Legislator Case Law & Legislation
62/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds and lack of evidence review of appellate court findings.

Case Number 62/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the first-instance judgment regarding compensation for moral damage. The appellant argued that the appellate court made a procedural error by failing to prove the removal of the wrongful character of the defendants' actions, claiming a lack of evidence. The court rejected this, stating that the appellate court properly evaluated all evidence and that the appellant's challenge improperly targeted the factual assessment which is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 19 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's evaluation of evidence and factual findings is not subject to appeal unless based on insufficiency or vagueness of reasoning.

Keywords

AI generated
appeal admissibility appellate review factual assessment evidence evaluation moral damage compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1529/2004
Case 1864/2017
Case 165/2016
Case 516/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 62 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 62/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Αναγνώστου που ανακάλεσε την από 11/1/2018 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Α. του Ε., 2) Ε. Α. του Θ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Νοχού-Γρίβα που ανακάλεσε την από 11/1/2018 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 22/3/2010 αγωγή του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 6098/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/5/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 18/1/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναβληθεί η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 26.3.2013 έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά της προσβαλλόμενης με την αίτηση οριστικής απόφασης 6098/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, άλλως να απορριφθούν οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 6098/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα σε βάρος των αναιρεσίβλητων από 12-1-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της επικαλούμενης στο δικόγραφο, ως τελεσθείσας σε βάρος του από αυτούς αδικοπραξίας.

Ο αναιρεσείων άσκησε, όπως εκθέτει στο δικόγραφο της αναίρεσης, έφεση κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Για το λόγο αυτό, δηλώνει ότι ασκεί την αναίρεση κατά της απόφασης αυτής, επικουρικά, για την περίπτωση που απορριφθεί η έφεσή του ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της. Η επικουρική άσκηση της αναίρεσης είναι επιτρεπτή (ΑΠ 1529/2004).

Ενόψει δε του ότι η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, εκδικάστηκε ήδη και εκδόθηκε η 1242/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, απορρίφθηκε η έφεσή του ως απαράδεκτη για το λόγο ότι είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα, καθόσον η πρωτόδικη απόφαση είχε επιδοθεί από τον αναιρεσείοντα στους αναιρεσίβλητους στις 12-3-2013 και η έφεση είχε ασκηθεί την 15-4-2013, ήτοι μετά την παρέλευση των τριάντα ημερών από την επίδοσή της (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), ούτε αυτή (έφεση) μπορούσε να ισχύσει ως αντέφεση, καθόσον δεν προσβάλλονταν με αυτή τα ίδια κεφάλαια που προσβάλλονταν με την έφεση των αντιδίκων του, πληρώθηκε η αίρεση επικουρικότητας υπό την οποία ασκήθηκε η ένδικη αναίρεση και παραδεκτά η αναίρεση στρέφεται μόνο κατά της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 850/2014) και χωρεί η συζήτηση αυτής.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 και 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη. Δηλαδή, θα πρέπει η απόφαση, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, να περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και να μην υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 764/2017, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 1060/2011).

Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης που υπόκειται σε έφεση, δηλαδή απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης, από την εκπνοή της οποίας η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη, υποκείμενη πλέον σε αναίρεση (άρθα 552, 553 ΚΠολΔ) (ΑΠ 851/2011). Επομένως, ενόψει της επίδοσης της προσβαλλόμενης ως άνω πρωτόδικης απόφασης την 12-3-2013, όπως τούτο προκύπτει από την, κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, σημείωση του ενεργήσαντος την επίδοση αυτής δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ.

Λ., πάνω στο επιδοθέν αντίγραφο αυτής που προσκομίζεται, και της κατάθεσης του δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 10-5-2013, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα σε τριάντα ημέρες από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατ' αυτής (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 905/2017, ΑΠ 275/2017)..

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το ένα μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 57, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 363 και 367 ΠΚ.

Όμως, ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει σε ποιο ακριβώς νομικό σφάλμα υπέπεσε το Εφετείο, με βάση τις παρατιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες, ώστε να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός της αναίρεσης. Αρκείται στη γενική αναφορά περί παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων με τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τις κρίσεις της α) για την εν τοις πράγμασι συμμετοχή του στην εταιρεία "..." και μη γνώσης των αναιρεσίβλητων για την αναλήθεια της σε βάρος του υποβληθείσας έγκλησης και β) για την άρση του άδικου χαρακτήρα της δυσφήμησης που τέλεσαν οι αναιρεσίβλητοι και τη μη τέλεση από αυτούς του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης και αναπτύσσει τους κατ' αυτόν λόγους για τους οποίους η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη, αξιολογώντας τις αποδείξεις.

Οι αιτιάσεις όμως, αυτές, αφορούν την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγμάτων που δέχθηκε το Εφετείο και δεν μπορούν να ιδρύσουν τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς".

Από την παρατεθείσα διάταξη προκύπτει ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα εκ της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, για τη, με βάση αυτά ανεύρεση της αληθινής εννοίας κανόνα του δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει, με βάση αυτά, την έννοια κανόνα του δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.

Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπιστεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 892/2015). Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν τα διδάγματα κοινής πείρας χρησιμεύουν, για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων, ούτε για την εκτίμηση, της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, που παραθέτει στο σχετικό μέρος του πρώτου λόγου του αναιρετήριου. Ειδικότερα, διατείνεται ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν το ψεύδος τόσο της κατ' αυτού εγκλήσεως, όσο και των καταθέσεών τους και δεν παρασύρθηκαν από όσα τους είχε πληροφορήσει ο Δ.

