Supreme Court dismisses State's appeal on lease duration calculation and procedural error regarding rent adjustment. State failed to prove statutory violation. Court rejects appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a property lease dispute. The State argued the lower court erred in calculating the lease term and failed to apply specific rent adjustment rules for public services. The court found the State's arguments based on procedural errors and statutory misapplication were unfounded because the lower court correctly identified the lease as a contractual extension rather than a new agreement. Consequently, the appeal was rejected without awarding costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArt. 41 para. 17 of Law 2648/1998; Art. 29 para. 2 of Decree 19/1932: The Supreme Court held that a lower court's finding of a contractual extension of an existing lease precludes the application of new statutory provisions regarding lease duration and rent adjustment, and that an appeal based on alleged procedural errors is inadmissible if the appellant failed to substantiate the specific legal violation in the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 62 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 62/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ....., 2) ....., 3) ...., 4) ..... 5) ....., 6) ..... και 7) ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Μηχιώτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 500/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-2-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, διάβασε την από 9-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται κεκυρωμένο αντίγραφο της 671/2006 θετικής γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό αυτής και των λόγων της, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995, όπως αυτό ισχύει.
Με το άρθρο 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998 ορίστηκαν τα εξής: α) η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του π.δ. 19/19-11-1932 αντικαθίσταται ως εξής: "1) Στις μισθώσεις ακινήτων για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών ή άλλη δημόσια χρήση εφαρμόζονται ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης, την αναπροσαρμογή του μισθώματος και την καταγγελία της σύμβασης από τον εκμισθωτή λόγω ιδιόχρησης ή ανοικοδόμησης του ακινήτου, οι διατάξεις του π.δ. 34/1995 όπως ισχύουν", β) Στην παράγραφο 3 του άρθρου 29 του π.δ. 19/19-11-1932 προστίθενται εδάφια, που έχουν ως εξής: "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται παράταση για μία μόνο φορά της μίσθωσης χωρίς τη διεξαγωγή δημοπρασίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνεται τούτο απολύτως αναγκαίο και αιτιολογείται επαρκώς από τη στεγαζόμενη υπηρεσία.
Η παράταση αυτή γίνεται με απλή δήλωση του υπουργού των Οικονομικών, που κοινοποιείται στον εκμισθωτή τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη της ισχύουσας μίσθωσης, το δε μίσθωμα αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995, όπως ισχύουν" γ) οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης β αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται μόνο σε μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".
Η ισχύς της παραπάνω ρύθμισης αρχίζει από τη δημοσίευση του ν. 2648/1998 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως που έγινε την 22-10-1998. Η νέα ρύθμιση, με την οποία οι μισθώσεις για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών, υπάγονται στο καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων, του π.δ. 34/1995, αφορά μισθώσεις, που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 2648/1998.
Τούτο μάλιστα συνάγεται από το συνδυασμό των εδαφίων β' και γ' της νέας ρύθμισης, τα οποία εισάγουν μεταβατική ρύθμιση, που αφορά τις υφιστάμενες μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2648/1998, η θέσπιση των οποίων, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχε νόημα, κατά το περί τούτου εξαγόμενο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του από 19-11-1932 Π.Δ/τος "περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών", οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 του Εισ.Ν. ΑΚ, προκύπτει ότι σε μισθώσεις για τη στέγαση δημοσίων υπηρεσιών αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια νέας μισθώσεως με τους ίδιους όρους και για αόριστο χρόνο, επιτρέπεται μόνο παράταση της μίσθωσης που έχει συμφωνηθεί για ορισμένο χρόνο.
Η παράταση όμως γίνεται μόνο με δήλωση του Υπουργού Οικονομικών και αφού τηρηθούν οι διατυπώσεις και συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η διάταξη του ανωτέρω άρθρου 29. Η χρησιμοποίηση του μισθίου από το Δημόσιο μετά τη λήξη της μίσθωσης θεωρείται ως σιωπηρή παράταση αυτής εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 611 ΑΚ, εφόσον δηλαδή ο εκμισθωτής γνωρίζει την εξακολούθηση της χρήσης και δεν εναντιώνεται σ' αυτή.
