Legislator Case Law & Legislation
630/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against judgment regarding company revival and inheritance liability issues.

Case Number 630/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific financial documents and misapplied laws regarding company revival and inheritance liability. The court ruled that the First Instance Court correctly evaluated the evidence, including the disputed financial statements, and properly applied the relevant statutes on corporate validity and creditor rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1901, 1902, 1904, 1905, 1907 of the Civil Code; Articles 4, 35a of Law 2190/1920; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider a document is inadmissible if the document was already taken into account by the lower court in its factual assessment.

Keywords

AI generated
appeal dismissal company revival inheritance liability ex parte admission code of civil procedure financial statements corporate validity

Cited Legislation

AI generated
Articles 1901, 1902, 1904, 1905, 1907 of the Civil Code
Articles 4, 35a of Law 2190/1920
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 630 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 630/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ1, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρο και ανακάλεσε την από 7-11-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Της αναιρεσίβλητης: της ήδη διαγραφείσας από το μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΣΜΟΣ Ανώνυμη Εταιρεία Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ντέσκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2002 ανακοπή και τους από2-10-2003 και 5-11-2004 πρόσθετους λόγους των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2553/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 660/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 13-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1901, 1902, 1904, 1905 και 1907 ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος, μετά τη γενόμενη στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς δήλωση του περί αποδοχής της κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του για τα χρέη της κληρονομιάς, αλλά εξακολουθεί να ευθύνεται για αυτά, μόνο όμως έως το ενεργητικό της κληρονομιάς, δηλαδή μόνο με τα στοιχεία της κληρονομιάς και όσο αυτά επαρκούν (cum viribus hereditatis), χωρίς να ευθύνεται και με την ατομική του περιουσία, από την οποία η περιουσία του κληρονομουμένου έχει αποχωρισθεί και αποτελεί χωριστή ομάδα.

Ενδεχόμενη ανεπάρκεια της κληρονομικής περιουσίας προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των κληρονομικών δανειστών δεν επηρεάζει ούτε τη νομιμοποίηση των τελευταίων να ασκήσουν κατά του εξ απογραφής κληρονόμου αγωγή για την επιδίκαση των απαιτήσεων τους ούτε τη βασιμότητα της εν λόγω αγωγής (ΑΠ 1163/1981). Απλώς, έχει ως συνέπεια ότι για την ικανοποίηση των εν λόγω απαιτήσεων δεν επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική εκτέλεση επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου, αλλά μόνο επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το ίδιο ισχύει και επί αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής για απαιτήσεις κατά της κληρονομιάς. Ως εκ τούτου, η αποδοχή της κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής, αποκλείουσα μόνο την - με βάση τη διαταγή αυτή πληρωμής - επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως επί της ατομικής περιουσίας του εξ απογραφής κληρονόμου, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο ανακοπής προς ακύρωση της διαταγής πληρωμής.

Αν σ' αυτή (διαταγή πληρωμής) αναγράφεται ότι ο κληρονόμος του οφειλέτη είναι απλός και όχι εξ απογραφής, η σχετική αναγραφή, ως αφορώσα σε στοιχείο μη περιλαμβανόμενο στα υποχρεωτικά κατά νόμο στοιχεία της διαταγής πληρωμής (άρθρο 630 ΚΠολΔ), είναι πλεοναστική και άρα, μη ούσης δυνατής της δημιουργίας δεδικασμένου ή άλλης αιτίας απαραδέκτου (άρθρα 330, 933 § 3 και 935 ΚΠολΔ), ο ισχυρισμός του κληρονόμου περί αποδοχής της κληρονομιάς του οφειλέτη με το ευεργέτημα της απογραφής μπορεί να προταθεί (μόνο) ως λόγος ανακοπής κατά της - τυχόν επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου - επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως.