Κ. σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά του περιεχόμενου της έγκλησης και των καταθέσεών τους, τούτο δε θα κατανοούσε το δικαστήριο, εάν εφάρμοζε σωστά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, ήτοι ότι εάν πράγματι είχαν παρασυρθεί δεν θα συνέχιζαν να κατακρίνουν το 966/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού για τις αποδιδόμενες αξιόποινες πράξεις και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας "...", δεχόμενο ότι η έγκληση ήταν εντελώς ψευδής και υποβλήθηκε τουλάχιστον από βαριά αμέλεια, καθώς επίσης, ότι, εάν ήταν βάσιμοι οι ισχυρισμοί της έγκλησης ή οι αναιρεσίβλητοι πίστευαν την αλήθεια αυτών, ο πρώτος τούτων διαχειριστής της εταιρείας θα ασκούσε έφεση κατά του ως άνω βουλεύματος, όπως θα ενεργούσε κάποιος που πιστεύει στην αλήθεια, όσων ισχυρίζεται και διαδίδει και προσβάλλεται βαρύτατα με τη συμπεριφορά άλλου και τέλος, ότι είναι λογικό η σύζυγος να πληροφορήσει το σύζυγό της για τα θέματα της εταιρείας, ώστε να προστατεύσει έναντι της κατηγορίας καθώς και να έχουν κοινή δικηγορική υπεράσπιση.

Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, εστιάζοντας στο ότι με τη λήψη αυτών υπόψη θα έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα ως προς τη γνώση των αναιρεσίβλητων ότι το περιεχόμενο της έγκλησης και των καταθέσεών τους ήταν ψευδές και συκοφαντικό γι' αυτόν.

Ο λόγος αναίρεσης δεν αφορά στην ερμηνεία, μη προσδιοριζόμενων άλλωστε, προδήλως για τον λόγο αυτό, κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 166/2016).

Συνεπώς, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 1376/2011, ΑΠ 700/1986). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).

Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 20-06-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό ….., συνεστήθη η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...", με έδρα τη ……… και σκοπό την εισαγωγή και εμπορία καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.

Ομόρρυθμοι εταίροι αυτής ετύγχαναν ο Θ. Α. (πρώτος εναγόμενος στην υπό στοιχείο α' αγωγή-ενάγων στην υπό στοιχείο β' αγωγή), ο οποίος μετείχε στις κερδοζημίες της εταιρίας με ποσοστό 9/15 και επιπλέον ορίσθηκε διαχειριστής αυτής, ο πατέρας του Ε. Α. (δεύτερος εναγόμενος στην υπό στοιχείο α' αγωγή), ο οποίος συμμετείχε στις κερδοζημίες της εταιρίας με ποσοστό 1/15 και η Δ.

σύζ. Γ. Κ., το γένος Π. Κ. (πρώτη εναγομένη στην υπό στοιχείο β' αγωγή), η οποία συμμετείχε στις κερδοζημίες της εταιρίας με ποσοστό 5/15. Ακολούθως, δυνάμει του από 15-03-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που ομοίως καταχωρήθηκε στα προαναφερόμενα βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό ..., αποχώρησε από την ανωτέρω εταιρία ο Ε.

Α. (λόγω συνταξιοδότησής του) και μεταβίβασε το ποσοστό του στον παραπάνω αναφερόμενο διάδικο Θ. Α., ο οποίος πλέον μετείχε στις κερδοζημίες της εταιρίας με ποσοστό 10/15. Η εν λόγω εταιρία λειτούργησε έως το έτος 2005, οπότε και λύθηκε, δυνάμει του από 15-03-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, καταχωρηθέντος νομίμως στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό ...

Την ιδιότητα του εκκαθαριστή της εταιρίας είχε, δυνάμει του καταστατικού αυτής, ο διάδικος Θ. Α., ο οποίος ωστόσο, κατόπιν ασκήσεως σχετικής αιτήσεως εκ μέρους της ήδη διαδίκου Δ. συζ. Γ. Κ., το γένος Π. Κ. και εκδόσεως της υπ' αριθμ. 5271/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) αντικαταστάθηκε από τον μη συμμετέχοντα στην ομόρρυθμη εταιρία, Α.

Σ., καθόσον κρίθηκε ότι υφίστατο αδυναμία συνέχισης της διαδικασίας της εκκαθάρισης από τον προαναφερόμενο αρχικό εκκαθαριστή, λόγω παντελούς έλλειψης συνεννόησης των εταίρων. Ενασχόληση με την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, προερχόμενων από τη Γερμανία, είχε και ο ενάγων στην υπό στοιχείο α' αγωγή-δεύτερος εναγόμενος στην υπό στοιχείο β' αγωγή Γ.

Κ., ο οποίος ήταν υπάλληλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας (συνταξιοδοτήθηκε την 26η-02ου-2006), ωστόσο έχοντας διασυνδέσεις με εμπόρους αυτοκινήτων της Γερμανίας, αναλάμβανε την εύρεση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων για φίλους, γνωστούς και συναδέλφους του, λαμβάνοντας ως προμήθεια, για κάθε επιτευχθείσα πώληση, ένα χρηματικό ποσό, που καθοριζόταν κάθε φορά μεταξύ αυτού και του πωλητή, ανάλογα με την αξία του μεταβιβασθέντος οχήματος.

Συνεργασία στην ως άνω δραστηριότητά του ο διάδικος Γ. Κ. είχε και με τον έμπορο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη Δ. Κ., ο οποίος ασκούσε την ανωτέρω επαγγελματική δραστηριότητά του στην πόλη ... της Γερμανίας, ενώ επιπλέον, υπό την αυτή επαγγελματική δραστηριότητά του συνεργαζόταν και με την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία.

Στο πλαίσιο των παραπάνω συναλλαγών τους, ο Δ. Κ., όταν επιτυγχανόταν η αγοραπωλησία κάποιου αυτοκινήτου με τη μεσολάβηση του Γ. Κ., κατέθετε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που ο τελευταίος διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος από κοινού με τη σύζυγο του (συνεναγόμενη του στην υπό στοιχείο β αγωγή) τη συμφωνηθείσα προμήθεια.

Σημειώνεται, ότι ο προαναφερόμενος Γ. Κ., συχνά (προφανώς σε ώρες που δεν βρισκόταν στην υπηρεσία του), βοηθούσε τη σύζυγο του στη λειτουργία της επιχείρησης της, ευρισκόμενος αντ' αυτής, στο κατάστημα της εταιρίας, για την πορεία των εργασιών του οποίου ως εκ τούτου ήταν απόλυτα ενήμερος. Την 21η-12ου-2005 και ενώ Α εκκαθάριση της ομόρρυθμης εταιρίας βρισκόταν σε εξέλιξη, ο ενάγων στην υπό στοιχείο β' αγωγή-εναγόμενος στην υπό στοιχείο α' αγωγή Θ.