Ως "εναντίωση" κατά την έννοια του νόμου νοείται η μονομερής δήλωση του εκμισθωτή, ότι δεν θέλει την εξακολούθηση της χρήσης του μισθίου, η οποία γνωστοποιείται στο μισθωτή δημόσιο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι μιας πολυόροφης οικοδομής, που βρίσκεται στην ....
και επί της οδού .... αριθ. ...., συνολικού μικτού εμβαδού 1609 τετρ. μέτρων, αποτελούμενη από 20 διαμερίσματα, με 65 συνολικά δωμάτια και άλλους παρεπόμενους βοηθητικούς χώρους, που ανήκει κατά κυριότητα στους τρεις πρώτους τούτων (εναγόντων) κατά ποσοστό 50% και στους τέσσερις λοιπούς κατά το αυτό ποσοστό. Με το από ....
ιδιωτικό συμφωνητικό, την άνω οικοδομή οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στο εναγόμενο προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει, όπως και έκανε το τελευταίο, για τη στέγαση των υπηρεσιών της Αστυνομικής Διεύθυνσης ..... (βλ. και το από 1-5-1972, ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής, πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής του παραπάνω μισθίου οικήματος, στο οποίο γίνεται μνεία του ως άνω μισθωτηρίου).
Κατά τα επόμενα έτη η επίδικη μίσθωση συνεχίσθηκε κανονικά με διαδοχικές παρατάσεις, η δε τελευταία συμβατική παράτασή της έλαβε χώρα με το από...... ιδιωτικό συμφωνητικό, είχε διάρκεια δύο ετών, δηλαδή από 28-11-1998 έως 27-11-2000 και το μίσθωμα ανερχόταν στο ποσό των 2.260.000 δραχμών μηνιαίως. Ενόψει της λήξης της μίσθωσης, διενεργήθηκε, όπως επιτάσσουν οι διατάξεις του άρθρου 29 του άνω π.δ/τος 19/19-11-32, στις 30-6-2000 μειοδοτική δημοπρασία, η οποία απέβη άγονη λόγω ελλείψεως προσφοράς ακινήτων και στις 12-7-2000 επαναληπτική δημοπρασία, κατά την οποία προσφέρθηκε από τους ενάγοντες εκ νέου το μίσθιο (προς μίσθωση), για διάστημα 12 ετών, με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 2.600.000 δραχμών.
Με το από 28-7-2000 πρακτικό γνωμοδότησης της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων εγκρίθηκαν τα πρακτικά της ως άνω δημοπρασίας και με την από 31-8-2000 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων, πλην όμως, οι ενάγοντες δεν συμφώνησαν τελικά στη συνέχιση της μίσθωσης, (διότι έκριναν ως ασύμφορη γι' αυτούς την προταθείσα διάρκεια του χρόνου της παράτασης σε συνδυασμό με την αξίωση του εναγομένου για εγκατάσταση, με δαπάνες τους, συστήματος πυρασφάλισης του μισθίου) και με την από 6-10-2000 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 16-10-2000, δήλωσαν ότι δεν συναινούν στην εκ νέου μίσθωση του επιδίκου μισθίου στο εναγόμενο, λόγω δε της αρνήσεως των εναγόντων για υπογραφή του σχετικού μισθωτηρίου συμβολαίου, εκδόθηκε η από 8-11-2000 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Δημ.
Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων, με την οποία ακυρώθηκαν οι ως άνω μειοδοτικές δημοπρασίες. Ακολούθως, με την από 9-11-2000 απόφαση της Γενικής Δ/σης Δημ. Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων, που εκδόθηκε ύστερα από σχετική πρόταση της Επιτροπής στέγασης δημοσίων υπηρεσιών και κοινοποιήθηκε εμπρόθεσμα στους ενάγοντες, στις 10-11-2000, το εναγόμενο παρέτεινε τη μίσθωση για ένα έτος, δηλαδή από 28-11-2000 έως 28-11-2001 με το ίδιο μίσθωμα.
Οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 27-2-2001 (με αριθ. καταθ. 699/30-3-2001) αγωγή τους, με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι η μίσθωση έληξε στις 27-11-2000, παραταθείσα αναγκαστικά έως 28-11-2001, ζητούσαν, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου μισθίου στο ποσό των 2.600.000, άλλως 2.380.000 δραχμών.
