Legislator Case Law & Legislation
62/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding conversion of successive contracts to indefinite term.

Case Number 62/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two employees against the Athens Labor Court's final judgment. The employees argued that their successive fixed-term contracts should be converted to an indefinite-term contract, while the employer contended this was unnecessary under specific legal provisions. The court ruled that the lower court correctly applied the law and rejected the appeal as unfounded and inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 559(1)(r), 559(1)(s) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the substantive claim was rejected on procedural grounds without a substantive examination, and the appeal lacks a basis in the principle of equality.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts indefinite term conversion labor law dispute inadmissible appeal principle of equality substantive examination legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1), 556(1), 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(r) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(s) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 4(1) of the Constitution
Article 103 of the Constitution
Article 8 of Law 2112/1920
Article 21 of Law 2190/1994
Directive 1999/70/EC
Presidential Decree 164/2004

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 62 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 62/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Μ. του Χ., και 2)Ι. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ασημακοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ", που εδρεύει στα Καλύβια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γιαννελάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3314/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 900/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/4/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 28.4.2017 αίτηση προσβάλλεται η 900/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλομένη απορρίφθηκε η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 3314/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή τους. Η αίτηση στρέφεται κατ' απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση ( άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ' αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοστεί, μολονότι κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοστεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 3112009, 7|2006, 4|2005).Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάστηκε (πρβλ.

Πλ ΟλΑΠ 8, 7/2011, ΑΠ 216/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ),συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ Α.Κ προκύπτει ότι, ειδικότερα, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, ενώ, αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§ 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Σε κάθε πάντως περίπτωση, ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος αλλ' αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προσδίδει στη σύμβαση τον ακριβή ( ορθό ) νομικό χαρακτηρισμό (Πλ ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006, ΑΠ 2201/2014, 720/2013).Περαιτέρω, το άρθρο 8§3 του ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, εφόσον ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθ. 1,2,3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ.

της 16/18-7- 1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης ( ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 940/2014).Η διάταξη, όμως, αυτή (άρθ.8§3 ν.2112/1920) δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί, όταν η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικά από τον νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου χρόνου, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.

Πιο συγκεκριμένα: (1) Σύμφωνα με το άρθ.103§§2 και 3 του Συντάγματος κανένας δεν μπορεί να διορισθεί (δημόσιος) υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη, ενώ εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, καθώς και οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού. (2) Επακολούθησε ο ν.2190/1994, με το άρθρο 21§§ 1 και 2 του οποίου ορίστηκε, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14§1 του αυτού νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ορίζεται, μάλιστα, στις §§3 και 4 του ίδιου άρθρου ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ και πειθαρχικά.

Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου φορέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, ανάμεσα στους οποίους φορείς περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης ( ΟλΑΠ 19,20/2007, ΑΠ 104/2016 ). (3) Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος §7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε §8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από τον νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την κάλυψη προσωπικού των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου φορέα. Στους προαναφερόμενους δε κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις, που με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ κλπ.

με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (ΑΠ 122/2016).Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς τον σκοπό αυτόν προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.

γ' της §8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την ακόμη και από τον νόμο μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.

Επομένως, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ' αυτό, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ κλπ., δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (ένας τέτοιος δηλαδή χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής).

Ενόψει τούτων, σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 ν.2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8§3 του ν. 2112/1920 (ΑΠ 413/2016, 122/2016, 244/2015, 940/2014). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189§3 και ήδη 249§§1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.

προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν την δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.

Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 31/2009, 19, 20/2007, 23/1998). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από την συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.

Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.

Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι σκοπός της είναι η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ( ρήτρα 1 στοιχ.β' ), ότι η εν λόγω συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) την μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη.

Δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που, όπως προαναφέρθηκε, είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.

Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").

Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου (που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου), όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.

Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την με αριθ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα πδ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19- 7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 3 περ. δ' του πδ. 164/2004 ορίζεται ότι για την εφαρμογή του διατάγματος αυτού ως " σύμβαση" νοείται η σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ με το άρθρο 5 ορίζεται ότι (α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, (β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα της επιχείρησης, (γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου.

Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων υπό την ισχύ του ως άνω πδ προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού πδ. όχι η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου αλλά η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών ( ΟλΑΠ 19 και 20/2007 ).

Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το πδ 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19-7-2004, περιλήφθηκαν σ' αυτό ( άρθρο 11), ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω πδ ορίζεται ότι : (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.

α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης, (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων.

Περαιτέρω, από τα παραπάνω συνάγεται, ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά την έναρξη της ισχύος του πδ 164/2004 (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009, ΑΠ 413/2016, 122/2016, 940/2014).