Α., υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή αυτής, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έγκληση σε βάρος του προαναφερόμενου Γ. Κ. (ενάγοντος στην υπό στοιχείο α' αγωγή-δεύτερου εναγόμενου στην υπό στοιχείο β' αγωγή). Στο πλαίσιο της εν λόγω εγκλήσεώς, αφού εξέθεσε την πορεία λειτουργίας της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας, από τη σύσταση έως τη λύση της, ισχυρίσθηκε: 1) Ότι ο ανωτέρω Γ.

Κ., υπό την απειλή διακοπής της συνεργασίας του με την ομόρρυθμη εταιρία, έπεισε τον προαναφερόμενο Δ. Κ. να εμφανίζει ότι το τίμημα για τα πωληθέντα προς την εταιρία αυτοκίνητα, που έπρεπε να του καταβάλει η τελευταία, ήταν μεγαλύτερο, από αυτό που πραγματικά αξίωνε ο ίδιος για τη μεταβίβασή τους. 2) Ότι μετά την καταβολή του μεγαλύτερου αυτού τιμήματος εκ μέρους της εταιρίας, ο εν λόγω έμπορος κατέβαλε τη σχετική διαφορά (ήτοι αυτή που ανέκυπτε μεταξύ της αξίας που στην πραγματικότητα αυτός κοστολογούμε το πωληθέν όχημα και ανέμενε να εισπράξει και του ποσού που εντέλει εισέπραττε εκ της κατά τα ανωτέρω υπερτιμολόγησής του) στο Γ.

Κ.. Κατά το περιεχόμενο της παραπάνω εγκλήσεως, ο ίδιος ο Δ. Κ., ήταν αυτός που αποκάλυψε την προπεριγραφείσα μεθόδευση του εδώ διαδίκου Γ. Κ., σύμφωνα δε με τα όσα ο αυτός Δ. Κ. γνωστοποίησε προφορικά, στον εκκαθαριστή της ομόρρυθμης εταιρίας και ομοίως εδώ διάδικο Θ. Α., κατέβαλε στον αντίδικο του τελευταίου, Γ.

Κ., την 10η-05ου-20θ4, το ποσό των 1.000,00 ευρώ, την 26η- 05ου-2004 το ποσό των 1.140,00 ευρώ, την 04η-06ου-2004 το ποσό των 1.000,00 ευρώ, την 09η-06ου-2004 το ποσό των 3.000,00 ευρώ, την 1 η-07ου-2004 το ποσό των 2.000,00 ευρώ, την 12η-07ου-2004 το ποσό των 1.780,00 ευρώ, την 09η-08ου-2004 το ποσό των 26.450,00 - ευρώ και την 14η-09ου-2004 το ποσό των 6.530,00 ευρώ. Το περιεχόμενο της ως άνω εγκλήσεως προσεπιβεβαίωσε ο διάδικος στην παρούσα δίκη Θ.

Α., εξετασθείς ενόρκως ενώπιον της Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης (ΙΔ' τμήματος) την 14η-03ου-2006, συμπληρώνοντας ότι κατά τις διαβεβαιώσεις του Δ. Κ., ο επίσης διάδικος στην παρούσα δίκη Γ. Κ. έλαβε χρήματα από τον ως άνω έμπορο και κατά τις μεταβάσεις αυτού στην Ελλάδα, οπότε και είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν, ενώ επιπλέον, ο δεύτερος εναγόμενος στην υπό στοιχείο α' αγωγή Ε.

Α., ο οποίος όπως προαναφέρθηκε τυγχάνει πατέρας του πρώτου, εξετασθείς ομοίως ενόρκως ενώπιον της αυτής Πταισματοδίκου, επιβεβαίωσε την αλήθεια του περιεχομένου της παραπάνω εγκλήσεως. Η υποβολή της ως άνω εγκλήσεως είχε ως αποτέλεσμα να ασκηθεί σε βάρος του προαναφερόμενου διαδίκου Γ. Κ., ποινική δίωξη για την πράξη της απάτης, τελεσθείσας από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, εκ της οποίας το όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000,00 ευρώ (άρθρα 13 στ.', 98, 386 παρ.1 και 3 ΠΚ), ενώ η εν λόγω ποινική δίωξη, κατά τη διάρκεια της κύριας ανακρίσεως, επεκτάθηκε και σε βάρος του προαναφερόμενου Δ.

Κ., ως συναυτουργού στην τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως. Όπως όμως αποδείχθηκε, από τη διενεργηθείσα ποινική διαδικασία, ο εδώ διάδικος Γ. Κ. εισέπραξε μεν ως προμήθεια τα παραπάνω αναφερόμενα ποσά (πλην του ποσού των 26.450,00 ευρώ, το οποίο συνιστούσε τίμημα που συμφωνήθηκε για την πώληση αυτοκινήτου και εισπράχθηκε προκαταβολικά από το Δ.

Κ., επιστράφηκε όμως εντέλει από αυτόν στον υποψήφιο αγοραστή, μέσω του Γ. Κ., μετά τη ματαίωση της συμφωνηθείσας πώλησης), ωστόσο αυτά δεν συνιστούσαν προμήθειες, εισπραχθείσες με αφορμή την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων εκ μέρους του Δ. Κ. προς την ομόρρυθμη εταιρία, αλλά προμήθειες που εισπράχθηκαν από το Γ.

Κ., ενόψει της διαμεσολάβησής του για την πώληση μεταχειρισμένων οχημάτων σε φίλους και γνωστούς του, οι οποίοι προέβησαν, κατόπιν δικής του συστάσεως, σε αγορά οχήματος απευθείας από τον προαναφερόμενο έμπορο Δ. Κ., χωρίς καμία ανάμειξη στις σχετικές συμφωνίες, της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας. Στο αυτό συμπέρασμα κατέληξε δυνάμει του υπ' αριθμ 966/2008 βουλεύματος του και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στο οποίο, μετά το πέρας της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης, εισήχθη η σχηματισθείσα όικογραφία, με πρόταση της αρμοδίας Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των παραπάνω κατηγορουμένων και διατάσσοντας την κατάργηση της ισχύος της με αριθμό 58/2007 διατάξεως της Ανακρίτριας του Β' τμήματος Θεσσαλονίκης, περί επιβολής στον κατηγορούμενο Γ.

