Supreme Court remands labor dispute case to lower court after finding procedural errors in collective agreement application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor dispute judgment involving Olympic Airways. The court found that the lower court failed to verify specific statutory prerequisites for collective agreements to take effect before applying them to the case. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2(2), 20(1), 21(4) of Law 3239/1955 and Article 8 of Law 189/1969; The lower court must explicitly verify the fulfillment of formal requirements for collective agreements before applying them substantively, otherwise the application is void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 630 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 630/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ......, 2) ......., 3) ......., 4) ........ και 5) ........ Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1655/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 8297/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 19-12-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ..... και .... της ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ....., ... της .... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ....., .... και .... της .... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, αντίστοιχα, και τις κάτω από τις 4η και 5η από αυτές αφενός από .....
έγγραφες αποδείξεις των αξιωματικών υπηρεσίας των Αστυνομικών Τμημάτων Αγ. Παρασκευής και Β' Πειραιά, αντιστοίχως, και αφετέρου υπό την ίδια χρονολογία έγγραφες βεβαιώσεις του πιο πάνω δικαστικού επιμελητή ........, που έχουν προσυπογραφεί από τον αρμόδιο ταχυδρομικό υπάλληλο, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 9-1-2007 νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε σε κάθε μία από τις αναιρεσίβλητες, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση.
Κατά την τελευταία δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω τελευταία νόμιμη μετά από αναβολή δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 575 και 226 παρ.4 εδ.
β' και γ' του ίδιου Κώδικα, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.
2.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες η δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μονή της τις προαναφερόμενες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιστάσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Εξάλλου, όταν η ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητες προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα, με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, με βάση τις οποίες εξακολούθησαν να εργάζονται σ' αυτήν ως διοικητικές υπάλληλοι, στις 20-1 -1977, 15-5-1989, 10-6-1978, 12-8-1985 και 22-3-1978, αντίστοιχα, και είναι έγγαμες, με τα ακόλουθα τέκνα, γεννημένα στις αντίστοιχες παρακάτω χρονολογίες:
Η πρώτη δύο, στις 30-11-1985 και στις 26-6-1987, η δεύτερη ένα στις 7-4-1998, η τρίτη ένα στις 16-11-1998, η τέταρτη δύο στις 25-8-1988 και 18-1-1992 και η πέμπτη ένα στις 22-3-1978, το οποίο σπουδάζει στο πανεπιστήμιο του DERΒΥ στη Μ. Βρετανία. Οι αναιρεσίβλητες, μέλη όλες του επαγγελματικού, σωματείου "......... (Ε. Ε, Α .Ε. )", γνωστοποίησαν έγκαιρα στην αναιρεσείουσα τις παραπάνω οικογενειακές τους περιστάσεις.
Η τελευταία αρνείται να τους χορηγήσει το επίδομα τέκνων με την αιτιολογία ότι το λαμβάνουν οι εργαζόμενοι σύζυγοί τους. Ειδικότερα, αναφορικά με την ένσταση της αναιρεσείουσας για το ότι το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση του με την ένδικη αγωγή των τελευταίων ζητούμενου επιδόματος τέκνων είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος, η οποία ένσταση είχε προταθεί πρωτόδικους και επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1655/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε, όπως εκτιμάται, τα εξής:
Μόνη η αδράνεια των αναιρεσιβλήτων για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του ως άνω δικαιώματος κάθε μιας από τις αναιρεσίβλητες, ακόμη και αν δημιούργησε στην αναιρεσείουσα υπόχρεη την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί, ενόψει του ότι απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστατικών, μεταξύ των οποίων και η συμπεριφορά των δικαιούχων αναιρεσιβλήτων, εξαιτίας των οποίων διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε τέτοια πραγματική κατάσταση, ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος να μην μπορεί να δικαιολογηθεί, ως εξερχόμενη προφανώς από τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ενώ τέτοια συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων δεν αποδείχθηκε.
