Supreme Court quashes appeal court decision for failure to consider evidence under Article 559(11) of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Athens Court of Appeal's decision of 877/2011 due to its failure to consider specific evidence submitted by the appellant. The appellant argued that the lower court ignored crucial documents, including a prior Supreme Court ruling and expert reports regarding the seller's health and the property's value. The court ruled that while the appeal court was not required to cite every document, it must demonstrate that all relevant evidence was taken into account when forming its conviction, a requirement it failed to meet.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(11) of the Code of Civil Procedure; Article 335, 338, 339, 340 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is admissible only if the appellate court's decision does not clearly demonstrate that all submitted evidence was taken into account and weighed in forming the judicial conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 630 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 630/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Β. Π. το γένος Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπασαράντη .
Του αναιρεσιβλήτου: Σ.-Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Φραγκούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 877/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-6-2011 αίτησή της και τους από 15-10-2012 και 18-10-2012 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 16-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1. την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχήν του με στοιχεία Α1 και των τρίτου και εβδόμου λόγων αναιρέσεως ως και του δευτέρου κατά το πρώτο σκέλος και του τρίτου προσθέτων λόγων και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ'ΚΠολΔ : "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική πεποίθησή του, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους οι οποίοι το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία για κάθε ένα από τα με επίκληση προσκομισθέντα για άμεση ή έμμεση απόδειξη από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιον, ότι για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ουσιώδους ζητήματος ελήφθησαν υπ'όψιν από το δικαστήριο και συνεκτιμήθηκαν όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος .../28-6-1989 συμβολαίου πώλησης του συμ/φου Αθηνών Χρήστου Παπαχρήστου, η δικαιοπάροχος του ενάγοντα Λ. Π. πώλησε και μεταβίβασε κατ' επικαρπία στην εναγομένη και κατά ψιλή κυριότητα στην θυγατέρα αυτής Κ.
Π., ένα οικόπεδο εκτάσεως 864,54 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού … στη θέση "..." του Δήμου … Εντός του οικοπέδου υπήρχε μια παλαιά οικία αποτελούμενη από ισόγειο 140 τ.μ. και υπόγειο 40 τ.μ., ενώ ως συνολικό τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 32.500.000 δραχμών. Στη συνέχεια η Λ. Π. άσκησε κατά των ως άνω αγοραστριών την από 31-1-1990 αγωγή της, ζητώντας την ακύρωση της δικαιοπραξίας ως καταπλεονεκτικής, διότι πίστευε ότι η πραγματική αξία του πωληθέντος ακινήτου ανερχόταν τουλάχιστον σε 65.000.000 δρχ.
και ότι οι αγοράστριες εκμεταλλεύτηκαν την οικονομική της ανάγκη, την κουφότητα και απειρία της στις συναλλαγές και πέτυχαν τίμημα μικρότερο του πραγματικού. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 2938/1990 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξε αποδείξεις. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και συγκεκριμένα στις 11-10-1993 απεβίωσε η ενάγουσα Λ.
Π. και συνέχισε τη δίκη ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ως ανεψιός και μοναδικός κληρονόμος της, δυνάμει της νόμιμα δημοσιευθείσας από 30-8-1991 ιδιόγραφης διαθήκης της. Η αγωγή έγινε δεκτή με την 9200/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίστηκε ως άκυρη η ως άνω δικαιοπραξία. Κατόπιν της από 27-10-2000 εφέσεως και των από 23-4-2001 προσθέτων λόγων που άσκησαν οι εναγόμενες, εκδόθηκε αρχικά η 3710/2002 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να εξακριβωθεί η πραγματική αγοραία αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της αγοραπωλησίας.
Μετά τη σύνταξη της σχετικής από Ιουνίου 2005 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Σ. Φ., εκδόθηκε τελικά η 6194/2006 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της αγοραπωλησίας. Όμως, κατά τη διάρκεια αυτής της αντιδικίας, η εναγομένη υπέβαλε στις 19-11-2001 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του ενάγοντα και της μάρτυρος του Μ.
Ν., στην οποία ισχυριζόταν ότι η εν λόγω μάρτυς κατέθεσε ψευδώς ενώπιον της Εισηγήτριας κατά το στάδιο της διεξαγωγής αποδείξεων, ότι η Λ. Π. "δεν μπορούσε να διαβάσει ... από δικιά μου αντίληψη γνωρίζω ότι δεν ήταν σε θέση να διαβάσει και κάποιες φορές ζητούσε και τη δικιά μου βοήθεια για να διαβάσει κάτι.