Επί της αγωγής τους εκείνης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 281/2002 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή αυτή (αγωγή) και αναπροσαρμόστηκε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 2.600.000 δραχμών ή 7.630 ευρώ από 11-4-2001. Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια, και πάλι, δύο άγονων μειοδοτικών δημοπρασιών την 1-10-2001 και την 10-10-2001 και την έκδοση της από 10-10-2001 πρότασης της επιτροπής στέγασης δημοσίων υπηρεσιών, εκδόθηκε η από 26-10-2001 απόφαση της Γενικής Δ/σης Δημ.
Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων, που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες εμπρόθεσμα στις 31-10-2001, με την οποία το εναγόμενο παρέτεινε τη μίσθωση μέχρι 27-11-2002, με τους ίδιους όρους και με το τελευταίο καταβαλλόμενο μίσθωμα. Οι ανωτέρω αποφάσεις παράτασης της επίδικης μίσθωσης εκδόθηκαν και κοινοποιήθηκαν στους ενάγοντες, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, οι δε τελευταίοι (ενάγοντες-εκμισθωτές) δεν εναντιώθηκαν ούτε γραπτώς, ούτε σιωπηρώς και ελάμβαναν τα μισθώματα ανεπιφύλακτα.
Επομένως, μέχρι την 27-11-2002 που το εναγόμενο παρέμεινε στη χρήση του μισθίου, χωρίς εναντίωση των εναγόντων, η μίσθωση παρατάθηκε σιωπηρά. Οι ενάγοντες ισχυρίζονταν με την αγωγή και ισχυρίζονται με το σχετικό λόγο της εφέσεώς τους ότι η τελευταία αυτή παράταση από πλευράς του εναγομένου έγινε κατά παράβαση του άρθρου 29 παρ. 3 του άνω π.δ/τος 19/19-11-1932, και ως εκ τούτου το εναγόμενο δημόσιο τους οφείλει αποζημίωση χρήσεως από 28-11-2001, ήτοι από τη λήξη της προηγούμενης παράτασης.
Όμως, ο ισχυρισμός τους αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι η επίδικη μίσθωση παρατάθηκε σιωπηρά, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, οι ενάγοντες δεν εναντιώθηκαν σ' αυτήν. Επομένως, μέχρι την 28-11-2002 δεν οφείλεται αποζημίωση χρήσεως, αλλά το τελευταίο καταβαλλόμενο μίσθωμα, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του ως άνω λόγου της εφέσεως των εναγόντων.
Τελικά οι ενάγοντες, αποσκοπώντας στη λήξη της μίσθωσης, με την κρινόμενη αγωγή, που επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 31-12-2002 (βλ. υπ' αριθ. .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .....) κατήγγειλαν αυτή. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επήλθαν την 31-1-2003, αφού για τον υπολογισμό της προθεσμίας λαμβάνεται υπόψη ο συμφωνημένος χρόνος υπολογισμού του μισθώματος, το δε μίσθωμα στην προκειμένη περίπτωση, υπολογιζόταν σε μηνιαία βάση (άρθρα 609 εδ.
δ' ΑΚ και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), και ως εκ τούτου, το εναγόμενο έχει υποχρέωση να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στους ενάγοντες. Το εναγόμενο, αποσιωπώντας ότι η επίδικη μίσθωση άρχισε από το έτος 1971, ισχυριζόταν και ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, ότι αυτή (μίσθωση) άρχισε από 28-11-1998, με το παραπάνω από ......ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι εν προκειμένω έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του νεότερου νόμου 2648/1998, οι οποίες παραπέμπουν στο π.δ. 34/1995 "περί εμπορικών μισθώσεων" και ότι, βάσει των άνω διατάξεων η μίσθωση έχει δωδεκαετή διάρκεια και λήγει την 27-11-2010, με συνέπεια να μην έχουν οι ενάγοντες το δικαίωμα καταγγελίας της.
Όμως, ο λόγος αυτός της εφέσεώς του πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, (βλ. και κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων) η επίδικη μίσθωση έχει συναφθεί με το από ..... μισθωτήριο και συνεχίστηκε έκτοτε με διαδοχικές παρατάσεις, τα δε αναγραφόμενα στο από .....