Όπως επίσης δεν αποδείχθηκε το ύψος των επικληθεισών από την αναιρεσείουσα επαχθών οικονομικών συνεπειών από την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής, δεδομένου ότι δεν προέκυψε αναλυτικά το ύψος της αναμενόμενης επιβαρύνσεως της αναιρεσείουσας από την ευδοκίμηση της εν λόγω αγωγής και των άλλων όμοιων αγωγών που θα ασκηθούν από υπαλλήλους αυτής (αναιρεσείουσας), οι οποίοι βρίσκονται στην ίδια νομική και πραγματική σχέση με εκείνη των αναιρεσιβλήτων, ενώ η αναιρεσείουσα "περιορίζεται μονό στην επίκληση του ποσού αυτής (επιβάρυνσης), κατά τρόπο γενικό και ατεκμηρίωτο", χωρίς να αποδεικνύεται η έκταση και τα αίτια της δυσμενούς εξελίξεως των οικονομικών της αναιρεσείουσας και τα οποία συναρτούν την πιο πάνω δυσμενή εξέλιξη και την περιέλευση αυτής σε καθεστώς εξυγιάνσεως με την προηγούμενη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και των άλλων εργαζόμενων συναδέλφων τους, που αναφέρεται ότι άσκησαν όμοιες αγωγές, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν πράγματι υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ της προηγούμενης συμπεριφοράς αυτών και της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας ή αν η κατάσταση αυτή οφείλεται σε άλλες αιτίες, άσχετες με τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και των συναδέλφων τους, οπότε, στη δεύτερη περίπτωση, δεν είναι επιτρεπτό στην αναιρεσείουσα να επικαλεστεί την κακή οικονομική της κατάσταση και τον κίνδυνο διαταράξεως του εξυγιαντικού της προγράμματος, για την απόκρουση των σχετικών δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων και του λοιπού προσωπικού της.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε ότι η σχετική από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας για το ότι η εκ μέρους κάθε μιας από τις αναιρεσίβλητες με την ένδικη αγωγή αυτών άσκηση του δικαιώματος αυτής για καταβολή επιδόματος τέκνου για το καθοριζόμενο χρονικό διάστημα ήταν ουσιαστικά αβάσιμη και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της ως άνω εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας πρωτοδίκης αποφάσεως, με τον οποίο λόγο αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη της εν λόγω ενστάσεώς της.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 231 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τα όσα δέχτηκε το Εφετείο, η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων που προηγήθηκε της ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος κάθε μιας από αυτές, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μπορούσαν πράγματι να δημιουργήσουν στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσείουσας εταιρείας την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μάλιστα, η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις από την ευδοκίμηση των λοιπών παρόμοιων αγωγών που ήδη έχουν ασκηθεί ή πρόκειται να ασκηθούν θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της αναιρεσείουσας και να προκληθεί σ' αυτήν, ενόψει της οπωσδήποτέ αναφερομένης πολύ κακής οικονομικής της καταστάσεως, πολύ μεγάλη ζημία και ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγιάνσεώς της, με περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της (βλ.σχ.
ΑΠ 223/2007,1169,1031,1032,1029/2006). Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα μερικότερα πραγματικά περιστατικά, τα οποία η αναιρεσείουσα επίσης είχε προτείνει για τη στήριξη της ως άνω ενστάσεως της για κατάχρηση δικαιώματος :
α) Ότι οι αναιρεσίβλητες, αν και λάμβαναν γνώση κάθε μήνα της αναγραφομένης σε κάθε απόδειξη πληρωμής δηλώσεως-προσκλήσεως της αναιρεσείουσας να υποβάλουν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους για το ύψος των αναγραφομένων αναλυτικά στις αποδείξεις αυτές αποδοχών τους μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήψη των αποδείξεων, γιατί διαφορετικά η αναιρεσείουσα θα θεωρούσε ότι συμφωνούν με τη μηνιαία εκκαθάριση των αποδοχών τους, εν τούτοις δεν διατύπωσαν ποτέ καμία αντίρρηση μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσείουσας εταιρείας η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα για επιδίκαση επιδόματος τέκνων, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν τα αντικειμενικά κριτήρια που ορίζονται με το άρθρο 281 του ΑΚ.
