Legislator Case Law & Legislation
630/2010 AI generated

Supreme Court overturns appeal court verdict on bus driver negligence due to insufficient reasoning regarding accident causation.

Case Number 630/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Athens Court of Appeal's decision regarding a traffic accident involving a bus and a car. The appellants argued the lower court failed to properly establish the bus driver's sole negligence and ignored the victim's potential contribution to the crash. The court found the lower court's reasoning contradictory and insufficient regarding the specific location of the collision and the required evasive maneuvers, leading to the annulment of the verdict.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a lower court decision when the reasoning regarding fault and causation in a traffic accident is contradictory, insufficient, or fails to logically connect the alleged negligence to the specific circumstances of the accident.

Keywords

AI generated
traffic accident negligence insufficient reasoning contradictory findings causation analysis annulment of verdict Code of Civil Procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) and (3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 630 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Λ.Κ.

Αριθμός 630/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Τσαμολιά και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καρατζά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 14/3/2006 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων η οποία κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αμαλιάδας και παραπέμφθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμό 71/2006 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, να συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4366/2007 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 6335/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/4/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 10/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 6-4-2009 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθ. 6335/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθ. 7830/9-7-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ..., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία του πιο πάνω πρώτου αναιρεσίβλητου Ψ1.

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος κι ο καθορισμός του ποσοστού συνυπαιτιότητας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο αριθμό, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6335/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 9-8-2005 περί ώρα 16.20' ο Ζ, γιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός του τρίτου τούτων, οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση από '... προς .... Το ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκίνητο ανήκε στην συνιδιοκτησία κατά 50% του προαναφερομένου οδηγού και του πρώτου ενάγοντος Χ1 και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.". Ταυτόχρονα ο εναγόμενος - ενάγων Ψ1 οδηγώντας το υπ' αρ.

αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο, στα οποία επέβαιναν τριάντα Γερμανοί τουρίστες, εκινείτο επί τη επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση από ... προς .... Το τελευταίο όχημα ανήκει στην ιδιοκτησία του ανωτέρω διαδίκου και ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ.". Στη διασταύρωση των πιο πάνω οδών τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του Ζ και την πρόκληση ζημιών στα οχήματα.

Οι ειδικότερες συνθήκες του ατυχήματος αυτού έχουν ως εξής: Τόσον η Επαρχιακή Οδός ... όσο και η όμοια ... είναι διπλής κατευθύνσεως με πλάτος οδοστρώματος 12,20 μέτρα η πρώτη και 14,20 μέτρα η δεύτερη. Η πρώτη είναι ευθεία και η δεύτερη καμπύλη. Έχουν δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση η καθεμία, χωρίς οριζόντια σήμανση των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες εμφανίζουν μεγάλη κυκλοφορία οχημάτων.

Ήταν ημέρα με καλές καιρικές συνθήκες. Επί της επαρχιακής οδού ... υπάρχουν δύο πινακίδες Ρ2 (STOP) και μια Ρ1 υποχρεωτικής παραχώρηση προτεραιότητας. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλ/τρα την ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής. Η σύγκρουση έγινε στο ρεύμα πορείας προς ... της οδού ... σε απόσταση 2,90 μ.

από το άκρον δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού. Οι συγκρουσθείσες επιφάνειες είναι ολόκληρη η αριστερή πλευρά από την εμπρόσθια κολόνα του παμπρίζ στο κάτω μέρος της μέχρι τον πίσω αριστερό τροχό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και η εμπρόσθια αριστερή πλευρά (γωνία) του Δ.Χ. λεωφορείου (βλ. την έκθεση αυτοψίας στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Α.Τ. ...

καθώς και την από 9-8-05 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των μηχανικών ... - ...). Από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού σοβαρών αποτελεσμάτων είναι ο θανατωθείς Ζ. Ειδικότερα ο ανωτέρω από αμέλεια του κινούμενος στην επαρχιακή οδό ...

και θέλοντας στη διασταύρωση της ρηθείσας οδού με την οδό ... σε σχήμα "Τ", να κατευθυνθεί με αριστερή στροφή προς ..., κατά παράβαση των αρ. 12 παρ. 1 και 3 παρ. 3 του ν. 2696/99 (ΚΟΚ) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και όταν έφθασε προ του ανωτέρω οδικού κόμβου δε συμμορφώθηκε με τις δύο ρυθμιστικές πινακίδες Ρ1, Ρ2 (STOP) που τον υποχρέωναν σε υποχρεωτική διακοπή της πορείας και υποχρεωτική παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα που εκινούντο επί της οδού ...

