Legislator Case Law & Legislation
62/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding statute of limitations and evidence evaluation.

Case Number 62/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's judgment regarding unpaid labor claims. The appellants argued that the statute of limitations was interrupted by payment orders and that the lower court erred in evaluating evidence, but the Court ruled these were not legal grounds for appeal. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the appellants attempted to re-evaluate facts and evidence, which falls outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review factual findings or evidence assessment by the appellate court, and arguments based on such re-evaluation are inadmissible.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation payment orders appellate review evidence evaluation inadmissible appeal procedural grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180(1) of the Code of Civil Procedure
Article 480 of the Civil Code
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 28(5) of Law 2579/1998
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/8.12.1992

Cited Case Law

AI generated
134423/8.12.1992
και την 134423/8.12.1992 (ΦΕΚ Β.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 62 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 62/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Β. του Γ., κατοίκου ..., 2)Π. Ν. του Κ., κατοίκου …, 3)Δ. Ν. του Σ., κατοίκου …, 4)Ν. Θ. του Δ., κατοίκου …, 5)Α. Κ. του Φ., κατοίκου …, και 6)Δ. Κ. του Α., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Τρικούκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Παπίδα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2734/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 11387/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/1/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1)Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 22.1.2018 [Γ.Α.Κ. 1705 / Ε.Α.Κ. 330 / 23.1.2018 Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης] αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων (1).- Ι. Β., (2).- Π. Ν., (3).- Δ. Ν., (4).- Ν. Θ., (5).- Α. Κ. και (6).- Δ. Κ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών. Προσβάλλεται δε, η 11387/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, την 12.7.2017, αντιμωλία των διαδίκων επί της 17.6.2015 εφέσεως του εκκαλούντος - ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά των εφεσιβλήτων ήδη αναιρεσειόντων.

Εκκαλούμενη ήταν η 2734/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, την 28.4.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 14.7.2014 καταψηφιστικής αγωγής των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου. Με την 2734/2015 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, που αφορά χρηματικές απαιτήσεις των εναγόντων από παροχή εξηρτημένης εργασίας, κρίθηκε νόμιμη και μερικώς βάσιμη στην ουσία, κατά την κύρια βάση (παρανομία των οργάνων του εναγομένου, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί), ενώ δεν ερευνήθηκε η επικουρική βάση (από τη σύμβαση εργασίας υπερημερία του εργοδότη εναγομένου, ως προς την αποδοχή της εργασίας των εναγόντων).

Με την 11387/2017 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 2734/2015 πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, η υπόθεση κρατήθηκε και η αγωγή, κατά τις πιο πάνω βάσεις της (κύρια και επικουρική) απορρίφθηκε, ως αβάσιμη στην ουσία, συνεπεία παραγραφής των επιδίκων απαιτήσεων των εναγόντων.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 23.1.2018, νομίμως και εμπροθέσμως στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών από την δημοσίευσή της την 12.7.2017, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 11387/2017 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.

Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού (όπως εκτιμάται) λόγου της [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 147 παρ.2, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ, 5, 6, 11, Ι0, 1 παρ.1 κδ. της 26.6./10.7.1944 (ΦΕΚ Α. 139)].

2) Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ ή από το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ.

Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ’ όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Εξ άλλου, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ- Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο.

Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στα άρθρα 559 ή 560 ΚΠολΔ και δεν εισάγει ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Εννοιολογικώς, το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ταυτίζεται με το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή, αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλ. αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 495 παρ. 1, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠολ. 28/1998, ΑΠ 780/2019).

Περαιτέρω, το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως 'πράγματα' θεωρούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Συνεπώς δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη απάντησης σε ισχυρισμό μη νόμιμο και ως εκ τούτου μη ουσιώδη, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004). Οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως αποτελούν 'πράγματα', όταν έχουν αυτοτέλεια, δηλ. όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών.

Έτσι, τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ στοιχειοθετεί και η παραδοχή ενστάσεως, που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν η ένσταση μπορούσε να ληφθεί υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, αυτεπαγγέλτως (ΑΠ ολ. 11/2003). 'Πράγματα', υπό την ως άνω έννοια, δεν είναι τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, δηλ.

οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια ή οι κρίσεις των διαδίκων, κατά την αξιολόγηση από αυτούς των αποδεικτικών στοιχείων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 261/2016). 3) Τα άρθρα 90, 91, 93 και 94 ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α. 247/27.11.1995), τα οποία ίσχυσαν από 1.1.1996 μέχρι 1.1.2015 [άρθρα 119 ν. 2362/1995, 177 παρ.1 εδ. (α) πΙ 183 παρ.1 ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α. 143/28.6.2014)], ως εκ του χρόνου που αφορούν οι ένδικες αξιώσεις, ορίζουν (και) τα εξής: "(1).- Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφ' όσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. (3).- Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεως, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της. (6).- Χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, που έχει αναγνωρισθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία, που προβλέπεται από τη νομοθεσία περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή που έχει βεβαιωθεί, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή για την οποία έχει εκδοθεί τίτλος πληρωμής, υπόκειται σε παραγραφή πέντε ετών, που αρχίζει από την αναγνώριση ή την τελεσιδικία ή την έκδοση του τίτλου πληρωμής, αντίστοιχα" [άρθρο 90 παράγραφοι 1, 3 και 6]. "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος (ν. 2362/1995), η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής" [άρθρο 91 εδ. (α)]. "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: (β).- Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία, που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.

Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία (ημερομηνία) υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. (ε).- Με την έκδοση τίτλου πληρωμής. Η ολική ή η μερική συμψηφιστική εξόφληση δεν διακόπτει την παραγραφή" [άρθρο 93 περιπτώσεις (β) και (ε)].

Η παραγραφή λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο" [άρθρο 94 παρ.3]. Από το συνδυασμό των προηγουμένων διατάξεων προκύπτουν (και) τα ακόλουθα: Δια του άρθρου 90 παρ.3 ν. 2362/1995, ρυθμίζεται, ειδικώς, το θέμα του χρόνου (διετία) της παραγραφής των ενοχικών αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές των υπαλλήλων ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται, ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής, η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως ενώ, δια των άρθρων 90 παρ.1 και 91 εδ. (α) ν. 2362/1995, ρυθμίζεται, γενικώς, το θέμα του χρόνου (πενταετία) της παραγραφής ενοχικής αξιώσεως κατά του Δημοσίου και ορίζεται ότι αυτή η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Την υπέρ του Δημοσίου συμπληρωμένη παραγραφή, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ' όψη, κατά το άρθρο 94 παρ. 3 ν. 2362/1995, αυτεπαγγέλτως, αντίθετα, τη διακοπή της παραγραφής, που συνιστά αντένσταση, πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος, που αποκρούει την παραγραφή και δεν δύναται το δικαστήριο της ουσίας να λάβει υπ' όψη αυτή (διακοπή της παραγραφής), αυτεπαγγέλτως [άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ, 277 ΑΚ].

Η διακοπή της παραγραφής συντελείται, κατά το άρθρο 93 περιπτώσεις (β) και (ε) ν. 2362/1995, με την υποβολή έγγραφης αιτήσεως στην αρμόδια δημόσια Αρχή για την πληρωμή της απαιτήσεως και με την έκδοση τίτλου πληρωμής, αντιστοίχως. Στην περίπτωση υποβολής έγγραφης αιτήσεως, εάν η διοίκηση παραλείψει να απαντήσει, η νέα ισόχρονη παραγραφή αρχίζει [άρθρα 240, 241, 242, 243 παρ.2 ΑΚ] μετά την πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως (ΑΠ ολ. 11/2003, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 879/2017).

4) Με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, όπως εκτιμάται, περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε, ως εφετείο, στην 11387/2017 οριστική του απόφαση και κατά τις παραδοχές της, όπως πλήρως εκτίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως, (i).- τα άρθρα 93 εδ. (ε) και 90 παρ.6 ν. 2362/1995, τα οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και (ii).- το άρθρο 93 εδ. (β) ν. 2362/1995, το οποίο εσφαλμένως εφάρμοσε.

5) O λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, κατά τις πιο πάνω μερικότερες αιτιάσεις του, και, από την 11387/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ως εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω ουσιώδη: "Οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες) υπηρετούσαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, το οποίο υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η πρώτη ως εργατοφύλακας, ο δεύτερος ως νυκτοφύλακας, η τρίτη ως καθαρίστρια, ο τέταρτος ως νυκτοφύλακας, η πέμπτη ως εργατοφύλακας και η έκτη ως εργατοφύλακας, με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.