Θα μπορούσα να αναφέρω ως παράδειγμα ότι διαβάζοντας της λογαριασμό της ΔΕΗ περίπου του 1986 με 1987 ..." και ότι "ξέρω ότι η γυναίκα δεν έβλεπε να υπογράψει και άμα χρειαζόταν της πιάναμε το χέρι". Επίσης κατανόμαζε τον ενάγοντα ως ηθικό αυτουργό της ψευδορκίας της εν λόγω μάρτυρος, αναφέροντας ότι προκάλεσε σ' αυτήν, με επίμονες προτροπές και παροτρύνσεις, με πειθώ και φορτικότητα, την απόφαση να προβεί εν γνώσει της στην ψευδή ως άνω κατάθεση.
Η εναγομένη περαιτέρω στις 20-11-2001 κατέθεσε ενώπιον του ίδιου Εισαγγελέα και δεύτερη μήνυση κατά του ενάγοντα, με την οποία τον κατηγορούσε ότι διέπραξε το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω, γιατί προσκόμισε εν γνώσει του τις ψευδείς κατά περιεχόμενο ως προς την αξία του ακινήτου προσφορές των Γ. Κ., Α. Ο.
και Σ. Π., βάσει των οποίων εξαπατήθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εξέδωσε την προαναφερόμενη 9200/1999 απόφασή του. Όπως αποδεικνύεται από την 1526/1990 εισηγητική έκθεση, που σχηματίστηκε κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που έταξε η 2938/1990 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η μάρτυς Μ. Ν. κατέθεσε πολλές λεπτομέρειες για την κατάσταση της Λ.
Π., μικρό μόνο τμήμα των οποίων είναι όσα αναφέρει η εναγομένη στη μήνυση της. Συγκεκριμένα κατέθεσε ότι γνώριζε πολύ καλά τη Λ. Π. γιατί η τελευταία έπασχε από ζαχαροδιαβήτη και αυτή την επισκεπτόταν στο σπίτι της από το 1986 για να της κάνει ενέσεις ινσουλίνης. Ότι η Λ. Π. είχε υποστεί εγκεφαλικό από το οποίο είχε παραλύσει το αριστερό χέρι και πόδι της, δεν μπορούσε να κινηθεί αυτοδύναμα και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να έχει επίγνωση των γεγονότων του εξωτερικού κόσμου, ότι έπασχε επίσης από ουρία και δεν έβλεπε καλά.
Καταθέτει επίσης ότι δεν την είχε δει ποτέ να διαβάζει, αλλ' αρκετές φορές ζητούσε τη βοήθεια της για να διαβάσει κάτι, ότι δεν γνώριζε πριν το Μάιο του 1989 τις τιμές πώλησης των ακινήτων, αφού δεν μπορούσε να μετακινηθεί και να βγει από το σπίτι της. Ότι η Λ. Π. δεν έβλεπε και για να υπογράψει άμα χρειαζόταν της πιάναμε το χέρι" και, συνεχίζοντας, προσθέτει ότι "έβαλε κάτι γυαλιά αλλά συνήθως δεν έβλεπε καλά ούτε με τα γυαλιά.
Στον οφθαλμίατρο είχε πάει, αλλά δεν γινόταν τίποτε, διότι ήταν από το ζάχαρο". Ότι (η Λ. Π.) δεν ήταν σε θέση να διαβάζει και να γράφει, σε τέτοιο βαθμό ώστε να συνάπτει πράξεις, όπως η πώληση ακινήτου και ότι η ίδια η μάρτυς είχε μετά το 1990 καθημερινά επαφές μαζί της στα πλαίσια της ιατρικής φροντίδας που της παρείχε, ότι όταν συνέταξε τη διαθήκη πιθανόν να ήταν σε φωτεινό διάλλειμα και ότι δεν ήταν παρούσα σε καμία συμβολαιογραφική πράξη.
Ολοκληρώνοντας την κατάθεση της η Μ. Ν. ανέφερε ότι η Λ. Π. "δεν είχε σταθερό χέρι στη γραφή ενός κειμένου. Η κ. Π. έγραψε το κείμενο της διαθήκης με δυσκολία. Η κ. Π. δεν έβλεπε καλά, ήταν άρρωστη με ζάχαρο και τα κείμενα που έγραφε δεν νομίζω να μπορούσε να τα διαβάσει". Από το περιεχόμενο της όλης κατάθεσης της αποδεικνύεται ότι η μάρτυς Μ.