προς την οποία και αυτός κατευθυνόταν. Αντίθετα εκινείτο ανέλεγκτα έτσι χωρίς να ανακόψει την αυξημένη ταχύτητα του οχήματός του προχώρησε στην εν λόγω διασταύρωση και με αριστερή στροφή επιχείρησε να εισέλθει στο ρεύμα προς ... της επαρχιακής οδού .... Όταν, όμως, έφθασε στην αρχή του ρεύματος αυτού, το ανωτέρω λεωφορείο επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του (γωνία) επί της αριστερής πλευράς (εμπρόσθια κολώνα) του ΙΧΕ επιβατηγού αυτοκινήτου το οποίο στη συνέχεια εκτράπηκε της πορείας του δεξιά, προσέκρουσε με το οπίσθιο τμήμα του σε διαφημιστική πινακίδα του ...

και ακινητοποιήθηκε στο έρεισμα του οδοστρώματος πέφτοντας ταυτόχρονα σε περίφραξη παρακείμενης οικίας. Όμως, συνυπαίτιος κρίνεται και ο εναγόμενος οδηγός του τουριστικού λεωφορείου γιατί, από αμέλεια του και κατά παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή αλλά ανελέγκτως και απρόσεκτα παρότι εκινείτο προ του ανωτέρω ισόπεδου κόμβου με σημαντική κίνηση οχημάτων λόγω του θέρους, γεγονός το οποίο ο ίδιος γνώριζε λόγω της πραγματοποιήσεως συχνών δρομολογίων στο οδικό αυτό δίκτυο.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να αντιληφθεί καθυστερημένα την παράνομη είσοδο του ΙΧΕ αυτοκινήτου στη διασταύρωση όταν πλέον τα δύο οχήματα τα χώριζε ελάχιστη απόσταση και λόγω του αιφνιδιασμού του να προβεί στον απρόσφορο προς τα αριστερά ελιγμό όπου και το ΙΧΕ αυτοκίνητο κατευθυνόταν και έτσι τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν, όπως ανωτέρω αναφέρεται.

Αντίθετα, επιδεικνύοντας τη συμπεριφορά μέσου συνετού επαγγελματία οδηγού, όπως όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις αφού εκινείτο σε ευθεία οδό χωρίς περιορισμό της ορατότητας δεξιά του και οδηγούσε λεωφορείο που του παρείχε τη δυνατότητα εποπτείας του δρόμου, θα αντιλαμβανόταν από την αρχή την παράνομη κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην εν λόγω διασταύρωση, οπότε και με την ταχύτητα των 40 χ/τρων την ώρα που εκινείτο, θα μπορούσε χωρίς κίνδυνο των επιβατών του λεωφορείου να προβεί σε ορθό και πρόσφορο ελιγμό αποφυγής της συγκρούσεως, όπως πέδηση και ιδίως κίνηση προς τα δεξιά.

Κατόπιν αυτών κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων ως και κατ' ουσίαν βασίμου κατά ένα μέρος, το ποσοστό συνυπαιτιότης του θανόντος για την επέλευση του ατυχήματος και των εξ αυτού αποτελεσμάτων κρίνεται ότι ανέρχεται σε 80%. Για την ανωτέρω κρίση επισημαίνονται ιδιαίτερα εκ του όλου αποδεικτικού υλικού, η έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του Α.Τ. ...

και όσον αφορά την ταχύτητα του λεωφορείου κατά το χρόνο συγκρούσεως επιπλέον η από 10-8-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από το Α.Τ. ... πραγματογνώμονα ..., που αναφέρει, ότι η ταχύτητα του οχήματος κατά την ώρα που έγινε το ατύχημα ήταν με σαράντα (40) χιλιόμετρα την ώρα. Ο ταχογράφος είναι ηλεκτρονικός, βρέθηκε σφραγισμένος και η ώρα εξόδου του δίσκου από τον ταχογράφο είναι 17.05 της 9-8-2005.

Το ανωτέρω όχημα διέθετε σύστημα περιορισμένης ταχύτητας (Κόφτη) με ανώτατο όριο ταχύτητα τα εκατό (100) χιλ/τρα ανά ώρα και είναι σφραγισμένος λειτουργώντας κανονικά. Κατόπιν αυτών ο ισχυρισμός των εναγόντων - (οικείων του θανόντος) ότι η ταχύτητα του λεωφορείου κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ανώτερη των 80 χιλμ.