Την 23.12.2009, οι πέντε πρώτοι εφεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του εκκαλούντος (εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 243250/18431/2009 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσαν (α).- να αναγνωρισθεί, προσωρινά ότι οι συμβάσεις εργασίας, που είχαν συνάψει με αυτό (εκκαλούν) ήταν αορίστου χρόνου και (β).- να υποχρεωθεί αυτό, προσωρινά, να αποδέχεται την εργασία τους, καταβάλλοντας, σε αυτούς, τον αντίστοιχο μισθό.

Ζητούσαν, επίσης, να εκδοθεί, σε βάρος του εκκαλούντος, προσωρινή διαταγή, με περιεχόμενο να αποδέχεται αυτό, προσωρινά, την εργασία των εφεσίβλητων έως την έκδοση απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων καθώς και να καταβάλει, σε αυτούς, τον αντίστοιχο μισθό. Την 23.12.2009, το παραπάνω Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινή διαταγή, σε βάρος του εκκαλούντος, με την οποία υποχρεωνόταν το τελευταίο να αποδέχεται, προσωρινά, την εργασία των προαναφερομένων εφεσίβλητων, καταβάλλοντας, σε αυτούς, τις νόμιμες αποδοχές τους.

Επίσης, η έκτη εφεσίβλητη, την 11.12.2009, άσκησε, ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου και κατά του εκκαλούντος, την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 232140/17527/ 2009 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, με τα ίδια ως άνω αιτήματα, παράλληλα δε, ζητούσε να εκδοθεί, σε βάρος αυτού (εκκαλούντος), προσωρινή διαταγή, με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο.

Την 11.12.2009, το παραπάνω Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινή διαταγή, σε βάρος του εκκαλούντος, με την οποία υποχρεωνόταν το τελευταίο να αποδέχεται, προσωρινά, την εργασία της έκτης εφεσίβλητης, καταβάλλοντας, σε αυτήν, τις νόμιμες αποδοχές. Η ισχύς των προαναφερομένων προσωρινών διαταγών παρατάθηκε έως την μετ' αναβολή δικάσιμο για τη συζήτηση των πιο πάνω αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, ήτοι έως την 13.5.2010 και 28.6.2010, αντίστοιχα.

Την επομένη έκδοσης των προαναφερομένων προσωρινών διαταγών και σε εκτέλεση αυτών, οι εφεσίβλητοι προσήλθαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης ώστε να παρέχουν την εργασία τους σε αυτό, πλην όμως, η νόμιμος εκπρόσωπος του δεν αποδέχθηκε την εργασία τους, όπως, επίσης, δεν την αποδέχθηκε και στο επόμενο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τα παρακάτω αναφερόμενα.

Η συμπεριφορά αυτή της Προϊσταμένης της προαναφερόμενης Υπηρεσίας ήταν παράνομη, διότι αντίκειται στη διαταγή, που είχε εκδώσει ο Δικαστής του παραπάνω Δικαστηρίου, δεν αίρεται δε, ο παράνομος χαρακτήρας της από το γεγονός ότι αυτή ανέμενε οδηγίες από την αρμόδια νομική Υπηρεσία του εκκαλούντος, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ευθύνη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 71 εδ. (α) ΑΚ, 105 ΕισΝΑΚ και 232Α ΠΚ.

Στη συνέχεια, έχοντας ήδη λυθεί το θέμα, αναφορικά με την απασχόληση των εφεσίβλητων, με την παροχή της σχετικής έγκρισης από την αρμόδια Υπηρεσία, αυτοί προσήλθαν προς ανάληψη των καθηκόντων τους στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, την 2.7.2010. Ωστόσο, την 16.7.2010, το εκκαλούν έπαυσε να αποδέχεται την εργασία των πέντε πρώτων εφεσίβλητων, διότι η ως άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που είχαν ασκήσει, απορρίφθηκε, με την υπ' αριθμ. 5207/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ η έκτη εφεσίβλητη συνέχισε να προσφέρει την εργασία της στο εκκαλούν.

