Legislator Case Law & Legislation
62/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal on oath certificates ignored by Court of Appeal while dismissing co-plaintiffs' appeal.

Case Number 62/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by plaintiff X1 regarding the Court of Appeal's failure to consider specific sworn witness certificates. While the lower court dismissed the appeals filed by co-plaintiffs F1 and F2 due to the principle of res judicata, the Supreme Court found the lower court's reasoning incomplete. The court ruled that the lower court must reconsider the case with a new panel of judges to address the omitted evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 579, and 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the appellate court fails to consider evidence explicitly cited by the appellant, whereas a subsequent appeal by other parties against the same judgment is inadmissible due to the principle of res judicata.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure sworn witness certificates res judicata principle appellate review standard new panel of judges omitted evidence legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Athens Court of Appeal decision 2185/2008
Athens Court of Appeal decision 243/2007
Athens First Instance Court decision 28-6-2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 62 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 62/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α'. Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 συζ. Ψ1, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κατοίκων (1ου - 5ης) ..., 6) Φ1 και 7) Φ2, κατοίκων αμφοτέρων.... Οι 1ος, 2η, 3ος, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Καλαϊτζάκη. Οι 6η και 7ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ρέκκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Β'. Των αναιρεσειόντων: 1) Φ1 και 2) Φ2, κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ρέκκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 συζ. Ψ1, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κατοίκων (1ου - 5ης) ..., και 6) Χ1. Οι 1ος, 2η, 3ος, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Καλαϊτζάκη. Ο 6ος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2005 αγωγή των ήδη υπό στοιχεία Α' και Β' πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 31-3-2006 και 18-4-2006 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη υπό στοιχείο Α' 6ης αναιρεσίβλητης (υπό στοιχείο Β' 1ης αναιρεσείουσας) και του ήδη υπό στοιχείο Α' αναιρεσείοντος (υπό στοιχείο Β' 6ου αναιρεσιβλήτου) αντίστοιχα.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2185/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α' αναιρεσείων με την από 4-6-2008 αίτησή του και τους από 2-1-2009 πρόσθετους λόγους και οι υπό στοιχείο Β' αναιρεσείοντες με την από 9-6-2008 αίτησή τους και τους από 16-12-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε τις από 22-1-2009 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε α) να γίνει δεκτός ο τρίτος πρόσθετος λόγος και εν μέρει ο όγδοος πρόσθετος λόγος και να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως και όλοι οι λοιποί πρόσθετοι λόγοι αυτής (ως προς την από 4-6-2008 αίτηση και τους από 2-1-2009 πρόσθετους λόγους) και β) την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής (ως προς την από 9-6-2008 αίτηση και τους από 16-12-2008 πρόσθετους λόγους).

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους και των προσθέτων λόγων τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου συζητήθηκαν οι εξής αιτήσεις αναιρέσεως: α) η από 4-6-2008 αίτηση του Χ1 και των από 2-1-2009 προσθέτων λόγων αυτής, κατά των Ψ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 2185/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (αρ. πιν. 15) και β) η από 9-6-2008 αίτηση και οι από 16-12-2008 πρόσθετοι λόγοι αυτής των Φ1 κ.λ.π.

κατά των Ψ1 κ.λ.π., κατά της ίδιας πιο πάνω αναφερομένης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (αρ. πιν. 16). Οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως και οι π'ροσθετοι λόγοι αυτών που στρέφονται κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης είναι συναφείς, γι' αυτό και πρέπει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να διαταχθεί η συνεκδίκαση τους διότι έτσι επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ.

γ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους.

Σχετικώς με την προσκόμιση με επίκληση των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς και των ένορκων βεβαιώσεων, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β`, 346 και 671 παρ. 1γ' ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων είναι όταν αυτή είναι ειδική, δηλαδή όταν στην απόφαση γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές. Η επίκληση δε αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 9/2000).

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ` έφεση επίκληση ένορκης βεβαίωσης, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται μόνο γενική αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε προσκομίσει με επίκληση πρωτοδίκως, χωρίς αναφορά στις ένορκες βεβαιώσεις με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων (Ολ ΑΠ 8/2000).

Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων στην π'ρωτη από τις πιο πάνω αιτήσεις αναιρέσεως Χ1, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, καθώς και με τον όγδοο (αριθμός 2) πρόσθετο λόγο από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα γιατί δεν έλαβε υπόψη του, τις υπ' αριθμ....

και ...ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων του ... και ... αντίστοιχα, τις οποίες είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο ίδιος νόμιμα. Οι λόγοι αυτοί είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, αφού πράγματι όπως προκύπτει από τις προτάσεις του εν λόγω αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (σελίδα 9) υπήρξε με αυτές ρητή επίκληση των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες ουδόλως μνημονεύονται στην προσβαλλόμενοι απόφαση ως ληφθείσες υπόψη.

Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Μετά από αυτά: α) πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν έχει πλέον αντικείμενο η αίτηση αναιρέσεως των εναγομένων τόσο στην κύρια όσο και στην παρεμπίπτουσα αγωγή, Φ1 και Φ2 με τους λόγους της οποίας καθώς και με τους πρόσθετους λόγους αυτής από το άρθρο 559 αρ. 1, 19 και 11 του Κ.Πολ.Δ., ζητούν την αναίρεση της ίδιας απόφασης, αφού σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή της αίτησης του εναγομένου στην κύρια αγωγή και ενάγοντος στην παρεμπίπτουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται στο σύνολο της και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρείται και επομένως αναβιώνουν οι εφέσεις των εναγομένων Χ1 και Φ1 και Φ2 κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και β) πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει: α) την από 4-6-2008 αίτηση του Χ1 και των από 2-1-2009 προσθέτων λόγων αυτής, κατά των Ψ1 κ.λπ. για αναίρεση της 2185/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (αρ. πιν. 15) και β) την από 9-6-2008 αίτηση και των από 16-12-2008 πρόσθετων λόγων αυτής, των Φ1 κ.λπ. κατά των Ψ1 κ.λπ., κατά της ίδιας πιο πάνω αναφερομένης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (αρ. πιν. 16)

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2185/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