Κ. των περιοριστικών όρων της εμφανίσεως του εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός στο Τμήμα Ασφαλείας του τόπου κατοικίας του και της απαγορεύσεώς μεταβάσεώς του στο εξωτερικό. Είναι λοιπόν σαφείς ότι τα όσα διαλαμβάνονταν στην επίμαχη έγκληση περί έκνομης δραστηριότητας του διαδίκου Γ. Κ., σε βάρος των συμφερόντων της ομόρρυθμης εταιρίας, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ήταν δηλαδή αντικειμενικά αναληθής Ωστόσο, από κανένα εκ των εισφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων δεν προέκυψε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θετική γνώση του εκκαθαριστή της ομόρρυθμης εταιρίας περί της αναλήθειας του περιεχομένου της εν λόγω εγκλήσεως.

Αντιθέτως, προέκυψε ότι ο ανωτέρω Δ. Κ., την 31η-05ου-2005 βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευάγγελου Σαρρή, στη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση, τα όσα αρχικώς προφορικά και δη το μήνα Απρίλιο του έτους 2005 είχε γνωστοποιήσει στο διάδικο Θ. Α., τα οποία και αποτέλεσαν την αφορμή για την υποβολή της ανωτέρω από 21-12-2005 εγκλήσεως, επισημαίνοντας ότι ο άλλοτε διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας και ήδη διάδικος Θ.

Α. αγνοούσε πλήρως ότι το ποσό που κατέβαλε η τελευταία για την αγορά των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων από το Δ. Κ. ήταν μεγαλύτερο από αυτό που ο τελευταίος αξίωνε ως τίμημα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η υψηλότατη προμήθεια του Γ. Κ.. Η ύπαρξη της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης καταδεικνύει ότι ο διάδικος Θ.

Α. δεν προέβη, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της ομόρρυθμης εταιρίας σε υποβολή της ανωτέρω εγκλήσεως και στην παραπάνω ένορκη κατάθεσή του, πλάθοντας ένα ψευδές ιστορικό, προκειμένου να πετύχει την άδικη ποινική καταδίωξη του Γ. Κ. ή να προσβάλλει τα έννομα αγαθά της τιμής και της υπόληψής του και συνεπώς την προσωπικότητά του, αλλά έχοντας υπόψη του τα παραπάνω βεβαιωθέντα ενόρκως από τον ανωτέρω έμπορο αυτοκινήτων, για την αλήθεια μάλιστα των οποίων (βεβαιωθέντων) δεν είχε κανένα λόγο ή αφορμή να αμφιβάλλει, ενώ ομοίως έχοντας λάβει γνώση του περιεχομένου της αυτής ένορκης βεβαιώσεως, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της εγκλήσεως και ο διάδικος Ε.

Α.. Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, ο Δ. Κ., καίτοι οχλήθηκε πολλάκις από τους εναγόμενους της υπό στοιχείο α' αγωγής, να επιδείξει σε αυτούς έγγραφα στοιχεία περί των καταγγελθέντων και ειδικότερα της κινήσεώς του τραπεζικού λογαριασμού του, η επισκόπηση του οποίου θα καταδείκνυε την κατάθεση της συμφωνηθείσας προμήθειας προς το διάδικο Γ.

Κ., περιορίσθηκε στην εν λόγω προφορική ενημέρωση, αναφορικά με τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά, εμμένοντας ωστόσο, όπως προειπώθηκε, και κατά το χρόνο συντάξεως της ένορκης βεβαίωσής του, στα όσα αρχικώς προφορικά είχε γνωστοποιήσει, ήτοι ότι τα σχετικώς καταβληθέντα ποσά, αφορούσαν προμήθειες έναντι αγορών αυτοκινήτων που πραγματοποιήθηκαν από την ομόρρυθμη εταιρία και για τα οποία αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του, κατέβαλε υψηλότερο από το πραγματικό τίμημα, τη διαφορά μεταξύ των οποίων καρπώθηκε ο Γ.

Κ.. Το ότι ο διάδικος Θ. Α. είχε όπως ομοίως μνημονεύθηκε την ιδιότητα του διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας και ως εκ τούτου είχε απόλυτη γνώση όλων των πραγματοποιηθέντων από αυτήν αγορών, καμία δυνατότητα ελέγχου της αλήθειας των όσων ο Δ. Κ. του γνωστοποίησε δεν του προσέφερε, καθόσον ο τελευταίος εκτός από την κοινοποίηση (προφορική) του ύψους και της ημερομηνίας καταβολής των παραπάνω ποσών, με τη ρητή επισήμανση ότι αφορούσαν αγορασθέντα από την ομόρρυθμη εταιρία αυτοκίνητα, δεν παρείχε καμία άλλη πληροφόρηση, ήτοι το ποιες συγκεκριμένες πωλήσεις οι εν λόγω δοθείσες προμήθειες αφορούσαν, ώστε να ελεγχθεί ότι πράγματι αυτές συνιστούσαν συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από την ομόρρυθμη εταιρία.

Εξάλλου, ο παραπάνω Δ. Κ., εξετασθείς ανωμοτί ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την 06η-03ου-2007, ήτοι δύο (2) περίπου έτη μετά τη σύνταξη της αρχικής ένορκης βεβαίωσής του, στο πλαίσιο της διεξαχθείσας ποινικής προδικασίας, ενέμεινε στα όσα αρχικώς προφορικά και εν συνεχεία στο πλαίσιο της ένορκης βεβαίωσης του αποκάλυψε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η καταβολή του ποσού των 26.450,00 ευρώ αφορούσε επιστραφέν τίμημα μη πραγματοποιηθείσας πωλήσεως, ενώ επεξηγώντας την αιτία που αποτέλεσε την αφορμή για την αυτόβουλη εκ μέρους του αποκάλυψη της προπεριγραφείσας δραστηριότητας του διαδίκου Γ.

