131/1989 τεύχος Β'), σε 140 δραχμές (ή 0,41 ευρώ).
Με την προσθήκη του άρθρου 23 του ν. 3790/1957 στην παρ. 1 του άρθρου 127 ορίστηκε ότι "εν πάση περιπτώσει η αμοιβή περί συντάξεως επιταγής προς πληρωμήν ουδέποτε δύναται να υπερβεί το 1/4 του ποσού της δι' ην η επιταγή οφειλής". Η ορθή ερμηνεία της διατάξεως αυτής είναι ότι ο περιορισμός αφορά τα τιθέμενα από το άρθρο 127 ελάχιστα όρια για να προστατευθούν οι μικροοφειλέτες και δεν θέτει ανώτατο όριο αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής.
Με την έννοια αυτή, ο περιορισμός αφορά τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το επιδικαζόμενο ποσό είναι μικρό, οπότε εάν η αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής υπολογιζόταν βάσει των καθοριζομένων από το άρθρο 127, ήταν δυνατό να είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση προς την όλη οφειλή. Έτσι, η μεγαλύτερη αμοιβή δικαιολογείται στην περίπτωση δυσκολίας σύνταξης της επιταγής, ανάλογα και με το ποσό της οφειλής.
Η αμοιβή αυτή επιβαρύνει τον οφειλέτη και περιλαμβάνεται στα έξοδα εκτελέσεως, αλλά η επιταγή προς εκτέλεση αποτελεί εκτελεστό τίτλο για το ελάχιστο όριο. Αν η ζητούμενη αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής υπερβαίνει το ελάχιστο όριο, εφόσον έχει ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί το δικαστήριο να μειώσει και να ακυρώσει την επιταγή κατά το υπερβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που ορίζει η διάταξη του άρθρου 98 του ν.δ. 3026/1954, που είναι η επιστημονική εργασία, η αξία και το είδος της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, ο χρόνος που καταναλώθηκε, η σπουδαιότητα της διαφοράς, οι ιδιάζουσες περιστάσεις και οι εν γένει ενέργειες.
Εάν όμως η σύνταξη επιταγής έχει δυσκολία και δικαιολογεί ποσό μεγαλύτερο του προσδιοριζόμενου από το νόμο ως ελαχίστου ορίου, η επίλυση της διαφοράς, ως προς το ύψος αυτής, θα γίνει από το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή (ΑΠ 450/2006, ΑΠ 551/2005). Ο καθορισμός δε αυξημένης αμοιβής στο δικηγόρο, σε σχέση με τα οριζόμενα στα άρθρα 100 επ.
του άνω κώδικα, βάσει του άρθρου 98 αυτού, απόκειται στη, ρητώς αναφερόμενη στη διάταξη, κρίση τούτου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι αυτή απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν τη σπουδαιότητα της παρασχεθείσας επιστημονικής εργασίας, την αξία και το είδος της υποθέσεως και τις λοιπές περιστάσεις και ενέργειες που σχετίζονται με αυτή (ΑΠ 450/2006, ΑΠ 690/2004, 1147/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ’αυτήν, δέχθηκε τα εξής: "Από τις προσβαλλόμενες επιταγές προς πληρωμή προκύπτει ότι με το σχετικό κονδύλιο αυτών το ανακόπτον επιτάσσεται να καταβάλει στον πληρεξούσιο δικηγόρο των καθ' ών 2.000+2.000 ευρώ για σύνταξη των επιταγών και νομική συμβουλή.
Ενόψει όμως της επιστημονικής εργασίας που απαιτήθηκε, του χρόνου που διετέθη για τη σύνταξη των επιταγών, του ποσού της οφειλής και του είδους και της σπουδαιότητας της διαφοράς (από τροχαίο ατύχημα), πρέπει, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των καθ' ών να μη υπερβεί σε καμία περίπτωση το ελάχιστο προβλεπόμενο από το νόμο ποσό, το οποίο διαμορφώνεται σε 20,50 ευρώ για κάθε επιταγή (0,41 ευρώ Χ 50), και συνεπώς, ακύρως επιτάσσεται το ανακόπτον να καταβάλει για σύνταξη επιταγών 2.000 ευρώ σε καθένα των καθ' ών και πρέπει να ακυρωθούν οι επιταγές ως προς το σχετικό κονδύλιο για το πέραν των 20,50 ευρώ ποσόν για καθεμία των επιταγών, το πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ορθά εφάρμοσε το νόμο στην προκειμένη περίπτωση".