Σημειώνεται ότι οι ρυθμίσεις του πδ 164/2004 έχουν ήδη κριθεί συμβατές με τις ρυθμίσεις της ανωτέρω Οδηγίας (ΔΕΚ της 23.4.2009 Υποθ. Αγγελιδάκη κλπ C 378 - 380 07). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσείοντες με την από 3.3.2012 αγωγή, την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από τον Δήμο Καλυβίων Θορικού, καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει ο εναγόμενος Δήμος Σαρωνικού, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ο πρώτος ως οδηγός απορριμματοφόρου και ο δεύτερος ως σιδηρουργός α) ο πρώτος από 9.8.2007 έως 3.3.2008, από 1.11.2008 έως 1.6.2009 και από 4.12.2009 έως 3.8.2010 και β) ο δεύτερος από 1.11.2007 έως 30.6.2008, από 1.11.2008 έως 30.6.2009 και από 4.12.2009 έως 3.8.2010.

Ότι οι συμβάσεις αυτές δεν ήταν ορισμένου χρόνου, όπως τις χαρακτήριζε ο εναγόμενος, αλλά στην πραγματικότητα συνιστούσαν μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου με αφετηρία την αρχική πρόσληψη του καθένα απ' αυτούς, δεδομένου ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, όπως και το μόνιμο προσωπικό που είχε την ίδια ειδικότητα.

Ότι, παρ' όλα αυτά, ο εναγόμενος μετά τη λήξη της τελευταίας για τον καθένα από τις ανωτέρω συμβάσεις έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και συνεπώς θεωρείται ότι κατήγγειλε την εργασιακή τους σύμβαση, η καταγγελία όμως είναι άκυρη, αφού δεν έγινε εγγράφως και δεν τους καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι καθένας απ' αυτούς συνδέεται με τον εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασής τους, να υποχρεωθεί δε αυτός να αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες τους με την απειλή χρηματικής ποινής. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη.

Και τούτο διότι και αν ακόμη θεωρηθεί αληθές ότι οι επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, δεν είναι κατά τον νόμο δυνατή η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, τέτοιες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος παρ. 7 και 8 (που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του 2001 ) και 21 του ν. 2190/1994, συνάπτονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τους λοιπούς φορείς που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο φορέα, όπως είναι και οι επίδικες εδώ συμβάσεις, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν επίσης στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, διότι βάσει των προαναφερόμενων διατάξεων ο εναγόμενος Δήμος ως εργοδότης δεν έχει πλέον την ευχέρεια να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, ούτε είναι δυνατή η εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές του άρθρου 8 ν. 2112/1920.

Εξάλλου, δεν τίθεται εδώ θέμα εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του πδ 164/2004, δεδομένου ότι - κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή- δεν είχαν οι ενάγοντες συνάψει με τον εναγόμενο συμβάσεις πριν από τη έναρξη ισχύος του εν λόγω πδ ( 19.7.2004 ), αφού η πρώτη μεταξύ τους σύμβαση καταρτίστηκε στις 9.8.2007 για τον πρώτο και την 1.11.2007 για τον δεύτερο.

Περαιτέρω, για τον χρόνο μετά την έναρξη ισχύος του πδ, όπως επίσης σημειώθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως κύρωση για την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του υπόψη πδ, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την παροχή της εργασίας του, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό " το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ παράλληλα θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Δεν προβλέπεται, δηλαδή, ως κύρωση και η αυτοδίκαιη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Οι ανωτέρω δε κυρώσεις διασφαλίζουν αποτελεσματικά τον σκοπό που εκφράζεται με την προαναφερόμενη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, την αποτροπή δηλαδή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου, και έτσι δεν είναι αναγκαία η προσφυγή στο άρθρο 5 του ν.2112/1920, το οποίο, όπως επίσης εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν έχει εφαρμογή ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής μετά την έναρξη ισχύος του πδ 164/2004.

Ενόψει όλων τούτων, το Εφετείο, το οποίο αποφάνθηκε ομοίως και απέρριψε την έφεση των εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ιδίως εκείνες των άρθρων 103 του Συντάγματος, 8 ν 2112/1920, 21 ν.2190/1994 και τις μνημονευόμενες ανωτέρω διατάξεις του πδ 164/2004 και δεν έσφαλε, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως νοηματικά εκτιμάται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες παραπονούνται αορίστως κατά της προσβαλλομένης για ευθεία παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι αλυσιτελής και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, δεν περιέχει αυτή βάση, θεμελιούμενη στην αρχή της ισότητας.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης, κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. (ΑΠ 27/2017, ΑΠ 303/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αιτιώνται την προσβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας. Ο λόγος ωστόσο αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, η αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και το Δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης.

Μετά τις ανωτέρω σκέψεις, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις ( άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 28.4.2017 αίτηση των Α. Μ. και Ι. Μ. κατά της 900/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στα χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