Περαιτέρω, οι εφεσίβλητοι, κατά το χρονικό διάστημα, που έπρεπε να απασχολούνται από το εκκαλούν, δυνάμει των ανωτέρω προσωρινών διαταγών, έπρεπε να λαμβάνουν και τις νόμιμες αποδοχές για την παροχή της εργασίας τους, τις οποίες, όμως, δεν έλαβαν διότι αφ' ενός μεν, ως προς τους πέντε πρώτους εφεσίβλητους, δεν εγκρίθηκε η πληρωμή τους από την 26η Διεύθυνση Συντονισμού και Ελέγχου Εφαρμογής Δημοσιολογιστικών Διατάξεων (Τμήμα Α') του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αφ' ετέρου δε, ως προς την έκτη εφεσίβλητη, δεν εγκρίθηκε η δαπάνη για την πληρωμή της, με την υπ' αριθμ. 66/28.12.2012 Πράξη του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Ωστόσο, οι απαιτήσεις των εφεσίβλητων για το χρονικό διάστημα από 23.12.2009 έως 2.7.2010, αναφορικά με τους πέντε πρώτους και από 11.12.2009 έως 2.7.2010, αναφορικά με την έκτη εξ αυτών και οι οποίες ανέρχονται στα ποσά των 8.600 ευρώ για την πρώτη, 9.000 ευρώ για τον δεύτερο, 7.000 ευρώ για την τρίτη, 9.500 ευρώ για την τέταρτη, 9.000 ευρώ για την πέμπτη και 9.800 ευρώ για την έκτη, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 ν. 2362/1995 για τους ακόλουθους λόγους:

Η παραγραφή των απαιτήσεων των εφεσίβλητων άρχισε, εν μέρει, από την 1.1.2010, αναφορικά με την αξίωσή τους για την καταβολή μέρους του μισθού του Δεκεμβρίου του 2009 και, από την 1.1.2011, για τις αξιώσεις καταβολής αυτού, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2010 έως τον Ιούνιο 2010. Από τα έγγραφα, που προσκομίζουν οι διάδικοι, δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν προς την αρμόδια για την πληρωμή των ως άνω απαιτήσεων τους υπηρεσία του εκκαλούντος, έγγραφη, προς τούτο, αίτηση, παρά μόνον η πρώτη και η έκτη εξ αυτών, την 30.5.2011 και 4.2.2011, αντίστοιχα.

Στη συνέχεια, την 5.7.2011, με τις υπ' αριθμ. … και … / ….7.2011 αποφάσεις του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, εγκρίθηκε η δέσμευση πιστώσεων για την καταβολή μισθών στο προσωπικό, που απασχολούνταν σε αυτό, μεταξύ των οποίων και οι εφεσίβλητοι, οι αποφάσεις δε, αυτές, εγκρίθηκαν από την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου Θεσσαλονίκης.

Επομένως, από τον αμέσως προαναφερόμενο χρόνο, θεωρείται ότι οι προαναφερόμενες εφεσίβλητες (πρώτη και έκτη) έλαβαν την απάντηση της αρμόδιας Υπηρεσίας για την ικανοποίηση των ως άνω απαιτήσεών τους. Έκτοτε δε, άρχισε νέα παραγραφή των απαιτήσεων των τελευταίων (πρώτης και έκτης των εφεσίβλητων), η οποία δεν θα μπορούσε να διακοπεί, με νέα αίτησή τους καθώς τέτοια δυνατότητα ρητά αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 93 περίπτωση (β') του ν. 2362/1995.

Επίσης, αναφορικά με τις προαναφερόμενες εφεσίβλητες, από τον χρόνο λήψης της απάντησης της παραπάνω Υπηρεσίας, ήτοι την 5.7.2011 και έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (που συντελέσθηκε, με την επίδοσή της, την 16.7.2014), δεν μεσολάβησε άλλο γεγονός διακοπτικό της παραγραφής της επίδικης αξίωσης, από αυτά, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 93 του ως άνω νόμου, ενώ δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως απάντηση στις πιο πάνω αιτήσεις, το υπ' αριθμ.

… / …. /… / … / ….8.2012 έγγραφο της 26ης Διεύθυνσης Συντονισμού και Ελέγχου Εφαρμογής Δημοσιολογιστικών Διατάξεων (Τμήμα Α') του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, διότι αυτό εκδόθηκε σε χρόνο, που είχε παρέλθει η προβλεπόμενη εκ του άρθρου 93 περίπτωση (β') του ως άνω νόμου εξάμηνη προθεσμία απάντησης επί αυτών (αιτήσεων).