την ώρα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά δε τον έτερο ισχυρισμό των ίδιων διαδίκων, ότι το λεωφορείο, κατά το χρόνο του ατυχήματος εκινείτο στο αντίθετο (προς ...) ρεύμα πορείας της οδού ... και όχι σ' αυτό προς ... όπου και κατευθυνόταν, και η παράνομη αυτή κίνησή του συνετέλεσε στην πρόσκρουση αυτού επί του ΙΧΕ αυτοκινήτου του θανόντος το οποίο, κατά τον ίδιο ισχυρισμό, είχε εισέλθει και εκινείτο κανονικά στο ρεύμα αυτό προς ..., από την συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδιαίτερα του σχεδιαγράμματος που φέρει το σημείο συγκρούσεως 2,90 μ.

εντός του ρεύματος πορείας προς ... καθώς και των σημείων συγκρούσεως των οχημάτων που αναφέρονται πιο πάνω αποδεικνύεται ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο κατά το χρόνο της συγκρούσεως είχε φθάσει στο ύψος του ρεύματος προς ... και είχε αρχίσει να εισέρχεται σ' αυτό με το εμπρόσθιο τμήμα του και δεν είχε προλάβει να εισέλθει και να ευθυγραμμισθεί, ενώ το λεωφορείο εκινείτο εντός του ρεύματος πορείας του (προς ...), αλλά περί το μέσον του οδοστρώματος.

Όμως, ακόμη και αν καταλάμβανε και τμήμα του οδοστρώματος του άλλου ρεύματος πορείας ενόψει της ελλείψεως οριζόντιας σήμανσης, το ποσοστό υπαιτιότητας του θανόντος δεν αίρεται γιατί η τυχόν παράνομη κατά ένα μέρος κίνηση του λεωφορείου στο αντίθετο ρεύμα αφορούσε και επηρέαζε τα οχήματα που κινούνται αντιθέτως προς αυτό επί του ρεύματος αυτού της οδού προς ...

και όχι τον θανόντα ο οποίος δεν είχε προλάβει να εισέλθει και να κινηθεί κανονικά στο ανωτέρω ρεύμα και κινούμενος επί της άλλης καθέτου οδού ... λόγω της υπάρξεως δύο ρυθμιστικών πινακίδων STOP στην πορεία του, όφειλε να διακόψει την πορεία του και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που εκινούντο και στα δύο ρεύματα πορείας της οδού όπου κατευθυνόταν.

Με την από 14-3-2006 αγωγή ο ενάγων Ψ1 ζήτησε, πλην άλλων, να του επιδικαστεί ποσό 14.700 Ε ως διαφυγόν κέρδος του λόγω αδυναμίας του να εκμεταλλευτεί το ζημιωθέν τουριστικό λεωφορείο του επί 42 ημέρες (από 8-8-2005 έως 19-9-2005) που ευρίσκετο προς επισκευή και, έτσι αυτός αδυνατούσε να πραγματοποιήσει ημερήσιες εκδρομές όπως έπραττε μέχρι το χρόνο του ατυχήματος και κέρδιζε 350 Ε ημερησίως ποσό το οποίο με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να κερδίζει αν δεν συνέβαινε το ατύχημα.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ως προς το εν λόγω αίτημα περιέχει όλα τα αναγκαία κατ' άρθρα 297, 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 α στοιχεία για τη θεμελίωση του και κατόπιν αυτού είναι ορισμένη. Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα ίδια σχετικά με την συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων, δεν έσφαλε και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τις εφέσεις περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του εντός ή του άλλου οδηγού, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Έσφαλε, όμως, στην κρίση του ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος για την επέλευση του ατυχήματος και των εξ αυτού αποτελεσμάτων ανέρχεται σε 70% αντί του ορθού 80% όπως βάσιμα υποστηρίζεται με την έφεση των Ψ1 και ασφαλιστικής εταιρίας "VICTORIA ΑΑΕΖ". Ομοίως, έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου όπως βάσιμα υποστηρίζεται με την ίδια έφεση στην κρίση του ότι το αίτημα διαφυγόντος κέρδους του ενάγοντος Ψ1 είναι απορριπτέο ως αόριστο, ενώ τούτο είναι ορισμένο, Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση των ανωτέρω και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και ως προς τις δύο αγωγές.

Στη συνέχεια πρέπει να κρατηθούν οι υποθέσεις και να δικαστούν κατ' ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο κατ' άρθρον 535 του Κ.Πολ.Δ. Να απορριφθεί η έφεση των εναγόντων Χ1 κ.λ.π. και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (Κ.Πολ.Δ. 183, 176) όπως ορίζονται στο διατακτικό.