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, απέρριψε τον ένατο λόγο της έφεσης των καθ' ών, με το οποίο παραπονούντο για την παραδοχή και πρωτοδίκως του τέταρτου λόγου των ένδικων ανακοπών, με τον οποίο το ανακόπτον, ήδη αναιρεσίβλητο, προέβαλε ότι το κονδύλιο των προσβαλλόμενων επιταγών, με το οποίο επιτάσσεται να καταβάλει σε έκαστον των καθ' ών το ποσό των 2.000 ευρώ για σύνταξη επιταγής και νομικής συμβουλή είναι υπερβολικό και ότι το πράγματι οφειλόμενο ανέρχεται σε 20,50 ευρώ, ζητώντας παράλληλα την ακύρωση των επιταγών για το επιπλέον ποσό των 1979,50 ευρώ.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κατά τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 98 και 127 του ν.δ. 3026/1954, 23 του ν. 3790/1957 κα 25 του Συντάγματος, αναφορικά με την κρίση του Εφετείου ότι το άνω ποσό εξόδων των 2000 ευρώ για την σύνταξη κάθε επιταγής είναι υπερβολικό και ότι, το πράγματι οφειλόμενο για την αιτία αυτή ανέρχεται σε 20,50 ευρώ για τη σύνταξη κάθε επιταγής, ενόψει των αναφερομένων σ' αυτή κριτηρίων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πλήττει, πράγματι, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Ομοίως, απαράδεκτος και απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, από τις αυτές ως άνω διατάξεις (αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), κατά τον οποίο το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ λόγω της ερμηνείας που έκανε στις προπαρατεθείσες διατάξεις, καθόσον παραβίαση των άνω διατάξεων συντελείται μόνο όταν πρόκειται για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών.
Τέλος, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται από τους καθ' ών η αιτίαση από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατέληξε στο άνω πόρισμά του διότι δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό τους, σχετικά με τις ιδιαζουσες περιστάσεις και τις εν γένει ενέργειες που προέβησαν, σχετικά με τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, τις ποινικές προεκτάσεις της υπόθεσης και τις εν γένει δυσκολίες που αντιμετώπισαν για την ικανοποίηση της επίδικης απαίτησής τους, περιστατικά που δικαιολογούσαν το ποσόν που επέτασσαν το ανακόπτον για την σύνταξη των άνω επιταγών προς πληρωμή.
Και κατά το μέρος αυτό, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν θεμελιώνουν ισχυρισμό (πράγμα), κατά την αναφερόμενη στην πρώτη σκέψη της παρούσης έννοια, αλλά άρνηση του παραπάνω λόγου ανακοπής και πραγματικά επιχειρήματα προς αντίκρουση αυτού, καθώς και εκτίμηση πραγμάτων, τα οποία δεν ελέγχονται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 10, 11α, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί μερική εξόφληση από το αναιρεσίβλητο κατά το ποσό των 6.425,34 ευρώ, για επιδικασθείσες στον καθ' ού Β. Μ. περιοδικών παροχών της περιόδου 12-5-2006 έως 12-2-2007 συνολικού ποσού 5.737,50 ευρώ και για έξοδα απογράφου 687,50 ευρώ, στηριζόμενο σε αντίγραφο της από 23-3-2007 ανυπόγραφης απόδειξη πληρωμής, η οποία ως τοιαύτη αποτελούσε μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και χωρίς να υπάρχει άλλο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της άνω μερικής εξόφλησης, δίνοντας μάλιστα στην άνω απόδειξη αποδεικτική δύναμη που δεν είχε. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε κανένα σημείο της απόφασής του δέχεται ο,τιδήποτε από τα ανωτέρω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα για μερική εξόφληση της απαίτησης των καθ' ών κατά το παραπάνω ποσόν, στηριζόμενο σε οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. (Ολ.ΑΠ 16/2006, Ολ.ΑΠ 17/95, Ολ.ΑΠ 62/90).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για την ίδρυση δε του προκείμενου λόγου προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, διαφορετικά δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν η αγωγή ή η ένσταση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 88/1980), η μη λήψη δε υπόψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που προτάθηκαν παραδεκτώς, στοιχειοθετεί τον από την τελευταία αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 38/2004).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν ο μη απαντηθείς από το δικαστήριο ισχυρισμός ως προς τα περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που τον απαρτίζουν, είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής, αόριστος, εκπρόθεσμος και γενικά απαράδεκτος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 374/2012, 1/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί του προταθέντος πρωτοδίκως και επαναφερθέντος με την έφεση ισχυρισμού των καθ' ών, περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου με τις ένδικες ανακοπές δικαιώματος του ανακόπτοντος για ακύρωση των προσβαλλόμενων μ' αυτές επιταγών προς πληρωμή των απαιτήσεων που τελεσιδίκως τους είχαν επιδικασθεί, δέχθηκε ότι “ο ισχυρισμός των εκκαλούντων (καθ' ών οι ανακοπές), που περιέχεται στο σχετικό έκτο λόγο της έφεσής τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως των ανακοπών από το ανακόπτον ΝΠΙΔ, το οποίο, με ασπλαχνία και κακοπιστία δεν συμμορφώνεται με την εκτελούμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος αφού, ανεξαρτήτως από την ουσιαστική βασιμότητά του, τα παρατιθέμενα περιστατικά και μόνα, δεν δημιούργησαν εύλογα στους καθ' ών την πεποίθηση ότι το ανακόπτον δεν θα προβεί στην άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ και δεν είναι ικανά να στηρίξουν το σχετικό ισχυρισμό του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε να μην καθιστούν καταχρηστική την άσκηση από το ανακόπτον του νομίμου δικαιώματός του ανακοπής κατά των επιταγών προς εκτέλεση”.