Εξάλλου, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 559 αρ. 1 και 11 γ' ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα είτε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν προς απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των αναφερόμενων πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Επί της από 10-7-2002 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας κατά των Χ1 χήρα Θ1, Χ2 και Φ1(αναιρεσείουσας) και με βάση -μεταξύ άλλων - τις ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών γενόμενες εκ μέρους των τριών τελευταίων (εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος στις 21- 6-2001 Θ1) έγγραφες δηλώσεις περί αποδοχής της εν λόγω κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής και την επ' αυτών (δηλώσεων) έγγραφη βεβαίωση του άνω Γραμματέα περί μη καταθέσεως απογραφής της κληρονομικής περιουσίας μέχρι τις 29-5-2002, εξεδόθη η 5205/2002 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι καθών διατάχθηκαν, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού οφειλέτη Θ1, να πληρώσουν στην αιτούσα τα ποσά των 220.102,71 και 214.876,77 ευρώ και η μεν Χ1 (χήρα του αποβιώσαντος) κατά ποσοστό 2/8, έκαστος δε των λοιπών (τέκνων του αποβιώσαντος) κατά ποσοστό 3/8.

Με τον πρώτο λόγο της από 8-10-2005 ανακοπής της, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την άνω περί απογραφής δήλωση της και την εκ μέρους του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Καρτσούνη εμπροσθέτως συνταγείσα ... πράξη απογραφής, κατά την οποία η αξία των στοιχείων της κληρονομιάς ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 2.246 ευρώ, ισχυρίζετο ότι, εξαιτίας ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, εκδοθείσα με βάση την δήθεν έκπτωση της από το ευεργέτημα της απογραφής, ήταν ακυρωτέα.

Με την επί της ανακοπής αυτής εκδοθείσα 2553/2005 απόφαση του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι, με την απογραφή, η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο επί των στοιχείων της κληρονομιάς και όχι επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου και ότι, κατά συνέπεια, ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής "είναι νομικά αλυσιτελής και δεν επιδρά επί του κύρους της διαταγής πληρωμής".

Επί σχετικής εφέσεως της αναιρεσείουσας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, δεχθέν ότι κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν είχε κατατεθεί στη γραμματεία του Πρωτοδικείου η πράξη της απογραφής της κληρονομιάς, έκρινε ότι εξαιτίας της μη καταθέσεως αυτής της πράξεως νομίμως εξεδόθη η διαταγή πληρωμής κατά της αναιρεσείουσας ως κληρονόμου του Θ1 και όχι ως κληρονόμου του με το ευεργέτημα της απογραφής και ότι, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της ανακοπής είναι αβάσιμος, ακολούθως δε, αφού αντικατέστησε τη σχετική αιτιολογία της πρωτόδικης αποφάσεως με την ανωτέρω αιτιολογία, απέρριψε ως αβάσιμο και τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεως.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτίθενται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, ο κρίσιμος λόγος της ανακοπής είναι νόμω αβάσιμος, διότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας γενόμενη αποδοχή της άνω κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής, έστω και αν έχει συνταχθεί εμπροθέσμως η σχετική περί απογραφής συμβολαιογραφική πράξη, δεν επηρέαζε τη νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατά της αναιρεσείουσας ούτε τη βασιμότητα της σχετικής αιτήσεως, παρά μόνο αποκλείει τη - βάσει της διαταγής πληρωμής - επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως επί της ατομικής περιουσίας της αναιρεσείουσας.

Ωστόσο, το Εφετείο Αθηνών ορθώς - αν και με την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως του - απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής και, άρα, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται συναφώς στο Εφετείο παραβίαση (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) των διατάξεων των άρθρων 1902, 1911 και 1912 ΑΚ, είναι αβάσιμος (βλ.

και άρθρο 578 ΚΠολΔ). Αβάσιμος είναι και δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της ως άνω περί απογραφής της κληρονομικής περιουσίας συμβολαιογραφικής πράξεως, την οποία η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί προς απόδειξη της εμπρόθεσμης συντάξεως της εν λόγω πράξεως.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, το γεγονός αυτό δεν ασκούσε καμία επιρροή στο κύρος της επίμαχης διαταγής πληρωμής.