Συνεπώς, οι αξιώσεις της πρώτης και της έκτης των εφεσίβλητων υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 ν. 2362/1995 καθώς από την 5.7.2011 έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της διετίας. Περαιτέρω, αναφορικά με τις αξιώσεις των λοιπών εφεσίβλητων, εκτός του ότι δεν υπεβλήθησαν έγγραφες αιτήσεις για την ικανοποίησή τους, πρέπει να σημειωθεί ότι σε ουδεμία άλλη (έγγραφη) ενέργεια προέβησαν μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, με σκοπό τη διακοπή της παραγραφής τους, ενώ, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το εκκαλούν αναγνώρισε την επίδικη αξίωση των εφεσίβλητων, με την υπ' αριθμ. … / … / … / ….4.2011 γνωμοδότηση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και πάλι από το χρονικό αυτό σημείο

και έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. Επομένως, εφ' όσον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι απαιτήσεις των εφεσίβλητων είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 ν. 2362/1995, η κρινόμενη αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία".

6) Με την κρίση αυτή και εν όψει των εκτεθέντων στις νομικές σκέψεις, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ως εφετείο, δεν υπέπεσε στις πιο πάνω πλημμέλειες από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και ειδικότερα: (Α).- Το εφετείο σωστά δεν εφήρμοσε τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 93 περίπτωση (ε) και 90 παρ. 6 του ν. 2362/1995, που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, εφ' όσον σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές δεν ήταν εφαρμοστέες.

Τούτο διότι, όσο μεν αφορά τις επίδικες αξιώσεις "των πρώτης και έκτης εφεσίβλητων" (ήδη πρώτης και έκτης αναιρεσειουσών), το εφετείο δέχθηκε ότι αυτές υπέβαλαν για την πληρωμή των επιδίκων απαιτήσεών τους σχετική έγγραφη αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία την 30.5.2011 η πρώτη και την 4.2.2011 η έκτη και ότι έλαβαν την απάντηση την 5-7-2011, με τις … και …/…..7.2011 αποφάσεις της αρμόδιας Αρχής του αναιρεσίβλητου (Ελληνικού Δημοσίου), οπότε και άρχισε (από 5.7.2011), νέα διετής παραγραφή των απαιτήσεών τους, η οποία είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση από αυτές της αγωγής τους, καθόσον δεν μεσολάβησε άλλο διακοπτικό της παραγραφής γεγονός.

Τα γεγονότα δε αυτά, που έγιναν δεκτά, ανελέγκτως, είναι τα στοιχεία του πραγματικού της περίπτωσης (β) του άρθρου 93 του ν. 2362/1995, την οποία ορθά εφήρμοσε. Όσο δε αφορά τις επίδικες αξιώσεις των λοιπών εφεσίβλητων" (ήδη λοιπών αναιρεσειόντων), το εφετείο δέχθηκε ότι "δεν υπεβλήθησαν έγγραφες αιτήσεις για την ικανοποίηση των αξιώσεών τους" και "σε ουδεμία άλλη (έγγραφη) ενέργεια προέβησαν μέχρι την άσκηση της αγωγής, με σκοπό τη διακοπή της παραγραφής τους".

Συνεπώς το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με την εφαρμογή της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 93 περ. (β) του ν. 2362/1995, ούτε όμως παραβίασε, με την μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της περ. (ε) του άρθρου 93 και της περ. (6) του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, δεδομένου ότι δεν δέχθηκε (για κανένα από τους αναιρεσείοντες) ότι υπήρξε άλλο διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, όπως έκδοση υπέρ αυτών τίτλων πληρωμής και άρα έναρξη πενταετούς παραγραφής από την έκδοση των τίτλων αυτών, όπως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται.

Περαιτέρω, όσα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με το δικόγραφο της αιτήσεώς τους ότι δηλαδή οι πραγματικές παραδοχές του Δικαστηρίου για μη διακοπή της παραγραφής είναι εσφαλμένα, επικαλούμενοι ως διακοπτικό της παραγραφής γεγονός την έκδοση υπέρ αυτών τίτλων πληρωμής, είναι αναιρετικά ανέλεγκτα, διότι πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου επί της ουσίας κρίση του εφετείου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ], ενώ οι κρίσεις, στις οποίες προβαίνουν αναφορικά με την εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, δεν ελέγχονται αναιρετικά ούτε συνιστούν λόγο αναίρεσης.

