Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract citing public interest and equal treatment principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the termination of an employment contract. The appellant argued that the employer violated substantive law by terminating the contract without compensation, claiming the statutory provision allowing such termination without pay was unconstitutional. The court rejected this, ruling that the specific provision served a legitimate public interest in ensuring high-quality broadcasting and did not violate principles of equality or equal treatment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 15 para. 4 of Law 1730/1987; Art. 1 of Additional Protocol to the ECHR: The court holds that a statutory provision permitting an employer to terminate an employment contract without compensation without violating the principle of equality or the right to remuneration, provided a legitimate public interest exists.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 62 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 62/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος-αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πολυξένη Μπαλτά και κατέθεσε προτάσεις.
Του καθ' ου η κλήση-αναιρεσιβλήτου: Του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." "ΕΡΤ Α.Ε.", λόγω καταργήσεώς της, σύμφωνα με το άρθρο 1 της με αρ. οικ. 2/11-6-2013 κοινής Υπουργικής απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πατσιαντό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 849/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4519/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 28-12-2012 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας διεκόπη βιαίως λόγω καταργήσεως της αρχικής αναιρεσιβλήτου και την επανέφερε εκ νέου για συζήτηση ο καλών-αναιρεσείων με την από 5-6-2014 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 4-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μονομερής, αναιτιώδης, κατά κανόνα, απευθυντέα δικαιοπραξία και έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια. Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του πιο πάνω αποτελέσματος της.
Η καταγγελία από τον εργοδότη αυτής της σύμβασης εργασίας υπαλλήλου, η οποία έγινε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας από τον εργοδότη (άρθρο 281 ΑΚ) επιφέρει, επίσης, την ακυρότητα της καταγγελίας.
Καταχρηστικά ασκείται το δικαίωμα της καταγγελίας, όταν δεν δικαιολογείται η καταγγελία από το καλώς νοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη. Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη, εκ μέρους του, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, να δεχθεί την εργασία του υπαλλήλου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του τελευταίου.
Υποχρεούται, τότε, να καταβάλει στον υπάλληλο τις αποδοχές του "μισθού υπερημερίας" (άρθρα 349, 350, 293, 654, 648, 656, 649, 361, 655, 653 ΑΚ), δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του και ό,τι άλλο ο υπάλληλος θα εισέπραττε, αν συνεχιζόταν κανονικά η εργασία του, μέχρι την άρση της υπερημερίας. Ο εργαζόμενος, αντιστοίχως, εμμένων στην ακυρότητα της καταγγελίας, δικαιούται να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας, ενώ δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βούλησης του να µην αποδεχθεί, στο µέλλον, τις υπηρεσίες του απολυθέντος.
Αν ο εργαζόµενος ασκήσει αγωγή και µε αίτηµα, αυτοτελές, ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε, οφείλει να εκθέσει στο δικόγραφό της τα πραγµατικά περιστατικά, που θεµελιώνουν την ακυρότητα της καταγγελίας. Ακόµη, επί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κάθε εργαζοµένου δημιουργείται και υποχρέωση του εργοδότη, µε αντίστοιχο δικαίωµα του εργαζοµένου, αν κριθεί άκυρη η καταγγελία, µε δικαστική, έστω οριστική, απόφαση, να απασχολεί πραγµατικά τον εργαζόμενο.
Εξάλλου, για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής, µε δικαιοπραξία, εφόσον ο νόµος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύµβαση (άρθρο 361 ΑΚ). Έτσι, καθιερώνεται στο ενοχικό και, επομένως, στο εργατικό δίκαιο, η αρχή της ελευθερίας των συµβάσεων, κατά την οποία οι συµβαλλόµενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, µε οποιαδήποτε µορφή και µε οποιοδήποτε περιεχόµενο, αρκεί να µην απαγορεύεται από το νόµο ή κανόνα δηµόσιας τάξης και να µην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ ολ. 26/2007).Περαιτέρω, το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγµατος, καθιερώνει όχι µόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόµου, αλλά και την ισότητα του νόµου έναντι των Ελλήνων πολιτών.