Κ., έκανε λόγο για διατάραξη των σχέσεών τους, οφειλόμενη σε συμπεριφορά του τελευταίου. Βεβαίως, λίγους μήνες αργότερα, και δη την 06η -11ου -2007, οπότε και η ποινική δίωξη επεκτάθηκε και σε βάρος του, απολογούμενος ως κατηγορούμενος πλέον ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ανασκεύασε για πρώτη φορά τα όσα έως τότε υποστήριζε, επισημαίνοντας ότι κατά την πεποίθησή του ο Θ.

Α. γνώριζε τη συμφωνία του ιδίου με το Γ. Κ. και την αποδεχόταν, ενόψει του ότι οι πελάτες της εταιρίας που προέβαιναν σε αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, προερχόμενων από τη Γερμανία, ανήκαν στον κύκλο γνωριμιών του τελευταίου και ως εκ τούτου ήταν εύλογο και δίκαιο το οικονομικό όφελος που απολάμβανε, εισπράττοντας τις σχετικές προμήθειες.

Είναι ωστόσο φανερό ότι η διαφοροποίηση της κατάθεσης του Δ. Κ., ως προς το ανωτέρω κρίσιμο στοιχείο, συντελέσθηκε όταν πλέον αυτός έλαβε νέα δικονομική θέση στο πλαίσιο της ερευνώμενης ποινικής υποθέσεως, ήτοι αυτής του κατηγορουμένου και στόχο είχε αναμφίβολα την απόσειση των σε βάρος του κατηγοριών, κατά δε την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δεν αναιρεί τις ανωτέρω παραδοχές σχετικά με την πεποίθηση του Θ.

Α. ότι τα όσα ο Δ. Κ. του κατήγγειλε και αφορούσαν το Γ. Κ. ήσαν αληθή, δοθέντος ότι όπως αποδείχθηκε, οι εισπραχθείσες προμήθειες αφορούσαν πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν σε πρόσωπα που δεν έφεραν την ιδιότητα των πελατών της ομόρρυθμης εταιρίας και ως εκ τούτου, ζήτημα συμφωνίας του Θ. Α. για την είσπραξη των προμηθειών αυτών δεν μπορεί να ετίθετο, καθόσον αυτές δεν αφορούσαν συναλλαγές της εταιρίας, ενώ αξιοσημείωτο τυγχάνει το ότι ο ως άνω Δ.

Κ., κατά την ανωτέρω απολογία του, τεχνηέντως παρουσιάζει το γεγονός της γνώσης του Θ. Α. (σχετικά με την είσπραξη προμήθειας εκ μέρους του Γ. Κ. για πραγματοποιηθείσες από την ομόρρυθμη εταιρία αγορές) ως πεποίθησή του ("πίστευα ότι ο Θ. Α. γνώριζε") και όχι ως πληροφορία επιβεβαιωμένη από τον εν λόγω διάδικο.

Σημειώνεται ότι στο αυτό συμπέρασμα κατέληξε και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου οι εναγόμενοι στην υπό στοιχείο α' αγωγή Θ. Α. και Ε. Α. δικάσθηκαν για τις άδικες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος (ο πρώτος τούτων) και της ψευδορκίας μάρτυρος (ο δεύτερος αυτών), κηρύσσοντάς τους, δυνάμει της υπ' αριθμ. 13378/2010 αποφάσεώς του, αθώους.

Συνακόλουθα, ενόψει του ότι οι εναγόμενοι στην υπό στοιχείο σ' αγωγή Θ. Α. και Ε. Α. αγνοούσαν ότι τα όσα ο Δ. Κ. αποκάλυψε σε αυτούς δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και αντίθετα πίστευαν ότι ήταν αληθή, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, στοιχειοθετούσα τις άδικες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης (τελεσθείσα από τον πρώτο), της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας μάρτυρος (τελεσθείσες από αμφότερους τους κατηγορούμενους) δεν επιδείχθηκε εκ μέρους χους.

Επιπλέον κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αιτία υποβολής της επίμαχης εγκλήσεως από την ομόρρυθμη εταιρία (δια του ως άνω εκκαθαριστή της) αποτέλεσε η προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων αυτής, η οποία και συνιστούσε αναμφίβολα, ως έπρεπε, πρωταρχικό μέλημά του αρχικού εκκαθαριστή της Θ. Α. και ως εκ τούτου, δεκτής γενομένης της εκ του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ ως άνω υποβληθείσας ενστάσεώς του και απορριπτομένης της σχετικής αντενστάσεώς του αντιδίκου του, οι προπεριγραφείες ενέργειες του (υποβολή εγκλήσεώς και ένορκη βεβαίωση της αλήθειας του περιεχομένου αυτής) δεν στοιχειοθετούν την άδικη πράξη της δυσφημήσεως, και κατά συνέπεια δεν συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, στρεφόμενη κατά του ενάγοντος Γ.

Κ., δοθέντος και του ότι το περιεχόμενο της εγκλήσεώς και της ένορκης καταθέσεώς του εναγομένου ήταν ιδιαίτερα λιτό, μη δυνάμενο να καταδείξει οιοδήποτε εκ μέρους του σκοπό εξύβρισης του εδώ αντιδίκου του. Ομοίως, και ως προς το δεύτερο εναγόμενο, κανένας εκ μέρους του σκοπός προσβολής της τιμής ή της υπόληψης του εδώ αντιδίκου του δεν υφίστατο, επιδιωχθείς δυνάμει της ως άνω ένορκης καταθέσεώς του, η οποία και όπως προαναφέρθηκε δόθηκε από αυτόν, υπό την πλήρη βεβαιότητα ότι οι πληροφορίες που είχε, ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για διάπραξη του αδικήματος είτε της απλής δυσφήμησης είτε της εξύβρισης.

Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη υπό στοιχείο α' αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και ο ενάγων που νικήθηκε, να υποχρεωθεί να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, κατά παραδοχή του αιτήματος τους (άρθρα 176,191 παρ.2 του ΚΠοΔ), το ποσό των οποίων ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, λαμβανομένου υπόψη ότι ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ανεξαρτήτως του αντίστοιχου στον οποίο προβαίνει ο ενάγων, κρίνεται από το Δικαστήριο, με βάση το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, το τυχόν οικείο πταίσμα του τελευταίου, τις λοιπές προσωπικές σχέσεις των μερών και τη συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την αδικοπραξία (ΑΠ 962/1993 ΕλλΔνη 1995,122, ΕφΑΘ 5356/1996 Αρμ. 51, 337).