Ο Ζ κατά το ένδικο ατύχημα υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εγκεφαλική θλάση, εγκεφαλικό οίδημα, κάταγμα βάσεως, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, κάταγμα στέρνου, θλάση πνεύμονος και δεξιού πνευμοθώρακος με αμβλύ όργανο συνεπεία των οποίων όπως συνομολογείται στις 12-8-2005 επήλθε ο θάνατος του στο Γ.ΚΝ ... όπου νοσηλευόταν.

Ήταν 22 ετών, ασκούσε το επάγγελμα του ιδιωτικού υπαλλήλου και διέμενε μαζί με τους ενάγοντες γονείς και αδελφό του στα .... Με τους γονείς και τον αδελφό του διατηρούσε άριστες σχέσεις και στενούς ψυχικούς δεσμούς. Έτσι, όλοι, δοκίμασαν βαθύτατο πόνο και θλίψη από τον αιφνίδιο θάνατο του, γι' αυτό και όλοι δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατ' άρθρον 932 του ΑΚ, προς απάβλυνση της ψυχικής αυτής οδύνης καθενός.

Λαμβανομένων δε υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος του βαθμού πταίσματος του εναγομένου οδηγού αλλά και του θανόντος της ηλικίας του θανόντος, της ηλικίας και ευαισθησίας των εναγόντων και τέλος της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων κρίνεται ότι το εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικαστεί στους ενάγοντες ανέρχεται στο ποσό των 13.000 Ευρώ για κάθε ένα γονέα και 8.000 Ευρώ για το αδελφό του θανόντος".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ζήτημα της αποκλειστικής ή όχι υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, και της ύπαρξης ή όχι συντρέχουσας αμέλειας του θανατωθέντος οδηγού συγγενούς των αναιρεσειόντων στην επέλευση του ατυχήματος και στην έκταση των συνεπειών του, έτσι ώστε καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 330 εδ.β', 300 παρ. 1 εδ.

α', 297, 298 του Α.Κ. κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσης τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου με αιτιολογίες, ελλειπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς. Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο, ότι το συνολικό πλάτος της οδού .., επί της οποίας εκινείτο το υπ' αριθ.... ΙΧ λεωφορείο, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος είναι 12,20 μ., χωριζόμενο σε δύο ρεύματα πορείας, ένα προς τα ..., (κατεύθυνση προς την οποία εκινείτο το λεωφορείο) και ένα αντίθετο με κατεύθυνση προς τη ..., και επομένως το καθαρό πλάτος του κάθε ρεύματος πορείας ήταν 6,10μ.

Δέχεται, επίσης, ότι το σημείο της συγκρούσεως μεταξύ των δύο οχημάτων επί του οδοστρώματος της ίδιας οδού απείχε 2,90 μέτρα από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας με κατεύθυνση προς την ..., δηλαδή του αντίθετου ρεύματος πορείας προς τη κατεύθυνση που εκινείτο το λεωφορείο, (προς τα ...) και ότι για το λεωφορείο συγκρουσθέν ήταν το ακραίο αριστερό τμήμα (γωνία) του εμπρόσθιου μέρους τους.

Με τις πιο πάνω, όμως, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που, κατά το Εφετείο, προκύπτουν από το σχεδιάγραμμα της αστυνομικής αρχής, που επιλήφθηκε του ατυχήματος κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, το λεωφορείο, με το συνυπολογισμό και του συνολικού πλάτους του εμπρόσθιου τμήματός του, που δεν υπερέβαινε τα 2,50 μ.

βρισκόταν εξ ολοκλήρου μέσα στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού που εκινείτο και σε σχέση με την κατεύθυνση που ακολουθούσε, αφού η πορεία του, ήταν προς τα ... και αυτό βρισκόταν στο ρεύμα πορείας προς τη ... και απείχε το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, το οποίο συγκρούσθηκε με το άλλο αυτοκίνητο, 2,90 μέτρα από το προς το αριστερά του άκρο του ρεύματος πορείας (αντίθετου προς την κατεύθυνσή του) προς ....

Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, που προκύπτουν από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, στη συνέχεια το Εφετείο ενδοιαστικά και με την έννοια της επικουρικότητας, γιατί πρόκειται για παραδοχές στηριζόμενες σε διαφορετικές προϋποθέσεις κατά τόπο και έννομες συνέπειες, αλλά και τελείως αντιφατικά προς τις πιο πάνω διαπιστώσεις του σημείου συγκρούσεως, δέχεται (το Εφετείο) με δύο υποθετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, το λεωφορείο εκινείτο και μέσα στο ρεύμα πορείας του προς τα ..., και περί το μέσον του οδοστρώματος, και β) ότι ακόμα και αν καταλάμβανε ένα τμήμα του οδοστρώματος του άλλου ρεύματος πορείας, δεν αίρεται το ποσοστό υπαιτιότητας του θανόντος, γιατί η τυχόν παράνομη κατά ένα μέρος κίνηση του λεωφορείου στο αντίθετο ρεύμα επηρέαζε τα οχήματα που εκινούντο αντιθέτως με κατεύθυνση προς τη ..., και όχι τον θανόντα, που δεν είχε προλάβει να εισέλθει και να κινηθεί κανονικά στο ανωτέρω ρεύμα προς τη ....

Ενώ, όμως, το Εφετείο δέχθηκε τις, ως άνω, ενδοιαστικές παραδοχές, δεν διευκρίνισε ειδικότερα το εάν, με δεδομένο το σημείο της σύγκρουσης εξ ολοκλήρου με τις πιο πάνω συνθήκες μέσα στο ρεύμα της πορείας προς ..., δηλαδή το αντίθετο από εκείνο της πορείας του λεωφορείου, θα είχε σημειωθεί η επαφή των δυο οχημάτων, εάν το λεωφορείο ακολουθώντας την πορεία του προς τα ..., κατέχοντας μάλιστα το δεξιό του οδοστρώματος πλάτους 6,10 μέτρων, όπως είχε υποχρέωση από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 εδ.

β' και παρ. 3 εδ. β του ΚΟΚ, θα είχε συναντηθεί στην πορεία του με το ΙΧ αυτοκίνητο που τελικά συγκρούσθηκε, λαμβανομένου υπόψιν και του σημείου όπου τελικά συγκρούσθηκαν και τα δυο οχήματα, που βρίσκεται εξ ολοκλήρου στο ρεύμα της πορείας προς τη .... Εξ άλλου, το Εφετείο, ενώ δέχεται, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του λεωφορείου παρέλειψε από αμέλεια να προβεί σε ορθό και πρόσφορο ελιγμό αποφυγής της σύγκρουσης με κίνηση προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, παρέλειψε να συνεκτιμήσει, κατά την έρευνα της αιτιώδους συνάφειας της αμελούς αυτής συμπεριφοράς προς το επελθόν αποτέλεσμα, το εάν η σύγκρουση θα είχε τελικά αποφευχθεί με τις συνθήκες και τον τόπο που τελικά συνέβη στο αντίθετο ρεύμα της πορείας του λεωφορείου, εάν το λεωφορείο κινούμενο κανονικά, όπως είχε υποχρέωση στο δεξιό του ρεύματος πορείας που ακολουθούσε, κατά τα προαναφερθέντα, θα είχε πραγματοποιήσει και τον προαναφερθέντα προς τα δεξιά ελιγμό, όταν αντιλήφθηκε το ΙΧ αυτοκίνητο.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ενδοιαστικές ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για το ζήτημα της αποκλειστικής (αμελούς) υπαιτιότητας ή όχι του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του λεωφορείου και της ύπαρξης ή μη συντρέχουσας αμέλειας παράλληλα του θανατωθέντος οδηγού του ΙΧ αυτοκινήτου στην επέλευση του ατυχήματος, και ιδίως στην έκταση των συνεπειών του και ανεξάρτητα από τη διαγνωσθείσα σε μικρότερο βαθμό συνυπαιτιότητα του οδηγού του λεωφορείου, χωρίς στην προκειμένη περίπτωση, όπου το ατύχημα συνέβη σε δεδομένη κατά τόπο και χρόνο στιγμή, να δικαιολογείται η με επικουρικές ή διαζευκτικές αιτιολογίες αναζήτηση από το Εφετείο της υπαιτιότητας, όταν μάλιστα και οι δύο αιτιολογίες αντιφάσκουν παρά την επικουρικότητα τους αυτοτελώς η κάθε μία με την παραδοχή της ως προς το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων, που τοποθετείται εξ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα πορείας της κατευθύνσεως που ακολουθούσε το λεωφορείο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, όπως παραδεκτά με την παρούσα εισήγηση συμπληρώνεται κατ' άρθρο 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως. 'Αρα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ., όπως στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6335/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