Η ισότητα του νόµου έναντι των Ελλήνων έχει την έννοια ότι ο νοµοθέτης, κατά τη ρύθµιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά τρόπο διαφορετικό, αυθαίρετα, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις. Η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αν επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι, για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί, αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.
Η συνδρομή κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο του δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, το οποίο μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.
Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής, για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Το άρθρο αυτό αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Η αποζημίωση καταγγελίας αποτελεί, υπό ευρεία έννοια, αντάλλαγμα της παρασχεθείσας εργασίας και πρέπει να ρυθμίζεται, με βάση την αρχή της ισότητας (ΑΠ ολ. 4/2012).
Συνεπώς, αν γίνει, με νόμο, ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, αφού μόνο, έτσι, αίρεται η ανισότητα, που δημιουργήθηκε. Με το άρθρο 1 του Πρόσθ. Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών/Ε.Σ.Δ.Α, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο εμπράγματα δικαιώματα (άρθρο 17 Συντ.), αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα νομίμως κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται δηλ. και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα, ειδικότερα, περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση ή απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία δυνατότητας δικαστικής ικανοποίησης τους, σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς, που ίσχυε πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο.
Τέτοιες απαιτήσεις είναι και εκείνες του εργατικού δικαίου. Από τις προηγούμενες διατάξεις δεν θίγεται το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ και νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ ολ. 4/2012). Η αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 Συντ., 119 της ιδρυτικής Συνθ.
ΕΟΚ), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτήν άλλους, ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψης τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της ομοιότητας των συνθηκών απασχόλησης και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο.
Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δημόσιας τάξης, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει, με αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο εναγόμενος εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει.
Προϋπόθεση βασική για την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή Διαιτητικής Απόφασης ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται, νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής, σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία (ΑΠ ολ. 7/1996, ΑΠ 247/2008).
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 103 και 104 του Συντάγματος, υπάλληλος σε οργανική θέση δημοσίας επιχείρησης, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορεί να διορισθεί σε άλλη θέση δημόσιας υπηρεσίας ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή δημόσιας επιχείρησης ή οργανισμού κοινής ωφελείας.
Κατ' εξαίρεση, μπορεί να επιτραπεί, με "ειδικό νόμο", ο διορισμός του υπαλλήλου αυτού και σε δεύτερη θέση, εφόσον οι κάθε είδους πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές του δεν είναι, κατά μήνα, ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών της οργανικής του θέσης. Στο ν. 1256/1982, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 31.5.1982 (άρθρο 18) και όπως ίσχυσε στα έτη 2006 - 2008 και ισχύει, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι απαγορεύεται στον υπάλληλο οργανικής θέσης δημόσιας επιχείρησης, η οποία ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, να διορισθεί ή να προσληφθεί και σε δεύτερη θέση ή απασχόληση, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή (άρθρο 1 παράγραφοι 1 και 6).
Ότι τέτοιος υπάλληλος, που κατέχει, την 31.5.1982, περισσότερες από μία θέσεις ή απασχολήσεις, οφείλει να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση επιλογής της θέσης ή απασχόλησης, που προτιμά να διατηρήσει, ενώ μέχρις ότου πληρωθεί, από άλλον, η θέση ή απασχόληση, που αποποιείται, εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του, σε αυτή (θέση ή απασχόληση), όχι πέραν από την 31.10.1982 (άρθρο 16 παρ.1).
Ότι στην απαγόρευση αυτή δεν περιλαμβάνονται "μουσικοί και καθηγητές καλλιτεχνικών μαθημάτων" (άρθρο 16 παρ.5 στοιχείο γ). Σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις, με τον "ειδικό" ν.1256/1982, ο οποίος εκδόθηκε και για την εκτέλεση της ως άνω συνταγματικής επιταγής (άρθρα 103, 104 Συντάγματος), "μουσικός", τακτικό προσωπικό /υπάλληλος σε οργανική θέση δημόσιας επιχείρησης, επιτρέπεται να διορίζεται ή να προσλαμβάνεται και σε δεύτερη θέση ή απασχόληση.
