Legislator Case Law & Legislation
62/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for violation of common sense teachings regarding evidence evaluation in expropriation cases.

Case Number 62/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a regional court's decision regarding an expropriation dispute. The appellant argued that the lower court erred by applying common sense teachings to evaluate evidence and determine facts without considering the remaining property's impact. The court ruled that such teachings are used for fact-finding and evidence assessment, which are non-appealable matters of judicial discretion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Violation of common sense teachings constitutes a ground for appeal only when they affect the interpretation of legal rules or the subsumption of proven facts, not when they serve for evidence evaluation or fact-finding which remains non-appealable.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense teachings judicial discretion expropriation law evidence evaluation non-appealable facts subsumption error

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 368/2008
Supreme Court 176/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 62 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 62/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Θ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χονδρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2006 του Εφετείου Κερκύρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 14-7-2006 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1318/2009 απόφαση του Α1’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Με την 11/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 7/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-10-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5-10-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 7/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005, ΑΠ 368/2008).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1304/2015).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 και 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του ως άνω άρθρου παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτο Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974 αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου και, επομένως, και της ως άνω διατάξεως του ν. 653/1977.

Κατά συνέπειαν, το ως άνω τεκμήριο της ωφέλειας είναι μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, μπορεί αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, ανατρέποντας το ανωτέρω μαχητό τεκμήριο να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι’ αυτήν.

Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα: "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί, με αίτησή του, να ζητήσει από το φορέα του έργου την διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως, η υποβολή δε της αιτήσεως δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτριώσεως (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και παραπέμπεται μετά την λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή...(παρ. 3)....". Εξάλλου, με το άρθρο 37 εδ. α’ του αυτού Ν. 2971/2001 που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού, έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ως άνω Ν. 2971/2001 εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω Ν. 2971/2001, καθώς και για εκείνες που κηρύχτηκαν μεν πριν την έναρξη ισχύος του, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι τον χρόνο της ενάρξεως ισχύος του (Ολ.ΑΠ 7/2013, Ολ.ΑΠ 11/2011, ΑΠ 653/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Κερκύρας, με την προσβαλλομένη 7/2015 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1119727/8468/0010/04-12-1997 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 1116/ 24-12-1997, τεύχος Δ’ ), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την "Κυκλοφοριακή ..." με την Εγνατία Οδό, την Εθνική Οδό Ηγουμενίτσας - Πρέβεζας και την Περιφερειακή οδό Ηγουμενίτσας.

Η έκταση αυτή απεικονίζεται στα υπ’ αριθμ. … κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της ... του ΥΠΕΧΩΔΕ, που έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Μ. την 10-07-1997 και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ. την 27-08-1997. Η οικεία, χωρίς ημεροχρονολογία, έκθεση κτηματογράφησης του πολιτικού μηχανικού Κ.

Κ. και του συμπράξαντος κατά τη σύνταξή της προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δ. Τ., Εφοριακού, θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο ... Α. Κ., πολιτικό μηχανικό. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι και το υπ’ αριθμ. κτηματολογίου … ακίνητο (αγρός - ελαιοπερίβολο με 23 μεγάλα ελαιόδενδρα και 5 μικρά), ιδιοκτησίας του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, τμήμα του οποίου, εκτάσεως 1.222,70 τ.μ., απαλλοτριώθηκε, σύμφωνα και με την παραπάνω έκθεση κτηματογράφησης.

Η συνολική έκταση του αρχικού ακινήτου είναι 2.115,70 τ.μ. και το εναπομένον, μετά την απαλλοτρίωση τμήμα αυτού, εμβαδού 893 τ.μ., είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, σύμφωνα με την 199/1999 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Με την 273/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων εκτάσεων και των επικειμένων τους και με την 199/1999 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης αυτών, ως ακολούθως:

α) Για την απαλλοτριωθείσα έκταση ποσό 40.000 δραχμών ανά τετραγωνικό μέτρο. β) Για τα επικείμενα, συνολικά 2.270.000 δραχμές και συγκεκριμένα 90.000 δραχμές για κάθε μεγάλο ελαιόδενδρο και 40.000 δραχμές για κάθε μικρό, γ) Για το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου, εκτάσεως 893 τ.μ. (2.115,70 - 1.222,70), το ποσό των 25.004.000 δρχ. (893 τ.μ.

Χ 28.000 δραχμές το τ.μ.). Ακολούθως με την 44/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, αναγνωρίστηκε ο ενάγων δικαιούχος της αποζημίωσης της παραπάνω υπ’ αριθμ. κτηματολογίου … ιδιοκτησίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, από την απαλλοτριωθείσα έκταση των 1.222,70 τ.μ., αποζημίωσε τον ενάγοντα μόνο για μέρος αυτής, εμβαδού 922,95 τ.μ.

ενώ για τα υπόλοιπα 299,75 τ.μ. (1.222,70 - 922,95) δεν κατέβαλε την σύμφωνα με την ορισθείσα οριστική τιμή αποζημίωσης, ποσού 11.990.000 δραχμών (299,75 τ.μ. Χ 40.000 δραχμές το τ.μ.), ισχυριζόμενο ότι ωφελήθηκε ισοπόσως ο ενάγων, ως παρόδιος ιδιοκτήτης, ακινήτου, εκ της απαλλοτριώσεως αυτής, ήτοι της διανοίξεως της οδού. Όμως, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, αποδεικνύεται ότι το εναπομένον τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος, εκτάσεως 893 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση, δεν ωφελείται από την κατασκευή του εν λόγω έργου, καθόσον η διανοιγείσα οδός, η οποία είναι παράδρομος της Εγνατίας Οδού, είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος, μονής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, με προστατευτικά στηθαία ύψους 0,70 μέτρων στο άκρο του οδοστρώματος προς την πλευρά της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, είναι υπερυψωμένη κατά 2,50 έως 3 μέτρα από την ιδιοκτησία του με ανάχωμα έντονης κλίσης, στο οποίο έχουν φυτευθεί δένδρα και φυτά, υποστηριζόμενα με σύστημα αυτομάτου ποτίσματος και είναι περιφραγμένη στη βάση του αναχώματος με συρματόπλεγμα και τσιμεντένιους πασσάλους, ύψους 1,50 μέτρα και, ως εκ τούτου, η υπολειπόμενη ιδιοκτησία του ενάγοντος, δεν αποκτά πρόσωπο επί της οδού, ούτε έχει επικοινωνία ή δυνατότητα πρόσβασης στην διανοιγείσα οδό.

Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ο ενάγων ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, κατά την έννοια του Νόμου 653/1977, ώστε να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση και επομένως δικαιούται αυτός να ζητήσει την οικεία αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση του ακινήτου του, συνολικής αξίας 11.990.000 δραχμών (299,75 τ.μ.

Χ 40.000 δραχμές ανά τ.μ.)". Υπό τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 10.6.2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 43/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας (τακτική διαδικασία), που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο την εναντίον του από 4.2.2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επιδικάζοντας σ’ αυτόν το αναφερόμενο χρηματικό ποσό.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφελείας του αναιρεσιβλήτου, ιδιοκτήτη του προαναφερομένου ακινήτου, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει γι’ αυτόν η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση του ακινήτου προσώπου επί της διανοιγείσας οδού, παραθέτοντας στην προσβαλλομένη απόφασή του τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του επιδίκου ακινήτου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτό (αναιρεσείον) διατείνεται: Α] 1) δεν διευκρινίζεται "αν η ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου έχει πρόσβαση στο έργο της απαλλοτριώσεως μέσω κόμβου ή άλλου παράλληλου οδικού δικτύου και σε ποια απόσταση από την ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου βρίσκεται ο πλησιέστερος κόμβος σύνδεσης της ιδιοκτησίας του με την διανοιχθείσα οδό", 2) δεν αιτιολογείται με ποιο τρόπο μπορεί να ζημιωθεί η συγκεκριμένη ιδιοκτησία εξ αιτίας της υπερυψώσεως του εδάφους της σε σχέση με την διανοιγόμενη οδό, 3) δεν γίνεται καμιά αναφορά στις ευνοϊκές ή δυσμενείς επιδράσεις, που έχουν τα τεχνικά αυτά χαρακτηριστικά του έργου στο εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου και 4) οι αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση σχετικές αιτιολογίες "συνιστούν απλή περιγραφή μέρους των τεχνικών γνωρισμάτων του έργου της απαλλοτρίωσης και Β] είναι αντιφατικές οι αιτιολογίες της αποφάσεως που, ενώ αρχικά δέχεται ότι "το ανωτέρω ακίνητο δεν αποκτά πρόσωπο επί της οδού", στη συνέχεια δέχεται ότι "αυτό έχει πλευρά στο άκρο του οδοστρώματος της οδού, που αποτελεί το έργο της απαλλοτριώσεως".

Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον ως ελλείψεις, ασάφειες και αντίφαση, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως με την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εξάγεται από αυτές, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, είναι σαφές και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στην ως άνω διάταξη, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Τέλος, το αναιρεσείον διατείνεται ότι δεν περιέχονται στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχές "αν η (αναφερόμενη σ’ αυτήν) έλλειψη της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου επήλθε ως δυσμενής συνέπεια της απαλλοτριώσεως ή αν το απαλλοτριωθέν ακίνητο ήταν και πριν από την απαλλοτρίωση μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, οπότε στην τελευταία περίπτωση η απαλλοτρίωση ουδεμία επίδραση είχε από την εξεταζόμενη άποψη στο εν λόγω ακίνητο".

Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι για το ακίνητο αυτό, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου επί της διανοιγομένης οδού, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνον τότε θα έπρεπε να εξεταστούν και άλλα στοιχεία (αρτιότητα, οικοδομησιμότητα), (ΑΠ 455/2016, ΑΠ 653/2014), εφόσον η απαλλοτρίωση συντελέστηκε προ της ισχύος του ν. 2971/2001.

Επομένως, ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, να απορριφθεί. Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δικ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 176/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον αυτό ως άνω λόγο της αιτήσεως, κατά το τελευταίο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ήχθη στην ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας - η οποία (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος) δικαιολογείται όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία υφίσταται βλάβη αντί για ωφέλεια από το έργο της απαλλοτριώσεως, που υπάρχει (βλάβη) και όταν, εξ αιτίας της απαλλοτριώσεως επέρχεται περιορισμός στην κατά προορισμό χρήση ή στις εν γένει δυνατές κατά το νόμο χρήσεις, που είχε πριν από την απαλλοτρίωση το ακίνητο - χωρίς να εξετάσει τις πιθανές επιπτώσεις, που έχει το έργο της απαλλοτριώσεως στις χρήσεις του τμήματος του αγροτικού ακινήτου που απέμεινε στον ήδη αναιρεσίβλητο μετά την απαλλοτρίωση του ακινήτου του.

Ο λόγος αναιρέσεως, κατά το προαναφερθέν μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά στην χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την εκτίμηση αποδείξεων και για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και, επομένως, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, σε κάθε περίπτωση δε με τον λόγο αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/ 1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-10-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ….2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7/2015 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