Ν. δεν κατέθεσε ότι η Λ. Π. ήταν εντελώς ανίκανη να διαβάσει και να γράψει οτιδήποτε, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη αλλ' αντίθετα παρουσιάζει την εικόνα ενός ηλικιωμένου ατόμου που πάσχει από βαρύ εγκεφαλικό και ζαχαροδιαβήτη, δεν έχει πλήρη αντίληψη όσων συμβαίνουν γύρω του και χρήζει καθημερινής ιατρικής φροντίδας.
Η εκτίμηση της συνολικής μαρτυρικής της κατάθεσης αποδεικνύει ότι η μάρτυς είχε σε μεγάλο βαθμό επίγνωση της κλινικής και πνευματικής κατάστασης της Λ. Π., την οποία παρουσιάζει ενίοτε μειωμένη, ενώ σε κανένα σημείο της κατάθεσής της δεν ισχυρίζεται ότι ήταν ανίκανη προς δικαιοπραξία. Η κατάθεσή της μάλιστα ενισχύεται από την από 9-11-1989 ιατρική βεβαίωση του χειρούργου οφθαλμιάτρου Γ.
Π., σε συνδυασμό με τις από 30-5-2003 βεβαιώσεις των οφθαλμιάτρων Μ. Τ. και Ι. Κ. (που αναλύουν την πρώτη), περί μικρής οπτικής οξύτητας (1/10 δεξιά και 2/10 αριστερά) μη διορθούμενης και εντεύθεν αδυναμίας γραφής και ανάγνωσης, για την οποία απαιτείται οπτική οξύτητα τουλάχιστον 5/10 στον ένα οφθαλμό. Αυτή την κατάσταση της υγείας της Λ.
Π., όπως την περιγράφει η μάρτυς, δέχεται και η 6194/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Επίσης η κατάθεση της ως άνω μάρτυρος δεν έρχεται σε αντίθεση με την από 30-1-2001 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του Α. Π., στην οποία και στηρίζει η εναγομένη την από 19-11-2001 μήνυση της, αφού ως προς την από 24-8-1989 δήλωση της Λ.
Π. αυτός αποφαίνεται ότι η γραφή αυτής βρίσκεται σε ανιούσα ακατάστατη πορεία, δεν ακολουθεί την έντυπη χάραξη υπάρχει συνεχόμενη γραφική χάραξη γραμμάτων, αρκετά μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των λέξεων και πολύ μεγάλα γράμματα με αραιή χάραξη, επίσης δεν υπάρχει σταθερή πορεία χάραξης των λέξεων και των στίχων, ενώ ενίοτε παρατηρείται ασυνέχεια στην οριζόντια πορεία των λέξεων, αταξία στη χάραξη και τα γράμματα δεν χαράσσονται ευανάγνωστα.
Το δε τελικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η εν λόγω έκθεση, ότι δηλαδή από την σύνταξη και υπογραφή της από 24-8-1989 δήλωσης μέχρι τη σύνταξη και υπογραφή της από 30-8-1991 ιδιόγραφης διαθήκης παρατηρούνται τέτοια σημεία αλλοιώσεως της γραφής τα οποία ερμηνεύονται ευχερώς λόγω της σωματικής, ψυχικής και νοητικής κατάπτωσης της Λ.
Π., επιβεβαιώνει ουσιαστικά την ως άνω μαρτυρική κατάθεση της Μ. Ν. Το δε γεγονός ότι η μάρτυς κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι αναγνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή της Λ. Π. στην ιδιόγραφη διαθήκη της, δεν έρχεται σε αντίθεση με το σύνολο του περιεχομένου της ως άνω καταθέσεως της.
Η εναγομένη περαιτέρω δεν αναφέρει με σαφήνεια στη μήνυση της συγκεκριμένο τρόπο, με τον οποίο ο ενάγων, κατά τους ισχυρισμούς της, επηρέασε τη μαρτυρά του να καταθέσει δήθεν ψευδώς, αρκούμενη μόνο στο να τον κατονομάσει αυθαίρετα ως ηθικό αυτουργό ψευδορκίας μάρτυρα, αν και γνώριζε ότι η εν λόγω μάρτυς είχε προταθεί από την αρχική ενάγουσα Λ.