Και β) ότι από την ενδεχόμενη αναδρομική επιδίκαση του ως άνω επιδόματος τέκνων σε όλο το θήλυ προσωπικό της αναιρεσείουσας εταιρείας θα δημιουργηθούν ανυπέρβλητα προβλήματα σχέσεων της τελευταίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και έτσι θα ακυρωθεί η με το άρθρο 1 του ν.2271/1994 επελθούσα διαγραφή των χρεών αυτής (αναιρεσείουσας) και ανάληψη αυτών από τον Μέτοχο (Ελληνικό Δημόσιο), τα οποία χρέη θα βαρύνουν πλέον την αναιρεσείουσα, με συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, συνολικώς εκτιμώμενα μαζί με τα λοιπά πραγματικά περιστατικά, που επίσης είχαν προταθεί για τη στήριξη της προαναφερομένης ενστάσεως της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος αυτών για επιδίκαση επιδόματος τέκνων, μπορούσαν να προσδώσουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο εν λόγω αγωγικό δικαίωμα και επομένως αποτελούσαν "πράγματα", που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των αμέσως πιο πάνω υπό τα στοιχεία α' και β' ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.- 3. -Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.
Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με την εφαρμογή κανόνα που δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ή τη μη εφαρμογή κανόνα που έπρεπε να εφαρμοστεί ή την εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα που εφαρμόστηκε, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Το σφάλμα που θεμελιώνει το λόγο αυτόν μπορεί να συνίσταται και στην εφαρμογή ανίσχυρου κανόνα δικαίου.
Δεν ιδρύεται όμως ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διαλαμβάνει στην απόφαση του τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων, που απαιτούνται για να τεθεί σε ισχύ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο εφάρμοσε. Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμιμο της αγωγής δεν αξίωσε τη μνεία σ' αυτήν της συνδρομής των τυπικών προϋποθέσεων, που απαιτούνται για να τεθεί σε ισχύ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο εφάρμοσε.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από την προαναφερόμενη διάταξη, με τον οποίο -χωρίς να γίνεται επίκληση κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση οι σχετικές προϋποθέσεις-προβάλλεται ότι το Εφετείο, για την κρίση του ως προς το νόμιμο της αγωγής, αρκέστηκε στη μνεία σ' αυτήν των ειδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, τις οποίες εφάρμοσε χωρίς να αξιώσει την αναφορά στην αγωγή -και χωρίς να διαλάβει το ίδιο στην προσβαλλόμενη απόφαση του- ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2 παρ. 2, 20 παρ. 1 και 21 παρ. 4 του ν. 3239/1955 και 8 του ν.δ. 189/1969, που ήταν αναγκαίες για να τεθούν σε ισχύ οι συλλογικές αυτές συμβάσεις εργασίας και ειδικότερα η δημοσίευση αυτών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και η κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη αυτών κλήση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών για να παραστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε, με την εφαρμογή τους, τις διατάξεις του κεφαλαίου 9 του β.δ. 744/1970, το οποίο αφορούσε αποκλειστικά το ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβέρνησης. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για την κρίση του ότι οι αναιρεσίβλητες δικαιούνταν το προαναφερόμενο επίδομα στηρίχθηκε στις από ....
και .... ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και του σωματείου ".........." και ως εκ περισσού διέλαβε ως εφαρμοστέες και τις διατάξεις του κεφαλαίου 9 του β.δ. 744/1970. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, αφού το προαναφερόμενο συμπέρασμα του Εφετείου στηρίζεται επαρκώς στις προαναφερόμενες ΣΣΕ.
4. -Επειδή κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων πρώτου και δευτέρου λόγων αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους λόγους αυτούς αναιρέσεως και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση αυτή, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την εν λόγω αναιρούμενη απόφαση.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.8297/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρω.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