Αυτονόητο τυγχάνει ότι εν προκειμένω, ενόψει του ότι το Δικαστήριο διαμόρφωσε πλήρη δικανική πεποίθηση αναφορικά με την ουσία της διαφοράς, από το ήδη υπάρχον αποδεικτικό υλικό, ανάγκη αναστολής της παρούσας δίκης, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, όπως αιτούνται οι εναγόμενοι, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της ποινικής δίκη που ανοίχθη, κατόπιν ασκήσεως εγκλήσεως του ενάγοντος κατά των εναγομένων για τις άδικες πράξεις ψευδούς καταμήνυσης, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος (για τον πρώτο εναγόμενο) και της ψευδορκίας μάρτυρος (για το δεύτερο εναγόμενο) δεν συντρέχει (όπως εξάλλου αναφέρθηκε παραπάνω, το αρμόδιο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας τη σχετική υπόθεση σε πρώτο βαθμό, έκρινε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 13378/2010 αποφάσεως του (κατά της οποίας ασκήθηκε, την 4-10- 2010, το ένδικο μέσο της έφεσης εκ μέρους του νυν ενάγοντος, του οποίου η παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που δήλωσε ενώπιον του ανωτέρω ποινικού δικαστηρίου, δεν έγινε δεκτή και ο ίδιος αποβλήθηκε) ότι οι ανωτέρω τότε κατηγορούμενοι και ήδη ενάγοντες τυγχάνουν αθώοι).

Περαιτέρω, και αναφορικά με την υπό στοιχείο β' αγωγή του ενάγοντος σε αυτήν Θ. Α. κατά των εναγομένων Γ. Κ. και Δ. συζ. Γ. Κ., το γένος Π. Κ., προέκυψε ότι πράγματι η δεύτερη εκ των εν λόγω εναγομένων, στο πλαίσιο σφοδρής δικαστικής διαμάχης που ανέκυψε μεταξύ της ιδίας και του ως άνω ενάγοντος-αντιδίκου της μετά τη λύση της εταιρίας, και δη κατά το στάδιο της εκκαθάρισης των εταιρικών σχέσεών τους, άσκησε κατά του τελευταίου (Θ.

Α.) και κατά του Δ. Κ., τη με αριθμό καταθέσεως 16147/21-04-2008 και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απευθυνόμενη αίτηση επίδειξης εγγράφων, κατ' άρθρο 902 ΑΚ (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), δυνάμει της οποίας αξίωσε να υποχρεωθούν οι τότε αντίδικοι της να της χορηγήσουν αντίγραφα των αναφερόμενων σε αυτήν (αίτηση) οκτώ (8) τιμολογίων που αφορούσαν πωλήσεις αυτοκινήτων από το Δ.

Κ. προς την ομόρρυθμη εταιρία, καθώς επίσης και των βιβλιαρίων καταθέσεων συγκεκριμένων τραπεζικών λογαριασμών τους. Κατά τα διαλαμβανόμενα δε στο παραπάνω δικόγραφο της (όπως το σύνολο του περιεχομένου του εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο) υφίστατο έννομο συμφέρον της να λάβει γνώση των εν λόγω εγγράφων, διότι σύμφωνα με βάσιμες πληροφορίες που συνέλεξε, κατόπιν συμπαιγνίας των ανωτέρω τότε αντίδικων της, ενώ από τα φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια πώλησης) που εξέδιδε ο Δ.

Κ. προς την ομόρρυθμη εταιρία, προέκυπτε ένα συγκεκριμένο ποσό ως τίμημα των πραγματοποιούμενων από τον πρώτο προς τη δεύτερη πωλήσεων αυτοκινήτων, ωστόσο στην πραγματικότητα από το ταμείο της τελευταίας αφαιρούνταν από τον νυν ενάγοντα (και τότε καθ' ου η αίτηση) διαχειριστή της εταιρίας Θ. Α. μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, που τα παρουσίαζε ψευδώς ως το πραγματικό τίμημα που όφειλε η εταιρία για τα αυτοκίνητα που αγόραζε από τον ανωτέρω έμπορο και τα κατέθετε, έτσι ώστε να προσδώσει αληθοφάνεια στον ψευδή ισχυρισμό του, στον τραπεζικό λογαριασμό του Κ., ο οποίος εν συνεχεία απέδιδε τη διαφορά, ανάμεσα στο εμφανιζόμενο στα τιμολόγια πώλησης μικρότερο τίμημα και σε αυτό που είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του, στο Θ.

Α., ο οποίος και μ' αυτό τον τρόπο καρπωνόταν ο ίδιος τα σχετικά ποσά, σε βάρος των συμφερόντων της εταιρίας. Κατά τους ισχυρισμούς δε της τότε αιτούσας, η εν λόγω συμπαιγνία των αντιδίκων της έλαβε χώρα σε τουλάχιστον οκτώ (8) αγοραπωλησίες αυτοκινήτων (μνημονευόμενες αναλυτικά στο ανωτέρω δικόγραφο), με αφορμή τις οποίες ο αντίδικος της Θ.

Α. εισέπραξε παρανόμως, σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας, τα ποσά των 6.900,00, 18.879,00, 3.200,90, 11.001,80, 8.800,00, 7.000,90, 10.800,90 και 10.800,90 ευρώ. Η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού της τότε αιτούσας και ήδη εναγομένης δεν αποδείχθηκε, αφού δεν αποδείχθηκε ότι το πραγματικό τίμημα που η ομόρρυθμη εταιρία όφειλε στο Δ. Κ. για τα αυτοκίνητα που αγόραζε από αυτόν, ήταν πράγματι αυτό που αναγράφονταν στα εκδιδόμενα τιμολόγια πώλησης.