Επακολούθησε ο ν. 1730/1987, ο οποίος άρχισε να ισχύει, την 18.10.1987, και, από την έναρξη της ισχύος του, καταργείται και "κάθε διάταξη, που αντίκειται σε αυτόν" (άρθρο 21 στοιχείο δ)Στο ν. 1730/1987, όπως ίσχυσε στα έτη 2006 - 2008 και ισχύει, ορίζονται και τα εξής: Για την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση, ως ενιαίο φορέα, ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, έχει έδρα την Αθήνα, και διακριτικό τίτλο "Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ", η οποία είναι δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παρ.6 ν. 1256/1982, 51 παρ. Ι ν. 1892/1990,4 παρ.6 ν. 1943/1991), ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος (Υπουργό Προεδρίας της Κυβερνήσεως), έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό κοινωνικό έλεγχο, που ασκείται από την Αντιπροσωπευτική Συνέλευση Κοινωνικού Ελέγχου Τηλεθεατών Ακροατών, έχει σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της "κρατικής" ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και συμβάλλει, με τα μέσα αυτά (ραδιοφωνίας και τηλεόρασης), στην ενημέρωση, μόρφωση και ψυχαγωγία του ελληνικού λαού, χωρίς την επιδίωξη απόκτησης κέρδους.
Από το Κράτος εκχωρείται στην Ε.Ρ.Τ. ΑΕ "αποκλειστικό" και "αναπαλλοτρίωτο" προνόμιο για την πραγματοποίηση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών εθνικής εμβέλειας. Οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές εμπνέονται από τα ιδανικά της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της εθνικής ανεξαρτησίας, της ειρήνης και της φιλίας των λαών, διέπονται και από την αρχή της καλής ποιότητας, αποβλέπουν στην εκπλήρωση των στόχων της δημόσιας υπηρεσίας, εξυπηρετούν τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας και αποτελούν παράγοντα διασφάλισης της πολυφωνίας.
Τα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα απευθύνονται σε όλα τα τμήματα του πληθυσμού, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες ειδικών κοινωνικών κατηγοριών, χωρίς να επηρεάζονται από το βαθμό θεαματικότητας και ακροαματικότητας των εκπομπών, που προορίζονται γι' αυτές. Το "μετοχικό" κεφάλαιο της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ ανήκει "αποκλειστικά" στο Ελληνικό Δημόσιο, στο "όνομα" του οποίου εκδίδεται ένας ονομαστικός αναπαλλοτρίωτος τίτλος ("μετοχή").
Η διάρθρωση και η λειτουργία των υπηρεσιών της καθορίζονται με τον Υπηρεσιακό Οργανισμό και τα θέματα του προσωπικού της με το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού, που συντάσσονται από το Διοικητικό της Συμβούλιο και εγκρίνονται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Τύπου και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας.
Πόροι της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ είναι: α. έσοδα από ανταποδοτικό τέλος, β. έσοδα από διαφημίσεις, γ. έκτακτη επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό και δ. έσοδα από κάθε άλλη πηγή. Το ανταποδοτικό τέλος εισπράττεται, ως αντιπαροχή, για το δικαίωμα λήψης των ραδιοτηλεοπτικών της εκπομπών (άρθρα 1, 2, 3, 5, 8, 10, l3, 14, 19 παρ.4).