ΕΠΕΙΔΗ το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, δέχθηκε τα εξής: Με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Παπαδοπούλου που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 971/14-7-1996 Φ.Ε.Κ., συστήθηκε μεταξύ του ήδη αποβιώσαντος Θ1 και των αδελφών του ... και ..., ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Αδελφοί Χαραλάμπους Α.Ε.", με έδρα το Πόρτο Χέλι Αργολίδος και σκοπό, μεταξύ άλλων, την αποπεράτωση και λειτουργία ξενοδοχείου στο Πόρτο Χέλι Αργολίδος, το οποίο συνεισέφερε στην εταιρεία ο Θ1.

Το έτος 1984 η έδρα της εταιρείας μεταφέρθηκε στην Αθήνα και η επωνυμία της μετατράπηκε σε "CΟSMOΤΕLS Α.Ε.". Το έτος 1978 οι αδελφοί του Θ1 μεταβίβασαν όλες τις μετοχές τους της πιο πάνω εταιρείας και ο Θ1 ένα μέρος των μετοχών του στον δικηγόρο ... και έτσι ο τελευταίος κατέστη μέτοχος της εταιρείας κατά ποσοστό 50%, του υπολοίπου 50% ανήκοντος στον Θ1.

Με την υπ' αριθμ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Κουρούπη- Βερβέρη, που με την υπ' αριθμ. Π.4537/1978 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αργολίδος δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 3201/15-12-1978 Φ.Ε.Κ. (Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε), συστήθηκε η εναγόμενη με έδρα το Πόρτο Χέλι Αργολίδος, με διάρκεια μέχρι τις 31-12-2030 και μετόχους τους ..., Μ2, ....

και .... Το έτος 1983 με τροποποίηση του καταστατικού της που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 998/13-5-1983 Φ.Ε.Κ. (Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης αυξήθηκε στο ποσό των 11.500.000 δρχ. Δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο ότι με την υπ' αριθμ. 86/18.1.1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος κατά τη διαδικασία της Εκουσίας δικαιοδοσίας, η καθ' ης κηρύχθηκε σε κατάσχεση πτωχεύσεως.

Με την υπ' αριθμ. 2100/1985 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, επικυρώθηκε ο μεταξύ αυτής και των πιστωτών της επιτευχθείς πτωχευτικός συμβιβασμός. Με την υπ' αριθμ. 1512/1-4-1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διορίστηκε νέα τριμελής προσωρινή διοίκηση της εταιρείας αποτελούμενη από τους ..., ...

και Θ1 με εντολή, αφού συγκροτηθεί σε σώμα, να συγκαλέσει μέσα σ' ένα χρόνο από τη δημοσίευση της αποφάσεως, τη Γενική Συνέλευση των μετόχων για εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου και να επιμεληθεί για τις επείγουσες υποθέσεις της καθ' ής. Η απόφαση αυτή της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν εξαφανίστηκε με άσκηση τριτανακοπής ή άλλου ενδίκου μέσου και συνεπώς εξακολουθεί να υφίσταται και να παράγει έννομες συνέπειες.

Η προσωρινή Διοίκηση της καθ' ης, συμμορφούμενη προς το διατακτικό της άνω αποφάσεως, με το από 1-4-1985 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της, αφού συγκροτήθηκε σε σώμα, εξέλεξε ομόφωνα ως Πρόεδρο, διευθύνοντα σύμβουλο και μοναδικό εκπρόσωπο της καθ' ης τον Θ1. Κατά τη γενική συνέλευση της 19-12-1985, κατά την οποία παραστάθηκαν όλοι οι μέτοχοι που εκπροσωπούσαν το 100% του εκ δραχμών 11.500.000 καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, αποφασίσθηκε ομόφωνα η αναβίωση της καθ' ης και η εκλογή νέου τριμελούς διοικητικού της συμβουλίου.

Το ότι όμως η αναβίωσή της δεν εγκρίθηκε από τον αρμόδιο Νομάρχη, αυτό συνιστά παραβίαση του τύπου της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως και να εκ τούτου λόγο ακυρότητας αυτής και όχι ανυποστάτου, έπρεπε δε να προσβληθεί αυτοτελώς με αγωγή από οποιονδήποτε είχε έννομο συμφέρον εντός της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 35α παρ. 2 του Ν. 2190/1920 για να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της αποφάσεως.