συμφωνητικό ότι η "μίσθωση αρχίζει από 28-11-98 και λήγει την 27-10-2000" δεν αναιρούν το πραγματικό γεγονός, ότι, με το εν λόγω συμφωνητικό παρατάθηκε συμβατικά η προϋφιστάμενη και ισχύουσα από το έτος 1971 μίσθωση μεταξύ των διαδίκων". Στον πρώτο λόγο της αναίρεσης το Δημόσιο εκθέτει: 1) το περιεχόμενο του πρώτου λόγου της έφεσης (ότι, δηλαδή, η ένδικη μίσθωση συνήφθη στις 16-11-1998, ήτοι μετά την έναρξη εφαρμογής της διάταξης του εδ α' της παραγράφου 17 του άρθρου 41 του Ν 2648/1998 (22-10-1998), ότι είναι εφαρμοστέες και ως προς αυτήν οι διατάξεις του ΠΔ 34/1995 και έτσι η νόμιμη διάρκεια αυτής είναι 12ετής (άρθρο 5 παρ. 1, 2 ΠΔ 34/1995 όπως ισχύει) και λήγει στις 27-11-2010 και όχι στις 31-1-2003 όπως έκρινε η εκκαλουμένη), 2) ότι το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό δεχθέν, ότι η διάταξη του εδ.
α' της παραγράφου 17 του άρθρου 41 του ν. 2648/1998, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ΠΔ 19/19-11-1932, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι με το από ....... συμφωνητικό δεν συνήφθη νέα μίσθωση αλλά "παρατάθηκε συμβατικά η προϋφισταμένη και ισχύουσα από το έτος 1971 μίσθωση μεταξύ των διαδίκων", και 3) το περιεχόμενο του άρθρου 29 παρ. 2 του ΠΔ 19/19-11-1932 με παραπομπή και στην ΑΠ 1279/1982.
Το Δημόσιο εκθέτοντας τα ανωτέρω καταλήγει ότι το Εφετείο υπέπεσε αληθώς στην πλημμέλεια του αρ. 8 (και όχι 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δεν ερεύνησε αν συντρέχει περίπτωση εν προκειμένω εφαρμογής του άρθρου 29 παρ. 2 του ΠΔ 19/1932 με την αναφορά στη διάρκεια της αρχικής μίσθωσης, τη συνολική διάρκεια των διαδοχικών παρατάσεων καθώς και αν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος, ήτοι δήλωση του Υπουργού Οικονομικών κ.λ.π.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος γιατί το Δημόσιο δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε εν προκειμένω με λόγο εφέσεως το σχετικό ισχυρισμό στο Εφετείο(562 ΚΠολΔ), αφού στον άνω λόγο δεν περιέχεται τέτοιος ισχυρισμός (παράπονο). Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αρχική μίσθωση συνήφθη την 21-12-1971 και ότι έκτοτε επακολούθησαν διαδοχικές συμβατικές παρατάσεις της μίσθωσης με τελευταία εκείνη της 16-11-1998 παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου το άρθρο 10 παρ. 1 του ΠΔ 19/19-11-1932 (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 41 παρ. 17 του Ν 2648/1998) και το άρθρο 29 παρ. 2 ΠΔ 19/1932 είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όσον αφορά και τις δύο αιτιάσεις του, διότι στις αναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου δεν περιέχονται περιστατικά συνιστώντα ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων.
Περαιτέρω, ούτε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπέπεσε το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, επειδή οι ενάγοντες είχαν ισχυριστεί ότι η μίσθωση του επίδικου ακινήτου έγινε "δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μισθώσεως αρχής γενομένης από 21-12-1971", αφού από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες, παρά την αρχική ανωτέρω διατύπωση, σε όλο το υπόλοιπο κείμενο της αγωγής τους ομιλούν για διαδοχικές παρατάσεις.
Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο πραγματικά προτείνεται αιτίαση από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,είναι αβάσιμος.
Η αναίρεση επομένως είναι απορριπτέα, αλλά δεν θα επιδικαστεί δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ των αναιρεσιβλήτων, ελλείψει σχετικού αιτήματος των τελευταίων (ΚΠολΔ 106 και 191 παρ. 2), αφού αυτοί παραστάθηκαν στο ακροατήριο με δήλωση κατά την ΚΠολΔ 242 παρ. 2, όπως ισχύει, και δεν υπέβαλαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 500/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