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης των αναιρεσειόντων, κατά το δεύτερο μέρος του (κατ' ορθή εκτίμηση), εκ του άρθρου 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ, περί μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού τους περί διακοπής της παραγραφής με την έκδοση την 5-7-2011, "τίτλων πληρωμής" των επίμαχων ποσών και περί έναρξης έκτοτε νέας πενταετούς παραγραφής των επίδικων αξιώσεών τους, η οποία (παραγραφή) δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την έγερση της αγωγής τους, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και αυτό διότι όπως οι ίδιοι αναφέρουν στις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και του παρόντος, τα επικαλούμενα χρηματικά εντάλματα, που εκδόθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες (τα οποία δεν αποτελούν διακοπτικό γεγονός εκ του άρθρου 93 περ. ε και 90 παρ. 6 Ν. 2362/1995 δεν θεωρήθηκαν διότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, με το με αριθ.

πρωτ. …/…/…/…/….-8-2012 έγγραφό του απέρριψε την δαπάνη καταβολής για τους πέντε πρώτους αναιρεσείοντες, το δε Ελεγκτικό Συνέδριο με την 66/2012 πράξη του έκρινε ότι η δαπάνη αυτή δεν είναι νόμιμη για την έκτη αναιρεσείουσα. Εξαιτίας δε της μη θεώρησης των επικαλούμενων από τους αναιρεσείοντες χρηματικών ενταλμάτων δεν επήλθε νομική τελείωση αυτών (Πράξεις 8/2018,167/2011,98/2010 Ελ.Συν, 76/2019 Γνωμοδότηση Νομικού Συμβουλίου του Κράτους) και συνακόλουθα ορθά το Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά ως αλυσιτελείς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί διακοπής της παραγραφής εκ του λόγου αυτού.

Επίσης, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι δεν μεσολάβησε άλλο γεγονός διακοπτικό της παραγραφής της επίδικης αξίωσης, (πλην της περίπτωσης β) από αυτά, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 93 Ν. 2362/1995, έχει την έννοια ότι τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν τον εκ του άρθρου 93 περ.

ε και 90 περ. 6 του Ν. 2362/1995 λόγο της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, τον οποίο ως αλυσιτελή απέρριψε σιωπηρά. Κατά τα λοιπά η συγκεκριμένη αιτίαση εκ του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ είναι, επίσης, απορριπτέα, ως απαράδεκτη διότι όσα οι αναιρεσείοντες προβάλλουν στην προσπάθειά τους να θεμελιώσουν αντένσταση διακοπής της παραγραφής εκ του άρθρου 93 περ.

ε και 90 περ. 6 του Ν. 2362/1995 με την έκδοση τίτλων πληρωμής αποτελούν νομικά επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με τα νομικά ζητήματα των άρθρων 93 εδ. (ε) και 90 παρ.6 ν. 2362/1995 και κρίσεις, κατά την αξιολόγηση από αυτούς των αποδεικτικών στοιχείων. Πλην όμως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των αναιρεσειόντων καθώς και οι κρίσεις τους, αξιολογώντας τα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι "οι πραγματικές αυτές παραδοχές είναι εσφαλμένες" και προβαίνουν σε κρίσεις, αναφορικά με την εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. Έτσι, όμως, πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου επί της ουσίας κρίση του εφετείου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ].

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος. Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 21.1.2018 αίτηση αναιρέσεως, στο σύνολό της. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία ορίζεται, μειωμένη, στο συνολικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176, 180 παρ.1 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ, 22 ν. 3693/1957 (ΦΕΚ Α. 79), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 52 αριθμός 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 (ΦΕΚ Α. 200), 28 παρ.5ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Α. 31) και την 134423/8.12.1992 (ΦΕΚ Β. 11/20.1.1993) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.1.2018 αίτηση για αναίρεση της 11387/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και του Αρχαιότερου Αρεοπαγίτη Αποχωρησάντων, ο αμέσως Αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