Μη προσβληθείσης της αποφάσεως για το συγκεκριμένο αυτό λόγο, η απόφαση εξακολουθεί να ισχύει και να παράγει έννομες συνέπειες για την εταιρεία. Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι, κατόπιν αιτήσεως του μετόχου της καθ' ης Μ1, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4165/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η καθ' ης εστερείτο νομίμου αιρετής διοικήσεως, διορίστηκε τριμελής προσωρινή διοίκηση αυτής αποτελούμενη από τους 'Μ1, ...

και Π1. Στη συνέχεια, με την από 7-12-2001 αίτηση του Μ2, στην οποία εξέθετε ότι τα τρία διορισθέντα ως άνω μέλη του προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης δεν ανέλαβαν τα καθήκοντα τους, διότι απεβίωσε στις 17-6-2001 το μέλος του Μ1 και εστερείτο παντελώς διοικήσεως, εκδόθηκε στις 29-1-2002 η υπ' αριθμ. 796/29-1-2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε και πάλι ότι η καθ' ης εστερείτο νόμιμης αιρετής διοικήσεως, διορίσθηκε τριμελής προσωρινή διοίκηση αυτής αποτελούμενη από τους ...., ...

και Π1, προκειμένου να συγκαλέσει γενική συνέλευση των μετόχων της καθ' ης μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, για να εκλεγεί νέα διοίκησή της και η οποία συνέλευση πράγματι συγκλήθηκε στις 26-2-2002. Η αίτηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης Διαταγής Πληρωμής υποβλήθηκε στις 15-7-2002, καθ' ον χρόνο δηλαδή η καθ' ης η ανακοπή είχε νόμιμη διοίκηση.

Συνεπώς, προκύπτει ότι η αιτήσασα την έκδοση της προσβαλλόμενης Διαταγής Πληρωμής εταιρεία είχε, κατά το χρόνο της υποβολής της αιτήσεως, ικανότητα προς παράσταση στο Δικαστήριο και ενομιμοποιείτο ενεργητικώς να ζητήσει την έκδοσή της, εκπροσωπούμενη νομίμως από το διορισθέν, με την υπ' αριθμ. 796/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διοικητικό συμβούλιο.

Με τις εκτεθείσες διαπιστώσεις του, το Εφετείο ορθώς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 και 35α του Ν.2190/1920 ερμήνευσε και εφήρμοσε, δεχθέν αφενός ότι η αναβίωση της εταιρείας με απόφαση της γενικής συνέλευσης χωρίς την έγκριση του Νομάρχη δεν συνεπάγεται ανυπόστατο αυτής αλλά ακυρότητα, η οποία θεραπεύθηκε λόγω μη προσβολής αυτής εντός τη από το άρθρο 35α παρ. 2 του Ν.2190/1920 οριζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας και αφετέρου ότι η αιτήσασα την έκδοση διαταγής πληρωμής εταιρεία είχε ικανότητα προς παράσταση στο Δικαστήριο και νομιμοποιείτο ενεργητικώς να ζητήσει την έκδοσή της, νομίμως εκπροσωπουμένη από το διορισθέν με την 796/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διοικητικό συμβούλιο.

Επομένως ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ το Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό και προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν απομένει αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τους αναφερόμενους στον 4ο λόγο του αναιρετηρίου Ισολογισμούς των ετών 1998 και 1999 της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τους οποίους μάλιστα και ρητώς αναφέρει.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ του αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ η εξώδικος ομολογία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, η δε κρίση του περί του ότι προκύπτει από τα επικληθέντα και προσκομισθέντα υπό διαδίκου έγγραφα εξώδικος ομολογία, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ δεν είναι βάσιμος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το έγγραφο από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία (ΑΠ 851/2007).

Εν προκειμένω με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., απορρέοντα τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου και κατά το δεύτερο μέρος του καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, που προέκυπτε από τους Ισολογισμούς της των ετών 1998 και 1999, περί καταβολής του επίδικου ποσού της διαταγής πληρωμής από τον κληρονομούμενο Θ1. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, οι εν λόγω ισολογισμοί ήταν μεταξύ των εγγράφων που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου (άρθρα 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-07 αίτηση, της ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 660/07 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Και Συμψηφίζει όλα τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