Εξάλλου, πρέπει να αναφερθεί ότι η περιγραφείσα από την εν λόγω διάδικο υποτιθέμενη συμπαιγνία των αντιδίκων της δύσκολα θα μπορούσε να λάβει χώρα, δοθέντος ότι η ενεργής παρουσία αυτής και του συζύγου της (προς υποβοήθηση της ιδίας, όπως ανωτέρω εκτέθηκε) στην ανωτέρω επιχείρηση, ακόμη και με δεδομένο ότι η διαχείριση ήταν ανατεθειμένη στο Θ.

Α., δύσκολα θα μπορούσε να επιτρέψει την αφαίρεση από το ταμείο της εταιρίας χρηματικών ποσών που δεν αποτελούσαν το πραγματικά συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά των αυτοκινήτων από το Δ. Κ.. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε μεταξύ των εταίρων Θ. Α. και Δ. συζ. Γ. Κ., το γένος Π. Κ. υπήρχαν τουλάχιστον από τη λύση της εταιρίας και εφεξής, ήτοι κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της εταιρίας, διαρκείς προστριβές και διενέξεις και έντονο κλίμα καχυποψίας, η επικοινωνία μεταξύ τους γινόταν με ανταλλαγείσες εξώδικες δηλώσεις, ενώ υπήρχε διαρκής αμφισβήτηση εκ μέρους της ανωτέρω εναγομένης στην υπό στοιχείο β' αγωγή, ως προς την πληρότητα ενημέρωσής της από το διάδικο Θ.

Α., σχετικά με όσα αυτός διενεργούσε ως εκκαθαριστής. Μάλιστα οι τεταμένες σχέσεις τους δεν επέτρεπαν κάθε συνεργασία τους για την ολοκλήρωση των εργασιών της εκκαθάρισης, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση του άνω εκκαθαριστή, όπως μνημονεύθηκε παραπάνω, δυνάμει της ανωτέρω υπ' αριθμ. 5271/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) από τον μη συμμετέχοντα στην εταιρία τρίτο Α.

Σ.. Η δυσπιστία αυτή της ανωτέρω διαδίκου για το πρόσωπο του άλλοτε συνεταίρου της, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σε αυτήν εδραία η πεποίθηση ότι τα όσα σχετικά με αυτόν ισχυρίσθηκε στο παραπάνω δικόγραφό της ήσαν αληθή, η εν λόγω δε πεποίθησή της ήταν η μόνη γενεσιουργός αιτία που συμπεριέλαβε τα ανωτέρω εκτιθέμενα στο τελευταίο, τα οποία κατ' ουσίαν δικαιολογούσαν και το έννομο συμφέρον της για την άσκησή του, ενώ καμία πρόθεση προσβολής των εννόμων αγαθών της τιμής και της υπόληψης και συνεπώς της προσωπικότητας του ανωτέρω αντιδίκου της και ήδη ενάγοντος στην υπό στοιχείο β' αγωγή δεν είχε, πολλώ δε μάλλον τέτοια πρόθεση ή γνώση του ψεύδους των ανωτέρω δεν υπήρχε και εκ μέρους και του δεύτερου εναγομένου συζύγου της, που σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ήταν το πρόσωπο που προέτρεψε την εν λόγω διάδικο να ασκήσει την έχουσα το παραπάνω περιεχόμενο αίτηση επιδείξεως εγγράφων.

Ως εκ τούτου, η παράθεση στο ανωτέρω δικόγραφό της των παραπάνω ισχυρισμών της, δεν συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, ικανή να θεμελιώσει λόγω προσβολής της προσωπικότητας του ως άνω ενάγοντος και δη στις εκφάνσεις της τιμής και υπόληψής του και προκληθείσας σε αυτόν ηθικής βλάβης, αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση".

Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που έπαθε εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς του συνεπεία των σε βάρος του άδικων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμισης και της ψευδορκίας μάρτυρα που αποδίδονταν ότι διέπραξαν οι αναιρεσίβλητοι.

Κρίνοντας το Δικαστήριο, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί του ότι, δεν ανταποκρίνονταν μεν όσα ισχυρίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι περί έκνομης δραστηριότητας το αναιρεσείοντος και ήταν αντικειμενικά ψευδή, όμως, για τους λόγους που αναλύονται, οι ανερεσίβλητοι δεν γνώριζαν το ψεύδος αυτών, αφού δεν αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία θετική γνώση της αναλήθειας των πραγματικών γεγονότων που ισχυρίστηκαν, και συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται η διάπραξη των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμισης και της ψευδορκίας μάρτυρα.

Περαιτέρω, δε, με βάση τις παρατιθέμενες αιτιολογίες, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι αιτία της υποβολής της έγκλησης σε βάρος του αναιρεσείοντος, με τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απλής δυσφήμισης, ήταν η προστασία των οικονομικών δικαιωμάτων της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και δεν υπήρχε σκοπός εξύβρισης του αναιρεσείοντος.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αντιφατικότητας της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης σχετικά με το ζήτημα εμπλοκής αυτού στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων της προαναφερόμενης εταιρείας, που συνίσταται, κατά το μέρος που αφορά την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, στο ότι ενώ αρχικά δέχεται ότι αυτός είναι εν τους πράγμασι εταίρος με την εκπεφρασμένη συναίνεση και έγκριση του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος του είχε παραχωρήσει την εξουσία διοίκησης λόγω της εμπειρίας και των γνωριμιών του, ακολούθως και αντίθετα προς την παραδοχή αυτή δέχεται ότι ο αναιρεσείων είναι το πρόσωπο που παρεισέφρησε παράνομα και αντίθετα στη διοίκηση της εταιρείας παρά τη θέληση του πρώτου αναιρεσίβλητου και ότι αυτή η εμπλοκή του οδήγησε σε σοβαρά προβλήματα που οδήγησαν στη λύση της εταιρείας, στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση.

Τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, το δικαστήριο δεν διατύπωσε αυτές τις παραδοχές. Το ότι αυτά ισχυρίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις, δεν ιδρύει το λόγο της αναίρεσης, ο οποίος θεμελιώνεται εάν υπάρχουν αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή πραγματικών περιστατικών που συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται και όχι αν υφίστανται στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων.

Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος τούτος της αναίρεσης, από την αποδιδόμενη με αυτόν αντίφαση μεταξύ της ως άνω παραδοχής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και της διάταξης του 966/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την οποία επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της ως άνω εγκαλούσας εταιρείας με την παραδοχή ότι η έγκληση ήταν εντελώς ψευδής και υποβλήθηκε τουλάχιστον από βαριά αμέλεια, διότι η αντίφαση δεν εντοπίζεται από τον αναιρεσείοντα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μεταξύ αυτής και άλλου εγγράφου, ήτοι του προαναφερόμενου βουλεύματος.

Με τις λοιπές αιτιάσεις του, ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων της εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα της γνώσης του ψεύδους της εγκλήσεως και του περιεχομένου των καταθέσεων των αναιρεσίβλητων, καθώς και του σκοπού εξύβρισης του αναιρεσείοντος..

Ειδικότερα, δε, προσβάλλουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την παραδοχή της ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν γνώριζαν το ψεύδος της έγκλησης που υποβλήθηκε εναντίον του και των καταθέσεων αυτών, ισχυριζόμενος ότι έσφαλε η απόφαση που αποδέχθηκε το σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων, μολονότι έπρεπε να κρίνει αντίθετα με βάση τα προβαλλόμενα από αυτόν επιχειρήματα και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού.

Επίσης, προσβάλλει την απόφαση υποστηρίζοντας ότι έσφαλε στην κρίση της ότι δεν υπήρχε στους αναιρεσίβλητους σκοπός εξύβρισης του αναιρεσείοντος, αναφορικά με τις παραδοχές της ότι η έγκληση υποβλήθηκε για την προάσπιση των συμφερόντων της εταιρείας και ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης του δεύτερου αναιρεσίβλητου ήταν λιτό που δεν καταδεικνύει τέτοιο σκοπό, επιχειρώντας να καταδείξει το σφάλμα με τον ισχυρισμό ότι οι αναιρεσίβλητοι συνεχίζουν την ίδια συμπεριφορά και επιμένουν ότι η έγκληση ήταν αληθής.

Περαιτέρω, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη έπρεπε να κρίνει αντίθετα, ενόψει της δέσμευσής της από το προαναφερόμενο 966/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του για τις αποδιδόμενες με την έγκληση αξιόποινες πράξεις και επέβαλε σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας τα δικαστικά έξοδα, δεχόμενο ότι η έγκληση ήταν εντελώς ψευδής και υποβλήθηκε τουλάχιστον από βαριά αμέλεια, διέταξε δε τη διαβίβαση αντιγράφων της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για τη διερεύνηση τέλεσης αδικημάτων ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ψευδορκίας μάρτυρα σε βάρος των αναιρεσίβλητων.

Όμως, η διαλαμβανόμενη στο ανωτέρω βούλευμα διάταξη περί επιβολής των δικαστικών εξόδων στην εγκαλούσα εταιρεία, δεν συνιστά κατάφαση δεδικασμένου στην προκείμενη πολιτική δίκη ως προς το ζήτημα της γνώσης του ψεύδους της έγκλησης και των καταθέσεων (ΑΠ 846/2017, ΑΠ 801/2017, ΑΠ 666/2014 ΑΠ 1859/2009) και δεν δέσμευε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, είναι απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να ιδρυθεί, με βάση την αποδιδόμενη ως άνω πλημμέλεια, λόγος αναίρεσης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι το Εφετείο δεν επιλήφθηε της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου και δεν περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου, από την προαναφερόμενη διάταξη του ανωτέρω βουλεύματος (ΑΠ 542/2017).

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. (ΑΠ 367/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα αυτού Μ. Μ., ο οποίος επιβεβαιώνει τους δικούς του ισχυρισμούς που προέβαλε, δεδομένου ότι σε κανένα σημείο αυτής δεν αναφέρεται στον άνω μάρτυρα ονομαστικά και δεν κάνει μνεία του περιεχομένου της κρίνοντας αυτήν έστω και αρνητικά, ενώ όφειλε να διαγνώσει ότι ο μάρτυρας των αντιδίκων του Γ.

Α. είναι συγγενής αυτών και ως εκ τούτου μειωμένης αξιοπιστίας. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ρητά μνημονεύει ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριό του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως.

Μεταξύ δε των καταθέσεων αυτών είναι και εκείνη του μάρτυρα Μ. Μ., που εξετάστηκε ύστερα από πρόταση του αναιρεσείοντος. Από τη μη ονομαστική αναφορά του μάρτυρα ή τη μη αξιολόγηση της αξιοπιστίας της κατάθεσής του, τη μη αναφορά στο περιεχόμενό της και τη μη αντίκρουση του περιεχομένου αυτής, καθώς επίσης από την παραδοχή αντίθετων πραγματικών περιστατικών από εκείνα που κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας, στοιχεία στα οποία ο αναιρεσείων στηρίζει τον ισχυρισμό του, ότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεσή του από το δικαστήριο, δεν δημιουργείται αμφιβολία περί της λήψεως υπόψη και της κατάθεσης αυτού.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 25/2016).

Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικά τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να αναφέρει ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του, ούτε να προσδιορίζει τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει, αλλά αρκεί η γενική μνεία των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 502/2016, ΑΠ 1092/2015).

Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 165/2016, ΑΠ 516/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης προβάλλεται, η, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα της άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης των αναιρεσίβλητων με την παραδοχή ότι πίστευαν στην αλήθεια των ισχυρισμών του Δ. Κ.

και, ως προς τον πρώτο τούτων, της υποβληθείσας απ' αυτόν ένστασης εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, και ειδικότερα περί ύπαρξης σ' αυτόν δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, σχημάτισε την κρίση του χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του και του αποδεικτικού του πορίσματος προέβη στην εκτίμηση του συνόλου των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει και ειδικότερα των καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριό του μαρτύρων των διαδίκων και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνων της προηγηθείσας μεταξύ αυτών ποινικής διαδικασίας, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφαση και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Έτσι, στις σχετικές παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα του από τη διάταξη αυτή αναιρετικού λόγου πλήττει με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις την αξιολόγηση των αποδείξεων και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 10-5-2013 αίτηση για αναίρεση της 6098/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 1667/10-5-2013 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τούτων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2013 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της 6098/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