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, βάσει των πραγματικών περιστατικών που δέχεται ότι προέβαλαν οι καθ' ών προς θεμελίωση της ως άνω ένστασης, συνιστάμενα στο ότι η καταχρηστική άσκηση των ανακοπών αυτών οφείλεται "στην ασπλαχνία και κακοπιστία του ανακόπτοντος με το να μη συμμορφώνεται με την εκτελούμενη απόφαση", δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και η προβαλλόμενη με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αιτίαση για το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η άνω περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ένσταση των καθ' ών απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν, περίπτωση στην οποία και μόνο ιδρύεται ο από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και της εφέσεως που άσκησαν οι καθ' ών κατά της πρωτόδικης απόφασης, οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν, ότι καταχρηστικώς ασκούνται οι ένδικες ανακοπές προς ακύρωση των επιδοθεισών στο ανακόπτον επιταγών προς πληρωμή των επιδικασθεισών σ' αυτούς απαιτήσεων με την προρρηθείσα τελεσίδικη απόφαση, καθ' όσον η συμπεριφορά του (ανακόπτοντος) και ειδικότερα η ασπλαχνία και κακοπιστία που επέδειξε στη μη συμμόρφωσή του στην εκτέλεση της άνω τελεσίδικης απόφασης, είναι αντίθετες προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, που υπαγόρευαν την άμεση αποζημίωσή τους και μάλιστα για παροχές επείγουσας φύσεως, γεγονότα που τους οδήγησαν στη λήψη απογράφου και την επίδοση των επιταγών αυτών, αφού από τα επιδικασθέντα για λογαριασμό τους ποσά το ανακόπτον, δεν τους κατέβαλε ούτε λεπτό, τους υπόσχετο συνεχώς προφορικώς και εγγράφως την καταβολή των επιδικασθέντων ποσών, τους απέτρεπε διά του πληρεξουσίου του να του κοινοποιήσουν επιταγή μετά την τελεσιδικία της απόφασης, τους άφησε να περιμένουν (ματαίως) για μεγάλο διάστημα στην καταβολή των ποσών που δικαιούνταν και τους υποχρέωσε στην καταβολή μεγάλων για τις δυνατότητές τους ποσών για έκδοση απογράφου και λοιπά έξοδα, που κατά τη συνείδηση του μέσου έμφρωνος κοινωνού και τις περί ηθικής αντιλήψεις καθιστούν την άσκηση των ένδικων ανακοπών καταχρηστική.
Ο ισχυρισμός αυτός των καθ' ών και υπό το σύνολο των άνω πραγματικών περιστατικών που τον συγκροτούν, δεν θεμελιώνει, κατάχρηση δικαιώματος, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού η άσκηση των ένδικων ανακοπών εκ μέρους του ανακόπτοντος, υπό τα εκτιθέμενα αυτά περιστατικά, δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού και συνεπώς η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του να ασκήσει τις ένδικες, κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, ανακοπές, δεν είναι νόμιμη.
Επομένως, με το να μην απαντήσει το Εφετείο ειδικώς και ως προς τα λοιπά πραγματικά περιστατικά που συγροτούσαν τον άνω περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ισχυρισμό των καθ' ών που ανέφεραν πρωτοδίκως και με τον έκτο λόγο της έφεσής τους, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.
β'ΚΠολΔ, αφού, και υπό τα εκτιθέμενα αυτά περιστατικά, ο εν λόγω ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος και συνεπώς δεν ασκούσε καμιά επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πρέπει, κατά συνέπεια, ο ίδιος ως άνω έκτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που προβάλλεται σχετική αιτίαση από την άνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β'ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορρισθούν όλοι (εκτός του δεύτερου) λόγοι της από 17-06-2012 αίτησης αναιρέσεως της Μ. Μ. του Β., υπό την διπλή ιδιότητα που παρίσταται, και ως προς όλες τις αναιρετικές αιτιάσεις που προβάλλονται με αυτούς, για αναίρεση της 5038/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί δε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, ως προς το δημιουργούμενο γενικοτέρου ενδιαφέροντος ζήτημα, αν η ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 2 εδ.
β' του ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2837/2000, με την οποία καθιερώνεται για το ανακόπτον "Επικουρικό Κεφάλαιο" επιτόκιο 6% για τους πάσης φύσεως τόκους που υποχρεούται να καταβάλει στους δανειστές του, είναι ή όχι αντίθετη στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρα 563 παρ. 2β’ ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ.
β' περ.β' του ν. 1756/1988).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει όλους (εκτός του δεύτερου) λόγους της από 17-06-2012 αίτησης αναιρέσεως της Μ. Μ. του Β. υπό την διπλή ιδιότητα που παρίσταται και ως προς όλες τις αναιρετικές αιτιάσεις που προβάλλονται με αυτούς (ήτοι του 1ου, 3ου, 4ου, 5ου, και 6ου λόγους αναιρέσεως) για αναίρεση της υπ' αριθ. 5038/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον δεύτερο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της άνω αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