Π., ο δε ενάγων συνέχιζε τη δίκη ως κληρονόμος αυτής, ουδόλως δε την παρότρυνε να προβεί στη συγκεκριμένη κατάθεσή της. Επίσης η εναγομένη, γνωρίζοντας πλήρως το σύνολο της μαρτυρικής κατάθεσης της Μ. Ν., επέλεξε μεμονωμένα και συγκεκριμένα αποσπάσματα αυτού προκειμένου να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς της και να κινηθεί έτσι η ποινική δίωξη εναντίον του ενάγοντα και της μάρτυρος, αποκρύπτοντας από τη διωκτική αρχή το σύνολο του περιεχομένου της ως άνω μαρτυρικής καταθέσεως.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η Λ. Π. είχε προσκομίσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στα πλαίσια της δίκης για την ακύρωση της αγοραπωλησίας ως καταπλεονεκτικής, μεταξύ άλλων και τρεις προσφορές, προκειμένου το δικαστήριο να κρίνει την πραγματική αξία του ακινήτου. Ειδικότερα ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Γ.
Κ. προσέφερε στις 5-9-1989 για το επίδικο ακίνητο 55.000.000 δρχ., ο πολιτικός μηχανικός Α. Ο. στις 5-10-1989 το ποσό των 63.000.000 δρχ. και ο κατασκευαστής Σ. Π. στις 10-11-1989 ποσοστό αντιπαροχής 48%. Τις προσφορές αυτές επανέφερε ο ενάγων και τις χρησιμοποίησε στη δίκη, το δε Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών τις συνεκτίμησε, όπως προκύπτει από την 9200/1999 απόφασή του, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Οι προσφορές αυτές δόθηκαν μετά την ημερομηνία μεταγραφής του παραπάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (30-6-1989) και προ της ασκήσεως της παραπάνω αγωγής (1-2-1990). Ισχυρίζεται η εναγομένη ότι οδηγήθηκε στην άσκηση της δεύτερης μηνύσεως της, επειδή διεπίστωσε τη μεταγενέστερη ημερομηνία των προσφορών σε σχέση με την μεταγραφή του συμβολαίου, ότι είχαν λάβει γνώση αυτής οι προσφέροντες και παρά ταύτα προέβησαν στις προσφορές μόνο για τις ανάγκες της δίκης και όχι από ενδιαφέρον αγοράς του ακινήτου και έτσι αυτή εξήγαγε το συμπέρασμα ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να εξαπατήσει το δικαστήριο.
Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι όντως οι προσφέροντες γνώριζαν την πώληση του ακινήτου κατά το χρόνο υποβολής των προσφορών τους, ούτε για την υποβολή αυτή ήταν λογικό να ερευνήσουν στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο τη νομική κατάσταση του ακινήτου. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε φιλία ή άλλη ιδιαίτερη σχέση των προσφερόντων με τον ενάγοντα, την οποία να εκμεταλλεύτηκε ο τελευταίος.
Η εναγόμενη συνεπώς γνώριζε τόσο ότι οι προσφορές δόθηκαν στην Λ.Π. πριν την άσκηση της αγωγής, ότι ήταν αληθείς κατά περιεχόμενο, ότι προσκομίστηκαν το πρώτον κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, οπότε δεν ήταν καν διάδικος ο ενάγων και ότι ο τελευταίος τις επαναπροσκόμισε για να αποδείξει τους αγωγικούς ισχυρισμούς της δικαιοπαρόχου του αρχικής ενάγουσας, όχι με σκοπό να παραπλανήσει το δικαστήριο, αλλά γνωρίζοντας ότι ήταν αληθείς.
Η εναγομένη όμως, χωρίς να διαθέτει κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου, μια μέρα μόλις μετά την υποβολή της πρώτης, κατέθεσε και τη δεύτερη μήνυση της κατά του ενάγοντα, χωρίς τούτο να είναι αναγκαίο για το χειρισμό της αντιδικίας της με αυτόν, αλλά επιδιώκοντας σαφώς την ποινική δίωξη και την προσβολή της προσωπικότητας αυτού, η οποία όντως συνετελέστη με τις ενέργειές της αυτές.
Να σημειωθεί ότι επί των ως άνω δύο μηνύσεών της εκδόθηκαν οι ήδη αμετάκλητες αφενός 45685/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που κήρυξε αθώους την Μ.Ν. για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και τον ενάγοντα για ηθική αυτουργία σ' αυτήν, αφετέρου η 50242/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που κήρυξε αθώο τον ενάγοντα για απάτη επί δικαστηρίω.
Αποδεικνύεται συνεπώς ότι η εναγομένη, αν και γνώριζε την αναλήθεια του περιεχομένου των ως άνω δύο μηνύσεων της, προέβη εν γνώσει της στην υποβολή αυτών, προκειμένου να προκαλέσει την ποινική του δίωξη, με αποτέλεσμα να θιγεί σημαντικά η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντα και να προσβληθεί η προσωπικότητα του σε μεγάλο βαθμό, όπως εκτίθεται και παρακάτω.
Η επιλεκτική και σκόπιμη αναφορά συγκεκριμένων μόνο φράσεων από τη μαρτυρική κατάθεση της Μ. Ν. και ο αυθαίρετος και ατεκμηρίωτος χαρακτηρισμός του ενάγοντα ως ηθικού αυτουργού σε ψευδορκία μάρτυρα και φυσικού αυτουργού σε απάτη επί δικαστηρίω, αποδεικνύουν σαφώς την κακή πίστη της εναγομένης κατά την υποβολή των κατά του ενάγοντος μηνύσεών της, η υποβολή των οποίων υπερέβαινε προφανώς το μέτρο της προσήκουσας υπερασπιστικής της γραμμής για τη διεξαγωγή της αστικής δίκης και είχε σαφή σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψη αυτού.
Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η προβληθείσα εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ένστασή της". Ακολούθως δε, το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσειούσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε αναγνωρισθεί, ότι η ίδια υπεχρεούτο να καταβάλει στον αντίδικό της, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσόν των 10.000 ευρώ.
Όμως δημιουργούνται πολλές αμφιβολίες ως προς το εάν το Εφετείο έλαβε υπ'όψιν τα προσκομισθέντα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι: α1)Το υπ'αριθ.2046/1992 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, β1)Το υπ'αριθ.2949/1992 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. γ1)Την υπ'αριθ.513/1993 απόφαση (σε Συμβούλιο) του Αρείου Πάγου.
δ1)Την με αριθμό 250/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτήν αναιρέθηκε η υπ'αριθ.6194/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί κατ'ουσίαν αγωγή της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου και είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα του υπ'αριθ..../28-6-1989 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Παπαχρήστου, με το οποίο αυτή επώλησε στην αναιρεσείουσα και στην θυγατέρα της ακίνητό της κείμενο στην περιοχή της Κηφισιάς, δεχθέν ότι οι αγοράστριες εξεμεταλεύθησαν την ανάγκη και την απειρία της πωλήτριας.
Μάλιστα, στην προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύεται δύο φορές η αναιρεθείσα απόφαση, την οποία το Εφετείο έλαβε υπόψιν κατά τρόπον αρνητικόν για την ήδη αναιρεσείουσα, ενώ ουδείς λόγος γίνεται για την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου και τις περιεχόμενες σε αυτήν σκέψεις. ε1)Την από 14 Μαΐου 2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το Εφετείο Αθηνών πραγματογνώμονος Σ.
Φ.. στ1)Τα με αριθμό 50242/2006 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ζ1)την κατάθεση του αναιρεσίβλητου στην υπ'αριθ.1526/1990 εισηγητική έκθεση. η1)Την από 4-11-1991 έκθεση ένορκης εξέτασης του Β. Σ. ενώπιον του 21ου τακτικού ανακριτή. θ1)Την από 13-11-1990 έκθεση ένορκης εξέτασης του Γ. Κ.. ι1)Την από 8-10-2010 βεβαίωση του χειρούργου οφθαλμιάτρου Α.
Μ.. ια1)Την από 17 Νοεμβρίου 2010 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της Dr Ε. Φ., καθόσον από τα έγγραφα αυτά προκύπτουν σοβαρά στοιχεία για την κατάσταση της υγείας της Λ. Π., για την οπτική οξύτητα και για την δυνατότητα αυτής να διαβάζει, να γράφει και να υπογράφει, για την πραγματική αξία του πωληθέντος από την ίδια ακινήτου, το οποίο κείται στην Κηφισιά και για την ύπαρξη ή μη δόλου στο πρόσωπο της αναιρεσειούσης εν σχέσει με τις υποβληθείσες από την ίδια μηνύσεις.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ'ΚΠολΔ και οι σχετικοί, με στοιχεία Α1 και οι τρίτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, ως και ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος και ο τρίτος πρόσθετοι λόγοι είναι βάσιμοι.
Ακολούθως, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.877/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες πεντακόσια (3500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