Σε όλους τους απασχολούμενους σε οργανικές θέσεις στην Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, απαγορεύεται : α. να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, συστηματικά ή με πάγια ή με περιοδική αμοιβή, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, β. να ασκούν εμπορία και γ. να μετέχουν σε κερδοσκοπικούς συνεταιρισμούς ή σε προσωπικές εταιρίες ή σε εταιρίες περιορισμένης ευθύνης ή να έχουν μετοχές ανωνύμων εταιριών, εφόσον οι παραπάνω συνεταιρισμοί ή εταιρίες έχουν αντικείμενο συναφές με το αντικείμενό της.
Αν οι προηγούμενες διατάξεις παραβιασθούν, η Ε.Ρ.Τ. ΑΕ καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας, χωρίς καταβολή αποζημίωσης στον εργαζόμενο (άρθρο 15 παρ.4). Το σύνολο των καθαρών αποδοχών από την παροχή κάθε είδους εργασίας στην Ε.Ρ.Τ. ΑΕ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το διπλάσιο του συνόλου των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών του 1ου μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας ΠΕ των πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου με 29 χρόνια υπηρεσίας και δύο παιδιά (άρθρο 15 παρ.5).
Μέχρι την 30 Ιουνίου κάθε έτους, όλοι οι εργαζόμενοι στην Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, σε οποιαδήποτε κατηγορία ή ειδικότητα και αν ανήκουν, οφείλουν να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 8 ν. 1599/1986, με την οποία δηλώνουν: α. ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι πιο πάνω απαγορεύσεις και β. το σύνολο των ως άνω αποδοχών τους.
Αν δεν υποβάλουν ή υποβάλουν ανακριβή δήλωση, "ανεξάρτητα από τις ποινικές κυρώσεις", θεωρείται ότι ο εργαζόμενος έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του με την Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, από τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας. Οι "ποινικές κυρώσεις", αν δεν υποβάλουν την παραπάνω δήλωση, είναι ότι τιμωρούνται, κατά το άρθρο 458 ΠΚ (άρθρο 15 παρ.6).
Κατ' εξαίρεση, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Διευθυντή, μπορεί να αναθέτει την εκτέλεση ορισμένου έργου σε δημοσιογράφο, που ασχολείται ήδη σε άλλο ελληνικό ή ξένο μέσο επικοινωνίας και ενημέρωσης, σε επιστήμονες, λογοτέχνες ή άλλους καλλιτέχνες, που μετέχουν σε επιτροπή προγράμματος ή αξιολόγησης προγραμμάτων, σεναρίων ή άλλων αντικειμένων ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, καθώς και σε συντελεστή παραγωγής ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, που προσφέρει ήδη υπηρεσία, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.
Ο χρόνος εκτέλεσης του έργου καθορίζεται πάντοτε με τη σύμβαση και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη (άρθρο 15 παρ.7). Επίσης, επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η παράλληλη απασχόληση, σε μη ανταγωνιστικές προς την Ε.Ρ.Τ. ΑΕ επιχειρήσεις, των δημοσιογράφων και των λοιπών εργαζομένων της, ύστερα από αίτησή τους και απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ. Κατά το χρονικό διάστημα, από την υποβολή της αίτησης μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, η άδεια θεωρείται ότι δεν έχει χορηγηθεί. Η σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να εκδίδεται σε χρονικό διάστημα 45 ημερών, από την υποβολή της αίτησης (άρθρο 19 παρ.22).
Στην Εισηγητική Έκθεση επί του Σχεδίου Νόμου "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρία Ε.Ρ.Τ. AE", αναφέρεται, σχετικώς ότι: "Με το άρθρο 15 παρ.4, δίνεται οριστική λύση στο απαράδεκτο σημερινό σύστημα, που, ρητά ή σιωπηρά, παρέχει τη δυνατότητα προσφοράς υπηρεσίας από τους εργαζόμενους στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και σε άλλους εργοδότες.
Για το λόγο αυτό, θεσμοθετείται απαγόρευση προσφοράς υπηρεσιών των εργαζομένων σε οργανικές θέσεις της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, με οποιαδήποτε σχέση, συστηματικά ή με πάγια ή με περιοδική αμοιβή, σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Η ιδιαιτερότητα της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ για συνεργασία με δημιουργούς, όπως είναι δημοσιογράφοι και άλλοι άνθρωποι του λόγου και της τέχνης, αντιμετωπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ.7 καθώς και με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 19 παρ.22".
Στον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1730/1987 (άρθρα 10, 19 παρ.4),εγκρίθηκε με την 8256/Ζ2/815/12.4.1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ορίζεται και ότι: Ο ΓΚΠ. - Ε.Ρ.Τ ΑΕ καθορίζει τους όρους και τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού, την υπηρεσιακή, γενικά, κατάσταση του, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του στα εργασιακά θέματα λειτουργίας και παραγωγής καθώς και τις εν γένει σχέσεις του με την Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ. Τα θέματα του ΓΚΠ ρυθμίζονται με τη διαδικασία της υπογραφής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας με την Π.Ο.Σ.Π.Ε.Ρ.Τ. Το προσωπικό της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ συνδέεται μετ' αυτής, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Το τακτικό προσωπικό υπάγεται στις διατάξεις του ΓΚΠ.
και καλύπτει αντίστοιχες οργανικές θέσεις τακτικού προσωπικού. Ο υποψήφιος για πρόσληψη σε θέση τακτικού προσωπικού, πρέπει να μην κατέχει έμμισθη θέση ή απασχόληση στο Δημόσιο τομέα, "σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.4 ν. 1730/1987". Ο επιτυχών πρέπει να δηλώσει εγγράφως ότι δέχεται να προσφέρει την εργασία του στην Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ, σύμφωνα με τους όρους του ΓΚΠ., των Ειδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και των Διαιτητικών Αποφάσεων, που ισχύουν για το προσωπικό της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ και να αναλάβει υπηρεσία μέσα σε 30 ημέρες από τη γνωστοποίηση του εγγράφου της σειράς κατάταξης του. Αν δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του αυτές, θεωρείται ότι παραιτείται από την πρόσληψη (άρθρα 1, 5, 6, 2 παράγραφοι 1 και 2).
Οι θέσεις του τακτικού προσωπικού κατανέμονται, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, σε κλάδους, βαθμούς και ειδικότητες (άρθρα 8, 9, 18). Όλοι οι υπάλληλοι εντάσσονται σε 12 μισθολογικές κατηγορίες, καθεμία των οποίων εξελίσσεται σε 19 μισθολογικά κλιμάκια (άρθρο 12). Το προσωπικό, που θα ενταχθεί, "σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Π.δ. 164/2004", σε κλάδους και ειδικότητες τακτικού προσωπικού, εντάσσεται στα σχετικά μισθολογικά κλιμάκια και λαμβάνει τα οικεία βασικά και ειδικά επιδόματα και τις σχετικές προσαυξήσεις.
Το προσωπικό, που ασκούσε καθήκοντα χορωδού και έχει τις προϋποθέσεις να ενταχθεί σε θέσεις τακτικού προσωπικού, σύμφωνα με το Π.Δ. 164/2004, εντάσσεται στις ειδικότητες ΚΤΕΠ-11 και ΚΤΕΠ-12 (άρθρα 12, 13, 14, 53, 54, 55, 56). Οι εξωτερικοί συνεργάτες προγράμματος δεν αποτελούν προσωπικό της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ και δεν υπάγονται στον ΓΚΠ.
Οι σχέσεις των εξωτερικών συνεργατών προγράμματος με την Ε.Ρ.Τ. ΑΕ διέπονται, αποκλειστικά, από τη συγκεκριμένη έγγραφη ατομική σύμβαση έργου και τις οικείες διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ (άρθρο 3). Ο ΓΚΠ - Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, επί των προηγουμένων θεμάτων του προσωπικού, άρχισε να ισχύει "από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως", ήτοι από την 1.5.1989 (άρθρο 58) και ίσχυσε, ως άνω και κατά τα έτη 2006 - 2008, μετά την από 23.6.2006 "Συμπληρωματική Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας" μεταξύ Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ και ΠΟΣΠΕΡΤ. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 11.6.2008 αγωγή του, ισχυρίσθηκε, ότι με την από 1.11.2006 έγγραφη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε, αντί μηνιαίου μισθού, σε αντίστοιχη οργανική θέση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ, κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.2006 μέχρι 17.3.2008, ως τακτικό προσωπικό της, ήτοι υπάλληλος / "μουσικός αναλογίου ΚΤΕΠ - 11", πλήρους απασχόλησης και η σύμβαση εργασίας του είχε περιεχόμενο τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της εναγομένης, όπως ίσχυσε στα έτη 2006 - 2008. Ειδικότερα, ότι, μετά από αίτησή του, εντάχθηκε, από την 1.11.2006, στο τακτικό προσωπικό, ως άνω, "σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Π.δ. 164/2004" και τη σχετική απόφαση του ΑΣΕΠ, δεδομένου ότι ασκούσε καθήκοντα στην εναγομένη, ως "εξωτερικός συνεργάτης προγράμματος", με την ιδιότητα του χορωδού, από το Νοέμβριο 1993 μέχρι την 31.7.2001 και από 1.9.2001 μέχρι 31.10.2006, δυνάμει συμβάσεων μίσθωσης έργου.
Ότι, την 17.3.2008, η εναγομένη κατήγγειλε, με το 5142/14.3.2008 έγγραφο, "ακύρως", τη σύμβαση εργασίας. Ότι η καταγγελία ήταν άκυρη διότι: Α)Η εναγομένη δεν του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση, με την επίκληση του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987, το οποίο αποτελεί και τον όρο 5 της ατομικής του σύμβασης εργασίας, δηλ. "συνεπεία της παράλληλης απασχόλησης του, ως μουσικού, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στον Πολιτισμικό Οργανισμό (Φιλαρμονική) του Δήμου Αθηναίων".
Ότι η επίκληση του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987 είναι "παράνομη", διότι : 1)Το άρθρο 15 παρ. 4 ν. 1730/1987, που απαγορεύει στον εργαζόμενο, σε αντίστοιχη οργανική θέση τακτικού προσωπικού της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, να κατέχει οποιαδήποτε άλλη έμμισθη θέση, με συνέπεια την καταγγελία, από την Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, της σύμβασης εργασίας, χωρίς καταβολή αποζημίωσης στον εργαζόμενο και το άρθρο / όρος 5, όμοιου περιεχομένου με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987, της ατομικής του σύμβασης εργασίας, είναι αντίθετα στη διάταξη του άρθρου 16 παρ.5 εδ.
γ του "ειδικού" ν. 1256/1982, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 103 και 104 Συντάγματος. 2) Η διάταξη του ίδιου άρθρου είναι "αντισυνταγματική", εφόσον "παραβιάζει" την αρχή της ισότητας, ως προς το δικαίωμα για εργασία και το δικαίωμα του εργαζομένου, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, σε ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, με την έννοια ότι και η αποζημίωση του απολυομένου εργαζομένου πρέπει να ρυθμίζεται, με βάση την αρχή της ισότητας (άρθρα 2 παρ.
Ι, 4 παρ. Ι, 22 παρ. Ι Συντ.), επίσης, "προσκρούει" στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. 3)"Παραβιάζεται" η αρχή της ίσης μεταχείρισης, σε σχέση µε κατονομαζόμενους μουσικούς - συναδέλφους του στην εναγομένη, οι οποίοι ευνοήθηκαν από "οικειοθελείς παροχές" της τελευταίας δηλ. "από τη δυνατότητα κατοχής, παραλλήλως και άλλης έμμισθης θέσεως" και "από τη μη καταγγελία της εργασιακής τους σχέσης, με την επίκληση του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987" και Β) Σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα της καταγγελίας ασκήθηκε καταχρηστικά, εφόσον η καταγγελία της εργασιακής του σχέσης έγινε, την 17.3.2008, αν και δεν συνέτρεχε, "κατ' αντικειμενική κρίση", λόγος εξαίρεσης του από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.5 εδ.
γ ν. 1256/1982 και η καταγγελία δεν δικαιολογείται από το "καλώς νοούμενο επαγγελματικό συμφέρον" της εναγομένης, ως εργοδότριας, εφόσον η παράλληλη απασχόλησή του, ως μουσικού, στον Πολιτισμικό Οργανισμό του Δήμου Αθηναίων, ήταν σε μη ανταγωνιστική, προς αυτήν, επιχείρηση. Με βάση τα παραπάνω, ζήτησε, α)Να αναγνωρισθεί η "ακυρότητα", της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και η "ακυρότητα", ως μη νόμιμου, του όρου 5 της, από 1.11.2006, ατομικής του σύμβασης εργασίας.
β) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για "μισθούς υπερημερίας", μετά του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2008, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.6.2008 μέχρι 31.1.2009, το συνολικό ποσό των 10.016,40 ευρώ. γ)Να υποχρεωθεί η εναγομένη, αφού κριθεί άκυρη η καταγγελία, η οποία συντελέσθηκε και υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, σε επαναπρόσληψη και πραγματική απασχόλησή του, ως μουσικού.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 849/2010 απόφαση του, απέρριψε την αγωγή, στο σύνολό της, ως μη νόμιμη, κατά της απόφασης δε αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση. Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι η αγωγή, με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, δεν είναι νόμιμη, διότι: Ι) Κατά το άρθρο 15 παρ.4 ν. 1730/1987, αναγνωρίζεται το δικαίωμα της Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ να καταγγείλει, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου της, σε αντίστοιχη οργανική θέση τακτικού προσωπικού της, εφόσον ο εργαζόμενος αυτός παρέχει, παραλλήλως και τις υπηρεσίες του, με οποιαδήποτε σχέση, συστηματικά ή με πάγια ή με περιοδική αμοιβή, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.
Η συναφής απαγόρευση του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987, ενώ είχε ήδη επιτραπεί, κατά το άρθρο 16 παρ.5 εδ. γ του "ειδικού" νόμου 1256/1982, εκδοθέντος και για την εκτέλεση συνταγματικής επιταγής (άρθρα 103, 104 Συντάγματος), η κατοχή, χωρίς όρους, από τους μουσικούς και δεύτερης έμμισθης θέσης, θεσπίσθηκε υπέρ της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, ως "κρατικής" ραδιοφωνίας και τηλεόρασης.
ΙΙ) Η διάταξη του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987 δεν "παραβιάζει" την αρχή της ισότητας, ως προς το δικαίωμα προς εργασία και την αποζημίωση του απολυόμενου εργαζομένου, ούτε "προσκρούει" στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., εφόσον υπάρχει λόγος δημοσίου συμφέροντος για τη διαφορετική ρύθμιση, που είναι η διασφάλιση του αγαθού της ψυχαγωγίας του ελληνικού λαού, με την καλή ποιότητα των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ.
ΙΙΙ) Δεν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού και αν θεωρηθεί ότι "η δυνατότητα κατοχής", από τον εργαζόμενο στην Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, "παραλλήλως και άλλης έμμισθης θέσης" και "η μη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, με την επίκληση του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987" είναι "οικειοθελείς παροχές" της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ προς τον εργαζόμενό της, αυτές οι παροχές είναι, ως άνω, παράνομες. Έτσι, δεν δικαιολογείται, από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ανάλογη αξίωση άλλου εργαζομένου της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, στον οποίο δεν χορηγήθηκαν τέτοιες παροχές, στηριζόμενη στην παρανομία της εργοδότριας Ε.Ρ.Τ. ΑΕ.
ΙV) Το δικαίωμα καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης δεν ασκήθηκε από την Ε.Ρ.Τ. ΑΕ καταχρηστικά, με την έννοια της μη δικαιολογίας της καταγγελίας από το "επαγγελματικό συμφέρον" της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, ως εργοδότριας, εφόσον, η σχετική απαγόρευση του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987, ενώ ήδη είχε επιτραπεί, κατά το άρθρο 16 παρ.5 εδ.
γ του ν. 1256/1982, η κατοχή, χωρίς όρους, από τους μουσικούς και δεύτερης έμμισθης θέσης, θεσπίσθηκε, υπέρ της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, ως "κρατικής" ραδιοφωνίας και τηλεόρασης. Με βάση δε αυτά, δέχθηκε ότι η καταγγελία, την 17.3.2008, της επίμαχης εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος Νικολάου Πέτσα, από την αναιρεσίβλητη Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ, είναι "έγκυρη", και ακόμη ότι είναι "έγκυρος" ο όρος 5 της επίμαχης εργασιακής σύμβασης. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, ως μη νόμιμη. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις διότι, πράγματι, α) Κατά το άρθρο 15 παρ.4 ν. 1730/1987, αναγνωρίζεται το δικαίωμα της Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ να καταγγείλει, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου της, εφόσον ο εργαζόμενος αυτός παρέχει, παραλλήλως και τις υπηρεσίες του, με οποιαδήποτε σχέση, συστηματικά ή με πάγια ή με περιοδική αμοιβή, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.
Η συναφής απαγόρευση του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987, ενώ είχε ήδη επιτραπεί, κατά το άρθρο 16 παρ.5 εδ. γ του νόμου 1256/1982, εκδοθέντος και για την εκτέλεση συνταγματικής επιταγής (άρθρα 103, 104 Συντάγματος), η κατοχή, χωρίς όρους, από τους μουσικούς και δεύτερης έμμισθης θέσης, θεσπίσθηκε υπέρ της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, ως "κρατικής" ραδιοφωνίας και τηλεόρασης.
β) Η διάταξη του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987 δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, ως προς το δικαίωμα προς εργασία και την αποζημίωση του απολυόμενου εργαζομένου, ούτε προσκρούει στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., εφόσον υπάρχει λόγος δημοσίου συμφέροντος για τη διαφορετική ρύθμιση, που είναι η διασφάλιση του αγαθού της ψυχαγωγίας του ελληνικού λαού, με την καλή ποιότητα των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών της Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ. γ) Δεν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού και αν θεωρηθεί ότι η δυνατότητα κατοχής, από τον εργαζόμενο στην Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, παραλλήλως και άλλης έμμισθης θέσης και η μη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, με την επίκληση του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987 είναι οικειοθελείς παροχές της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ προς τον εργαζόμενό της, αυτές οι παροχές είναι, ως άνω, παράνομες και συνεπώς δεν δικαιολογείται, από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ανάλογη αξίωση άλλου εργαζομένου της Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ, στον οποίο δεν χορηγήθηκαν τέτοιες παροχές, στηριζόμενη στην παρανομία της εργοδότριας Ε.Ρ.Τ. ΑΕ. δ) Το δικαίωμα καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος δεν ασκήθηκε από την Ε.Ρ.Τ. ΑΕ καταχρηστικά, με την έννοια της μη δικαιολογίας της καταγγελίας από το επαγγελματικό συμφέρον της Ε.Ρ.Τ.
ΑΕ, ως εργοδότριας, εφόσον, η σχετική απαγόρευση του άρθρου 15 παρ.4 ν. 1730/1987, θεσπίσθηκε, υπέρ της Ε.Ρ.Τ. ΑΕ, ως "κρατικής" ραδιοφωνίας και τηλεόρασης. Επομένως είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς όλες τις αιτιάσεις του.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, (άρθρο 183 ΚΠολΔ), ως διαδόχου της αναιρεσίβλητης, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, νομίμως, μετά την άσκηση της αναίρεσης, λόγω κατάργησης της με το άρθρο 1 της με αρ. Οικ.2/11/6-2013 ΚΥΑ του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 28-12-2012,αίτηση αναίρεσης της 4519/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